<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:19-24</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:19-24</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁ περὶ μανίης λόγος.</p><p>Μαινόμεθα, ὡς ἔφην ἐν τῷ περὶ ἱερῆς νούσου, ὑπὸ ὑγρότητος <lb/>τοῦ ἐγκεφάλου,
                        ἐν ᾧ ἐστὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα. Ὅταν ὑγρότερος τῆς <lb/>φύσιος ᾖ, ἀνάγκη
                        κινεῖσθαι, κινουμένου δὲ μήτε τὴν ὄψιν ἀτρεμίζειν <lb/>μήτε τὴν ἀκοὴν. ἀλλὰ
                        ἄλλοτε ἀλλοῖα ὁρᾷν τε καὶ ἀκούειν, τήν <lb/>τε γλῶσσαν τοιαῦτα διαλέγεσθαι,
                        οἷα ἂν βλέπῃ τε καὶ ἀκούῃ ἑκάστοτε· <lb/>ὅσον δὲ ἂν ἀτρεμίσῃ ὁ ἐγκέφαλος,
                        τοσοῦτον καὶ φρονεῖ χρόνον <lb/>ὁ ἄνθρωπος. Γίνεται δὲ ἡ διαφθορὰ τοῦ
                        ἐγκεφάλου ὑπὸ φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς, γνώσῃ δὲ έκάτερα ὧδε· οἱ μὲν γὰρ ὑπὸ
                        φλέγματος <lb/>μαινόμενοι ἥσυχοί τέ εἰσι καὶ οὐ βοηταὶ οὐδὲ θορυβώδεες· οἱ
                        δὲ <lb/>ὑπὸ χολῆς, πλῆκται καὶ κακοῦργοι καὶ οὐκ ἠρεμαῖοι. Ἢν μὲν ξυνεχῶς
                        <lb/>μαίνωνται, αὗται αἱ προφάσιες εἰσίν· ἢν δὲ δείματα καὶ φόβοι, <lb/>ὑπὸ
                        μεταστάσιος γίνεται τοῦ ἐγκεφάλου θερμαινομένου ὑπὸ χολῆς <lb/>ὁρμώσης ἐπ’
                        αὐτὸν κατὰ τὰς φλέβας τὰς αἱματίτιδας· ὅταν δὲ ἀπέλθῃ <lb/>ἡ χολὴ πάλιν ἐς
                        τὰς φλέβας καὶ τὸ σῶμα, πέπαυται. Ἀνιῆται δὲ <lb/>καὶ ἀσῆται καὶ ἐπιλήθεται,
                        παρὰ καιρὸν ψυχομένου τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ὑπὸ φλέγματος καὶ ξυνισταμένου παρὰ
                        τὸ ἔθος. Ὅταν δὲ ἐξαπίνης <lb/>ὁ ἐγκέφαλος διαθερμαίνηται ὑπὸ χολῆς κατὰ τὰς
                        φλέβας τὰς εἰρημένας, <lb/>ἐπιζέσαντος τοῦ αἵματος, ἐνύπνια ὁρεῦσι φοβερὰ,
                        καὶ ὡς <lb/>ἐγρηγορότος τὸ πρόσωπον φλογιᾷ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐρυθραίνονται,
                        <lb/>καὶ ἡ γνώμη ἐπινοεῖ τι κακόν ἐργάζεσθαι· τοῦτο καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ <pb n="386"/> πάσχει· ὅταν δὲ τὸ αἷμα σκεδασθῇ πάλιν ἐς τὰς φλέβας,
