<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:25-27</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:25-27</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Δόγμα Ἀθηναίων.</p><p>Ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ τῶν Ἀθηναίων. Ἐπειδὴ Ἱπποκράτης <lb/>Κῷος, ἰατρὸς
                        ὑπάρχων καὶ γεγονὼς ἀπὸ Ἀσκληπιοῦ, μεγάλην <lb/>εὔνοιαν μετὰ σωτηρίας
                        ἐνδέδεικται τοῖς Ἕλλησι, ὅτε καὶ λοιμοῦ <lb/>ἰόντος ἀπὸ τῆς βαρβάρων ἐπὶ τὴν
                        Ἑλλάδα, κατὰ τόπους ἀποστείλας <lb/>τοὺς ἑαυτοῦ μαθητὰς, παρήγγειλε τίσι χρὴ
                        θεραπείαις χρωμένους <lb/>ἀσφαλῶς διαφεύξασθαι τὸν ἐπιόντα λοιμὸν, ὅπως τε
                        ἰητρικὴ τέχνη <lb/>Ἀπόλλωνος διαδοθεῖσα τοῖς Ἕλλησιν ἀσφαλῶς σώζει τοὺς
                        κάμνοντας <lb/>αὐτῶν· ἐξέδωκε δὲ καὶ ξυγγράψας ἀφθόνως τὰ περὶ τῆς ἰητρικῆς
                        <lb/>τέχνης, πολλοὺς βουλόμενος τοὺς σώζοντας ὑπάρχειν ἰητρούς· τοῦ τε
                        <lb/>Περσῶν βασιλέως μεταπεμπομένου αὐτὸν ἐπὶ τιμαῖς ταῖς κατ’ αὐτὸν <pb n="402"/> ἴσαις καὶ δώροις ἐφ’ οἷς ἂν αὐτὸς Ἱπποκράτης αἱρῆται, ὑπερεῖδε
                        <lb/>τὰς ὑποσχέσεις τοῦ βαρβάρου, ὅτι πολέμιος καὶ κοινὸς ἐχθρὸς <lb/>ὑπῆρχε
                        τοῖς Ἕλλησιν. Ὅπως οὖν ὁ δῆμος Ἀθηναίων φαίνηται <lb/>προαιρούμενος τὰ
                        χρήσιμα διὰ παντὸς ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἵνα <lb/>χάριν ἀποδῷ πρέπουσαν
                        Ἱπποκράτει ὑπὲρ τῶν εὐεργετημάτων; <lb/>δεδόκηται τῷ δήμῳ μυῆσαι αὐτὸν τὰ
                        μυστήρια τὰ μεγάλα δημοσίᾳ <lb/>καθάπερ Ἡρακλέα τὸν Διὸς, καὶ στεφανῶσαι
                        αὐτὸν στεφάνῳ χρυσῷ <lb/>ἀπὸ χρυσῶν χιλίων· ἀναγορεῦσαί τε τὸν στέφανον
                        Παναθηναίοις <lb/>τοῖς μεγάλοις ἐν τῷ ἀγῶνι τῷ γυμνικῷ· καὶ ἐξεῖναι πᾶσι
                        Κώων <lb/>παισὶν ἐφηβεύσιν ἐν Ἀθήναις καθάπερ παισὶν Ἀθηναίων, ἐπειδή
                        <lb/>περ ἡ πατρὶς αὐτῶν ἄνδρα τοιοῦτον ἐγέννησεν· εἶναι δὲ Ἱπποκράτει
                        <lb/>καὶ πολιτείαν καὶ σίτισιν ἐν. Πρυτανείῳ διὰ βίου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ἐπιβώμιος.</p><p>Ὦ πολλοὶ καὶ πολλῶν πολίων οἰκηταὶ, ἐν ἀξίῃ μεγάλῃ γεγονότες, <lb/>κοινὸν
                        οὔνομα Θεσσαλοὶ, πᾶσιν ἀνθρώποισι πικρὴ ἀνάγκη τὰ <lb/>μεμοιραμένα φέρειν·
                        καρτερεῖν γὰρ βιάζεται ἃ βούλεται, ᾗ καὶ <lb/>νῦν ἐγὼ εἴκων, ξὺν ἐμῇ γενεᾷ
                        θαλλοὺς στέψας, ἐπ’ Ἀθηναίης βωμοῦ <lb/>ἱκέτης ἵδρυμαι, τίς ἐὼν χρὴ λέγειν
                        τοῖς ἀγνοέουσιν. Ἱπποκράτης, <lb/>ὦ ἄνδρες, ὁ ἰητρὸς ὁ Κῶος διὰ σεμνῆς καὶ
                        καλῆς αἰτίης ἐμὲ <lb/>ἑωυτὸν καὶ παῖδας ὑμῖν ξυνίστημι. Γινώσκεσθε, ὦ
                        πλῆθος· καὶ γὰρ <lb/>δὴ, ὦ ἄνδρες, οἰκεῖοι ἐόντες ὡς εἰπεῖν, ἀληθῶς
                        πολλοῖσιν ὑμέων <pb n="404"/> καὶ πολίων ὑμετέρων γινώσκομαι ὡς τύπῳ εἰπεῖν.
