<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΕΠΙΣΤΟΛΛΙ. ΔΟΓΜΑ. ΕΠΙΒΩΜΙΟΣ. <lb/>ΠΡΕΣΒΕΥΤΙΚΟΣ.</head><p>1. Βασιλεὺς βασιλέων μέγας Ἀρταξέρξης Παίτῳ <lb/>χαίρειν.</p><p>Νοῦσος προσεπέλασεν ἡ καλεομένη λοιμικὴ τοῖς στρατεύμασιν <lb/>ἡμῶν, καὶ
                        πολλὰ ποιησάντων ἡμῶν, ἔνδοσιν οὐκ ἔδωκεν. Ὅθεν <lb/>ἀξιῶ παντοίως καὶ
                        πάσαις ταῖς παρ’ ἐμοῦ διδομέναις δωρεαῖς, ἤ <lb/>τι τῶν ἐκ φύσεώς σου
                        ἐπινοημάτων, ἤ τι τῶν ἐκ τῆς τέχνης πρήξεων, <lb/>ἤ τινος ἑτέρου ἀνδρὸς
                        ἑρμηνείην δυναμένου ἰήσασθαι, πέμπε <lb/>τάχος· μάστιξον, ἀξιῶ, τὸ πάθος·
                        ἀλύκη γὰρ κατὰ τὸν ὄχλον καὶ <lb/>πολὺς ἄλυς πνεῦμα μέγα καὶ πυκνὸν ἔχων. Οὐ
                        πολεμοῦντες πολεμούμεθα, <lb/>ἐχθρὸν ἔχοντες τὸν θῆρα λυμαινόμενον τὰ
                        ποίμνια· τέτρωκε <lb/>πολλοὺς, δυσιάτους ἐποίησε, πικρὰ βέλη βελῶν
                        καταπέμπει· <lb/>οὐ φέρω· γνώμην οὐκ ἔτι ἔχω μετ’ ἀνδρῶν γονίμων
                        βουλεύσασθαι. <lb/>Λῦε ταῦτα πάντα μὴ διαλείψας ἀγαθῇ συνειδήσει. Ἔῤῥωσο.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Παῖτος βασιλεῖ βασιλέων τῷ μεγάλῳ Ἀρταξέρξῃ <lb/>χαίρειν.</p><p>Τὰ φυσικὰ βοηθήματα οὐ λύει τὴν ἐπιδημίην λοιμικοῦ πάθους· <lb/>ἃ δὲ ἐκ
                        φύσιος γίγνεται νοσήματα, αὐτὴ ἡ φύσις ἰᾶται κρίνουσα· <lb/>ὅσα δὲ ἐξ
                        ἐπιδημίης, τέχνη τεχνικῶς κρίνουσα τὴν τροπὴν τῶν σωμάτων. <lb/>Ἱπποκράτης
                        δὲ ἰητρὸς ἰῆται τοῦτο τὸ πάθος· τῷ γένει μὲν <pb n="314"/> οὖν ἐστὶ Δωριεὺς,
                        πόλιος δὲ Κῶ, πατρὸς δὲ Ἡρακλείδα τοῦ Ἱπποκράτους <lb/>τοῦ Γνωσιδίκου τοῦ
                        Νέβρου τοῦ Σωστράτου τοῦ Θεοδώρου <lb/>τοῦ Κλεομυττάδα τοῦ Κρισάμιδος. Οὗτος
                        θείᾳ φύσει κέχρηνται, <lb/>καὶ ἐκ μικρῶν καὶ ἰδιωτικῶν ἐς μεγάλα καὶ τεχνικὰ
                        προήγαγε τὴν <lb/>ἰητρικήν. Γίνεται μὲν οὖν ὁ θεῖος Ἱπποκράτης, ἔνατος μὲν
                        ἀπὸ <lb/>Κρισάμιδος τοῦ βασιλέως, ὀκτωκαιδέκατος δὲ ἀπὸ Ἀσκληπιοῦ, εἰκοστὸς
                        <lb/>δὲ ἀπὸ Διὸς, μητρὸς δὲ Πραξιθέας τῆς Φαιναρέτης ἐκ τῆς <lb/>οἰκίας τῶν
                        Ἡρακλειδῶν· ὥστε κατ’ ἀμφότερα τὰ σπέρματα θεῶν <lb/>ἀπόγονός ἐστιν ὁ θεῖος
                        Ἱπποκράτης, πρὸς μὲν πατρὸς Ἀσκληπιάδης <lb/>ὢν, πρὸς δὲ μητρὸς Ἡρακλείδης.
                        Ἔμαθε δὲ τὴν τέχνην παρά τε <lb/>τῷ πατρὶ Ἡρακλείδῃ καὶ παρὰ τῷ πάππῳ
                        Ἱπποκράτει. Ἀλλὰ <lb/>παρὰ μὲν τούτοις, ὡς εἰκὸς, τὰ πρῶτα ἐμυήθη τῆς
                        ἰητρικῆς ὅσα <lb/>πιθανὸν ἦν καὶ τούτους εἰδέναι, τὴν δὲ σύμπασαν τέχνην
                        αὐτὸς <lb/>ἑωυτὸν ἐδιδάξατο, θείᾳ φύσει κεχρημένος, καὶ τοσοῦτον ὑπερβεβηκὼς
                        <lb/>τῇ τῆς ψυχῆς εὐφυΐᾳ τοὺς προγόνους, ὅσον διενήνοχεν αὐτῶν <lb/>καὶ τῇ
                        τῆς τέχνης ἀρετῇ. Καθαίρει δὲ οὐ θηρίων μὲν γένος, θηριωδῶν <lb/>δὲ
                        νοσημάτων καὶ ἀγρίων πολλὴν γῆν καὶ θάλασσαν, διασπείρων <lb/>πανταχόθεν,
                        ὥσπερ ὁ Τριπτόλεμος τὰ τῆς Δήμητρος σπέρματα, <lb/>τὰ τοῦ Ἀσκληπιοῦ
                        βοηθήματα. Τοιγαροῦν ἐνδικώτατα καὶ <lb/>αὐτὸς ἀνιέρωται πολλαχοῦ τῆς γῆς,
                        ἠξίωταί τε τῶν αὐτῶν <lb/>Ἡρακλεῖ τε καὶ Ἀσκληπιῷ ὑπὸ Ἀθηναίων δωρεῶν. Αὐτὸν
                        μετάπεμψαι <lb/>κελεύων ἀργύριον καὶ χρυσίον ὅσον ἂν βούληται δώσειν
                        <lb/>αὐτῷ. Οὗτος γὰρ ἐπίσταται οὐχ ἕνα τρόπον τῆς ἰήσιος τοῦ πάθεος,
                        <lb/>οὗτος πατὴρ ὑγιείης, οὗτος σωτὴρ, οὗτος ἀκεσώδυνος, οὗτος ἁπλῶς
                        <lb/>ἡγεμὼν τῆς θεοπρεποῦς ἐπιστήμης. Ἔῤῥωσο. </p></div><pb n="316"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Βασιλεὺς βασιλέων μέγας Ἀρταξέρξης Ὑστάνει <lb/>Ἑλλησπόντου ὑπάρχῳ
                        χαίρειν.</p><p>Ἱπποκράτους ἰητροῦ Κῴου ἀπὸ Ἀσκληπιοῦ γεγονότος καὶ ἐς ἐμὲ <lb/>κλέος ἀφῖκται
                        τῆς τέχνης. Δὸς οὖν αὐτῷ χρυσὸν ὁκόσον ἂν βούληται, <lb/>καὶ τὰ ἄλλα χύδην
                        ὧν σπανίζει, καὶ πέμπε ἐς ἡμέας. Ἔσται <lb/>γὰρ ἰσότιμος Περσέων τοῖς
                        ἀρίστοις· καὶ εἴ τις ἐστὶν ἄλλος ἀνὴρ <lb/>κατ’ Εὐρώπην ἀγαθὸς, φίλον οἴκῳ
                        βασιλέως τίθεσο μὴ φειδόμενος <lb/>ὄλβου· ἄνδρας γὰρ εὑρεῖν δυναμένους τι
                        κατὰ συμβουλίην οὐ ῥηΐδιον. <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ὑστάνης ὕπαρχος Ἑλλησπόντου Ἱπποκράτει <lb/>Ἀσκληπιαδῶν ὄντι ἀπογόνῳ
                        χαίρειν.</p><p>Βασιλεὺς μέγας Ἀρταξέρξης σοῦ χρῄζων ἔπεμψε πρὸς ἡμέας <lb/>ὑπάρχους, κελεύων
                        σοι ἀργύριον καὶ χρυσὸν καὶ τὰ ἄλλα χύδην ὧν <lb/>σπανίζεις καὶ ὅσα βούλει
                        διδόναι, καὶ πέμπειν πρὸς ἑωυτὸν ἐν τάχει· <lb/>ἔσεσθαι γὰρ Περσέων τοῖς
                        ἀρίστοις ἰσότιμον. Σὺ οὖν παραγίνου <lb/>ξυντόμως. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἱπποκράτης ἰητρὸς Ὑστάνει Ἑλλησπόντου ὑπάρχῳ <lb/>χαίρειν.</p><p>Πρὸς τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἔπεμψας φάμενος παρὰ βασιλέως ἀφῖχθαι, <lb/>πέμπε
                        βασιλεῖ ἃ λέγω γράφων ὅτι τάχος, ὅτι καὶ προσφορῇ <pb n="318"/> καὶ ἐσθῆτι
                        καὶ οἰκήσει καὶ πάσῃ τῇ ἐς βίον ἀρκεούσῃ οὐσίῃ χρεόμεθα. <lb/>Περσέων δὲ
                        ὄλβου οὔ μοι θέμις ἐπαύρασθαι, οὐδὲ βαρβάρους <lb/>ἄνδρας νούσων παύειν,
                        ἐχθροὺς ὑπάρχοντας Ἑλλήνων. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἱπποκράτης Δημητρίῳ ὑγιαίνειν.</p><p>Βασιλεὺς Περσέων ἡμέας μεταπέμπεται, οὐκ εἰδὼς ὅτι. λόγος <lb/>ἐμοὶ σοφίης
                        χρυσοῦ πλέον δύναται. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Βασιλεῖ βασιλέων τῷ ἐμῷ μεγάλῳ δεσπότῃ Ἀρταξέρξῃ <lb/>Ὑστάνης Ἑλλησπόντου