                        πέπαυται. <lb/>Ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ τῶν ἐπιδημιῶν ἱστόρησα ὡς ἐγίνετο ἀφωνίη,
                        <lb/>ἄγνοια, παραληρήσεις συχναὶ καὶ ὑποστροφαί· ἡ δὲ γλῶσσα σκληρὴ,
                        <lb/>καὶ εἰ μὴ διακλύσαιτο, λαλεῖν οὐχ οἷός τε ἦν, καὶ σφόδρα πικρὴ <lb/>τὰ
                        πολλά· φλεβοτομίη ἔλυσεν, ὑδροποσίη, μελίκρητον, ἐλλεβόρων <lb/>πόσιες·
                        οὗτος ὀλίγον ἐπιζήσας χρόνον ἐτελεύτησεν. Ἄλλος ἦν δν, <lb/>ὅτε εἰς ποτὸν
                        ὁρμῴη, φόβος τῆς αὐλητρίδος ἐλάμβανεν, εἰ ἀκούσειεν <lb/>αὐλούσης, ἡμέρης δὲ
                        ἀκούων οὐδὲν ἔπασχεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἱπποκράτης Δημοκρίτῳ εὖ πράττειν.</p><p>Ἰητρικῆς τέχνης, ὦ Δημόκριτε, κατορθώματα μὲν οἱ πολλοὶ τῶν <lb/>ἀνθρώπων οὐ
                        παντάπασιν ἐπαινέουσι, θεοῖσι δὲ πολλάκις προσαρτῶσιν· <lb/>ἢν δέ τι ἡ φύσις
                        ἀντιπρήξασα ἀπολέσῃ τὸν θεραπευόμενον, <lb/>ἰητροὺς καταμέμφονται παρέντες
                        τὸ θεῖον. Καὶ ἔγωγε δοκέω <lb/>πλείονα μεμψιμοιρίην ἢ τιμὴν κεκληρῶσθαι τὴν
                        τέχνην. Ἐγὼ μὲν <lb/>γὰρ ἰητρικῆς ἐς τέλος οὐκ ἀφϊγμαι, καί περ ἤδη γηραλέος
                        καθεστώς· <lb/>οὐδὲ γὰρ ὁ τῆσδε εὑρέτης Ἀσκληπιὸς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐν πολλοῖς
                        <lb/>διεφώνησε, καθάπερ ἡμῖν αἱ τῶν ξυγγραφέων βίβλοι παραδεδώκασιν. <lb/>Ἡ
                        μὲν οὖν ὑπὸ σέο ἐπισταλεῖσα ἡμϊν ἐπιστολὴ κατεμέμφετο <lb/>περὶ τῆς
                        φαρμακείης τοῦ ἐλλεβόρου. Εἰσήχθην μὲν οὖν, ὦ Δημόκριτε, <lb/>ὡς μεμηνότα
                        ἐλλεβοριῶν, οὐ καταμαντευσάμενος ὅστις ποτ’ εἴης· <lb/>ὡς δ’ ἐντυχὼν ἔγνων,
                        οὐ μὰ Δία παραφρονήσιος ἔργον, ἀλλὰ σχεδὸν <lb/>ἀποδοχῆς πάσης, κάρτα σὴν
                        φύσιν ἐπῄνεσα, ἄριστόν τε φύσιος <lb/>ἑρμηνευτὴν καὶ κόσμου ἔκρινα· τοὺς δὲ
                        εἰσαγαγόντας με ἐμεμψάμην <lb/>ὡς μεμηνότας, φαρμακείης γὰρ αὐτοὶ ἔχρῃζον.