                        Οὔνομα <lb/>δ’ ἰδέης καὶ προσωτέρω κεχώρηκε· δοκέω δὲ τοῦτο ἐκ τέχνης
                        <lb/>ἐμῆς ὑγιείης τε καὶ ζωῆς αἴτιον ἀνθρώποισιν, οὐ μόνον τοῖσι τὴν
                        <lb/>ἡμετέρην οἰκέουσιν, ἀλλὰ καὶ πολλοῖσιν Ἑλλήνων ἐγγὺς ἡμέων
                        <lb/>γινώσκομαι. Ἤδη δὲ ὁτέῳ ὑπέμεινα τὸ τηλικοῦτον πρῆγμα ἔργῳ <lb/>πρᾶξαι,
                        ἐρέω. Ἀθηναῖοι, ὦ ἄνδρες Θεσσαλοὶ, κακῶς ἐξουσίῃ χρεώμενοι, <lb/>μητρόπολιν
                        ἡμετέρην Κῶ ἐν δούλης μέρει διατίθενται, τὰ <lb/>ἐλεύθερα διὰ προγόνων
                        κτήσιος δορίκτητα ποιεύμενοι, οὔτε ξυγγενείην <lb/>αἰδεσθέντες, ἥ ἐστιν
                        αὐτέοις ἀπὸ Ἀπόλλωνός τε καὶ Ἡρακλέους, <lb/>ἥτις ἐς Αἴνιόν τε καὶ Σούνιον
                        τοὺς κείνων παῖδας ἱκνέεται, <lb/>οὔθ’ Ἡρακλέους εὐεργεσίας ἐνὶ φρεσὶ
                        βαλόμενοι, ἃς ὁ κοινὸς ὑμῖν <lb/>τε καὶ ἡμῖν ὀρθῶς ποιέων θεὸς ἐς ἐκείνους
                        κατέθετο. Ὑμεῖς τε ἀλλὰ <lb/>πρὸς Διὸς ἱκεσίου καὶ θεῶν ὁμογνίων ἐξέλθετε,
                        ἀμύνατε, ἐλευθερώσατε, <lb/>τῆς ἰδίης φιλοτιμίης μηδὲν ἐλλείποντες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Πρεσβευτικὸς Θεσσαλοῦ Ἱπποκράτους υἱοῦ.</p><p>Προσήκειν ἡγέομαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸν καθιστάμενον ἐς <lb/>ὑμέας καὶ μὴ
                        γινωσκόμενον παντὶ τῷ πλήθει, πρῶτον δηλῶσαι μὲν <lb/>ὅστις καὶ ὅθεν ἐστὶ,
                        μετὰ δὲ ταῦτα τῶν ἄλλων λόγων ἅπτεσθαι. <lb/>Ἐμοὶ μὲν πατὴρ Ἱπποκράτης, ὃ
                        ὑμεῖς γινώσκετε ἐν ἰητρικῇ ἡλίκην <lb/>δύναμιν ἔχει. Οὔνομα δὲ Θεσσαλός·
                        γινώσκομαι δὲ κᾀγὼ οὐκ <lb/>ἐν δευτέροις ὑμέων, οὐδ’ ὀλίγοις, πατρὶς δέ μοι
                        Κῶς, ἣν ὅπως ὑμῖν <pb n="406"/> οἰκείη ἐστὶν ἐξ ἀρχαίων, ἕτεροι ἐροῦσιν οἵ
                        τινες ἱστορίην ἐξηγήσασθαι <lb/>δυνατώτεροι. Ἦλθον δὲ πεμφθεὶς ὑπὸ τοῦ
                        πατρὸς, τέσσαρας ἔχων <lb/>εὐεργεσίας εἰπεῖν παρ’ ἡμῶν εἰς ὑμᾶς γεγενημένας·
                        τὴν μέν τινα <lb/>παλαιὰν ἐπὶ τῶν προγόνων, κοινὴν ἐς ἅπαντας τοὺς
                        Ἀμφικτύονας, <lb/>ὧν ὑμέες οὐκ ἐλαχίστη μοῖρα· τὴν δὲ ἑτέρην ἔτι μείζω
                        ταύτης καὶ <lb/>διικνουμένην ἐς Ἑλλήνων τοὺς πλείστους· καὶ αὗται μὲν
                        φανήσονται <lb/>τῆς πόλιος καὶ τῶν προγόνων τῶν ἐμῶν ἐοῦσαι· ἡ δὲ τρίτη τοῦ
                        πατρὸς <lb/>ἰδίη, καὶ τηλικαύτη ὅσην εἷς ἀνὴρ οὐδεὶς ὑμῖν τε καὶ πολλοῖς
                        <lb/>Ἑλλήνων κατέθετο· ἡ δ’ ὑστάτη τῶν τεσσάρων κοινὴ τοῦ πατρὸς <lb/>καὶ
                        ἐμὴ, καὶ οὐκ ἔτι ἐς πλείονας, ἀλλ’ ἐς ὑμᾶς αὐτοὺς διικνεομένη, <lb/>ἣ πρὸς
                        μὲν τὰς προτέρας εὐεργεσίας μικρὴ ἂν φανείη, πρὸς δὲ <lb/>ἑτέρων χάριτας
                        μετρεομένη μεγάλη. Αἱ μὲν δὴ εὐεργεσίαι τοιαῦται <lb/>οὕτως ἔχουσιν ἃς ἔφην
                        εἶναι, ὡς συνελόντι εἰπεῖν, δεῖ δὲ μὴ μοῦνον <lb/>φάναι, ἀλλὰ καὶ ἀποδεῖξαι
                        ὡς εἰσὶν ἀληθέες. Ἀρχὴν οὖν τῷ λόγῳ <lb/>τὴν ἀρχὴν τῶν ὑπουργιῶν ποιήσομαι,
                        τὰ δὲ ἀρχαιότατα πρῶτα <lb/>λέξω, ἐν οἷς τάχ’ ἄν με καταλάβοιτε μακρότερα
                        καὶ μυθωδέστερα <lb/>εἰπεῖν· ποθεῖ δέ πως ἀρχαίως λέγεσθαι. Ἦν γὰρ χρόνος
                        ὅτ’ ἦν <lb/>Κρίσαιον ἔθνος, ἐῴκεον μὲν περὶ τὸ Πυθικὸν ἱερὸν, γῆν δ’ εἶχον ἥ
                        γε <lb/>νῦν τῷ Ἀπόλλωνι καθιέρωται· καλέεται δὲ τὸ μὲν Κρίσαιον πεδίον
                        <lb/>ᾧ Λοκροὶ παροικέουσι καὶ ᾧ Μέλαινα πρόσεισι· τὸ δὲ Κίρφιον ὅρος, <lb/>ᾧ
                        Φωκέες παράκεινται. Οὗτοι δὲ οἱ Κρίσαιοι γενόμενοι τότε πολλοὶ <lb/>καὶ
                        ἰσχυροὶ καὶ πλούσιοι, τουτέοις τοῖς ἀγαθοῖς ἐπὶ κακῷ ἐχρήσαντο·
                        <lb/>ἐξυβρίσαντες γὰρ πολλὰ δεινὰ καὶ παράνομα εἰργάσαντο, <lb/>ἐς τὸν θεὸν
                        ἀσεβοῦντες, Δελφοὺς καταδουλούμενοι, προσοίκους ληϊζόμενοι, <lb/>θεωροὺς
                        συλέοντες, γυναῖκάς τε καὶ παῖδας ἀγινέοντες, <pb n="408"/> καὶ εἰς τὰ
                        σώματα ἐξυβρίζοντες. Ἀνθ’ ὧν Ἀμφικτύονες ὀργισθέντες, <lb/>καὶ στράτευμα ἐς
                        τὴν γῆν ἐμβαλόντες αὐτέων, καὶ μάχῃ νικήσαντες, <lb/>τὴν χώρην ἐδῄουν καὶ
