<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:19-21</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:19-21</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁ περὶ μανίης λόγος.</p><p>Μαινόμεθα, ὡς ἔφην ἐν τῷ περὶ ἱερῆς νούσου, ὑπὸ ὑγρότητος <lb/>τοῦ ἐγκεφάλου,
                        ἐν ᾧ ἐστὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα. Ὅταν ὑγρότερος τῆς <lb/>φύσιος ᾖ, ἀνάγκη
                        κινεῖσθαι, κινουμένου δὲ μήτε τὴν ὄψιν ἀτρεμίζειν <lb/>μήτε τὴν ἀκοὴν. ἀλλὰ
                        ἄλλοτε ἀλλοῖα ὁρᾷν τε καὶ ἀκούειν, τήν <lb/>τε γλῶσσαν τοιαῦτα διαλέγεσθαι,
                        οἷα ἂν βλέπῃ τε καὶ ἀκούῃ ἑκάστοτε· <lb/>ὅσον δὲ ἂν ἀτρεμίσῃ ὁ ἐγκέφαλος,
                        τοσοῦτον καὶ φρονεῖ χρόνον <lb/>ὁ ἄνθρωπος. Γίνεται δὲ ἡ διαφθορὰ τοῦ
                        ἐγκεφάλου ὑπὸ φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς, γνώσῃ δὲ έκάτερα ὧδε· οἱ μὲν γὰρ ὑπὸ
                        φλέγματος <lb/>μαινόμενοι ἥσυχοί τέ εἰσι καὶ οὐ βοηταὶ οὐδὲ θορυβώδεες· οἱ
                        δὲ <lb/>ὑπὸ χολῆς, πλῆκται καὶ κακοῦργοι καὶ οὐκ ἠρεμαῖοι. Ἢν μὲν ξυνεχῶς
                        <lb/>μαίνωνται, αὗται αἱ προφάσιες εἰσίν· ἢν δὲ δείματα καὶ φόβοι, <lb/>ὑπὸ
                        μεταστάσιος γίνεται τοῦ ἐγκεφάλου θερμαινομένου ὑπὸ χολῆς <lb/>ὁρμώσης ἐπ’
                        αὐτὸν κατὰ τὰς φλέβας τὰς αἱματίτιδας· ὅταν δὲ ἀπέλθῃ <lb/>ἡ χολὴ πάλιν ἐς
                        τὰς φλέβας καὶ τὸ σῶμα, πέπαυται. Ἀνιῆται δὲ <lb/>καὶ ἀσῆται καὶ ἐπιλήθεται,
                        παρὰ καιρὸν ψυχομένου τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ὑπὸ φλέγματος καὶ ξυνισταμένου παρὰ
                        τὸ ἔθος. Ὅταν δὲ ἐξαπίνης <lb/>ὁ ἐγκέφαλος διαθερμαίνηται ὑπὸ χολῆς κατὰ τὰς
                        φλέβας τὰς εἰρημένας, <lb/>ἐπιζέσαντος τοῦ αἵματος, ἐνύπνια ὁρεῦσι φοβερὰ,
                        καὶ ὡς <lb/>ἐγρηγορότος τὸ πρόσωπον φλογιᾷ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐρυθραίνονται,
                        <lb/>καὶ ἡ γνώμη ἐπινοεῖ τι κακόν ἐργάζεσθαι· τοῦτο καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ <pb n="386"/> πάσχει· ὅταν δὲ τὸ αἷμα σκεδασθῇ πάλιν ἐς τὰς φλέβας,
                        πέπαυται. <lb/>Ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ τῶν ἐπιδημιῶν ἱστόρησα ὡς ἐγίνετο ἀφωνίη,
                        <lb/>ἄγνοια, παραληρήσεις συχναὶ καὶ ὑποστροφαί· ἡ δὲ γλῶσσα σκληρὴ,
                        <lb/>καὶ εἰ μὴ διακλύσαιτο, λαλεῖν οὐχ οἷός τε ἦν, καὶ σφόδρα πικρὴ <lb/>τὰ
                        πολλά· φλεβοτομίη ἔλυσεν, ὑδροποσίη, μελίκρητον, ἐλλεβόρων <lb/>πόσιες·
                        οὗτος ὀλίγον ἐπιζήσας χρόνον ἐτελεύτησεν. Ἄλλος ἦν δν, <lb/>ὅτε εἰς ποτὸν
                        ὁρμῴη, φόβος τῆς αὐλητρίδος ἐλάμβανεν, εἰ ἀκούσειεν <lb/>αὐλούσης, ἡμέρης δὲ
                        ἀκούων οὐδὲν ἔπασχεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἱπποκράτης Δημοκρίτῳ εὖ πράττειν.</p><p>Ἰητρικῆς τέχνης, ὦ Δημόκριτε, κατορθώματα μὲν οἱ πολλοὶ τῶν <lb/>ἀνθρώπων οὐ