                        Ἔπειδὴ τοίνυν τὸ <lb/>αὐτόματον ἡμέας εἰς τὸ αὐτὸ ξυνήγαγεν, ὀρθῶς ποιήσεις
                        ἐπιστέλλων <lb/>ἠμῖν πυκνότερον καὶ μεταδιδοὺς τῶν ὑπὸ σέο γραφομένων
                        ξυνταγμάτων· <pb n="388"/> ἀπέσταλκα δέ σοι καὶ αὐτὸς τὸν περὶ τοῦ
                        ἐλλεβορισμοῦ λόγον. <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ἱπποκράτης Δημοκρίτῳ περὶ ἐλλεβορισμοῦ.</p><p>Τοῖς μὴ ῥηϊδίως ἄνω καθαιρομένοις πρὸ τῆς πόσιος προϋγραίνειν <lb/>τὰ σώματα
                        πλέονι τροφῇ καὶ ἀναπαύσει. Ἐπὴν δὲ πίῃ ἐλλέβορον, <lb/>πρὸς τὰς κινήσιας
                        τῶν σωμάτων μᾶλλον ἄγειν, μὴ πρὸς ὕπνους· <lb/>δηλοῖ δὲ ἡ ναυτιλίη ὅτι
                        κίνησις τὰ σώματα ταράσσει. Ἐπὴν βούλῃ <lb/>μᾶλλον ἄγειν ἐλλέβορον, κίνει τὰ
                        σώματα. Ἐλλέβορος ἐπικίνδυνος <lb/>τοῖσι σάρκας ὑγιέας ἔχουσι. Ὅσοι ἐν ταῖς
                        φαρμακοποσίαις μὴ <lb/>διψῶσι, καθαιρόμενοι οὐ παύονται πρὶν ἢ διψήσωσι.
                        Σπασμὸς ἐξ <lb/>ἐλλεβόρου θανάσιμον. Ἐπὶ ὑπερκαθάρσει σπασμὸς ἢ λυγμὸς
                        ἐπιγενόμενος <lb/>κακόν. Ἐν ταῖς ταραχαῖς τῆς κοιλίης καὶ τοῖσιν ἐμέτοις
                        <lb/>τοῖς αὐτομάτως γινομένοισιν, ἢν μὲν οἷα δεῖ καθαίρεσθαι καθαίρωνται,
                        <lb/>ξυμφέρει τε καὶ εὐφόρως φέρουσιν· εἰ δὲ μὴ, τοὐναντίον. Ὡς <lb/>δὲ ἔφην
                        ἐν τῷ προγνωστικῷ, κάθαρσις εὐθετεῖ ἡ ἄνω, ἐφ’ ᾧ ἀπυρέτῳ <lb/>ἀσιτίη ἢ
                        καρδιωγμὸς ἢ σκοτόδινος ἢ στόμα ἐπιπικρούμενον, καθόλου <lb/>ταῖς ὑπὲρ τῶν
                        φρενῶν ὀδύναις· ἡ δὲ κάτω, ὅπου χωρὶς πυρετοῦ <lb/>στρόφος, ὀσφύος ὀδύνη,
                        γουνάτων βάρος, καταμήνια δυσεργοῦντα, <lb/>ὀδύναι ἐν τοῖς ὑπὸ τὸ διάφραγμα.
                        Φυλάσσεσθαι δὲ ἐν ταῖς φαρμακοποσίαις <lb/>τοὺς ἀστείους τὰ σώματα, μάλιστα
                        δὲ τοὺς μέλανας καὶ <lb/>ὑγροσάρκους, καὶ τοὺς ὑποξήρους δὲ καὶ ψελλοὺς καὶ
                        τραυλούς. <lb/>Ὁκόσοι δὲ τὰ φλεγμαίνοντα ἐν ἀρχῇ τῆς νούσου, ὡς ἔφην ἐν τῷ
                        <lb/>περὶ πτισάνης, εὐθέως ἐπιχειροῦσι λύειν φαρμακείῃ, τοῦ μὲν ξυντεταμένου
                            <pb n="390"/> καὶ φλεγμαίνοντος οὐδὲν ὠφελέουσιν, οὐδὲ γὰρ διαδίδωσιν