                        ὕπαρχος χαίρειν.</p><p>Ἣν ἔπεμψας ἐπιστολὴν, λέγων πέμψαι Ἱπποκράτει ἰητρῷ Κῴῳ <lb/>ἀπὸ Ἀσκληπιαδῶν
                        γεγονότι, ἔπεμψα, καὶ παρ’ αὐτοῦ δὲ ἐκομισάμην <lb/>ἀπόκρισιν, ἣν γράψας
                        ἔδωκε καὶ ἐκέλευσεν ἐς σὸν οἶκον πέμπειν. <lb/>Φέροντα οὖν ἀπέστειλά σοι
                        φάναι Γυμνάσβην Διευτύχη. <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Βασιλεὺς βασιλέων μέγας Ἀρταξέρξης Κῴοις <lb/>τάδε λέγει.</p><p>Δότε ἐμοῖς ἀγγέλοις Ἱπποκράτην ἰητρὸν κακοὺς τρόπους ἔχοντα <lb/>καὶ εἰς ἐμὲ
                        καὶ εἰς Πέρσας ἀσελγαίνοντα. Εἰ δὲ μὴ, γνώσεσθε καὶ <lb/>τῆς πρώτης ἁμαρτίας
                        τιμωρίην τίσοντες· δηϊώσας γὰρ τὴν ὑμετέρην <lb/>πόλιν καὶ νῆσον κατασπάσας
                        εἰς πέλαγος, ποιήσω μηδὲ ἐς <lb/>τὸν ἐπίλοιπον χρόνον γνῶναι, εἰ ἦν ἐπὶ
                        τούτῳ τῷ τόπῳ νῆσος ἢ <lb/>πόλις Κῶ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἀπόκρισις Κῴων.</p><p>Ἔδοξε τῷ δάμῳ ἀποκρίνασθαι τοῖς παρὰ Ἀρταξέρξου ἀγγέλοις, <pb n="320"/> ὅτι
                        Κῷοι οὐδὲν ἀνάξιον πράξουσιν οὔτε Μέροπος οὔτε Ἡρακλέους <lb/>οὔτε
                        Ἀσκληπιοῦ, ὧν ἕνεκεν πάντες οἱ πολῖται οὐ δώσουσιν Ἱπποκράτεα, <lb/>οὐδὲ εἰ
                        μέλλοιεν ὀλέθρῳ τῷ κακίστῳ ἀπολεῖσθαι. Καὶ γὰρ <lb/>Δαρείου καὶ Ξέρξου ἀπὸ
                        πατέρων ἐπιστολὰς γραψάντων γαῖαν καὶ <lb/>ὕδωρ αἰτεόντων, οὐκ ἔδωκεν ὁ
                        δᾶμος, ὁρέων αὐτοὺς ὁμοίως τοῖς <lb/>ἄλλοις ἀνθρώποις θνητοὺς ἐόντας· καὶ
                        νῦν τὰν αὐτὰν ἀπόκρισιν <lb/>διδοῖ. Ἀπὸ Κῴων ἀναχωρεῖτε, ὅτι Ἱπποκράτην οὐ
                        δίδοντι ἔκδοτον. <lb/>Ἀπαγγέλλετε οὖν αὐτῷ οἱ ἄγγελοι ὅτι οὐδ’ οἱ θεοὶ
                        ἀμελήσουσιν <lb/>ἁμέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἀβδηριτῶν ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος Ἱπποκράτει <lb/>χαίρειν.</p><p>Κινδυνεύεται τὰ μέγιστα τῇ πόλει νῦν, Ἱππόκρατες, ἀνὴρ τῶν <lb/>ἡμετέρων, ὃς
                        καὶ τῷ παρόντι χρόνῳ καὶ τῷ μέλλοντι αἰεὶ κλέος <lb/>ἠλπίζετο τῇ πόλει· μηδὲ
                        νῦν ὅδε, πάντες θεοὶ, φθονηθείη· οὕτως <lb/>ὑπὸ πολλῆς τῆς κατεχούσης αὐτὸν
                        σοφίης νενόσηκεν, ὥστε φόβος οὐχ <lb/>ὁ τυχὼν, ἂν φθαρῇ τὸν λογισμὸν
                        Δημόκριτος, ὄντως δὴ τὴν πόλιν <lb/>ἡμῶν Ἀβδηριτῶν καταλειφθήσεσθαι.
                        Ἐκλαθόμενος γὰρ ἁπάντων καὶ <lb/>ἑωυτοῦ πρότερον, ἐγρηγορὼς καὶ νύκτα καὶ
                        ἡμέρην, γελῶν ἕκαστα <lb/>μικρὰ καὶ μεγάλα, καὶ μηδὲν οἰόμενος εἶναι τὸν
                        βίον ὅλον διατελεῖ. <lb/>Γαμεῖ τις, ὁ δὲ ἐμπορεύεται, ὁ δὲ δημηγορεῖ, ἄλλος
                        ἄρχει, πρεσβεύει, <lb/>χειροτονεῖται, ἀποχειροτονεῖται, νοσεῖ, τιτρώσκεται,
                            <pb n="322"/> τέθνηκεν, ὁ δὲ γελᾷ πάντα, τοὺς μὲν κατηφεῖς τε καὶ
                        σκυθρωποὺς, <lb/>τοὺς δὲ χαίροντας ὁρῶν. Ζητεῖ δὲ ὁ ἀνὴρ καὶ περὶ τῶν ἐν
                        ᾍδου, <lb/>καὶ γράφει ταῦτα, καὶ εἰδώλων φησὶ πλήρη τὸν ἠέρα εἶναι, καὶ
                        <lb/>ὀρνέων φωνὰς ὠτακουστεῖ, καὶ πολλάκις νύκτωρ ἐξαναστὰς μοῦνος
                        <lb/>ἡσυχῇ ᾠδὰς ᾄδοντι ἔοικε, καὶ ἀποδημεῖν ἐνίοτε λέγει ἐς τὴν ἀπειρίην,
                        <lb/>καὶ Δημοκρίτους εἶναι ὁμοίους ἑωυτῷ ἀναριθμήτους, καὶ συνδιεφθορὼς
                        <lb/>τῇ γνώμῃ τὸ χρῶμα ζῇ. Ταῦτα φοβούμεθα, Ἱππόκρατες, <lb/>ταῦτα
                        ταραττόμεθα, ἀλλὰ σῶζε, καὶ ταχὺς ἐλθὼν νουθέτησον τὴν <lb/>ἡμῶν πατρίδα,
                        μηδὲ ἡμᾶς ἀποβάλῃς· καὶ γὰρ οὐδὲ ἀπόβλητοί <lb/>ἐσμεν, καὶ ἐν ἡμῖν μαρτυρία
                        κεῖται. Οὐκ ἂν ἁμάρτοις οὔτε δόξης <lb/>τῆς ἐπ’ αὐτῷ περισωθέντι οὔτε
                        χρημάτων οὔτε παιδείας, καίτοι τὰ <lb/>παιδείης πολλῷ σοι βελτίω τῶν τῆς
                        τύχης. Ἀλλ’ οὖν καὶ ταῦτα <lb/>συχνὰ παρ’ ἡμῶν καὶ ἄφθονα γενήσεται. Τῆς γὰρ
                        Δημοκρίτεω <lb/>ψυχῆς, ἀλλ’ οὐδ’ εἰ χρυσὸς ἦν, ἡ πόλις ἀνταξία σου ἐλεύσιος,
                        οὐδ’ <lb/>ὁτιοῦν ἀφυστερήσαντος. Τοὺς νόμους ἡμῶν δοκοῦμεν νοσεῖν,
                        Ἱππόκρατες, <lb/>τοὺς νόμους παρακόπτειν. Ἴθι θεραπεύσων, ἀνδρῶν φέριστε,
                        <lb/>ἄνδρα ἀρίσημον, οὐκ ἰητρὸς, ἀλλὰ κτίστης ἐὼν ὅλης τῆς Ἰωνίης,
                        <lb/>περιβάλλων ἡμῖν ἱερώτερον τεῖχος. Πόλιν, οὐκ ἄνδρα θεραπεύσεις,
                        <lb/>βουλὴν δὲ νοσοῦσαν καὶ κινδυνεύουσαν ἀποκλεισθῆναι, μέλλεις ἀνοιγνύναι,
                        <lb/>αὐτὸς νομοθέτης, αὐτὸς δικαστὴς, αὐτὸς ἄρχων, αὐτὸς σωτὴρ, <lb/>καὶ
                        τούτων τεχνίτης ἀφίξῃ. Ταῦτά σε προσδοκῶμεν, Ἱππόκρατες, <lb/>ταῦτα καὶ
                        γένοιο ἐλθών. Μία πόλεων οὐκ ἄσημος, μᾶλλον δὲ <pb n="324"/> ἡ Ἑλλὰς ὅλη
                        δεῖται σου φυλάξαι σῶμα σοφίης. Αὐτὴν δὲ δόκει <lb/>παιδείαν πρεσβεύειν πρὸς
                        σὲ τῆς παρακοπῆς ταύτης ἀπαλλαγῆναι <lb/>δεομένην. Ξυγγενὲς μὲν οὖν, ὡς
                        ἔοικε, πᾶσι σοφίη, τοῖς δ’ ἐγγυτέρω <lb/>κεχωρηκόσιν αὐτῆς ὥσπερ ἡμῖν καὶ
                        μάλα πλέον. Εὖ ἴσθι, χαριεῖ <lb/>καὶ τῷ μέλλοντι αἰῶνι μὴ προεκλιπὼν
                        Δημόκριτον ἧς ἐλπίζει προτερήσειν <lb/>ἀληθείης. Σὺ γὰρ Ἀσκληπιῷ
                        προσπέπλεξαι γένος καὶ τέχνην, <lb/>ὁ δὲ Ἡρακλέους ἔστιν ἀδελφιδοῦς, ἀφ’ οὗ
                        Ἄβδηρος, ὥς που <lb/>πυνθάνῃ πάντως, ᾧ ἐπώνυμος ἡ πόλις, ὥστε κᾀκείνῳ χάρις
                        ἡ Δημοκρίτου <lb/>γένοιτ’ ἄν ἴησις. Ὁρῶν οὖν, ὦ Ἱππόκρατες, εἰς ἀναισθησίαν
                        <lb/>ἀποῤῥέοντα καὶ δῆμον καὶ ἄνδρα ἀρίσημον, σπεῦδε πρὸς ἡμέας, δεόμεθα.
