<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:7-13</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:7-13</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Βασιλεῖ βασιλέων τῷ ἐμῷ μεγάλῳ δεσπότῃ Ἀρταξέρξῃ <lb/>Ὑστάνης Ἑλλησπόντου
                        ὕπαρχος χαίρειν.</p><p>Ἣν ἔπεμψας ἐπιστολὴν, λέγων πέμψαι Ἱπποκράτει ἰητρῷ Κῴῳ <lb/>ἀπὸ Ἀσκληπιαδῶν
                        γεγονότι, ἔπεμψα, καὶ παρ’ αὐτοῦ δὲ ἐκομισάμην <lb/>ἀπόκρισιν, ἣν γράψας
                        ἔδωκε καὶ ἐκέλευσεν ἐς σὸν οἶκον πέμπειν. <lb/>Φέροντα οὖν ἀπέστειλά σοι
                        φάναι Γυμνάσβην Διευτύχη. <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Βασιλεὺς βασιλέων μέγας Ἀρταξέρξης Κῴοις <lb/>τάδε λέγει.</p><p>Δότε ἐμοῖς ἀγγέλοις Ἱπποκράτην ἰητρὸν κακοὺς τρόπους ἔχοντα <lb/>καὶ εἰς ἐμὲ
                        καὶ εἰς Πέρσας ἀσελγαίνοντα. Εἰ δὲ μὴ, γνώσεσθε καὶ <lb/>τῆς πρώτης ἁμαρτίας
                        τιμωρίην τίσοντες· δηϊώσας γὰρ τὴν ὑμετέρην <lb/>πόλιν καὶ νῆσον κατασπάσας
                        εἰς πέλαγος, ποιήσω μηδὲ ἐς <lb/>τὸν ἐπίλοιπον χρόνον γνῶναι, εἰ ἦν ἐπὶ
                        τούτῳ τῷ τόπῳ νῆσος ἢ <lb/>πόλις Κῶ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἀπόκρισις Κῴων.</p><p>Ἔδοξε τῷ δάμῳ ἀποκρίνασθαι τοῖς παρὰ Ἀρταξέρξου ἀγγέλοις, <pb n="320"/> ὅτι
                        Κῷοι οὐδὲν ἀνάξιον πράξουσιν οὔτε Μέροπος οὔτε Ἡρακλέους <lb/>οὔτε
                        Ἀσκληπιοῦ, ὧν ἕνεκεν πάντες οἱ πολῖται οὐ δώσουσιν Ἱπποκράτεα, <lb/>οὐδὲ εἰ
                        μέλλοιεν ὀλέθρῳ τῷ κακίστῳ ἀπολεῖσθαι. Καὶ γὰρ <lb/>Δαρείου καὶ Ξέρξου ἀπὸ
                        πατέρων ἐπιστολὰς γραψάντων γαῖαν καὶ <lb/>ὕδωρ αἰτεόντων, οὐκ ἔδωκεν ὁ
                        δᾶμος, ὁρέων αὐτοὺς ὁμοίως τοῖς <lb/>ἄλλοις ἀνθρώποις θνητοὺς ἐόντας· καὶ
                        νῦν τὰν αὐτὰν ἀπόκρισιν <lb/>διδοῖ. Ἀπὸ Κῴων ἀναχωρεῖτε, ὅτι Ἱπποκράτην οὐ
                        δίδοντι ἔκδοτον. <lb/>Ἀπαγγέλλετε οὖν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι ὅτι οὐδ’ οἱ θεοὶ
                        ἀμελήσουσιν <lb/>ἁμέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἀβδηριτῶν ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος Ἱπποκράτει <lb/>χαίρειν.</p><p>Κινδυνεύεται τὰ μέγιστα τῇ πόλει νῦν, Ἱππόκρατες, ἀνὴρ τῶν <lb/>ἡμετέρων, ὃς
                        καὶ τῷ παρόντι χρόνῳ καὶ τῷ μέλλοντι αἰεὶ κλέος <lb/>ἠλπίζετο τῇ πόλει· μηδὲ
                        νῦν ὅδε, πάντες θεοὶ, φθονηθείη· οὕτως <lb/>ὑπὸ πολλῆς τῆς κατεχούσης αὐτὸν
                        σοφίης νενόσηκεν, ὥστε φόβος οὐχ <lb/>ὁ τυχὼν, ἂν φθαρῇ τὸν λογισμὸν
                        Δημόκριτος, ὄντως δὴ τὴν πόλιν <lb/>ἡμῶν Ἀβδηριτῶν καταλειφθήσεσθαι.