                        <lb/>ὠμὸν ἐὸν τὸ πάθος, τὰ δὲ ἀντέχοντα τῷ νοσήματι καὶ ὑγιεινὰ
                        <lb/>ξυντήκουσιν· ἀσθενέος δὲ τοῦ σώματος γινομένου, τὸ νόσημα ἐπικρατεῖ,
                        <lb/>καὶ ἀνιήτως ἔχουσιν. Ἐλλεβορίζειν δὲ χρὴ οἷς ἀπὸ κεφαλῆς <lb/>φέρεται
                        ῥεῦμα· μὴ διδόναι δὲ ἐπὶ ἐμπύων, μήτε φαρμακεύειν τοὺς <lb/>ἀχρόους, τοὺς
                        βραγχώδεας, τοὺς σπληνώδεας, τοὺς ἀφαίμους, τοὺς <lb/>πνευματώδεας καὶ ξηρὰ
                        βήσσοντας, διψώδεας, φυσώδεας, ἐντεταμένους <lb/>ὑποχόνδρια καὶ πλευρὰς καὶ
                        μετάφρενα, τοὺς ἀπονεναρκωμένους <lb/>καὶ ἀμαυρὰ βλέποντας καὶ οἷς ἦχοι τῶν
                        ὤτων, καὶ τῆς <lb/>οὐρήθρης ἀκρατεῖς, μηδὲ τοὺς ἰκτερώδεας ἢ κοιλίης
                        ἀσθενέας, ἢ <lb/>αἱμοῤῥώδεας, ἢ ἐν φύμασιν· ἢν δὲ φαρμακεῦσαι δοκέῃ,
                        ἐλλεβόρῳ <lb/>ἀσφαλῶς ἄνω κάθαιρε, κάτω δὲ μή· κράτιστον δὲ τούτοις διαιτᾷν.
                        <lb/>Ὡς δὲ ἔφην ἐν τῷ προῤῥητικῷ, μὴ φαρμακεύειν μηδὲ τοὺς ἐπανεμοῦντας
                        <lb/>μέλανα, ἀποσίτους καὶ παραφόρους, καθ’ ἥβην μικρὰ ὀδυνώδεας, <lb/>ὄμμα
                        θρασὺ κεκλιμένον ἔχοντας, ἐποιδοῦντας, σκοτώδεας, <lb/>ἀχρόους, μηδὲ τοὺς ἐν
                        πυρετῷ καυματώδεας κατακεκλασμένους. <lb/>Ὡς δὲ ἔφην ἐν τῷ περὶ πτισάνης,
                        σησαμοειδὲς ἄνω καθαίρει· ἡ <lb/>πόσις ἥμισυ δραχμῆς ἐν ὀξυμέλιτι
                        τετριμμένον· ξυμμίσγεται δὲ <lb/>καὶ τοῖς ἐλλεβόροις τὸ τρίτον μέρος τῆς
                        πόσιος, καὶ ἧσσον πνίγει. <lb/>Καθαίρειν δὲ καὶ τοὺς ἐν χρονίοις τεταρταίοις
                        καὶ τοὺς ἐν λιπυριώδει <lb/>πυρετῷ χρονίους, καὶ ὧν οὐκ ἔστι δίψος μηδὲ
                        ἀπόκρισις, τούτους <pb n="392"/> δὲ μὴ πρότερον τῶν τριῶν ἑβδομάδων, ποτὲ δὲ
                        καὶ πλευριτικοὺς καὶ <lb/>εἰλεώδεις· ὡς δὲ ἔφην ἐν τῷ περὶ γυναικείων, καὶ
                        ἢν αἱ μῆτραι <lb/>καθάρσεως δέωνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ἱπποκράτους πρὸς τὸν υἱὸν Θεσσαλόν.</p><p>Ἱστορίης δὲ μελέτω σοι, ὦ παϊ, γεωμετρικῆς, καὶ ἀριθμήσιος· <lb/>οὐ γὰρ μόνον