                        <lb/>Φεῦ, ὡς καὶ τὰ ἀγαθὰ περιττεύσαντα νοῦσοι τυγχάνουσιν· <lb/>ὁ
                        Δημόκριτος γὰρ ὅσον ἐῤῥώσθη πρὸς ἄκρα σοφίης, ἴσα κινδυνεύει <lb/>νῦν
                        ἀποπληξίᾳ διανοίας καὶ ἠλιθιότητι κεκακῶσθαι. Οἱ δ’ ἄλλοι ὅσοι <lb/>πολλοὶ
                        εἰσὶν Ἀβδηριτῶν, μείναντες ἐν ἀπαιδευσίῃ, τόν γε κοινὸν <lb/>κατέχουσι νοῦν,
                        ἀλλὰ νῦν γε φρονιμώτεροι νοῦσον σοφοῦ κρίνειν, οἱ <lb/>πρὶν ἄφρονες. Ἴθι οὖν
                        μετὰ Ἀσκληπιοῦ πατρὸς, ἴθι μετὰ Ἡρακλέους <lb/>θυγατρὸς Ἠπιόνης, ἴθι μετὰ
                        παίδων τῶν ἐπὶ Ἴλιον στρατευσαμένων, <lb/>ἴθι νῦν παιώνια νούσου φέρων ἄκη.
                        Εὐκαρπήσει δὲ γῆ <lb/>ῥίζας καὶ βοτάνας, ἀλεξιφάρμακα μανίης ἄνθη· σχεδὸν
                        οὐδέποτε <lb/>γονιμώτερον εὐφορήσουσιν οὔτε γῆ οὔτε ὀρέων ἀκρώρειαι ἢ νῦν
                        <lb/>Δημοκρίτῳ τὰ πρὸς τὴν ὑγείην. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἱπποκράτης Ἀβδηριτῶν τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν.</p><p>Ὁ πολίτης ὑμέων Ἀμελησαγόρης ἦλθεν ἐς Κῶ, καὶ ἔτυχε τότ’ <pb n="326"/> ἐοῦσα
                        τῆς ῥάβδου ἡ ἀνάληψις ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρῃ καὶ ἐτήσιος ἑορτὴ, <lb/>ὡς ἴστε,
                        πανήγυρις ἡμῖν καὶ πομπὴ πολυτελὴς ἐς κυπάρισσον, ἣν <lb/>ἔθος ἀνάγειν τοῖς
                        τῷ θεῷ προσήκουσιν. Ἐπεὶ δὲ σπουδάζειν ἐῴκει <lb/>καὶ ἐκ τῶν λόγων καὶ ἐκ
                        τῆς πρσσόψιος ὃ Ἀμελησαγόρης, πεισθεὶς, <lb/>ὅπερ ἦν, ἐπείγειν τὸ πρῆγμα,
                        ἀνέγνων τε ὑμέων τὴν ἐπιστολὴν, <lb/>καὶ ἐθαύμασά ὅτε περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου ὡς
                        εἷς ἄνθρωπος ἡ πόλις <lb/>θορυβεῖσθε. Μακάριοί γε δῆμοι ὁκόσοι ἴσασι τοὺς
                        ἀγαθοὺς ἄνδρας <lb/>ἐρύματα ἑωυτῶν, καὶ οὐ τοὺς πύργους οὐδὲ τὰ τείχεα, ἀλλὰ
                        σοφῶν <lb/>ἀνδρῶν σοφὰς γνώμας. Ἐγὼ δὲ πειθόμενος τέχνας μὲν εἶναι θεῶν
                        <lb/>χάριτας, ἀνθρώπους δὲ ἔργα φύσιος, καὶ μὴ νεμεσήσητε, ἄνδρες
                        <lb/>Ἀβδηρῖται, οὐχ ὑμᾶς δοκέω, ἀλλὰ φύσιν αὐτὴν καλέειν με ἀνασώσασθαι
                        <lb/>ποίημα ἑωυτῆς, κινδυνεῦον ὑπὸ νόσου διαπεσεῖν. Ὥστε πρὸ <lb/>ὑμέων ἐγὼ
                        νῦν φύσει καὶ θεοῖς ὑπακούων σπεύδω νοσέοντα Δημόκριτον <lb/>ἰήσασθαι, εἴπερ
                        δὴ καὶ τοῦτο νοῦσος ἐστὶν, ἀλλὰ μὴ ἀπάτῃ <lb/>συσκιάζεσθε, ὅπερ εὔχομαι· καὶ
                        γένοιτο πλέον τῆς ἐν ὑμῖν εὐνοίας τεκμήριον <lb/>καὶ πρὸς ὑπόνοιαν
                        ταραχθῆναι. Ἀργύριον δὲ μοι ἐρχομένῳ <lb/>οὔτ’ ἂν φύσις οὔτ’ ἂν θεὸς
                        ὑπόσχοιτο, ὥστε μηδ’ ὑμεῖς, ἀνέρες Ἀβδηρῖται, <lb/>βιάζεσθε, ἀλλ’ ἐᾶτε
                        ἐλευθέρης τέχνης ἐλεύθερα καὶ τὰ ἔργα. <lb/>Οἱ δὲ μισθαρνεῦντες δουλεύειν
                        ἀναγκάζουσι τὰς ἐπιστήμας, ὥσπερ <lb/>ἐξανδραποδίζοντες αὐτὰς ἐκ τῆς
                        προτέρης παῤῥησίης· εἶθ’ ὡς εἰκὸς <lb/>καὶ ψεύσαιντο ἂν ὡς περὶ μεγάλης
                        νούσου, καὶ ἀρνηθεῖεν ἂν ὡς περὶ <pb n="328"/> σμικρῆς, καὶ οὐκ ἂν ἔλθοιεν
                        ὑποσχόμενοι, καὶ πάλιν ἔλθοιεν μὴ <lb/>κληθέντες. Οἰκτρός γε ὁ τῶν ἀνθρώπων
                        βίος, ὅτι δι’ ὅλου αὐτοῦ ὡς <lb/>πνεῦμα χειμέριον ἡ ἀφόρητος φιλαργυρίη
                        διαδέδυκεν, ἐφ’ ἣν εἴθε <lb/>μᾶλλον ἄπαντες ἰητροὶ ξυνῄεσαν ἐλθόντες
                        ἀποθεραπεῦσαι χαλεπωτέρην <lb/>μανίης νοῦσον, ὅτι καὶ μακαρίζεται νοῦσος
                        ἐοῦσα καὶ κακοῦσα. <lb/>Οἶμαι δὲ ἔγωγε καὶ τὰ τῆς ψυχῆς νουσήματα πάντα
                        μανίας εἶναι <lb/>σφοδρὰς ἐμποιούσας δόξας τινὰς καὶ φαντασίας τῷ λογισμῷ,
                        ὧν ὁ <lb/>δι’ ἀρετῆς ἀποκαθαρθεὶς ὑγιάζεται. Ἐγὼ δὲ εἰ πλουτέειν ἐξ ἅπαντος
                        <lb/>ἐβουλόμην, ὦ ἄνδρες Ἀβδηρῖται, οὐκ ἂν εἵνεκα δέκα ταλάντων διέβαινον
                        <lb/>πρὸς ὑμέας, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν μέγαν ἂν ἠρχόμην Περσέων βασιλέα, <lb/>ἔνθα
                        πόλιες ὅλαι προσῄεσαν τῆς ἐξ ἀνθρώπων εὐδαιμονίης <lb/>γεγεμισμέναι· ἰῴμην
                        δ’ ἂν τὸν ἐκεῖ λοιμὸν ἀνιὼν, ἀλλ’ ἀπηρνησάμην <lb/>ἐχθρὴν Ἑλλάδι χώρην
                        ἐλευθερῶσαι κακῆς νούσου, κᾀγὼ τό <lb/>γε ἐπ’ ἐμοὶ καταναυμαχῶν τοὺς
                        βαρβάρους· εἶχον δ’ ἂν αἰσχύνην <lb/>τὸν παρὰ βασιλέως πλοῦτον καὶ πατρίδος
                        ἐχθρὴν περιουσίην, περιεκείμην <lb/>δ’ ἂν αὐτὰ, ὡς ἑλέπολις τῆς Ἑλλάδος
                        ὑπάρχων. Οὐκ ἔστι <lb/>πλοῦτος τὸ πανταχόθεν χρηματίζεσθαι· μεγάλα γὰρ ἱερὰ
                        τῆς ἀρετῆς <lb/>ἐστὶν ὑπὸ δικαιοσύνης οὐ κρυπτόμενα, ἀλλ’ ἐμφανέα ἐόντα· ἢ
                        οὐκ <lb/>οἴεσθε ἴσον ἁμάρτημα εἶναι σώζειν πολεμίους καὶ φίλους ἰᾶσθαι
                        <lb/>μισθοῦ; ἀλλ’ οὐχ ὧδε ἔχει τὰ ἡμέτερα, ὦ δῆμε, οὐ καρποῦμαι νούσους,
                        <lb/>οὐδὲ δι’ εὐχῆς ἤκουσα τὴν Δημοκρίτεω παράκρουσιν, ὃς, εἴτε
                        <lb/>ὑγιαίνει, φίλος ἔσται, εἴτε νοσέει, θεραπευθεὶς, πλέον ὑπάρξει.