                        Ἐκλαθόμενος γὰρ ἁπάντων καὶ <lb/>ἑωυτοῦ πρότερον, ἐγρηγορὼς καὶ νύκτα καὶ
                        ἡμέρην, γελῶν ἕκαστα <lb/>μικρὰ καὶ μεγάλα, καὶ μηδὲν οἰόμενος εἶναι τὸν
                        βίον ὅλον διατελεῖ. <lb/>Γαμεῖ τις, ὁ δὲ ἐμπορεύεται, ὁ δὲ δημηγορεῖ, ἄλλος
                        ἄρχει, πρεσβεύει, <lb/>χειροτονεῖται, ἀποχειροτονεῖται, νοσεῖ, τιτρώσκεται,
                            <pb n="322"/> τέθνηκεν, ὁ δὲ γελᾷ πάντα, τοὺς μὲν κατηφεῖς τε καὶ
                        σκυθρωποὺς, <lb/>τοὺς δὲ χαίροντας ὁρῶν. Ζητεῖ δὲ ὁ ἀνὴρ καὶ περὶ τῶν ἐν
                        ᾍδου, <lb/>καὶ γράφει ταῦτα, καὶ εἰδώλων φησὶ πλήρη τὸν ἠέρα εἶναι, καὶ
                        <lb/>ὀρνέων φωνὰς ὠτακουστεῖ, καὶ πολλάκις νύκτωρ ἐξαναστὰς μοῦνος
                        <lb/>ἡσυχῇ ᾠδὰς ᾄδοντι ἔοικε, καὶ ἀποδημεῖν ἐνίοτε λέγει ἐς τὴν ἀπειρίην,
                        <lb/>καὶ Δημοκρίτους εἶναι ὁμοίους ἑωυτῷ ἀναριθμήτους, καὶ συνδιεφθορὼς
                        <lb/>τῇ γνώμῃ τὸ χρῶμα ζῇ. Ταῦτα φοβούμεθα, Ἱππόκρατες, <lb/>ταῦτα
                        ταραττόμεθα, ἀλλὰ σῶζε, καὶ ταχὺς ἐλθὼν νουθέτησον τὴν <lb/>ἡμῶν πατρίδα,
                        μηδὲ ἡμᾶς ἀποβάλῃς· καὶ γὰρ οὐδὲ ἀπόβλητοί <lb/>ἐσμεν, καὶ ἐν ἡμῖν μαρτυρία
                        κεῖται. Οὐκ ἂν ἁμάρτοις οὔτε δόξης <lb/>τῆς ἐπ’ αὐτῷ περισωθέντι οὔτε
                        χρημάτων οὔτε παιδείας, καίτοι τὰ <lb/>παιδείης πολλῷ σοι βελτίω τῶν τῆς
                        τύχης. Ἀλλ’ οὖν καὶ ταῦτα <lb/>συχνὰ παρ’ ἡμῶν καὶ ἄφθονα γενήσεται. Τῆς γὰρ
                        Δημοκρίτεω <lb/>ψυχῆς, ἀλλ’ οὐδ’ εἰ χρυσὸς ἦν, ἡ πόλις ἀνταξία σου ἐλεύσιος,
                        οὐδ’ <lb/>ὁτιοῦν ἀφυστερήσαντος. Τοὺς νόμους ἡμῶν δοκοῦμεν νοσεῖν,
                        Ἱππόκρατες, <lb/>τοὺς νόμους παρακόπτειν. Ἴθι θεραπεύσων, ἀνδρῶν φέριστε,
                        <lb/>ἄνδρα ἀρίσημον, οὐκ ἰητρὸς, ἀλλὰ κτίστης ἐὼν ὅλης τῆς Ἰωνίης,
                        <lb/>περιβάλλων ἡμῖν ἱερώτερον τεῖχος. Πόλιν, οὐκ ἄνδρα θεραπεύσεις,