                        σέο καὶ τὸν βίον εὐκλέα καὶ ἐπὶ πολλὰ χρήσιμον ἐς <lb/>ἀνθρωπίνην μοίρην
                        ἐπιτελέσει, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχὴν ὀξυτέρην τε καὶ <lb/>τηλαυγεστέρην κατὰ τὸ ἐν
                        ἰητρικῇ ὀνῆσθαι πᾶν ὅ τι χρῄζει. Καίτοι <lb/>ἡ μὲν τῆς γεωμετρίης ἱστορίη
                        ἐοῦσα πολύσχημός τε καὶ πολυειδὴς, <lb/>καὶ πᾶν μετ’ ἀποδείξιος περαινομένη,
                        ἔσται χρησίμη πρός τε τὰς <lb/>τῶν ὀστέων θέσεις καὶ ἐξαρθρήσεις καὶ τὴν
                        λοιπὴν τῶν μελέων τάξιν· <lb/>ἐς τὴν γὰρ τουτέων πολυτροπίην
                        εὐεπιγνωστότερος ἐὼν, ἐμβολῇ <lb/>τε ἄρθρων καὶ τῇ τῶν ὀστέων τῶν
                        συντριβομένων ἀναπρίσει <lb/>τε καὶ ἐκτρυπήσει καὶ συνθέσει καὶ ἐξαιρέσει
                        καὶ τῇ λοιπῇ θεραπείῃ <lb/>χρήσῃ, εἰδὼς ὁκοῖόν τε χωρίον ἔστι καὶ τὸ ἐκ
                        τούτου ἐξαιρεύμενον <lb/>ὀστέον. Ἡ δὲ τῆς ἀριθμήσιος τάξις πρός τε τὰς
                        περιόδους <lb/>καὶ εὐλόγους τῶν πυρετῶν μεταστάσιας καὶ τὰς κρίσιας τῶν
                        νοσεόντων <lb/>καὶ τὰς ἐν νούσοις ἀσφαλείας ἀρκέουσα ἔστω· μάλα γὰρ σεμνὸν
                        <lb/>ὑπηρεσίην ἔχειν ἐν ἰητρικῇ τοιήνδε, ἥτις σοι τὰ μέρεα τῆς ἐπιτάσιος
                        <lb/>καὶ τῆς ἀνέσιος ἄνισα ὄντα τὴν μοῖραν εὔγνωστα παρέχεται χωρὶς
                        <lb/>ἀμπλακίης· διὸ δὴ κάρτα ἐς δύναμιν ἀφικνέο τῆς τοιῆσδε ἐμπειρίης.
                        <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Δημόκριτος Ἱπποκράτει περὶ φύσιος ἀνθρώπου.</p><p>Χρὴ πάντας ἀνθρώπους ἰητρικὴν τέχνην ἐπίστασθαι, ὦ Ἱππόκρατες, <pb n="394"/>
                        καλὸν γὰρ ἅμα καὶ ξυμφέρον ἐς τὸν βίον, τουτέων δὲ μάλιστα <lb/>τοὺς
                        παιδείας καὶ λόγων ἴδριας γεγενημένους. Ἱστορίην σοφίης γὰρ <lb/>δοκέω
                        ἰητρικῆς ἀδελφὴν καὶ ξύνοικον· σοφίη μὲν γὰρ ψυχὴν ἀναρύεται <lb/>παθέων,
                        ἰητρικὴ δὲ νούσους σωμάτων ἀφαιρέεται. Αὔξεται δὲ <lb/>νόος παρεούσης
                        ὑγείης, ἣν καλὸν προνοέειν τοὺς ἐσθλὰ φρονέοντας· <lb/>ἕξεως δὲ σωματικῆς
                        ἀλγεούσης, οὐδὲ προθυμίην ἄγει νόος ἐς μελέτην <lb/>ἀρετῆς· νοῦσος γὰρ