                        Πυνθάνομαι <pb n="330"/> δὲ αὐτὸν ἐμβριθέα καὶ στεῤῥὸν τὰ ἤθεα, καὶ τῆς
                        ὑμετέρης <lb/>πόλιος ἐόντα κόσμον. Ἔῤῥωσθε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἱπποκράτης Φιλοποίμενι χαίρειν.</p><p>Οἱ τὴν τῆς πόλιος ἐπιστολὴν ἀποδόντες μοι πρέσβεις καὶ τεὴν <lb/>ἀπέδοσαν,
                        ἥσθην τε κάρτα καὶ ξενίην ὑπισχνεομένου σέο καὶ τὴν <lb/>ἑτέρην διαίτην.
                        Ἔλθοιμεν δ’ ἂν αἰσίῃ τύχῃ, καὶ ἀφιξόμεθα ὡς <lb/>ὑπολαμβάνομεν χρηστοτέρῃσιν
                        ἐλπίσιν [ἢ] ὡς ἐν τῇ γραφῇ παραδεδήλωται, <lb/>οὐ μανίην ἀλλὰ ψυχῆς τινὰ
                        ῥῶσιν ὑπερβάλλουσαν διασαφηνέοντος <lb/>τοῦ ἀνδρὸς, μήτε παίδων μήτε
                        γυναικὸς μήτε ξυγγενέων <lb/>μήτε οὐσίης μήτε τινὸς ὅλως ἐν φροντίδι ἐόντος,
                        ἡμέρην δὲ καὶ εὐφρόνην <lb/>πρὸς ἑωυτῷ καθεστεῶτος καὶ ἰδιάζοντος, τὰ μὲν
                        πολλὰ ἐν <lb/>ἄντροισι καὶ ἐρημίῃσιν ἢ ἐν ὑποσκιάσεσι δενδρέων, ἢ ἐν
                        μαλθακῇσι <lb/>ποίῃσιν, ἢ παρὰ συχνοῖσιν ὑδάτων ῥείθροισιν. Συμβαίνει μὲν
                        <lb/>οὖν τὰ πολλὰ τοῖσι μελαγχολῶσι τὰ τοιαῦτα· σιγηροί τε γὰρ <lb/>ἐνίοτε
                        εἰσὶ καὶ μονήρεες, καὶ φιλέρημοι τυγχάνουσιν· ἀπανθρωπέονταί <lb/>τε
                        ξύμφυλον ὄψιν ἀλλοτρίην νομίζοντες· οὐκ ἀπεοικὸς δὲ <lb/>καὶ τοῖσι περὶ
                        παιδείην ἐσπουδακόσι τὰς ἄλλας φροντίδας ὑπὸ μιῆς <lb/>τῆς ἐν σοφίῃ
                        διαθέσιος σεσοβῆσθαι. Ὥσπερ γὰρ δμῶές τε καὶ <lb/>δμωΐδες ἐν τῇσιν οἰκίῃσι
                        θορυβέοντες καὶ στασιάζοντες, ὁκόταν ἐξαπιναίως <lb/>αὐτοῖσιν ἡ δέσποινα
                        ἐπιστῇ, πτοηθέντες ἀφησυχάζουσι, <lb/>παραπλησίως καὶ αἱ λοιπαὶ κατὰ ψυχὴν
                        ἐπιθυμίαι ἀνθρώποισι κακῶν <lb/>ὑπηρέτιδες· ἐπὴν δὲ σοφίης ὄψις ἑωυτέην
                        ἐπιστήσῃ, ὡς δοῦλα τὰ <lb/>λοιπὰ πάθεα ἐκκεχώρηκεν. Ποθέουσι δ’ ἄντρα καὶ
                        ἡσυχίην οὐ πάντως <pb n="332"/> οἱ μανέντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τῶν ἀνθρωπίνων
                        πρηγμάτων ὑπερφρονήσαντες <lb/>ἀταραξίης ἐπιθυμίῃ· ὁκόταν γὰρ ὁ νοῦς ὑπὸ τῶν
                        ἔξω <lb/>φροντίδων κοπτόμενος ἀναπαῦσαι θελήσῃ τὸ σῶμα, τότε ταχέως ἐς
                        <lb/>ἡσυχίην μετήλλαξεν, εἶτα ἀναστὰς ὄρθριος ἐν ἑωυτῷ περιεσκόπει
                        <lb/>κύκλῳ χωρίον ἀληθείης, ἐν ᾧ οὐ πατὴρ, οὐ μήτηρ, οὐ γυνὴ, οὐ τέκνα,
                        <lb/>οὐ κασίγνητος, οὐ ξυγγενέες, οὐ δμῶες, οὐ τύχη, οὐχ ὅλως οὐδὲν <lb/>τῶν
                        θόρυβον ἐμποιησάντων· πάντα δ’ ἀποκεκλεισμένα τὰ ταράσσοντα <lb/>ἕστηκεν ὑπὸ
                        φόβου, οὐδὲ πλησιάσαι τολμέοντα ὑπ’ εὐλαβείης τῶν <lb/>αὐτόθι ἐνοικεόντων·
                        οἰκέουσι δὲ τὸ χωρίον ἐκεῖνο καὶ τέχναι καὶ <lb/>ἀρεταὶ παντοῖαι καὶ θεοὶ
                        καὶ δαίμονες καὶ βουλαὶ καὶ γνῶμαι. Καὶ <lb/>ὁ μέγας πόλος ἐν ἐκείνῳ τῷ
                        χωρίῳ τοὺς πολυκινήτους ἀστέρας κατέστεπται, <lb/>εἰς ὃ τάχα καὶ Δημόκριτος
                        ὑπὸ σοφίης μετῴκισται· εἶτ’ <lb/>οὐκ ἔτι ὁρέων τοὺς ἐν τῇ πόλει, ἅτε τηλοῦ
                        ἐκδεδημηκὼς, δοξάζεται <lb/>μανίης νοῦσον διὰ τὸ φιλέρημον· σπεύδουσι δὲ
                        Ἀβδηρῖται ἀργυρίου <lb/>ἐξελεγχθῆναι, ὅτι οὐ ξυνιᾶσι Δημόκριτον. Ἀλλὰ σύ γε
                        ἡμῖν κατάρτυε <lb/>τὴν ξενίην, ὦ ἑταῖρε Φιλοποίμην· οὐ γὰρ ἐθέλω τεταραγμένῃ
                        τῇ <lb/>πόλι παρασχεῖν ὄχλησιν, ἐκ παλαιοῦ ἴδιον ἔχων ξένον σε, ὡς οἶσθα.