                        <lb/>βουλὴν δὲ νοσοῦσαν καὶ κινδυνεύουσαν ἀποκλεισθῆναι, μέλλεις ἀνοιγνύναι,
                        <lb/>αὐτὸς νομοθέτης, αὐτὸς δικαστὴς, αὐτὸς ἄρχων, αὐτὸς σωτὴρ, <lb/>καὶ
                        τούτων τεχνίτης ἀφίξῃ. Ταῦτά σε προσδοκῶμεν, Ἱππόκρατες, <lb/>ταῦτα καὶ
                        γένοιο ἐλθών. Μία πόλεων οὐκ ἄσημος, μᾶλλον δὲ <pb n="324"/> ἡ Ἑλλὰς ὅλη
                        δεῖται σου φυλάξαι σῶμα σοφίης. Αὐτὴν δὲ δόκει <lb/>παιδείαν πρεσβεύειν πρὸς
                        σὲ τῆς παρακοπῆς ταύτης ἀπαλλαγῆναι <lb/>δεομένην. Ξυγγενὲς μὲν οὖν, ὡς
                        ἔοικε, πᾶσι σοφίη, τοῖς δ’ ἐγγυτέρω <lb/>κεχωρηκόσιν αὐτῆς ὥσπερ ἡμῖν καὶ
                        μάλα πλέον. Εὖ ἴσθι, χαριεῖ <lb/>καὶ τῷ μέλλοντι αἰῶνι μὴ προεκλιπὼν
                        Δημόκριτον ἧς ἐλπίζει προτερήσειν <lb/>ἀληθείης. Σὺ γὰρ Ἀσκληπιῷ
                        προσπέπλεξαι γένος καὶ τέχνην, <lb/>ὁ δὲ Ἡρακλέους ἔστιν ἀδελφιδοῦς, ἀφ’ οὗ
                        Ἄβδηρος, ὥς που <lb/>πυνθάνῃ πάντως, ᾧ ἐπώνυμος ἡ πόλις, ὥστε κᾀκείνῳ χάρις
                        ἡ Δημοκρίτου <lb/>γένοιτ’ ἄν ἴησις. Ὁρῶν οὖν, ὦ Ἱππόκρατες, εἰς ἀναισθησίαν
                        <lb/>ἀποῤῥέοντα καὶ δῆμον καὶ ἄνδρα ἀρίσημον, σπεῦδε πρὸς ἡμέας, δεόμεθα.
                        <lb/>Φεῦ, ὡς καὶ τὰ ἀγαθὰ περιττεύσαντα νοῦσοι τυγχάνουσιν· <lb/>ὁ
                        Δημόκριτος γὰρ ὅσον ἐῤῥώσθη πρὸς ἄκρα σοφίης, ἴσα κινδυνεύει <lb/>νῦν
                        ἀποπληξίᾳ διανοίας καὶ ἠλιθιότητι κεκακῶσθαι. Οἱ δ’ ἄλλοι ὅσοι <lb/>πολλοὶ
                        εἰσὶν Ἀβδηριτῶν, μείναντες ἐν ἀπαιδευσίῃ, τόν γε κοινὸν <lb/>κατέχουσι νοῦν,
                        ἀλλὰ νῦν γε φρονιμώτεροι νοῦσον σοφοῦ κρίνειν, οἱ <lb/>πρὶν ἄφρονες. Ἴθι οὖν
                        μετὰ Ἀσκληπιοῦ πατρὸς, ἴθι μετὰ Ἡρακλέους <lb/>θυγατρὸς Ἠπιόνης, ἴθι μετὰ
                        παίδων τῶν ἐπὶ Ἴλιον στρατευσαμένων, <lb/>ἴθι νῦν παιώνια νούσου φέρων ἄκη.