                        παρεοῦσα δεινῶς ψυχὴν ἀμαυροῖ, φρόνησιν ἐς <lb/>συμπαθείην ἄγουσα. Φύσιος δὲ
                        ἀνθρωπίνης ὑπογραφὴ θεωρίην ἔχει <lb/>τοιήνδε· ὁ μὲν ἐγκέφαλος φρουρέει τὴν
                        ἄκρην τοῦ σώματος, ἀσφάλειαν <lb/>ἐμπεπιστευμένος, ὑμέσι νευρώδεσι
                        συνεισκατοικέων, ὑπὲρ ὧν <lb/>ὀστέων διπλῶν φύσιες ἀναγκαίῃ ἀρηρυῖαι
                        δεσπότην φύλακα διανοίης <lb/>καλύπτουσιν ἐγκέφαλον. Τριχῶν εὐκοσμία χρῶτα
                        κοσμεῦσα· τὸ δὲ <lb/>τῶν ὀμμάτων ὁρητικὸν ἐν πολυχίτωνι φωλεῦον ὑγροῦ
                        εὐσταθείᾳ, ὑπὸ <lb/>μέτωπον κολασίῃ συνίδρυται, θεωρίης δὲ αἴτιον· ἀκριβὴς
                        δὲ κόρη <lb/>φύλακα ταρσὸν εὐκαιρίης ὑπομένει. Διπλοῖ δὲ ῥώθωνες, ὀσφρήσιος
                        <lb/>ἐπιγνώμονες, διορίζουσιν ὀφθαλμῶν γειτνίην. Μαλακὴ δὲ χειλέων <lb/>ἁφὴ
                        στόματι περιπτυσσομένη, ῥημάτων αἴσθησιν ἀκριβῆ τε διάρθρωσιν <lb/>παρέσχηκε
                        κυβερνωμένη. Γένειον δὲ ἀκροτελὲς καὶ χελύνειον <lb/>γόμφοις συνηρμοσμένον.
                        Ἐνδοχεῖα δὲ μύθων ὦτα δημιουργὸς <lb/>ἀνέῳγεν, οἷς ἐπεὼν ὁ μῦθος οὐκ ἀσφαλὴς
                        διήκονος ἀλογιστίης γίνεται. <lb/>Λαλιῆς μήτηρ γλῶσσα, ψυχῆς ἄγγελος,
                        πυλωρεῦσα τὴν γεῦσιν, <lb/>ὀχυροῖς ὀδόντων θριγκοῖσι πεφρούρηται. Βρόγχος δὲ
                        καὶ φάρυγξ <lb/>ἡρμοσμένοι ἀλλήλοις γειτνιῶσιν· ὁ μὲν γὰρ ἐς κέλευθον
                        πνεύματος, <lb/>ὁ δὲ ἐς βυθὸν κοιλίης τροφὴν προπέμπει λάβρον ὠθεύμενος. Κω
                        νοειδὴς <pb n="396"/> δὲ καρδίη βασιλὶς, ὀργῆς τιθηνὸς, πρὸς πᾶσαν ἐπιβουλὴν
                        <lb/>ἐνδέδυκε θώρακα. Θαμιναὶ δὲ πνευμόνων σήραγγες ἠέρι διαδύμεναι,
                        <lb/>φωνῆς αἴτιον πνεῦμα τίκτουσιν. Τὸ δὲ χορηγὸν αἵματος καὶ μεταβάλλον
                        <lb/>εἰς τροφὴν, σὺν λοβοῖς πολλάκις κοίλῃ περίπλοοις, ἔσται <lb/>ἧπαρ
                        ἐπιθυμίης αἴτιον· χλωρὴ δὲ χολὴ, πρὸς ἥπατι μένουσα, καὶ <lb/>διαφθορὴ
                        σώματος ἀνθρωπηΐου ὑπερβλύσασα γίνεται. Βλαβερὸς <lb/>δὲ σώματος ἀνθρωπίνου
                        καὶ ἀνωφελὴς ἔνοικος, σπλὴν ἀπέναντι <lb/>εὕδει πρᾶγμα μηδὲν αἰτούμενος.