                        τὰς πόλιας ἐπόρθουν. Ἔνθα πολλὰ καὶ <lb/>ἀνόσια ποιήσαντες σχετλίως
                        ἀπήντησαν, καὶ οὐ μείω ὧν ἔπραξαν <lb/>τίνοντες· μακαριστοὶ δ’ ἦσαν αὐτέων
                        οἱ ἐν χερσὶ τελευτήσαντες, <lb/>δεύτεροι δὲ οἱ δορυάλωτοι γενόμενοι, οἵ τε
                        ἐς ἑτέρην χώρην καὶ <lb/>πόλιας ἐπεραιώθησαν· τὰ γὰρ σφέτερα κακὰ οὐκ εἶχον
                        ἐν ὀφθαλμοῖς· <lb/>οἱ δὲ αὐτοῦ μείναντες τῶν αἰχμαλώτων ἀτυχέστατοι ἦσαν,
                        ὅσοι <lb/>ᾐκίζοντο ἐν χώρῃ τῇ ἑωυτῶν ξὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, ἀγρούς τε
                        <lb/>καὶ ἄστεα πυρὶ παραδιδόμενα ἐθεώρουν· ἔτι δὲ τουτέων κάκιον διῆγον
                        <lb/>οἱ ἐν τοῖς τείχεσι διαρκέοντες, ὁκότε τῶν εἰρημένων κακῶν ἃ <lb/>μὲν
                        ἔβλεπον, ἃ δ’ ἐπυνθάνοντο, πλέον ἀκούοντες τῶν ἀληθέων· οὕτω <lb/>γάρ που
                        ἔθος γίνεσθαι· καὶ δὴ κακὰς ἐλπίδας σωτηρίης εἶχον. Ἦν <lb/>δέ σφι πόλις
                        ἐγγὺς τούτου τοῦ τόπου μεγίστη, ὅκου νῦν ὁ ἱππικὸς <lb/>ἀγὼν τίθεται, ἧς τὰ
                        τείχη ἐπεσκευάζοντο, καὶ τοὺς ἐκ τῶν ἄλλων <lb/>πόλεων διαφεύγοντας
                        ἐδέχοντο, τὰ δὲ ἀχρεῖα ἐξέβαλον καὶ τὰ <lb/>ἀναγκαῖα ἐσεκομίζοντο, καὶ
                        διενοοῦντο ὑπομένειν, ἐλπίσαντες μήτε <lb/>ἐχθρῶν μάχῃ τὴν πόλιν αἱρεθῆναι
                        μήτε κατὰ μῆκος χρόνου. Οἱ δ’ <lb/>Ἀμφικτύονες τὰ ἄλλα τε καθεῖλον, καὶ ἐπὶ
                        ταύτῃ τῇ πόλει φρούριον <lb/>ποιησάμενοι καὶ ἐς πολιορκίην σκευάσαντες, τὸ
                        ἄλλο στράτευμα <lb/>κατὰ πόλιας ἀφῆκαν. Προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ λοιμοῦ
                        ἐς τὸ <lb/>στρατόπεδον ἐμπεσόντος καὶ τῶν στρατιωτῶν νοσεόντων, τινῶν δὲ
                        <lb/>καὶ ἀποθνησκόντων, τῶν δὲ καὶ ἐκλειπόντων τὸ φρούριον διὰ τὴν
                        <lb/>νοῦσον, οἱ Ἀμφικτύονες ἐταράσσοντο, καὶ ἄλλοι ἄλλα ἐβουλεύοντο·
                        <lb/>φιλεῖ δὲ τὰ κοινὰ οὕτω πως γίνεσθαι· τέλος δὲ ἀγανακτέοντες τῷ
                        <lb/>πάθει καὶ αὑτοὺς γνωσιμαχήσαντες, τῷ θεῷ ἐπέτρεψαν καὶ ἤροντο <pb n="410"/> ὅ τι χρὴ ποιεῖν, Ὁ δ’ ἐκέλευσε πολεμεῖν, καὶ ὑπισχνεῖτο
                        κρατήσειν, <lb/>ἢν ἐς Κῶ ἐλθόντες ἐλάφου παῖδα ἐς ἐπικουρίην ἀγάγωνται ξὺν
                        χρυσῷ <lb/>σπεύσαντες, ὡς μὴ πρότερον οἱ Κρισαῖοι ἐν τῷ ἀδύτῳ τὸν τρίποδα
                        <lb/>συλήσωσιν· εἰ δὲ μὴ, τὴν πόλιν οὐχ ἁλώσεσθαι. Οἱ δὲ ταῦτα ἀκούσαντες
                        <lb/>καὶ ἐλθόντες ἐς Κῶ, τὰ μαντευθέντα ἀπήγγειλαν· ἀπορεύντων <lb/>δὲ τῶν
                        Κώων καὶ ἀγνοεύντων τὸ μάντευμα, ἀνέστη ἀνὴρ, γένος μὲν <lb/>Ἀσκληπιάδης,
                        πρόγονος δὲ ἡμέτερος, ἰητρὸς δὲ Ἑλλήνων κράτιστος <lb/>ὁμολογούμενος τῶν
                        τότε, ὄνομά οἱ ἦν Νεβρὸς, ὅστις ὀνομαστὶ ἔφη <lb/>τὸ θέσφατον ἥκειν πρὸς
                        ἑωυτόν· εἴπερ ὁ θεὸς οὕτω παρῄνεσεν ὑμῖν, <lb/>ἐλθόντας ἐς Κῶ ἐλάφου παῖδα
                        ἐς ἐπικουρίην ἀγαγεῖν· Κὼς μὲν γὰρ <lb/>αὐτὴ, τὰ δὲ ἐλάφων ἔκγονα νεβροὶ
                        καλέονται, Νεβρὸς δέ μοι οὔνομα, <lb/>ἐπικουρίη δ’ ἂν ἄλλη τίς· προτέρα
                        γένοιτο στρατοπέδῳ νοσέοντι ἰητροῦ; <lb/>καὶ μὴν τόδε εὐθὺ ἐχόμενον, οὐ
                        δοκέω, ὅτι τοὺς τοσοῦτον <lb/>Ἑλλήνων ὑπερέχοντας ὄλβῳ ἐξ Κῶ προελθόντας
                        ἔταξεν ὁ θεὸς, νόμισμα <lb/>χρυσοῦν αἰτεῖν· ἀλλὰ τοῦτο τὸ θέσφατον ἐς τὴν
                        ἐμὴν οἰκίην <lb/>ἔρχεται· Χρύσος γάρ μοι κεκλέαται ἀῤῥένων παίδων ὁ νεώτατος
                        <lb/>ἔστι δὲ πάντῃ καὶ ἰδέῃ καὶ ἐς ψυχὴν· ἀρετῇ, ὡς πατέρα λέγειν,
                        <lb/>διάκριτος τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ μὲν οὖν, εἰ μὴ ὑμῖν ἄλλο δοκέει, <lb/>αὐτός
                        τε εἶμι καὶ τὸν παῖδα ἄξω, πεντηκόντορον πληρώσας τοῖς <pb n="412"/> ἐμοῖς
                        τέλεσιν, ὑπηρεσίας τε ἰητρικὰς καὶ πολεμικὰς, ἵνα εἰς ἀμφότερα
                        <lb/>βοηθῶμεν. Ὁ μὲν εἶπε, τοῖς δὲ ἔδοξεν, οἱ δὲ ἀπεστάλησαν.
                        <lb/>Συνενέβησε δὲ ὁ Νεβρὸς οὗτος καὶ Καλυδώνιον ἄνδρα παρ’ ἑωυτέῳ
                        <lb/>τρεφόμενον, ὑπὲρ οὗ τὸ αὐτίκα ὁ λόγος δηλώσει, ὅταν ἡ χρῆσις <lb/>ἔλθῃ.