                        Εὐκαρπήσει δὲ γῆ <lb/>ῥίζας καὶ βοτάνας, ἀλεξιφάρμακα μανίης ἄνθη· σχεδὸν
                        οὐδέποτε <lb/>γονιμώτερον εὐφορήσουσιν οὔτε γῆ οὔτε ὀρέων ἀκρώρειαι ἢ νῦν
                        <lb/>Δημοκρίτῳ τὰ πρὸς τὴν ὑγείην. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἱπποκράτης Ἀβδηριτῶν τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν.</p><p>Ὁ πολίτης ὑμέων Ἀμελησαγόρης ἦλθεν ἐς Κῶ, καὶ ἔτυχε τότ’ <pb n="326"/> ἐοῦσα
                        τῆς ῥάβδου ἡ ἀνάληψις ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρῃ καὶ ἐτήσιος ἑορτὴ, <lb/>ὡς ἴστε,
                        πανήγυρις ἡμῖν καὶ πομπὴ πολυτελὴς ἐς κυπάρισσον, ἣν <lb/>ἔθος ἀνάγειν τοῖς
                        τῷ θεῷ προσήκουσιν. Ἐπεὶ δὲ σπουδάζειν ἐῴκει <lb/>καὶ ἐκ τῶν λόγων καὶ ἐκ
                        τῆς πρσσόψιος ὃ Ἀμελησαγόρης, πεισθεὶς, <lb/>ὅπερ ἦν, ἐπείγειν τὸ πρῆγμα,
                        ἀνέγνων τε ὑμέων τὴν ἐπιστολὴν, <lb/>καὶ ἐθαύμασά ὅτε περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου ὡς
                        εἷς ἄνθρωπος ἡ πόλις <lb/>θορυβεῖσθε. Μακάριοί γε δῆμοι ὁκόσοι ἴσασι τοὺς
                        ἀγαθοὺς ἄνδρας <lb/>ἐρύματα ἑωυτῶν, καὶ οὐ τοὺς πύργους οὐδὲ τὰ τείχεα, ἀλλὰ
                        σοφῶν <lb/>ἀνδρῶν σοφὰς γνώμας. Ἐγὼ δὲ πειθόμενος τέχνας μὲν εἶναι θεῶν
                        <lb/>χάριτας, ἀνθρώπους δὲ ἔργα φύσιος, καὶ μὴ νεμεσήσητε, ἄνδρες
                        <lb/>Ἀβδηρῖται, οὐχ ὑμᾶς δοκέω, ἀλλὰ φύσιν αὐτὴν καλέειν με ἀνασώσασθαι
                        <lb/>ποίημα ἑωυτῆς, κινδυνεῦον ὑπὸ νόσου διαπεσεῖν. Ὥστε πρὸ <lb/>ὑμέων ἐγὼ
                        νῦν φύσει καὶ θεοῖς ὑπακούων σπεύδω νοσέοντα Δημόκριτον <lb/>ἰήσασθαι, εἴπερ
                        δὴ καὶ τοῦτο νοῦσος ἐστὶν, ἀλλὰ μὴ ἀπάτῃ <lb/>συσκιάζεσθε, ὅπερ εὔχομαι· καὶ
                        γένοιτο πλέον τῆς ἐν ὑμῖν εὐνοίας τεκμήριον <lb/>καὶ πρὸς ὑπόνοιαν
                        ταραχθῆναι. Ἀργύριον δὲ μοι ἐρχομένῳ <lb/>οὔτ’ ἂν φύσις οὔτ’ ἂν θεὸς
                        ὑπόσχοιτο, ὥστε μηδ’ ὑμεῖς, ἀνέρες Ἀβδηρῖται, <lb/>βιάζεσθε, ἀλλ’ ἐᾶτε
                        ἐλευθέρης τέχνης ἐλεύθερα καὶ τὰ ἔργα. <lb/>Οἱ δὲ μισθαρνεῦντες δουλεύειν