                        Μέση δὲ τουτέων χορηγεῖ πανδέκτειρα <lb/>κοιλίη, καὶ εὐνάζεται διοικέουσα
                        τὴν πέψιν. Ἔνοχα δὲ <lb/>κοιλίης, συνθέσιος δημιουργίῃ συνδονεύμενα,
                        εἱλεῖται περὶ κοιλίην <lb/>ἔντερα, λήψιος καὶ ἀποκρίσεως αἴτια. Δίδυμοι δὲ
                        νεφροὶ ἰσχίοισιν <lb/>ἐνιδρυσμένοι καὶ ἠμφιεσμένοι δημῷ, οὔρων ἐκκρίσιος οὐκ
                        ἀλλότριοι <lb/>πεφύκασιν. Κύριος δὲ ἁπάσης κοιλίης ὁ καλούμενος ἐπίπλους
                        γαστέρα <lb/>πᾶσαν ἐμπεριείληφε, μόνου σπληνὸς ἄτερ. Ἑξῆς νευρώδης κύστις
                        <lb/>ἰσχίῳ στόμα ἐνιδρυσμένη, συμπεπλεγμένων ἀγγείων, οὔρων ἐκκρίσιος
                        <lb/>αἰτίη γίνεται. Ἡ δὲ γειτνιῶσα ταύτῃ μήτηρ βρεφέων, ἡ δεινὸν <lb/>ἄλγος,
                        τῶν ἐν γυναικὶ μόχθων μυρίων παραιτίη, μήτρη πεφώλευκεν· <lb/>ἡ πυλωρὸς
                        μυχοῖς ἰσχίων βράσασα σὰρξ σφίγγεται νεύροισιν, ἐκ δὲ <lb/>πλήθους ἐκχέουσα
                        γαστρὸς φύσιος, ἐκ τόκου προνοίης. Ἐκ δὲ σώματος <lb/>κρεμαστοὶ ἐκτὸς οἰκίην
                        νέμονται ἔκγονοι κτίσται ὄρχεις, <lb/>πουλυχίτωνες ἐόντες· εὔνοον ἥβῃ, ἀπὸ
                        φλεβέων τε καὶ νεύρων <pb n="398"/> πλέγμα, οὔρων ἔκχυσιν ποιεύμενον,
                        συνουσίης ὑπουργὸν, φύσιος ὕπο <lb/>δεδημιούργηται, ὄρεξιν ἥβης πυκαζομένης.
                        Σκέλη δὲ καὶ βραχίονες <lb/>καὶ τὰ προσηρτημένα τουτέοισιν ἄκρα, διηκονίης
                        πᾶσαν <lb/>ἀρχὴν συνηθροισμένα ἔχοντα, νεύρων ἀσφαλῆ λειτουργίην τελέουσιν.
                        <lb/>Ἡ δὲ ἀσώματος ἐν μυχοῖς φύσις ἐξέτευξε παντάμορφα σπλάγχνων <lb/>γένη,
                        ἃ δὴ θάνατος ἐπισταθεὶς ὠκέως ἔπαυσε λειτουργίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ἱπποκράτους ὑγιεινὸν πρὸς Δημήτριον βασιλέα. <lb/>Ἱπποκράτης Κῷος βασιλεῖ
                        Δημητρίῳ χαίρειν.</p><p>Ἡμεῖς καὶ πρότερον σπουδάζοντες, ὦ βασιλεῦ, περὶ τῆς ἀνθρωπίνης <lb/>φύσιος
                        ἐν κεφαλαίῳ θεωρῆσαι τὰ μέρη, ταῦτα ξυγγράψαντες <lb/>καθάπερ ἠξίωσας,
                        ἀπεστείλαμεν. Νῦν δὲ περὶ ὧν δεῖ μάλιστα σπουδάζειν <lb/>τοὺς ἔμφρονας,
                        ἡμεῖς τὰ μὲν καὶ παρὰ τῶν πρότερον παρειληφότες, <lb/>τὰ δὲ καὶ νῦν αὐτοὶ