                        Ὅτε δ’ οὖν ἀφίκοντο οὗτοι οἱ ἄνδρες οὗ τὸ στρατόπεδον ἐπετελεῖτο, <lb/>ὁ
                        θεὸς ἔχαιρεν· οἵ τε γὰρ θάνατοι τῶν στρατιωτῶν ἔληξαν, <lb/>καὶ θείῃ τύχῃ
                        ἵππου τοῦ Εὐρυλόχου, ὃς ἡγεῖτο τοῦ πολέμου Θεσσαλὸς <lb/>ἐὼν καὶ ἄνωθεν ἐξ
                        Ἡρακλειδῶν, κρούσαντος τὸν σωλῆνα τῇ <lb/>ὁπλῇ, δι’ οὗ τὸ ὕδωρ ἤγετο ἐς τὸ
                        τεῖχος, ὁκότε διακονίεσθαι ἤθελεν, <lb/>Νεβρὸς φαρμάκοισιν ἐμίηνε τὸ ὕδωρ·
                        ἔνθεν αἱ κοιλίαι τῶν Κρισαίων <lb/>ἐφθάρησαν, καὶ μεγάλα δή τι ξυνεβάλετο
                        πρὸς τὸ ἁλῶναι τὴν πόλιν· <lb/>καὶ ἐντεῦθεν αἱ γνῶμαι ἐπήρθησαν τῶν
                        πολιορκεόντων, ὡς τοῦ θεοῦ <lb/>ἐπικουρέοντος ἤδη σαφῶς. Προσβολὰς δὲ
                        ποιευμένων καὶ ἆθλα <lb/>προτιθέντων τοῖς πρώτοις ἐπὶ τὸ τεῖχος ἀναβήσασιν,
                        ὁ ἀγὼν ἦν <lb/>καρτερώτατος, καὶ ἡ πόλις ᾑρεῖτο· ἀνέβη γὰρ πρῶτος ἐπὶ τὸ
                        τεῖχος <lb/>Χρύσος καὶ κατέλαβε τὸν πύργον, ξυνείπετο δὲ αὐτέῳ ἐκ ποδὸς
                        <lb/>ξυνασπίζων ὁ ἀνὴρ ὁ Καλυδώνιος, περὶ οὗ προέλεξα. Ὁ μὲν <lb/>Χρύσος
                        δόρατι πληγεὶς ἔπεσε κατ’ ἄκρης ἐκ τοῦ πύργου ὑπὸ Μερμοδέω, <lb/>τοῦ Λύκου
                        δὲ ἀδελφεοῦ, ὃς ἀπέθανε λευσθεὶς, ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ <lb/>ἄδυτον τὸν τρίποδα
                        συλήσων. Ἡ δ’ οὖν πόλις οὕτως ἥλω· ἥ τε τοῦ <lb/>Νεβροῦ ἐπικουρίη σὺν Χρύσῳ
                        ὀρθῶς ἀπήντησε καὶ κατὰ τὰ ἰατρικὰ <lb/>καὶ κατὰ τὰ πολεμικὰ, ὅ τε θεὸς
                        ἠλήθευσε, καὶ ἃ ὑπέσχετο ἐποίησεν. <lb/>Ἐφ’ οἷς οἱ Ἀμφικτύονες τῷ μὲν
                        Ἀπόλλωνι νηὸν ἀνέθεσαν, τὸν νῦν <lb/>ἐόντα ἐν Δελφοῖς, ἀγῶνά τε γυμνικὸν καὶ
                        ἱππικὸν πρότερον οὐ τιθέντες <lb/>νῦν τιθέασι, τήν τε τῶν Κρισαίων χώρην
                        ἅπασαν καθιέρωσαν, <pb n="414"/> τῷ δόντι ἃ ἔδωκε διδόντες καθ’ ὅ τι ἔχρησε,
                        τόν τε τοῦ Νεβροῦ παῖδα <lb/>Χρύσον ἔθαψαν ἐν τῷ ἱπποδρόμῳ, καὶ ξυνέταξαν
                        δημοσίῃ Δελφοὺς <lb/>ἐναγίζειν· Ἀσκληπιάδαις δὲ τοῖς ἐν Κῷ ἐδόθη Νεβροῦ
                        χάριτι προμυθίη <lb/>πρὸς μαντείην, καθάπερ τοῖσιν ἱερομνήμοσι, Καλυδωνίοις
                        δὲ <lb/>ἀπ’ ἐκείνου τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἐκείνης τῆς ὑπουργίης καὶ νῦν ἐν Δελφοῖς
                        <lb/>προμαντείη καὶ αἰεισιτίη δέδοται. Ἀλλ’ ἐπάνειμι ἐπὶ τὰ ἡμέτερα·
                        <lb/>ὅτι γὰρ ἀληθέα λέγω, τοῦ πατρὸς καὶ ἐμεῦ ἐπελθόντων, Ἀμφικτύονες
                        <lb/>ἀνενεώσαντο ταῦτα καὶ ἀπέδοσαν, καὶ ἐν στήλῃ ἀναγράψαντες <lb/>ἐν
                        Δελφοῖς ἀνέθεσαν. Καὶ τούτου μέν μοι τοῦ λόγου τέλος· <lb/>ἐνταῦθα καθαρῶς
                        δείκνυσιν τοὺς ἡμετέρους προγόνους ὑμέων εὐεργέτας. <lb/>Τοῦτον δὲ
                        καθέμενος, ἄλλον αἱρήσομαι περὶ τῶν αὐτῶν, οὐ <lb/>τὸν αὐτόν· ὅτε γὰρ
                        βασιλεὺς ὁ μέγας ξὺν Πέρσαισι καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>βαρβάροις ἐστράτευσεν ἐπὶ
                        τοὺς μὴ διδόντας ὕδωρ καὶ γῆν Ἑλλήνων, <lb/>ἡ πατρὶς ἡ ἡμετέρη εἵλετο μᾶλλον
                        πανδημεὶ ἀπολέσθαι, ὡς μὴ καθ’ <lb/>ὑμέων τε καὶ τῶν ταὐτὰ ὑμῖν γινωσκόντων
                        ὅπλα πολέμια λάβῃ καὶ <lb/>ἐν νεῦσι στρατείην ἀποστείλῃ, ἀλλ’ ἀνένευσε καλόν
                        τι καὶ ἄξιον τῶν <lb/>πατέρων μεγαλοφρονευμένη, οἳ λέγονται γηγενέες τε
                        εἶναι καὶ Ἡρακλεῖδαι. <lb/>Ἔδοξεν οὖν σφιν, τεσσάρων ἐόντων τειχέων ἐν τῇ
                        νήσῳ, <lb/>πάντ’ ἐκλείπειν καὶ ἐς τὰ ὄρεα καταφυγοῦσιν ἀτέχεσθαι σωτηρίης.