                        ἀναγκάζουσι τὰς ἐπιστήμας, ὥσπερ <lb/>ἐξανδραποδίζοντες αὐτὰς ἐκ τῆς
                        προτέρης παῤῥησίης· εἶθ’ ὡς εἰκὸς <lb/>καὶ ψεύσαιντο ἂν ὡς περὶ μεγάλης
                        νούσου, καὶ ἀρνηθεῖεν ἂν ὡς περὶ <pb n="328"/> σμικρῆς, καὶ οὐκ ἂν ἔλθοιεν
                        ὑποσχόμενοι, καὶ πάλιν ἔλθοιεν μὴ <lb/>κληθέντες. Οἰκτρός γε ὁ τῶν ἀνθρώπων
                        βίος, ὅτι δι’ ὅλου αὐτοῦ ὡς <lb/>πνεῦμα χειμέριον ἡ ἀφόρητος φιλαργυρίη
                        διαδέδυκεν, ἐφ’ ἣν εἴθε <lb/>μᾶλλον ἄπαντες ἰητροὶ ξυνῄεσαν ἐλθόντες
                        ἀποθεραπεῦσαι χαλεπωτέρην <lb/>μανίης νοῦσον, ὅτι καὶ μακαρίζεται νοῦσος
                        ἐοῦσα καὶ κακοῦσα. <lb/>Οἶμαι δὲ ἔγωγε καὶ τὰ τῆς ψυχῆς νουσήματα πάντα
                        μανίας εἶναι <lb/>σφοδρὰς ἐμποιούσας δόξας τινὰς καὶ φαντασίας τῷ λογισμῷ,
                        ὧν ὁ <lb/>δι’ ἀρετῆς ἀποκαθαρθεὶς ὑγιάζεται. Ἐγὼ δὲ εἰ πλουτέειν ἐξ ἅπαντος
                        <lb/>ἐβουλόμην, ὦ ἄνδρες Ἀβδηρῖται, οὐκ ἂν εἵνεκα δέκα ταλάντων διέβαινον
                        <lb/>πρὸς ὑμέας, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν μέγαν ἂν ἠρχόμην Περσέων βασιλέα, <lb/>ἔνθα
                        πόλιες ὅλαι προσῄεσαν τῆς ἐξ ἀνθρώπων εὐδαιμονίης <lb/>γεγεμισμέναι· ἰῴμην
                        δ’ ἂν τὸν ἐκεῖ λοιμὸν ἀνιὼν, ἀλλ’ ἀπηρνησάμην <lb/>ἐχθρὴν Ἑλλάδι χώρην
                        ἐλευθερῶσαι κακῆς νούσου, κᾀγὼ τό <lb/>γε ἐπ’ ἐμοὶ καταναυμαχῶν τοὺς
                        βαρβάρους· εἶχον δ’ ἂν αἰσχύνην <lb/>τὸν παρὰ βασιλέως πλοῦτον καὶ πατρίδος
                        ἐχθρὴν περιουσίην, περιεκείμην <lb/>δ’ ἂν αὐτὰ, ὡς ἑλέπολις τῆς Ἑλλάδος
                        ὑπάρχων. Οὐκ ἔστι <lb/>πλοῦτος τὸ πανταχόθεν χρηματίζεσθαι· μεγάλα γὰρ ἱερὰ
                        τῆς ἀρετῆς <lb/>ἐστὶν ὑπὸ δικαιοσύνης οὐ κρυπτόμενα, ἀλλ’ ἐμφανέα ἐόντα· ἢ
                        οὐκ <lb/>οἴεσθε ἴσον ἁμάρτημα εἶναι σώζειν πολεμίους καὶ φίλους ἰᾶσθαι
                        <lb/>μισθοῦ; ἀλλ’ οὐχ ὧδε ἔχει τὰ ἡμέτερα, ὦ δῆμε, οὐ καρποῦμαι νούσους,
                        <lb/>οὐδὲ δι’ εὐχῆς ἤκουσα τὴν Δημοκρίτεω παράκρουσιν, ὃς, εἴτε
                        <lb/>ὑγιαίνει, φίλος ἔσται, εἴτε νοσέει, θεραπευθεὶς, πλέον ὑπάρξει.