                        προσεξευρίσκοντες, γεγράφαμέν σοι· <lb/>οἷς σὺ [καὶ] τῶν προτέρων
                        ἀῤῥωστημάτων σημείοις γινομένοις ἐπακολουθῶν <lb/>καὶ χρώμενος πλειστάκις,
                        ἄνουσος ἂν εἴης τὸν ἅπαντα χρόνον. <lb/>Ἔστι δὲ δύο γένη ἀῤῥωστιῶν ἁπάντων
                        ζώων, ἡ μὲν κατὰ γένος, ἡ δὲ <lb/>κατὰ πάθος ἀνόμοιαι. Τὰς δ’ ἐπιθυμίας τὰς
                        κατὰ τὴν τροφὴν ἐκ τῶν <lb/>ὑπεναντίων ὄψει, ξηραινόντων ὑγρὰ, ὑγραινόντων
                        ξηρὰ, κενούντων <lb/>πλήρη, πληρούντων δὲ κενά· τὰς δὲ νούσους ἁπάσας ἐξ
                        ὑπεναντίων <lb/>ὄψει καθεστηκυίας καὶ νούσους ὑπὸ νούσων γινομένας. Ὑπὸ
                        σπασμῶν, <lb/>πυρετὸς ἐπιγινόμενος ἵστησι τὸ νόσημα· κεφαλῆς δὲ περιωδυνίας
                        <lb/>αἷμα κατὰ τὰ ὦτα ῥαγὲν ἢ κατὰ τὰς ῥῖνας· σπασμοὶ πᾶσι <lb/>τοῖς
                        μελαγχολικοῖς ἐπιγιγνόμενοι παύουσι τὰς μελαγχολίας. Καὶ <pb n="400"/>
                        καθόλου μέν ἐστι καὶ ῥίζα τῶν ἀνθρωπίνων νοσημάτων ἡ κεφαλὴ, καὶ <lb/>τὰ
                        ἀῤῥωστήματα τὰ μέγιστα ἐκ ταύτης παραγίνεται· ἐπικειμένην <lb/>γὰρ αὐτὴν τῷ
                        σώματι, ὥσπερ σικύαν τῶν εἰσφερομένων ἁπάντων <lb/>συμβαίνει αὐτὴν ἕλκειν
                        περιττώματα καὶ τοὺς λεπτομερεῖς χυμούς. <lb/>Δεῖ δὲ προσέχειν τὸν νοῦν,
                        ἰδίως [τε] ζῇν αὐτὸν παρασκευάσαντα <lb/>εἰς ταῦτα τὰ μέρη, ὅπως μηδεμίαν
                        αὔξησιν λαμβάνῃ τὰ προσπίπτοντα <lb/>τῶν ἀῤῥωστημάτων διά γε τῆς ἐπιμελείης
                        καὶ τῆς εὐταξίης <lb/>τῆς παρὰ σοὶ γινομένης, καὶ μήτε ταῖς τῶν ἀφροδισίων
                        ἀκρασίαις <lb/>μήτε ταῖς τῶν διαφόρων ἐδεσμάτων μήτε τοῖς ὕπνοις τοῖς
                        ὑπερχαλαστικοῖς, <lb/>ἀγυμνάστου ὄντος τοῦ σώματος, χρώμενον, ἀλλ’
                        ἐπακολουθοῦντα <lb/>τοῖς σημείοις τοῖς γινομένοις ἐν τῷ σώματι, διατηρεῖν
                        <lb/>τὸν καιρὸν ἑκάστου, ὅκως ἂν φυλαξάμενος τὸ ἀῤῥώστημα τὸ μέλλον
                        <lb/>ἐπιφέρεσθαι, ταῖς θεραπηΐαις αἷς ἂν ἐγὼ γράφω χρώμενος, διατελῇς
                        <lb/>ἄνουσος ἐών. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>