                        <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἱπποκράτης Διονυσίῳ χαίρειν.</p><p>Ἢ περίμεινόν με ἐν Ἁλικαρνασσῷ, ἢ φθάσον αὐτὸς ἐλθεῖν, <lb/>ὦ ἑταῖρε· κατὰ
                        πᾶσαν γὰρ ἀνάγκην ἀπιτέον εἰς Ἄβδηράν μοι Δημοκρίτεω <pb n="334"/> χάριν,
                        ἐφ’ ὃν νοσέοντα μετεπέμψατό με ἡ πόλις. Ἄλεκτος <lb/>γάρ τις ἡ συμπαθείη τῶν
                        ἀνθρώπων, Διονύσιε· ὡς μία ψυχὴ ξυννοσέει <lb/>τῷ πολίτῃ· ὥστε μοι δοκέουσι
                        καὶ αὐτοὶ θεραπείης δέεσθαι. <lb/>Ἐγὼ δὲ οἶμαι οὐδὲ νοῦσον αὐτὴν εἶναι, ἀλλ’
                        ἀμετρίην παιδείης, οὐκ <lb/>οὖσάν γε τῷ ὄντι ἀμετρίην, ἀλλὰ νομιζομένην
                        τοῖσιν ἰδιώτῃσιν, ἐπεὶ <lb/>οὐδέποτε βλαβερὸν τῆς ἀρετῆς τὸ ἄμετρον. Δόξα δὲ
                        νούσου γίνεται τὸ <lb/>ὑπερβάλλον διὰ τὴν τῶν κρινόντων ἀπαιδευσίην·
                        δοκιμάζει δὲ ἕκαστος <lb/>ἐξ ὧν αὐτὸς οὐκ ἔχει, τὸ ἐν ἄλλῳ πλεονάζον
                        περισσεύειν· ὥς που <lb/>καὶ ὁ δειλὸς ἀμετρίην τὴν ἀνδρείην ὑπείληφε, καὶ ὁ
                        φιλάργυρος τὴν <lb/>μεγαλοψυχίην, καὶ πᾶσα ἔλλειψις ὑπερβάλλειν δοκέει τὸ
                        ἀρετῆς ξύμμετρον. <lb/>Ἐκεῖνον μὲν οὖν αὐτὸν ἰδόντες μετὰ τῆς ἐνθένδε
                        προγνώσιος, <lb/>καὶ ἀκούσαντες τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄμεινον εἰσόμεθα. Σὺ δὲ
                        ἔπειξον, <lb/>ὦ Διονύσιε, αὐτὸς παραγενέσθαι· βούλομαι γὰρ ἐνδιατρῖψαί σε
                        <lb/>τῇ πατρίδι μου, μέχρις ἂν ἐπανέλθω, ὅκως τῶν ἡμετέρων φροντιεῖς
                        <lb/>καὶ πρῶτον ἡμέων τῆς πόλιος· ἐπειδὴ οὐκ οἶδ’ ὅκως ἐκ συντυχίης
                        <lb/>ὑγιεινὸν τὸ ἔτος ἐστὶ καὶ τὴν ἀρχαίην φύσιν ἔχον· ὥστε οὐδὲ πολλαὶ
                        <lb/>παρενοχλήσουσι νοῦσοι· πλὴν ὅμως πάριθι. Οἰκήσεις δὲ τὴν ἐμὴν
                        <lb/>οἰκίην ὑπερευκαιρέουσαν, ἅτε καὶ τοῦ γυναίου μένοντος πρὸς τοῦς
                        <lb/>γονέας διὰ τὴν ἐμὴν ἐκδημίην. Ἐπισκόπει δὲ ὅμως καὶ τὰ ἐκεινης,
                        <lb/>ὅκως διάγῃ σωφρόνως καὶ μὴ τῇ τοῦ ἀνδρὸς ἀπουσίῃ ἄλλους <lb/>ἄνδρας
                        νομίσῃ· κόσμιον μὲν γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἦν, καὶ γονέας ἀστείους <lb/>εἶχεν, τὸν δὲ
                        πατέρα ἐκτόπως ἀνδρικόν τε καὶ μάλα μισοπόνηρον <pb n="336"/> ὑπερφυῷς
                        γερόντιον. Ἀλλ’ ὅμως αἰεὶ χρῄζει γυνὴ σωφρονίζοντος, <lb/>ἔχει γὰρ φύσει τὸ
                        ἀκόλαστον ἐν ἑωυτέῃ, ὅπερ, εἰ μὴ καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐπικόπτοιτο, ὡς τὰ δένδρα
                        καθυλομανέει. Ἐγὼ δὲ φίλον οἴομαι <lb/>ἀκριβέστερον γονέων ἐς φυλακὴν
                        γυναικός· οὐ γὰρ ὡς ἐκείνοισι καὶ <lb/>τουτέῳ ξυνοικέει πάθος εὐνοίης, δι’
                        οὗ πολλάκις ἐπισκιάζονται τὴν <lb/>νουθεσίην· φρονιμώτερον δὲ ἐν παντὶ τὸ
                        ἀπαθέστερον, ἅτε μὴ ἐπικλώμενον <lb/>ὑπ’ εὐνοίης. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἱπποκράτης Δαμαγήτῳ χαίρειν.</p><p>Οἰδα παρὰ σοὶ γενόμενος ἐν Ῥόδῳ, Δαμάγητε, τὴν ναῦν ἐκείνην, <lb/>ἅλιος
                        ἐπιγραφὴ ἦν αὐτῇ, πάγκαλόν τινα καὶ εὔπρυμνον, ἱκανῶς τε <lb/>τετροπισμένην,
                        καὶ διάβασιν εἶχε πολλήν· ἐπῄνεις δὲ καὶ τὸ ναυτικὸν <lb/>αὐτῆς ὡς ὀξὺ καὶ
                        ἀσφαλὲς καὶ εὔτεχνον ὑπουργῆσαι, καὶ τοῦ <lb/>πλοῦ τὴν εὐδρομίην. Ταύτην
                        ἔκπεμψον ἡμῖν, ἀλλ’ εἰ οἷόν τε, μὴ <lb/>κώπαις, ἀλλὰ πτεροῖς ἐρετμώσας
                        αὐτὴν· ἐπείγει γὰρ τὸ πρῆγμα, φιλότης, <lb/>καὶ μάλα εἰς Ἄβδηρα διαπλεῦσαι
                        πάνυ ταχέως· βούλομαι γὰρ <lb/>νοσέουσαν ἰήσασθαι πόλιν διὰ νοσέοντα ἕνα
                        Δημόκριτον. Ἀκούεις <lb/>που τἀνδρὸς τὸ κλέος, τοῦτον ἡ πατρὶς ᾐτίηται μανίῃ
                        κεκακῶσθαι· <lb/>ἐγὼ δὲ βούλομαι, μᾶλλον δὲ εὔχομαι, μὴ ὄντως αὐτὸν
                        παρακόπτειν, <lb/>ἀλλ’ ἐκείνοισι δόξαν εἶναι. Γελῇ, φασὶν, αἰεὶ καὶ οὐ
                        παύεται γελῶν <pb n="338"/> ἐπὶ παντὶ πρήγματι, καὶ σημεῖον αὐτοῖσι μανίης
                        τοῦτο δοκέει· <lb/>ὅθεν λέγε τοῖσιν ἐν Ῥόδῳ φίλοισι μετριάζειν αἰεὶ, καὶ μὴ
                        πολλὰ <lb/>γελῇν, μηδὲ πολλὰ σκυθρωπάζειν, ἀλλὰ τουτέων ἀμφοῖν τὸ μέτριον
                        <lb/>κτήσασθαι, ἵνα τοῖς μὲν χαριέστατος εἶναι δόξειας, τοῖς δὲ φροντιστὴς
                        <lb/>περὶ ἀρετῆς μερμηρίζων. Ἔνι μέντοι τι, Δαμάγητε, κακὸν, <lb/>παρ’
                        ἕκαστον αὐτοῦ γελῶντος· εἰ γὰρ ἡ ἀμετρίη φλαῦρον, τὸ διὰ <lb/>παντὸς
                        φλαυρότερον. Καὶ εἴποιμ’ ἂν αὐτῷ· Δημόκριτε, καὶ νοσέοντος <lb/>καὶ
                        κτεινομένου καὶ τεθνεῶτος καὶ πολιορκουμένου καὶ παντὸς <lb/>ἐμπίπτοντος