                        <lb/>Ὅθεν δὴ τί κακὸν οὐκ ἀπήντησε, χώρης λεηλατευομένης καὶ σωμάτων
                        <lb/>ἐλευθέρων ἀνδραποδιζομένων καὶ κτεινομένων ἐχθρῷ νόμῳ, <lb/>τῆς δὲ
                        πόλιος καὶ τῶν ἄλλων ἐρυμάτων καὶ ἱερῶν καταιθαλουμένων, <lb/>ἔτι δὲ καὶ τῇ
                        θυγατρὶ τοῦ Λυγδάμιος Ἀρτεμισίῃ κατὰ πατρῶον <pb n="416"/> νεῖκος δοθέντων
                        ἐκσαγηνεῦσαι πάντα ὅσα λοιπὰ ᾖν; ἀλλὰ γὰρ, ὡς <lb/>ἔοικε, θεοῖς οὐκ
                        ἠμελεύμεθα· χειμώνων δὲ γενομένων ἐξαισίων, <lb/>αἵ τε νῆες τῆς Ἀρτεμισίης
                        ἐκινδύνευσαν ἅπασι ἀπολέσθαι, πολλαὶ <lb/>δὲ καὶ ἀπώλοντο, ἔς τε τὸ
                        στράτευμα αὐτέης πολλοὶ κεραυνοὶ ἐνέπεσον, <lb/>σπάνιόν τι τῆς νήσου
                        κεραυνουμένης· λέγεται δὲ καὶ φάσματα <lb/>ἡρώων τῇ γυναικὶ ὀφθῆναι· ἃ δὴ
                        πάντα φοβηθεῖσα ἀπέστη <lb/>ἔργων ἀνηκέστων, ὁμολογίην πικρὴν ποιησαμένη,
                        καὶ λίην πικρὴν <lb/>λέγεσθαι, ὥστε ἀφείσθω. Ἀποδώσω δὲ καὶ ἐνταῦθα
                        προγόνοις τοῖς <lb/>ἐμοϊς κυριότητα οὐ ψευδέα τοῦ μήτ’ ἐφ’ ὑμέας μήτ’ ἐπὶ
                        Αακεδαιμονίους <lb/>ἢ ἑτέρους ἄλλους Ἑλλήνων Κώους ἑκούσια ὅπλα λαβεῖν,
                        <lb/>καίπερ πολλῶν τῶν ὁμοῦ νήσους τε καὶ Ἀσίην οἰκεόντων συναψαμένων
                        <lb/>τοῖς βαρβάροις τοῦ πολέμου οὐ βίῃ· οἱ γὰρ προεστῶτες τότε <lb/>τῆς
                        πόλεως ἦσαν Κάδμος τε καὶ Ἱππόλοχος· ἐπ’ ἀληθεῖ δὲ κεῖται <lb/>προγόνους
                        ἐμοὺς εἶναι τόν τε Κάδμον καὶ τὸν Ἱππόλοχον· ὁ μὲν <lb/>γὰρ Κάδμος, ὃς τὴν
                        βουλὴν αὐτὴν ἤρτυσεν, ἔστι τῆς ἐμῆς μητρὸς, ὁ <lb/>δ’ Ἱππόλοχος ἐξ
                        Ἀσκληπιαδέων τέταρτος ἀπὸ Νέβρου τοῦ Κρισαίους <lb/>συγκαθελόντος, ἡμεῖς δ’
                        Ἀσκληπιάδαι κατ’ ἀνδρογένειαν· ὥστε <lb/>καὶ τοῦτο τὸ καλὸν τῶν ἡμετέρων
                        προγόνων προελέσθαι. Ἐπάνειμι <lb/>δ’ ἐπὶ τὸν Κάδμον· οὗτος γὰρ δὴ ὁ ἀνὴρ
                        οὕτως ἔσπευδε τὰ τῶν <lb/>Ἑλλήνων καλὰ, ὥστε, ὁκότε ἔληξεν ἡ χώρη
                        πολιορκεομένη ὑπὸ <lb/>Ἀρτεμισίης, αὐτοῦ καταλιπὼν τὴν γυναῖκα καὶ γενεὴν,
                        ᾤχετο ξὺν <lb/>τοῖς τὰ αὐτὰ αἱρεομένοις ἐπὶ Σικελίης, ὅπως Γέλωνα καὶ τοὺς
                        ἀδελφοὺς <lb/>κωλύσει φιλίην ξυνθέσθαι κατὰ Ἑλλήνων πρὸς τοὺς βαρβάρους·
                        <lb/>διεπρήξατο δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ καλὰ ἔργα, ἃ μηκύνειν οὐ πρόσκαιρον.
                        <lb/>Αἱ μὲν δὴ δημόσιαι καὶ ἡμέων προγόνων ὑπουργίαι ἐς ὑμέας <pb n="418"/>
                        καὶ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, αὗται καὶ τοιαῦται πολλαί· καὶ γὰρ ἐκλείπει <lb/>ἡ
                        δύναμις τοῦ λόγου. Ἔρχομαι δ’ ἤδη οὐκ εἰδόσιν εὐεργεσίην <lb/>Ἱπποκράτους
                        πατρὸς ἐμέο προσέχεσθαι· λέγων δ’ ἂν ἀληθεύοιμι <lb/>οὕτως· ὁκότε λοιμοῦ
                        ῥέοντος διὰ τῆς βαρβάρου, ἢ ὑπέρκειται Ἰλλυριῶν <lb/>καὶ Παιόνων, ὁκότε δὴ
                        ἐπὶ ταύτην τὴν χώρην ἧκε τὸ κακὸν, <lb/>οἱ τούτων τῶν ἐθνέων βασιλῆες κατὰ
                        δόξαν ἰητρικὴν, ἣ ἀληθὴς ἐοῦσα <lb/>πανταχόθι ἴσχυεν ἔρχεσθαι, κατὰ πατρὸς
                        τοῦ ἐμέο πέμπουσιν ἐπὶ· <lb/>Θεσσαλίης (ἐκεῖ γὰρ δὴ ὁ ἐμὸς πατὴρ καὶ
                        πρότερον καὶ νῦν οἴκησιν <lb/>εἶχε), καλέοντες αὐτὸν ἐς ἐπικουρίην, χρυσοῦ
                        τε καὶ ἀργύρου καὶ <lb/>ἄλλων κτεάνων οὐ μόνον ἔφασαν πέμψειν ἔχειν, ἀλλὰ
                        καὶ ἀποίσασθαι <lb/>ὁκόσα ἂν αὐτὸς ἐθέλῃ ἐπαμύναντα. Ὁ δὲ ἐρώτησιν
                        ποιησάμενος <lb/>ὁκοῖαί τινες ἐν μέρει κινήσιες γίνονται κατά τε καύματα καὶ
                        <lb/>ἀνέμους καὶ ἀχλύας καὶ τἄλλα ἃ πέφυκε τὰς ἕξιας κινεῖν παρὰ τὸ
                        <lb/>καθεστηκός· ὁκότε δὴ πάντων μαθήσιας ἀνείλετο, τοὺς μὲν χωρεῖν