                        Πυνθάνομαι <pb n="330"/> δὲ αὐτὸν ἐμβριθέα καὶ στεῤῥὸν τὰ ἤθεα, καὶ τῆς
                        ὑμετέρης <lb/>πόλιος ἐόντα κόσμον. Ἔῤῥωσθε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἱπποκράτης Φιλοποίμενι χαίρειν.</p><p>Οἱ τὴν τῆς πόλιος ἐπιστολὴν ἀποδόντες μοι πρέσβεις καὶ τεὴν <lb/>ἀπέδοσαν,
                        ἥσθην τε κάρτα καὶ ξενίην ὑπισχνεομένου σέο καὶ τὴν <lb/>ἑτέρην διαίτην.
                        Ἔλθοιμεν δ’ ἂν αἰσίῃ τύχῃ, καὶ ἀφιξόμεθα ὡς <lb/>ὑπολαμβάνομεν χρηστοτέρῃσιν
                        ἐλπίσιν [ἢ] ὡς ἐν τῇ γραφῇ παραδεδήλωται, <lb/>οὐ μανίην ἀλλὰ ψυχῆς τινὰ
                        ῥῶσιν ὑπερβάλλουσαν διασαφηνέοντος <lb/>τοῦ ἀνδρὸς, μήτε παίδων μήτε
                        γυναικὸς μήτε ξυγγενέων <lb/>μήτε οὐσίης μήτε τινὸς ὅλως ἐν φροντίδι ἐόντος,
                        ἡμέρην δὲ καὶ εὐφρόνην <lb/>πρὸς ἑωυτῷ καθεστεῶτος καὶ ἰδιάζοντος, τὰ μὲν
                        πολλὰ ἐν <lb/>ἄντροισι καὶ ἐρημίῃσιν ἢ ἐν ὑποσκιάσεσι δενδρέων, ἢ ἐν
                        μαλθακῇσι <lb/>ποίῃσιν, ἢ παρὰ συχνοῖσιν ὑδάτων ῥείθροισιν. Συμβαίνει μὲν
                        <lb/>οὖν τὰ πολλὰ τοῖσι μελαγχολῶσι τὰ τοιαῦτα· σιγηροί τε γὰρ <lb/>ἐνίοτε
                        εἰσὶ καὶ μονήρεες, καὶ φιλέρημοι τυγχάνουσιν· ἀπανθρωπέονταί <lb/>τε
                        ξύμφυλον ὄψιν ἀλλοτρίην νομίζοντες· οὐκ ἀπεοικὸς δὲ <lb/>καὶ τοῖσι περὶ
                        παιδείην ἐσπουδακόσι τὰς ἄλλας φροντίδας ὑπὸ μιῆς <lb/>τῆς ἐν σοφίῃ
                        διαθέσιος σεσοβῆσθαι. Ὥσπερ γὰρ δμῶές τε καὶ <lb/>δμωΐδες ἐν τῇσιν οἰκίῃσι
                        θορυβέοντες καὶ στασιάζοντες, ὁκόταν ἐξαπιναίως <lb/>αὐτοῖσιν ἡ δέσποινα
                        ἐπιστῇ, πτοηθέντες ἀφησυχάζουσι, <lb/>παραπλησίως καὶ αἱ λοιπαὶ κατὰ ψυχὴν
                        ἐπιθυμίαι ἀνθρώποισι κακῶν <lb/>ὑπηρέτιδες· ἐπὴν δὲ σοφίης ὄψις ἑωυτέην
                        ἐπιστήσῃ, ὡς δοῦλα τὰ <lb/>λοιπὰ πάθεα ἐκκεχώρηκεν. Ποθέουσι δ’ ἄντρα καὶ
                        ἡσυχίην οὐ πάντως <pb n="332"/> οἱ μανέντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τῶν ἀνθρωπίνων
                        πρηγμάτων ὑπερφρονήσαντες <lb/>ἀταραξίης ἐπιθυμίῃ· ὁκόταν γὰρ ὁ νοῦς ὑπὸ τῶν