                        κακοῦ, ἕκαστον τῶν πρησσομένων ὕλη σοι γέλωτος <lb/>ὑπόκειται. Οὐ θεομαχεῖς
                        δὲ, εἰ δύο ἐόντων ἐν κόσμῳ, χαρᾶς καὶ <lb/>λύπης, σὺ θάτερον αὐτῶν
                        ἐκβέβληκας; μακάριός τ’ ἂν ᾖς, ἀλλ’ <lb/>ἀδύνατον, εἰ μήτε μήτηρ σοι
                        νενόσηκε, μήτε πατὴρ, μήτε τὰ ὕστερον <lb/>τέκνα ἢ γυνὴ ἢ φίλος, ἀλλὰ διὰ
                        τὸν σὸν γέλωτα ἕνα διασώζεται <lb/>εὐτυχῶς πάντα. Ἀλλὰ νοσεόντων γελᾷς,
                        ἀποθνησκόντων χαίρεις, <lb/>εἴ τί που πύθοιο κακὸν, εὐφραίνῃ· ὡς πονηρότατος
                        εἶ, ὦ Δημόκριτε, <lb/>καὶ πόῤῥω γε σοφίης, εἰ νομίζεις αὐτὰ μηδὲ κακὰ εἶναι·
                        <lb/>μελαγχολᾷς οὖν, Δημόκριτε, κινδυνεύων καὶ αὐτὸς Ἀβδηρίτης <lb/>εἶναι,
                        φρονιμωτέρη δὲ ἡ πόλις. Ἀλλὰ περὶ μὲν δὴ τουτέων ἀκριβέστερον <lb/>ἐκεῖ
                        λέξομεν, Δαμάγητε· ἡ δὲ ναῦς καὶ τὸν χρόνον τοῦτον <lb/>ὃν ἐπιστέλλω σοι
                        χρονίζει. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἱπποκράτης Φιλοποίμενι χαίρειν.</p><p>Σύννους καὶ πεφροντικὼς ὑπὲρ Δημοκρίτεω, αὐτέῃ ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ
                        <lb/>καταδαρθὼν, πρὸς ἀρχομένην τὴν ἕω ὄναρ ἐφαντάσθην· ἐξ οὗ νομίζω
                        <lb/>κάρτα μηδὲν ἐπισφαλὲς γεγενῆσθαι· ἐκπλαγὴς γὰρ διηγέρθην. <pb n="340"/>
                        Ἐδόκεον γὰρ αὐτὸν τὸν Ἀσκληπιὸν ὁρῇν, φαίνεσθαί τε αὐτόν πλησίον· <lb/>ἤδη
                        δὲ πρὸς τῇσι τῶν Ἀβδηριτέων πύλῃσιν ἐτυγχάνομεν. Ὁ <lb/>δὲ Ἀσκληπιὸς, οὐχ ὡς
                        εἰώθεσαν αὐτέου αἱ εἰκόνες, μείλιχός τε καὶ <lb/>πρᾶος ἰδέσθαι κατεφαίνετο,
                        ἀλλὰ διεγηγερμένος τῇ σχέσει καὶ ἰδέσθαι <lb/>φοβερώτερος· εἵποντο δὲ αὐτῷ
                        δράκοντες, χρῆμά τι ἑρπετῶν ὑπερφυὲς, <lb/>ἐπειγόμενοι δὲ καὶ αὐτοὶ μακρῷ τῷ
                        ἐπισύρματι, καί τι φρικῶδες <lb/>ὡς ἐν ἐρημίῃσι καὶ νάπῃσι κοίλῃσιν
                        ὑποσυρίζοντες· οἱ δὲ <lb/>κατόπιν ἑταῖροι κίστας φαρμάκων εὖ μάλα
                        περιεσφηκωμένας <lb/>ἔχοντες ᾔεσαν. Ἔπειτα ὤρεξέ μοι τὴν χεῖρα ὁ θεός· κᾀγὼ
                        λαβόμενος <lb/>ἀσμένως ἐλιπάρεον ξυνέρχεσθαι, καὶ μὴ καθυστερέειν μου τῆς
                        <lb/>θεραπείης· ὁ δὲ, οὐδέν τι, ἔφη, ἐν τῷ παρεόντι ἐμεῦ χρῄζεις, ἀλλά σε
                        <lb/>αὕτη τὰ νῦν ξεναγήσει θεὸς κοινὴ ἀθανάτων τε καὶ θνητῶν. Ἐγὼ δὲ
                        <lb/>ἐπιστραφεὶς ὁρέω γυναῖκα καλήν τε καὶ μεγάλην ἀφελὲς πεπλοκισμένην,
                        <lb/>λαμπρείμονα· διέλαμπον δ’ αὐτέης οἱ τῶν ὀμμάτων κύκλοι <lb/>καθαρόν τι
                        φῶς, οἷον ἀστέρων μαρμαρυγὰς δοκέειν. Καὶ ὁ μὲν <lb/>δαίμων ἐχωρίσθη· κείνη
                        δὲ ἡ γυνὴ πιέσασά με τοῦ καρποῦ μαλθακῇ <lb/>τινι εὐτονίῃ, διὰ τοῦ ἄστεος
                        ἦγε φιλοφρονεομένη· ὡς δὲ πλησίον <lb/>τῆς οἰκίης ἦμεν, ἵνα τὴν ξενίην
                        ἐδόκεον εὐτρεπίσθαι, ἀπῄει ὡς φάσμα, <lb/>οἶον εἰποῦσα· αὔριόν σε παρά
                        Δημοκρίτεω καταλήψομαι. Ἤδη δὲ <lb/>αὐτῆς μεταστρεφομένης, δέομαι, φημὶ,
                        ἀρίστη, τίς εἶ καὶ τίνα σε <lb/>καλέομεν; ἡ δὲ, Ἀλήθεια, ἔφη· αὕτη δὲ ἣν
                        προσιεῦσαν ὁρῇς, καὶ· <pb n="342"/> ἐξαίφνης ἑτέρη τις κατεφαίνετό μοι, οὐκ
                        ἀκαλλὴς μὲν οὐδ’ αὐτὴ, <lb/>θρασυτέρη δὲ ἰδέσθαι καὶ σεσοβημένη, Δόξα, ἔφη,
                        καλέεται· κατοικέει <lb/>δὲ παρὰ τοῖσιν Ἀβδηρίταισιν. Ἐγὼ μὲν οὖν ἀναστὰς
                        ὑπεκρινάμην <lb/>ἐμαυτῷ τὸ ὄναρ, ὅτι οὐ δέοιτο ἰητροῦ Δημόκριτος, ὅπου γε
                        <lb/>αὐτὸς ὁ θεραπεύων θεὸς ἀπέστη, ὡς οὐκ ἔχων ὕλην θεραπείης· ἀλλὰ <lb/>ἡ
                        μὲν ἀλήθεια τοῦ ὑγιαίνειν παρὰ Δημοκρίτεω μένει, ἡ δὲ τοῦ νοσέειν <lb/>αὐτὸν
                        δόξα παρὰ Ἀβδηρίταις ὄντως κατῴκηκε. Ταῦτα πιστεύω ἀληθέα <lb/>εἶναι,
                        Φιλοποίμην, καὶ ἔστι, καὶ οὐκ ἀπογινώσκω τὰ ὀνείρατα, <lb/>μάλιστα δὲ ὁκόταν
                        καὶ τάξιν διαφυλάττῃ. Ἰητρικὴ δὲ καὶ μαντικὴ <lb/>καὶ πάνυ ξυγγενέες εἰσὶν,
                        ἐπειδὴ καὶ τῶν δύο τεχνέων πατὴρ εἷς <lb/>Ἀπόλλων, ὁ καὶ πρόγονος ἡμέων,
                        ἐούσας καὶ ἐσομένας νούσους <lb/>προαγορεύων καὶ νοσέοντας καὶ νοσήσοντας
                        ἰώμενος. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἱπποκράτης Κρατεύᾳ χαίρειν.</p><p>Ἐπίσταμαί σε ῥιζοτόμον ἄριστον, ὦ ἑταῖρε, καὶ διὰ τεὴν ἄσκησιν <lb/>καὶ διὰ
                        προγόνων κλέος, ὡς μηδὲν ἀποδεῖν σε δυνάμει τοῦ προπάτορος <lb/>Κρατεύα. Νῦν
                        οὖν, εἰ καί ποτε ἄλλοτε, βοτανολόγησον ὁκόσα <lb/>τε καὶ ὁκοῖα δύνασαι,