                        <lb/>ἐκέλευσεν ὀπίσω, ἀποφηνάμενος μὴ οἷός τε εἶναι ἐς χώρην τὴν
                        <lb/>ἐκείνων ἰέναι· ὅκως δὲ εἶχε ταχέως, αὐτὸς μὲν Θεσσαλοῖς ἠρτύετο
                        <lb/>παραγγέλλειν ὁκοίοις χρὴ τρόποις κακοῦ τοῦ προσιόντος εὐλαβείην
                        <lb/>ποιέεσθαι, καὶ ξυγγράφων θεραπείην ἐξετίθει περὶ τὰς πόλιας ἐμὲ <lb/>δὲ
                        ἐπὶ Μακεδονίης ἐξαπέστειλε, βασιλεῦσι γὰρ Ἡρακλειδέων, οἳ <lb/>ἐκεῖ
                        κατέχουσι, πατρικὴ ξενίὴ ὑπῆρχεν ἡμῖν. Κᾀγὼ μὲν ᾔειν ἵνα με <lb/>ὁ πατὴρ
                        ἐκέλευσεν, ἀπὸ Θεσσαλίας, ἀρήξων τοῖς ἐκεῖ· συνετέτακτο <lb/>δέ μοι
                        ξυμβαλεῖν ἐς πόλιν τὴν ὑμετέρην. Ἀδελφεὸν δὲ τὸν ἐμὸν Δράκοντα <lb/>ἐκ
                        Παγασέων ὁρμηθέντα πλοῦν ποιέεσθαι ἐφ’ Ἑλλησπόντου <lb/>ἐκέλευσε, [οὐ]
                        παραπλησίην δοὺς ὑποθήκην ᾗ αὐτὸς ἔπρησσεν· οὐ <pb n="420"/> γὰρ πάντες
                        τόποι τὰ αὐτὰ φέρουσι βοηθήματα, διὰ τὸ μὴ πάντῃ <lb/>τὰ περιέχοντα ἐξ ἀέρος
                        ὅμοια εἶναι. Πολύβιον δὲ τὸν τὴν θυγατέρα <lb/>ἔχοντα, ἐμὴν δὲ ἀδελφεὴν, καὶ
                        ἄλλους τῶν μαθητέων διέπεμπεν ἐς <lb/>ἑτέρας ἑτέρων καὶ ἀγορὰς καὶ ὁδοὺς
                        πορευσομένους, ὅπως ὅτι πλείστοις <lb/>ἐπαρῆξαι. Ὡς δὲ δὴ τὰ κατὰ Θεσσαλίην
                        ἠνύσατο, ἐπορεύετο <lb/>τοῖς ἐχομένοις ἔθνεσι βοηθέων· ἐπὶ Πύλας δὲ ἐλθὼν,
                        Δωριεῦσι καὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις ὁμοῦ Φωκέων ἐπήρκεσε· καὶ ὁκότε δὴ ἐς Δελφοὺς
                        ἀφίκετο, <lb/>ὑπὲρ Ἑλλήνων ἱκεσίην ἔθετο τῷ θεῷ, καὶ θύσας ἤνυε τὴν ἐπὶ
                        <lb/>Βοιωτῶν, τοῖς δ’ ἐκεῖ ἐπαμύνας ἀναλόγως, ἐν τῇ ὑμετέρῃ ᾔει, καὶ
                        <lb/>ἱκανὰ ἃ νῦν ἐγὼ ἐπαγορεύω τὰ ὑμῖν σωτήρια ἐκ θυμοῦ πάντως εἶπε.
                        <lb/>Δοκέω δ’ ὑμῶν ὅτι ἀληθεύω πολλοὺς γινώσκειν· οὐ γὰρ πάλαι, ἀλλ’
                        <lb/>ἔτος ἐστὶ τοῦτο ἔνατον, ἐξ οὗ διελήλυθα καὶ ἐπὶ Πελοπόννησον
                        <lb/>ἐστελλόμην, καὶ τοῖς ἐκείνην οἰκέουσι βοηθήσων. Πάντοθεν δ’ ἡμῖν
                        <lb/>καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ ἄξίη τιμὴ ἀπήντα, ὥστε μὴ μεταμελέεσθαι ὅτι <lb/>οὐκ
                        ἠλλαξάμεθα χρηματισμοῦ τοῦ ἐξ Ἰλλυριῶν καὶ Παιόνων. Παρὰ <lb/>δὲ τὰς ἄλλας
                        πόλιας τὰ παρ’ ὑμέων δοθέντα μεγάλα ἦν· ἥ τε γὰρ <lb/>πολιτείη ἡ ὑμετέρη
                        ὑπερῆγε τὰς ἑτέρων· αἱ γὰρ Ἀθῆναι ὑψηλότερόν <lb/>τι τῶν ἄλλων πόλεων ἐς
                        δόξαν, καὶ ὁ ἐν τῷ ὑμετέρῳ θεάτρῳ <lb/>χρύσεος στέφανος ἐπιτεθεὶς ζήλου πρὸς
                        τὸ ἄκρον ἦγεν. Ἀλλὰ καὶ <lb/>τοῦτο τὸ καλὸν ὑπερεβάλεσθε, μυήσαντες τὰ
                        Δήμητρος καὶ κόρης <lb/>μυστήρια καὶ ὄργια καὶ τὸν πατέρα καὶ ἐμὲ δημοσίᾳ.
                        Τρεῖς μὲν <lb/>αὗταί μοι οἷον ἀνύοντι ἐξέλκειν τε τοὺς λόγους καὶ σχοινίων
                        προέχεσθαι <lb/>[αἱ] πόλιός τε καὶ προγόνων καὶ πατρὸς τοῦ ἐμέο χάριτες ξὺν
                            <pb n="422"/> πολλοῖς Ἑλλήνων· τετάρτην δ’ ἀναλήψομαι λέγειν· ὑπουργίην,
                        ἣν, <lb/>ὡς ὑπεθέμην, εἰς ὑμᾶς ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ὁ ἐμὸς κατεθέμεθα. Ὅτε
                        <lb/>γὰρ Ἀλκιβιάδην [ἡ πόλις] ἐξέπεμπεν ἐπὶ Σικελίης πολλῇ μὲν δυνάμει,
                        <lb/>οὐχ οὕτω δὲ πολλῇ ὡς θαυμαστῇ (ἦν γὰρ ὅσ’ ἔργα), λόγου ἐν <lb/>ἐκκλησίῃ
                        ὑπὲρ ἰητροῦ προσπεσόντος ὃν δέοι ἀκολουθεῖν τῷ στρατεύματι, <lb/>προελθὼν ὁ
                        πατὴρ ὑπέσχετο ἐμὲ ἐπὶ τὰ ὑμέτερα σώματα δώσειν, <lb/>τοῖς ἰδίοις δαπανήμασι
                        κατεσκευασμένον καὶ ἄτερ μισθῶν αἰτήσιος <lb/>ἕως ἂν ὁ στόλος ἀποδημῇ, ἐν
                        ἐλάσσονι τιθέμενος τὸ λυσιτελὲς <lb/>ἀξιόχρεων ἐὸν τῆς ὑμῖν χρείης ἐσομένης.