                        ἔξω <lb/>φροντίδων κοπτόμενος ἀναπαῦσαι θελήσῃ τὸ σῶμα, τότε ταχέως ἐς
                        <lb/>ἡσυχίην μετήλλαξεν, εἶτα ἀναστὰς ὄρθριος ἐν ἑωυτῷ περιεσκόπει
                        <lb/>κύκλῳ χωρίον ἀληθείης, ἐν ᾧ οὐ πατὴρ, οὐ μήτηρ, οὐ γυνὴ, οὐ τέκνα,
                        <lb/>οὐ κασίγνητος, οὐ ξυγγενέες, οὐ δμῶες, οὐ τύχη, οὐχ ὅλως οὐδὲν <lb/>τῶν
                        θόρυβον ἐμποιησάντων· πάντα δ’ ἀποκεκλεισμένα τὰ ταράσσοντα <lb/>ἕστηκεν ὑπὸ
                        φόβου, οὐδὲ πλησιάσαι τολμέοντα ὑπ’ εὐλαβείης τῶν <lb/>αὐτόθι ἐνοικεόντων·
                        οἰκέουσι δὲ τὸ χωρίον ἐκεῖνο καὶ τέχναι καὶ <lb/>ἀρεταὶ παντοῖαι καὶ θεοὶ
                        καὶ δαίμονες καὶ βουλαὶ καὶ γνῶμαι. Καὶ <lb/>ὁ μέγας πόλος ἐν ἐκείνῳ τῷ
                        χωρίῳ τοὺς πολυκινήτους ἀστέρας κατέστεπται, <lb/>εἰς ὃ τάχα καὶ Δημόκριτος
                        ὑπὸ σοφίης μετῴκισται· εἶτ’ <lb/>οὐκ ἔτι ὁρέων τοὺς ἐν τῇ πόλει, ἅτε τηλοῦ
                        ἐκδεδημηκὼς, δοξάζεται <lb/>μανίης νοῦσον διὰ τὸ φιλέρημον· σπεύδουσι δὲ
                        Ἀβδηρῖται ἀργυρίου <lb/>ἐξελεγχθῆναι, ὅτι οὐ ξυνιᾶσι Δημόκριτον. Ἀλλὰ σύ γε
                        ἡμῖν κατάρτυε <lb/>τὴν ξενίην, ὦ ἑταῖρε Φιλοποίμην· οὐ γὰρ ἐθέλω τεταραγμένῃ
                        τῇ <lb/>πόλι παρασχεῖν ὄχλησιν, ἐκ παλαιοῦ ἴδιον ἔχων ξένον σε, ὡς οἶσθα.
                        <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἱπποκράτης Διονυσίῳ χαίρειν.</p><p>Ἢ περίμεινόν με ἐν Ἁλικαρνασσῷ, ἢ φθάσον αὐτὸς ἐλθεῖν, <lb/>ὦ ἑταῖρε· κατὰ
                        πᾶσαν γὰρ ἀνάγκην ἀπιτέον εἰς Ἄβδηράν μοι Δημοκρίτεω <pb n="334"/> χάριν,
                        ἐφ’ ὃν νοσέοντα μετεπέμψατό με ἡ πόλις. Ἄλεκτος <lb/>γάρ τις ἡ συμπαθείη τῶν
                        ἀνθρώπων, Διονύσιε· ὡς μία ψυχὴ ξυννοσέει <lb/>τῷ πολίτῃ· ὥστε μοι δοκέουσι
                        καὶ αὐτοὶ θεραπείης δέεσθαι. <lb/>Ἐγὼ δὲ οἶμαι οὐδὲ νοῦσον αὐτὴν εἶναι, ἀλλ’
                        ἀμετρίην παιδείης, οὐκ <lb/>οὖσάν γε τῷ ὄντι ἀμετρίην, ἀλλὰ νομιζομένην
                        τοῖσιν ἰδιώτῃσιν, ἐπεὶ <lb/>οὐδέποτε βλαβερὸν τῆς ἀρετῆς τὸ ἄμετρον. Δόξα δὲ
                        νούσου γίνεται τὸ <lb/>ὑπερβάλλον διὰ τὴν τῶν κρινόντων ἀπαιδευσίην·