                        ἀναγκαίη γὰρ ἐπείγει, καὶ διάπεμψαί μοι <lb/>ταῦτα, ἐπ’ ἄνδρα ὅλῃ πόλει
                        ἰσοστάσιον, Ἀβδηρίτην μὲν, ἀλλὰ Δημόκριτον· <lb/>νοσέειν γάρ φασιν αὐτὸν καὶ
                        καθάρσιος μάλα χρῄζειν ἐντὸς <lb/>μανίης ἐόντα. Μὴ χρησαίμεθα μέντοι τοῖσι
                        φαρμάκοισιν, ὥσπερ καὶ <lb/>πέπεισμαι· ἀλλ’ ὅμως εὐτρεπίσασθαι χρὴ
                        πανταχόθεν. Τὸ δὲ χρῆμα <pb n="344"/> τῶν βοτανῶν παρὰ σοὶ πολλάκις
                        ἐθαύμασα, ὡς καὶ τὴν τῶν ὅλων <lb/>φύσιν τε καὶ διάταξιν καὶ τὸ ἱερώτατων
                        γῆς ἵδρυμα, ἐξ ἧς ζῶα καὶ φυτὰ <lb/>καὶ τροφαὶ καὶ φάρμακα καὶ τύχη καὶ ὁ
                        πλοῦτος αὐτὸς ἀναφύεται· <lb/>οὐδὲ γὰρ ἂν εἶχεν οἷ ἐπιβῇ ἡ φιλαργυρίη, οὐδ’
                        ἂν Ἀβδηρῖταί με νῦν <lb/>δέκα ταλάντοις ἐδελέαζον, ἀντὶ ἰητροῦ μισθωτὸν
                        ἐλέγχοντες. Εἴθε <lb/>δὲ ἠδύνασο, Κράτευα, τῆς φιλαργυρίης τὴν πικρὴν ῥίζην
                        ἐκκόψαι, ὡς <lb/>μηδὲν λείψανον αὐτῆς ἀφεῖναι, εὖ ἴσθι ὡς ἐκαθήραμεν ἂν τῶν
                        ἀνθρώπων <lb/>μετὰ τῶν σωμάτων καὶ τὰς ψυχὰς νοσεούσας. Ἀλλὰ ταῦτα <lb/>μὲν
                        εὐχαὶ, σὺ δ’ ἡμῖν τὸ παρεὸν μάλιστα τὰς ὀρεινὰς καὶ ὑψηλολόφους <lb/>βοτάνας
                        ῥιζοτόμει· στερεώτεραι γὰρ τῶν ὑδρηλοτέρων εἰσὶν καὶ <lb/>δριμύτεραι μᾶλλον
                        διὰ τὴν τῆς γῆς πυκνότητα καὶ τὴν λεπτότητα <lb/>τοῦ ἠέρος· ὅ τι γὰρ
                        ἕλκουσιν ἐμψυχότερόν ἐστι. Πειρήθητι δ’ ὅμως <lb/>καὶ τὰς παρὰ λίμναις
                        ἑλείους πεφυκυίας ἀνθολογῆσαι, καὶ τὰς <lb/>παραποταμίους ἢ κρηνίτιδας ἢ
                        πιδακίτιδας παρ’ ἡμῖν καλεομένας, ἃς <lb/>δὴ ἀσθενέας καὶ ἀτόνους καὶ
                        γλυκυχύλους εἶναι πέπεισμαι. Πάντα δὲ <lb/>ὁκόσα χυλοί τε καὶ ὀποὶ ῥέοντες,
                        ἐν ὑαλίνοισιν ἀγγείοισι φερέσθωσαν· <lb/>ὁκόσα δ’ αὖ φύλλα ἢ ἄνθεα ἢ ῥίζαι,
                        ἐν κώθωσι καινοῖσι περιεσφηκωμένοισιν, <lb/>ὅκως μὴ διαῤῥιπιζόμενα τῇσι
                        πνοῇσιν ἐκλίπῃ τὸν <lb/>τόνον τῆς φαρμακείης, ὥσπερ λειποψυχήσαντα· ἀλλ’
                        εὐθὺς ἡμῖν <lb/>ταῦτα πέμψον. Καὶ γὰρ ἡ ὥρη τοῦ ἔτεος ἁρμόδιος, καὶ ἡ ἀνάγκη
                        <lb/>τῆς λεγομένης μανίης ἐπείγει· τέχνης δὲ πάσης μὲν ἀλλότριον <pb n="346"/> ἀναβολὴ, ἰητρικῆς δὲ καὶ πάνυ, ἐν ᾗ ψυχῆς κίνδυνος ἡ ὑπέρθεσις·
                        <lb/>ψυχαὶ δὲ τῶν θεραπειῶν οἱ καιροὶ, ὧν ἡ παραφυλακὴ τὸ τέλος.
                        <lb/>Ἔλπομαι μὲν οὖν ὑγιέα εἶναι τὸν Δημόκριτον καὶ δίχα ἰήσιος· εἰ <lb/>δ’
                        ἄρα τι σφάλμα φύσιος ἢ καιροῦ ἢ ἄλλη τις αἰτίη γένοιτο, πολλὰ <lb/>γὰρ ἡμέας
                        θνητοὺς ἐόντας λάθοι, ἅτε μὴ πάγχυ δι’ ἀτρεκίης εὐτονέοντας, <lb/>ἐπὶ τὸ
                        ἄδηλον πᾶσαν χρεὼν δύναμιν ἠθροῖσθαι. Οὐ γὰρ <lb/>ἀρκέεται ὁ κινδυνεύων οἷς
                        δυνάμεθα, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ καὶ ἃ μὴ δυνάμεθα· <lb/>καὶ σχεδὸν ἀεὶ πρὸς δύο
                        στρατευόμεθα τέλεα, τὸ μὲν ἀνθρώπου, <lb/>τὸ δὲ τέχνης, ὧν τὸ μὲν ἄδηλον, τὸ
                        δὲ τῆς ἐπιστήμης ὥρισται. <lb/>Δεῖ δὲ ἐν ἀμφοτέροισι τουτέοισι καὶ τύχης· τὸ
                        γὰρ ἀτέκμαρτον ἐν <lb/>τῇσι καθάρσεσι δι’ εὐλαβείης ἰατέον· καὶ γὰρ καὶ
                        στομάχου <lb/>κάκωσιν ὑφορώμεθα, καὶ ξυμμετρίην φαρμακείης πρὸς ἀγνοουμένην
                        <lb/>φύσιν στοχαζόμεθα· οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ καὶ μία φύσις ἁπάντων, ἕτερον <lb/>δ’
                        αἰεὶ πρὸς ἑωυτὴν ὁρίζουσα οἰκειοῖ, ἐνίοτε δὲ τὸ πᾶν ἀπώλεσεν. Καὶ <lb/>ταῖσι
                        βοτάναισι πολλὰ τῶν ἑρπετῶν ἐνιοβόλησε, καὶ περιχανόντα τῇ <lb/>ἐντὸς αὔρῃ
                        κάκωσιν ἀντ’ ἀλεξήσιος αὐτῇσι προσέπνευσεν, καὶ τούτου <lb/>ἄγνοια ἔσται, εἰ
                        μή τις ἄρα κηλὶς ἢ σπίλος ἢ ὀδμὴ θηριώδης καὶ <lb/>ἀπηνὴς τοῦ γενομένου
                        ξύμβολον φανείη· εἶθ’ ἡ τέχνη διὰ τὸ ξύμπτωμα <lb/>τῆς τύχης τῆς κατορθώσιος
                        ἀφήμαρτε. Βεβαιότεραι δ’ αἰεὶ <lb/>αἱ δι’ ἐλλεβόρων διὰ τοῦτο καθάρσιές
                        εἰσιν, αἷς καὶ Μελάμπους ἐπὶ <lb/>τῶν Προίτου θυγατέρων καὶ Ἀντικυρεὺς ἐφ’
                        Ἡρακλέους ἱστορέονται <pb n="348"/> κεχρῆσθαι. Μὴ χρησαίμεθα δὲ ἡμεῖς ἐπὶ
                        Δημοκρίτεω μηδενὶ τουτέων, <lb/>ἀλλᾲ γένοιτο ἐκείνῳ τῶν δραστικωτάτων καὶ
                        ἰητρικωτάτων <lb/>φαρμάκων σοφίη τέλος. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἱπποκράτης Δαμαγήτῳ χαίρειν.</p><p>Τοῦτ’ ἐκεῖνο, Δαμάγητε, ὅπερ εἰκάζομεν, οὐ παρέκοπτε Δημόκριτος, <lb/>ἀλλὰ
                        πάντα ὑπερεφρόνεε, καὶ ἡμᾶς ἐσωφρόνιζε καὶ δι’ <lb/>ἡμέων πάντας ἀνθρώπους.