                        Ἐγὼ γὰρ οὐχ ὅπως ἂν τὰ <lb/>ὑπάρχοντα κατεδαπάνων, ὃ ἐποίεον ὑμῖν ὑπουργέων,
                        ἀλλὰ καὶ ἐν <lb/>ἄλλοισι μεγάλοισιν ἔργοισιν ἐτετάγμην. Καὶ τοῦτο ἐλάχιστον
                        τῶν <lb/>μελλόντων ῥηθήσεσθαι· προείλετο γὰρ μᾶλλον ὁ πατὴρ ἐν ἐμοὶ τῷ
                        <lb/>ὑιεῖ καὶ ἐν γῇ ὀθνείᾳ σαλεύειν καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ κινδύνους
                        <lb/>πολεμικοὺς, καὶ κατὰ ἀῤῥωστίας, αἳ τοῖς ἐν πλανώδεσι βίοις
                        <lb/>εἰθισμέναι εἰσὶ μᾶλλον προσκαθίζειν ἢ τοῖς ἐν τεταγμένῃ ζωῇ ἠπίστατο
                        <lb/>γὰρ χάριτα χάριτι μετρεῖσθαι, καὶ μὴ οἷόν πέρ τι ὠνεύμενος <lb/>ἐκ
                        χειρὸς εἰς χεῖρας συναλλάξας· ἅπαξ ἀπιέναι. Ὁ μὲν δὴ τοιούτων <lb/>ὑπῆρξεν·
                        ἐγὼ δὲ, ἅτε παῖς ἐὼν ἐκείνου, οὐδὲν ἐλλείπω φιλοτιμίης <lb/>καὶ τέχνης,
                        βοηθέων καὶ κινδυνεύων σὺν ὑμῖν ὁκότε που καιρὸς εἴη· <lb/>καὶ ἐς ταῦτά με
                        ἀμφότερα οὔτε νοῦσος οὔτε κακοπαθείη οὔτε φόβος <lb/>ὁ ἐν θαλάσσῃ καὶ ὁ ἐν
                        χερσὶ πολεμίων εἴργει β μαρτυρίη δὲ οὐκ <lb/>ἐν ἄλλοις τισὶν, ἐν δ’ ὑμῖν
                        αὐτοῖς κεῖται· ὥστε, εἴ τῳ ἀντιλεκτέον, <lb/>ἀναστήτω μηδὲν ὀκνήσας, ἀλλ’ οὐ
                        δοκέω ψεύδεσθαι. Ταῦτα δὲ πρήξας <pb n="424"/> ἐπὶ τρία ἔτεα, στεφανωθείς τε
                        χρυσέῳ στεφάνῳ, καὶ ἔτι κάλλιον εὐφημεύμενος, <lb/>ἐς τὴν ἰδίην ἀπῆλθον ἐπὶ
                        γάμον, ὡς διαδόχους καταστήσαιμι <lb/>καὶ τέχνης καὶ γενεῆς ἡμετέρης. Ἃ μὲν
                        δὴ παρὰ πόλιος, <lb/>προγόνων, πατρός τε καὶ ἐμέο ὑμῖν ὑπάρχει, ταῦτ’ ἐστίν·
                        εἴρηται <lb/>δὲ καὶ ὧν ἡμεῖς παρ’ ὑμέων ἐπαυράμεθα· δοκέω δὲ πολλοὺς ὑμέων
                        <lb/>θαυμάζειν, ὅτεων χάριν ταῦτα ἀναμεμέτρηται· ὡς οὖν καὶ ὑμέες
                        <lb/>εἰδῆτε καὶ ἐμοὶ γίνηται ἃ ἐγὼ ἐπιθυμέω, καιρὸς λέγειν. Ὁ πατὴρ, <lb/>ὦ
                        ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἐγὼ αἰτεόμεθα ὁμέας (οὕτω γὰρ εἰπεῖν <lb/>ἐλευθέρους
                        καὶ φίλους [καὶ] παρὰ φίλων τυχεῖν ἐλευθέρων), ἐκ πατρίδος <lb/>τῆς ὑμετέρης
                        ὅπλα πολέμια μὴ ἄρασθαι· εἰ δὲ δεῖ, ὥσπερ <lb/>ἴσως δεῖ τοὺς ὑπὲρ τῆς αὐτῶν
                        προεληλυθότας, καὶ δεόμεθα μὴ ἡμέας <lb/>ἐόντας [ἐν] ἀξιώματι μεγάλῳ καὶ
                        τοιουτέων προϋπάρξαντας, ἐν δούλων <lb/>μοίρῃ τιθήσεσθαι· ἔτι δὲ, καὶ γὰρ
                        οὕτως ἁρμόσει λέγειν, ἱκετεύομεν <lb/>μὴ ποιήσεσθαι τὰ ἡμέτερα ὑμῖν αὐτοῖς
                        δουρίκτητα, πολλοὶ <lb/>μειόνων ἢν ἐπάνω γενήσεσθε, ἀλλ’ ὑπιδέσθαι καὶ τοῦτο
                        ὅτι ἑτέρως <lb/>ἕτερα ἡ τύχη ταχύνει· καί ποτε μικρῶν μεγάλοι προσεδεήθησαν,
                        <lb/>καὶ οἱ καρτεροὶ δι’ ἀσθενέας σωτηρίης ἔτυχον. Δοκέω δὲ σύνδηλον,
                        <lb/>ὡς μὴ ἐνδηλότερον εἴπω, ὅτι ἐφ’ ἑνὶ ἀνδρὶ οὐ πόλις, ἀλλὰ πολλὰ
                        <lb/>ἔθνεα ἤδη ποτὲ ὤφθη ὠφεληθέντα ἐν πολεμικοῖς, καὶ ἔνθα τέχνη
                        <lb/>ἰσχύει. Μηδὲ ἡμέας ἀποβάλησθε· καὶ γὰρ οὐδὲ ἀπόβλητοι ἐσμὲν, <lb/>ὡς ἐν
                        ἡμῖν μαρτυρίη κεῖται· ἀλλ’ ἀρχὴν μὲν οὗτοι, ἔνθεν γένος <lb/>εὐχόμεθ’ εἶναι,
                        Ἀσκληπιὸς καὶ Ἡρακλῆς, ἐπ’ ὠφελείῃ ἀνθρώπων <lb/>ἐγένοντο, καὶ τούτους δι’
                        ἀρετῆς τῆς ἐνταῦθα ἐν θεῶν χώρῃ ἔχουσι <lb/>πάντες· πόλις δὲ ἐμὴ καὶ ἐγὼ ὁ
                        λέγων ἐς τούτους ἀνερχόμεθα, ὡς <lb/>ἀνθρώπων λόγοι κατέχουσιν· ὅθεν δὴ καὶ