                        παντάπασιν ἐπαινέουσι, θεοῖσι δὲ πολλάκις προσαρτῶσιν· <lb/>ἢν δέ τι ἡ φύσις
                        ἀντιπρήξασα ἀπολέσῃ τὸν θεραπευόμενον, <lb/>ἰητροὺς καταμέμφονται παρέντες
                        τὸ θεῖον. Καὶ ἔγωγε δοκέω <lb/>πλείονα μεμψιμοιρίην ἢ τιμὴν κεκληρῶσθαι τὴν
                        τέχνην. Ἐγὼ μὲν <lb/>γὰρ ἰητρικῆς ἐς τέλος οὐκ ἀφϊγμαι, καί περ ἤδη γηραλέος
                        καθεστώς· <lb/>οὐδὲ γὰρ ὁ τῆσδε εὑρέτης Ἀσκληπιὸς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐν πολλοῖς
                        <lb/>διεφώνησε, καθάπερ ἡμῖν αἱ τῶν ξυγγραφέων βίβλοι παραδεδώκασιν. <lb/>Ἡ
                        μὲν οὖν ὑπὸ σέο ἐπισταλεῖσα ἡμϊν ἐπιστολὴ κατεμέμφετο <lb/>περὶ τῆς
                        φαρμακείης τοῦ ἐλλεβόρου. Εἰσήχθην μὲν οὖν, ὦ Δημόκριτε, <lb/>ὡς μεμηνότα
                        ἐλλεβοριῶν, οὐ καταμαντευσάμενος ὅστις ποτ’ εἴης· <lb/>ὡς δ’ ἐντυχὼν ἔγνων,
                        οὐ μὰ Δία παραφρονήσιος ἔργον, ἀλλὰ σχεδὸν <lb/>ἀποδοχῆς πάσης, κάρτα σὴν
                        φύσιν ἐπῄνεσα, ἄριστόν τε φύσιος <lb/>ἑρμηνευτὴν καὶ κόσμου ἔκρινα· τοὺς δὲ
                        εἰσαγαγόντας με ἐμεμψάμην <lb/>ὡς μεμηνότας, φαρμακείης γὰρ αὐτοὶ ἔχρῃζον.
                        Ἔπειδὴ τοίνυν τὸ <lb/>αὐτόματον ἡμέας εἰς τὸ αὐτὸ ξυνήγαγεν, ὀρθῶς ποιήσεις
                        ἐπιστέλλων <lb/>ἠμῖν πυκνότερον καὶ μεταδιδοὺς τῶν ὑπὸ σέο γραφομένων
                        ξυνταγμάτων· <pb n="388"/> ἀπέσταλκα δέ σοι καὶ αὐτὸς τὸν περὶ τοῦ
                        ἐλλεβορισμοῦ λόγον. <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ἱπποκράτης Δημοκρίτῳ περὶ ἐλλεβορισμοῦ.</p><p>Τοῖς μὴ ῥηϊδίως ἄνω καθαιρομένοις πρὸ τῆς πόσιος προϋγραίνειν <lb/>τὰ σώματα
                        πλέονι τροφῇ καὶ ἀναπαύσει. Ἐπὴν δὲ πίῃ ἐλλέβορον, <lb/>πρὸς τὰς κινήσιας
                        τῶν σωμάτων μᾶλλον ἄγειν, μὴ πρὸς ὕπνους· <lb/>δηλοῖ δὲ ἡ ναυτιλίη ὅτι
                        κίνησις τὰ σώματα ταράσσει. Ἐπὴν βούλῃ <lb/>μᾶλλον ἄγειν ἐλλέβορον, κίνει τὰ
                        σώματα. Ἐλλέβορος ἐπικίνδυνος <lb/>τοῖσι σάρκας ὑγιέας ἔχουσι. Ὅσοι ἐν ταῖς
                        φαρμακοποσίαις μὴ <lb/>διψῶσι, καθαιρόμενοι οὐ παύονται πρὶν ἢ διψήσωσι.
                        Σπασμὸς ἐξ <lb/>ἐλλεβόρου θανάσιμον. Ἐπὶ ὑπερκαθάρσει σπασμὸς ἢ λυγμὸς
                        ἐπιγενόμενος <lb/>κακόν. Ἐν ταῖς ταραχαῖς τῆς κοιλίης καὶ τοῖσιν ἐμέτοις
                        <lb/>τοῖς αὐτομάτως γινομένοισιν, ἢν μὲν οἷα δεῖ καθαίρεσθαι καθαίρωνται,
                        <lb/>ξυμφέρει τε καὶ εὐφόρως φέρουσιν· εἰ δὲ μὴ, τοὐναντίον. Ὡς <lb/>δὲ ἔφην
                        ἐν τῷ προγνωστικῷ, κάθαρσις εὐθετεῖ ἡ ἄνω, ἐφ’ ᾧ ἀπυρέτῳ <lb/>ἀσιτίη ἢ
                        καρδιωγμὸς ἢ σκοτόδινος ἢ στόμα ἐπιπικρούμενον, καθόλου <lb/>ταῖς ὑπὲρ τῶν
                        φρενῶν ὀδύναις· ἡ δὲ κάτω, ὅπου χωρὶς πυρετοῦ <lb/>στρόφος, ὀσφύος ὀδύνη,
                        γουνάτων βάρος, καταμήνια δυσεργοῦντα, <lb/>ὀδύναι ἐν τοῖς ὑπὸ τὸ διάφραγμα.