                        δοκιμάζει δὲ ἕκαστος <lb/>ἐξ ὧν αὐτὸς οὐκ ἔχει, τὸ ἐν ἄλλῳ πλεονάζον
                        περισσεύειν· ὥς που <lb/>καὶ ὁ δειλὸς ἀμετρίην τὴν ἀνδρείην ὑπείληφε, καὶ ὁ
                        φιλάργυρος τὴν <lb/>μεγαλοψυχίην, καὶ πᾶσα ἔλλειψις ὑπερβάλλειν δοκέει τὸ
                        ἀρετῆς ξύμμετρον. <lb/>Ἐκεῖνον μὲν οὖν αὐτὸν ἰδόντες μετὰ τῆς ἐνθένδε
                        προγνώσιος, <lb/>καὶ ἀκούσαντες τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄμεινον εἰσόμεθα. Σὺ δὲ
                        ἔπειξον, <lb/>ὦ Διονύσιε, αὐτὸς παραγενέσθαι· βούλομαι γὰρ ἐνδιατρῖψαί σε
                        <lb/>τῇ πατρίδι μου, μέχρις ἂν ἐπανέλθω, ὅκως τῶν ἡμετέρων φροντιεῖς
                        <lb/>καὶ πρῶτον ἡμέων τῆς πόλιος· ἐπειδὴ οὐκ οἶδ’ ὅκως ἐκ συντυχίης
                        <lb/>ὑγιεινὸν τὸ ἔτος ἐστὶ καὶ τὴν ἀρχαίην φύσιν ἔχον· ὥστε οὐδὲ πολλαὶ
                        <lb/>παρενοχλήσουσι νοῦσοι· πλὴν ὅμως πάριθι. Οἰκήσεις δὲ τὴν ἐμὴν
                        <lb/>οἰκίην ὑπερευκαιρέουσαν, ἅτε καὶ τοῦ γυναίου μένοντος πρὸς τοῦς
                        <lb/>γονέας διὰ τὴν ἐμὴν ἐκδημίην. Ἐπισκόπει δὲ ὅμως καὶ τὰ ἐκεινης,
                        <lb/>ὅκως διάγῃ σωφρόνως καὶ μὴ τῇ τοῦ ἀνδρὸς ἀπουσίῃ ἄλλους <lb/>ἄνδρας
                        νομίσῃ· κόσμιον μὲν γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἦν, καὶ γονέας ἀστείους <lb/>εἶχεν, τὸν δὲ
                        πατέρα ἐκτόπως ἀνδρικόν τε καὶ μάλα μισοπόνηρον <pb n="336"/> ὑπερφυῷς
                        γερόντιον. Ἀλλ’ ὅμως αἰεὶ χρῄζει γυνὴ σωφρονίζοντος, <lb/>ἔχει γὰρ φύσει τὸ
                        ἀκόλαστον ἐν ἑωυτέῃ, ὅπερ, εἰ μὴ καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐπικόπτοιτο, ὡς τὰ δένδρα
                        καθυλομανέει. Ἐγὼ δὲ φίλον οἴομαι <lb/>ἀκριβέστερον γονέων ἐς φυλακὴν
                        γυναικός· οὐ γὰρ ὡς ἐκείνοισι καὶ <lb/>τουτέῳ ξυνοικέει πάθος εὐνοίης, δι’
                        οὗ πολλάκις ἐπισκιάζονται τὴν <lb/>νουθεσίην· φρονιμώτερον δὲ ἐν παντὶ τὸ
                        ἀπαθέστερον, ἅτε μὴ ἐπικλώμενον <lb/>ὑπ’ εὐνοίης. Ἔῤῥωσο. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>