                        ὑπὲρ Ἑλλήνων φανεύμεθα <lb/>ἀμφότεροι ταύτῃ προϊστάμενοι καὶ ἐπὶ παντὶ
                        καλλίστῳ· οὐ γὰρ μῦθος <pb n="426"/> τὰ Τρωῖκὰ ἀλλ’ ἔργα, ἐν οἷς ἡ Κῶς σὺν
                        τῇσιν ἑωυτῆς νήσοισιν οὐ <lb/>πολλοστὴ, μεγίστη δ’ ἐς συμμαχίην ἐστίν· οὕτως
                        δὲ καὶ Ἀσκληπιοῦ <lb/>παῖδες οὐ τέχνῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅπλοις ἐπήρκεσαν
                        Ἕλλησι· Μαχάων <lb/>γέ τοι ψυχὴν κατέθετο ἐν τῇ Τρωάδι, ὅτε, ὡς οἱ ταῦτα
                        γράφοντες <lb/>λέγουσιν, ἐξ ἵππου ἐς πόλιν τὴν Πριάμου εἰσῆλθε. Μὴ δὴ
                        <lb/>μήτε καθότι ἔμφυλοι, μήτε καθότι ἐξ ἐπαρηγόντων ἐπαρήγοντες
                        <lb/>γεγόναμεν Ἕλλησιν, ἀδικήσητε ἡμέας. Οὐ μηκυνέω δὲ οὐδὲ τὰ <lb/>Κρισαῖα
                        αὖθις οὔτε τὰ Περσικὰ λέγων, ὁκότε καὶ ἀκηκόατε καὶ ἐν <lb/>χερσὶ μᾶλλον τῶν
                        ἀρτίως εἰρημένων ἐστίν ἐν θυμῷ δὲ λάβετε καὶ <lb/>οὕτως εὐεργέτας μὴ ὅσιον
                        ἀδικεῖν. Ἡμέας δὲ εὐεργέτας ὡς τὰ ἔργα <lb/>φησὶ, τίνες φανεῖσθε, οἱ πατέρων
                        γεγῶτες οἵων οἱ μυθολόγοι εἶπον, <lb/>ἂν τὸ ἀδικεῖν ἀντὶ. τοῦ χρηστοὶ εἶναι
                        αἱρῆσθε; οὐ γὰρ ἐθέλω πικρότερον <lb/>λέγειν· κεῖνοι γὰρ ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι,
                        Ἡρακλείδαις μὲν ἔτινον <lb/>χάριτας, ἑτέροις δὲ πολλοῖς εὐεργετηθέντες
                        ἐπήρκεσαν· ὑπολείποι <lb/>δ’ ἄν με ἡ ἡμέρῃ μακρὰ λέγοντα; εἰ διεξίοιμι
                        ὁκόσοις ὁκόσα ἀπήντηκεν <lb/>ἀγαθὰ οὐδὲν ἐν χρείῃ ὑμῖν ἐγγεγονόσι.
                        Περιβλέψατε δὲ ἑωυτοὺς, <lb/>καὶ μηδὲ ἐμεῦ εἰπόντος γνῶτε ὁκοῖα πρήσσετε·
                        κακὸν ἐξουσίη, <lb/>ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὐ γὰρ ἐπίσταται τὰ ἑωυτῆς μέτρῳ
                        ταμιεύεσθαι, <lb/>ἀλλὰ δή τινας καὶ πόλιας καὶ ἔθνεα ἐλυμήνατο. Ἐς ἑτέρους
                        δὲ οἷον <lb/>ἐς κάτοπτρον βλέψαντες ἴδετε αὐτοὶ ἃ ποιέετε, καὶ ἐγὼ ἀληθέα
                        λέγω. <lb/>Καὶ νέος δὲ νόμος ὅστις εὐτυχίῃ πεποιθὼς, μὴ καὶ ἐς τὰ δυσπετέα
                        <lb/>βλέπειν· οὐχ ὑμέτερον· πολλὰ γὰρ καὶ ὧδε δαίμονος πεπείρησθε.
                        <lb/>Οὐδὲν ὑμέας ἀδικέομεν· εἰ δὲ καὶ ἀδικέομεν, μὴ ὅπλοις, ἀλλὰ λόγῳ
                        <lb/>κριθῶμεν. Παραιτέομαι δὲ ὑμέας καὶ τοῦτο, μὴ ποιῆσαι χάριν ἑτέροις
                        <lb/>ὀφλῆσαι, ἐπικουρήσασιν ἡμῖν· ἐπικουρήσουσι γὰρ, ἢν ὀρθῶς <lb/>ποιέωσιν,
                        οἵ τε ἐντὸς Θεσσαλίης, Ἄργεος, Λακεδαίμονος, [καὶ] <pb n="428"/> Μακεδονίης
                        βασιλεῖς, [καὶ] εἴκου ἕτεροι Ἡρακλεῖδαι ἢ Ἡρακλειδέων <lb/>συγγενέες
                        οἰκέουσι. Κρεῖσσον ἄτερ βίης τὰ δίκαια ποιέειν ἢ <lb/>βιασθέντας· οὐκ εἶπον
                        δ’ ἐπανάστασιν· τοῦτο δὲ φανερὸν ποιέω, <lb/>ὅτι πολλοῖσι μελόμεθα ἢ
                        μελησόμεθα, εἰ μὴ πανταχόθεν οἴχεται τὸ <lb/>χρηστοὺς ἀνθρώπους ἔτι εἶναι.
                        Ἐγὼ μὲν οὖν, μικρὴ γάρ μοι δύναμις <lb/>λόγου, ἅτε πρὸς ἑτέρων ἐπιμέλειαν
                        ἡρμοσμένῳ, ἐνταῦθα καταπαύσω. <lb/>Ἀξιῶ δὲ πρὸς ξένους ὑμετέρους καὶ τοὺς
                        ὑμῖν συμβούλους <lb/>εἰθισμένους εἶναι, καὶ θεῶν καὶ ἡρώων ἕνεκα καὶ
                        χαρίτων, αἳ ἀνθρώποις <lb/>παρ’ ἀνθρώπων γίνονται, ἔχθρα μὲν εἴργειν τὰ
                        ἀλλήλων <lb/>ὑμέας, εἰς δὲ φίλα προτρέπεσθαι· εἰ γὰρ μὴ ἐν τῇ ὑμετέρῃ πόλει
                        <lb/>τουτέων ἐπιτευξόμεθα, οὐκ οἶδ’ ὅκου ἐλθόντες ὧν ἱμείρομεν
                        <lb/>εὐμοιρήσομεν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>