                        Φυλάσσεσθαι δὲ ἐν ταῖς φαρμακοποσίαις <lb/>τοὺς ἀστείους τὰ σώματα, μάλιστα
                        δὲ τοὺς μέλανας καὶ <lb/>ὑγροσάρκους, καὶ τοὺς ὑποξήρους δὲ καὶ ψελλοὺς καὶ
                        τραυλούς. <lb/>Ὁκόσοι δὲ τὰ φλεγμαίνοντα ἐν ἀρχῇ τῆς νούσου, ὡς ἔφην ἐν τῷ
                        <lb/>περὶ πτισάνης, εὐθέως ἐπιχειροῦσι λύειν φαρμακείῃ, τοῦ μὲν ξυντεταμένου
                            <pb n="390"/> καὶ φλεγμαίνοντος οὐδὲν ὠφελέουσιν, οὐδὲ γὰρ διαδίδωσιν
                        <lb/>ὠμὸν ἐὸν τὸ πάθος, τὰ δὲ ἀντέχοντα τῷ νοσήματι καὶ ὑγιεινὰ
                        <lb/>ξυντήκουσιν· ἀσθενέος δὲ τοῦ σώματος γινομένου, τὸ νόσημα ἐπικρατεῖ,
                        <lb/>καὶ ἀνιήτως ἔχουσιν. Ἐλλεβορίζειν δὲ χρὴ οἷς ἀπὸ κεφαλῆς <lb/>φέρεται
                        ῥεῦμα· μὴ διδόναι δὲ ἐπὶ ἐμπύων, μήτε φαρμακεύειν τοὺς <lb/>ἀχρόους, τοὺς
                        βραγχώδεας, τοὺς σπληνώδεας, τοὺς ἀφαίμους, τοὺς <lb/>πνευματώδεας καὶ ξηρὰ
                        βήσσοντας, διψώδεας, φυσώδεας, ἐντεταμένους <lb/>ὑποχόνδρια καὶ πλευρὰς καὶ
                        μετάφρενα, τοὺς ἀπονεναρκωμένους <lb/>καὶ ἀμαυρὰ βλέποντας καὶ οἷς ἦχοι τῶν
                        ὤτων, καὶ τῆς <lb/>οὐρήθρης ἀκρατεῖς, μηδὲ τοὺς ἰκτερώδεας ἢ κοιλίης
                        ἀσθενέας, ἢ <lb/>αἱμοῤῥώδεας, ἢ ἐν φύμασιν· ἢν δὲ φαρμακεῦσαι δοκέῃ,
                        ἐλλεβόρῳ <lb/>ἀσφαλῶς ἄνω κάθαιρε, κάτω δὲ μή· κράτιστον δὲ τούτοις διαιτᾷν.
                        <lb/>Ὡς δὲ ἔφην ἐν τῷ προῤῥητικῷ, μὴ φαρμακεύειν μηδὲ τοὺς ἐπανεμοῦντας
                        <lb/>μέλανα, ἀποσίτους καὶ παραφόρους, καθ’ ἥβην μικρὰ ὀδυνώδεας, <lb/>ὄμμα
                        θρασὺ κεκλιμένον ἔχοντας, ἐποιδοῦντας, σκοτώδεας, <lb/>ἀχρόους, μηδὲ τοὺς ἐν
                        πυρετῷ καυματώδεας κατακεκλασμένους. <lb/>Ὡς δὲ ἔφην ἐν τῷ περὶ πτισάνης,
                        σησαμοειδὲς ἄνω καθαίρει· ἡ <lb/>πόσις ἥμισυ δραχμῆς ἐν ὀξυμέλιτι
                        τετριμμένον· ξυμμίσγεται δὲ <lb/>καὶ τοῖς ἐλλεβόροις τὸ τρίτον μέρος τῆς
                        πόσιος, καὶ ἧσσον πνίγει. <lb/>Καθαίρειν δὲ καὶ τοὺς ἐν χρονίοις τεταρταίοις
                        καὶ τοὺς ἐν λιπυριώδει <lb/>πυρετῷ χρονίους, καὶ ὧν οὐκ ἔστι δίψος μηδὲ
                        ἀπόκρισις, τούτους <pb n="392"/> δὲ μὴ πρότερον τῶν τριῶν ἑβδομάδων, ποτὲ δὲ
                        καὶ πλευριτικοὺς καὶ <lb/>εἰλεώδεις· ὡς δὲ ἔφην ἐν τῷ περὶ γυναικείων, καὶ
                        ἢν αἱ μῆτραι <lb/>καθάρσεως δέωνται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>