                        Ἐξέπεμψα δέ σοι, φιλότης, ὡς ἀληθέως <lb/>τὴν Ἀσκληπιάδα νῆα, ᾗ πρόσθες μετὰ
                        τοῦ ἁλίου ἐπίσημον καὶ <lb/>ὑγιείην, ἐπεὶ κατὰ δαίμονα τῷ ὄντι ἱστιοδρόμηκε,
                        καὶ ἐκείνῃ τῇ <lb/>ἡμέρῃ κατέπλευσεν ἐς Ἄβδηρα, ᾗπερ αὐτέοισιν ἐπεστάλκειν
                        ἀφίξεσθαι· <lb/>πάντας οὖν ἀολλέας πρὸ τῶν πυλέων εὕρομεν, ὡς εἰκὸς, ἡμέας
                        <lb/>περιμένοντας, οὐκ ἄνδρας μόνους, ἀλλὰ καὶ γυναῖκας, ἔτι δὲ καὶ
                        πρεσβύτας <lb/>καὶ παιδία νὴ τοὺς θεοὺς κατηφέα καὶ τὰ νήπια· καὶ οὗτοι
                        μέντοι <lb/>ὧδε εἶχον ὡς ἐπὶ μαινομένῳ τῷ Δημοκρίτῳ, ὁ δὲ μετ’ ἀκριβείης
                        τότε <lb/>ὑπερεφιλοσόφεεν. Ἐπεὶ δέ με εἶδον, ἔδοξάν που σμικρὸν ἐφ’ ἑωυτῶν
                        <lb/>γεγονέναι, καὶ χρηστὰς ἐλπίδας ἐποιεῦντο· ὁ δὲ Φιλοποίμην ἄγειν
                        <lb/>ἐπὶ τὴν ξενίην με ὥρμητο, κᾀκείνοισι ξυνεδόκεε τοῦτο. Ἐγὼ δὲ, <lb/>ὦ
                        ἄνδρες, ἔφην, Ἀβδηρϊται, οὐδὲν ἔστι μοι προὔργου ἢ Δημόκριτον
                        <lb/>θεήσασθαι. Οἱ δ’ ἐπῄνεον ἀκούσαντες, καὶ ἥσθησαν, ἦγόν τέ με <pb n="350"/> ξυντόμως διὰ τῆς ἀγορῆς, οἱ μὲν ἑπόμενοι, οἱ δὲ προθέοντες
                        ἑτέρωθεν <lb/>ἕτεροι, σῶζε λέγοντες, βοήθει, θεράπευσον. Κᾀγὼ παρῄνεον
                        <lb/>θαῤῥεῖν, ὡς τάχα μὲν οὐδενὸς ἐόντος κακοῦ πίσυνος ἐτησίῃσιν ὥρῃσιν,
                        <lb/>εἰ δ’ ἄρα καί τινος βραχέος, εὐδιορθώτου, καὶ ἄμα ταῦτα λέγων ᾔειν,
                        <lb/>οὐδὲ γὰρ πόῤῥω ἦν ἡ οἰκίη, μᾶλλον δ’ οὐδ’ ἡ πόλις ὅλη. Παρῆμεν
                        <lb/>οὖν, πλησίον γὰρ τοῦ τείχεος ἐτύγχανεν, καὶ ἀνάγουσί με ἡσυχῇ,
                        <lb/>ἔπειτα κατόπιν τοῦ πύργου βουνὸς ἦν τις ὑψηλὸς, μακρῇσι καὶ
                        <lb/>δασείῃσιν αἰγείροισιν ἐπίσκιος· ἔνθεν τε ἐθεωρεῖτο τὰ τοῦ Δημόκριτου
                        <lb/>καταγώγια, καὶ αὐτὸς ὁ Δημόκριτος καθῆστο ὑπό τινι ἀμφιλαφεῖ <lb/>καὶ
                        χθαμαλωτάτῃ πλατανίστῳ, ἐν ἐξωμίδι παχείῃ, μοῦνος, ἀνήλιφος, <lb/>ἐπὶ λιθίνῳ
                        θώκῳ, ὠχριηκὼς πάνυ καὶ λειπόσαρκος, κουριῶν <lb/>τὰ γένεια. Παρ’ αὐτὸν δ’
                        ἐπὶ δεξιῆς λεπτόῤῥυτον ὕδωρ κατὰ πρηνέος <lb/>τοῦ λόφου θέον ἠρεμαίως
                        ἐκελάρυζεν· ἦν δέ τι τέμενος ὑπὲρ ἐκεῖνον <lb/>τὸν λόφον, ὡς ἐν ὑπονοίῃ
                        κατεικάζοντι, νυμφέων ἱδρυμένον, αὐτοφύτοισιν <lb/>ἐπηρεφὲς ἀμπέλοισιν. Ὁ δ’
                        εἶχεν ἐν εὐκοσμίῃ πολλῇ ἐπὶ <lb/>τοῖν γουνάτοιν βιβλίον, καὶ ἕτερα δέ τινα
                        ἐξ ἀμφοῖν τοῖν μεροῖν αὐτέῳ <lb/>παρεβέβλητο, σεσώρευτο δὲ καὶ ζῶα συχνὰ
                        ἀνατετμημένα δι’ ὅλων. <lb/>Ὁ δὲ ὁτὲ μὲν ξυντόνως ἔγραφεν ἐγκείμενος, ὁτὲ δὲ
                        ἠρέμει πάμπολύ <pb n="352"/> τε ἐπέχων καὶ ἐν ἑωυτῷ μερμηρίζων· εἶτα μετ’ οὐ
                        πολὺ, τουτέων <lb/>ἑρδομένων, ἐξαναστὰς περιεπάτεε, καὶ τὰ σπλάγχνα τῶν ζώων
                        <lb/>ἐπεσκόπεε, καὶ καταθεὶς αὐτὰ μετελθὼν πάλιν ἐκαθέζετο. Οἱ δὲ
                        <lb/>Ἀβδηρϊται περιεστῶτές με κατηφέες καὶ οὐ πόῤῥω τὰς ὄψιας δακρυόντων
                        <lb/>ἔχοντες φασὶν, ὁρῇς μέντοι τὸν Δημοκρίτου βίον, ὦ Ἱππόκρατες, <lb/>ὡς
                        μέμηνε, καὶ οὔτε ὅ τι θέλει οἶδεν οὔτε ὅ τι ἕρδει. Καί <lb/>τις αὐτέων ἔτι
                        μᾶλλον ἐνδείξασθαι βουλόμενος τὴν μανίην αὐτοῦ, <lb/>ὀξὺ ἀνεκώκυσεν εἴκελον
                        γυναικὶ ἐπὶ θανάτῳ τέκνου ὀδυρομένῃ, εἶτ’ <lb/>ἀνῴμωξε πάλιν ἄλλος
                        ὑποκρινόμενος παροδίτην ἀπολέσαντά τι ὧν <lb/>διεκόμιζε· καὶ ὁ Δημόκριτος
                        ὑπακούων τὰ μὲν ἐμειδία, τὰ δὲ ἐξεγέλα, <lb/>καὶ οὐκ ἔτι οὐδὲν ἔγραφεν, τὴν
                        δὲ κεφαλὴν θαμινὰ ἐπέσειεν. <lb/>Ἐγὼ δὲ, ὑμεῖς μὲν, ἔφην, ὦ Ἀβδηρῖται,
                        αὐτόθι μίμνετς, ἐγγυτέρω <lb/>δ’ αὐτὸς καὶ λόγων καὶ σώματος τἀνδρὸς
                        γενηθεὶς, ἰδών τε καὶ ἀκούσας <lb/>εἴσομαι τοῦ πάθεος τὴν ἀλήθειαν· καὶ
                        ταῦτ’ εἰπὼν κατέβαινον <lb/>ἡσυχῇ. Ἦν δὲ ὀξὺ καὶ ἐπίφορον ἐκεῖνο τὸ χωρίον·
                        μόλις οὖν διαστηριζόμενος <lb/>διῆλθον· ἐπεὶ δὲ ἐπλησίαζον, ἔτυχεν, ὅτε
                        ἐπῆλθον αὐτέῳ, τι <lb/>δή ποτε γράφων ἐνθουσιωδῶς καὶ μεθ’ ὁρμῆς. Εἱστήκειν
                        οὖν αὐτόθι <lb/>περιμένων αὐτέου τὸν καιρὸν τῆς ἀναπαύσιος· ὁ δὲ μετὰ
                        σμικρὸν τῆς <lb/>φορῆς λήξας τοῦ γραφίου ἀνέβλεψέ τε ἐς ἐμὲ προσιόντα καὶ
                        φησὶ, <lb/>χαῖρε, ξένε. Κᾀγὼ, πολλά γε καὶ σὺ, Δημόκριτε, ἀνδρῶν σοφώτατε.
                            <pb n="354"/> Ὁ δὲ αἰδεσθεὶς, οἶμαι, ὅτι οὐκ ὀνομαστὶ προσεῖπέ με, σὲ
                        δὲ, ἔφη, <lb/>τί καλέομεν; ἄγνοια γὰρ τοῦ σοῦ ὀνόματος ἦν πρόφασις τῆς τοῦ
                        ξένου <lb/>προσηγορίας. Ἱπποκράτης, ἔφην, ἔμοιγε τούνομα ὁ ἰητρός. Ὁ δὲ
                        <lb/>εἶπεν, ἡ τῶν Ἀσκληπιαδῶν εὐγένεία πολύ τέ σου τὸ κλέος τῆς ἐν
                        <lb/>ἰητρικῇ σοφίης πεφοίτηκε· καὶ ἐς ἡμέας ἀφῖκται. Τί δὲ χρέος,
                        <lb/>ἑταῖρε, δεῦρό σε ἤγαγε; μᾶλλον δὲ πρὸ πάντων κάθησο· ὁρῇς δὲ <lb/>ὡς
                        ἔστιν οὗτος οὐκ ἀηδὴς φύλλων θῶκος ἔτι χλωρὸς καὶ μαλθακὸς, <lb/>ἐγκαθίσαι
                        προσηνέστερος τῶν τῆς τύχης ἐπιφθόνων θώκων. Καθίσαντος <lb/>δέ μου, πάλιν
                        φησὶν, ἴδιον οὖν ἢ ἐπιδήμιον πρῆγμα διζήμενος <lb/>δεῦρο ἀφῖξαι, φράζεο
                        σαφέως· καὶ γὰρ ἡμεῖς ὅ τι δυναίμεθα <lb/>συνεργοῖμεν ἄν. Κᾀγὼ, τὸ μὲν κατ’
                        ἀλήθειαν, ἔφην, αἴτιον, δεῦρο <lb/>σέο χάριν ἥκω ξυντυχεῖν σοφῷ ἀνδρί· ἔχεὶ
                        δὲ πρόφασιν ἡ πατρὶς, ἧς <lb/>πρεσβείην τελέω. Ὁ δὲ, ξενίῃ τοίνυν, φησὶ, τὰ
                        πρῶτα κέχρησο <lb/>ἡμετέρῃ. Πειρεύμενος δὲ κᾀγὼ κατὰ πάντα τἀνδρὸς, καίπερ
                        ἤδη <lb/>μοι δήλου μὴ παρακόπτειν ἐόντος, Φιλοποίμενα οἶσθα, ἔφην, πολίτην
                        <lb/>ἐόντα ὑμέτερον; ὁ δὲ, καὶ μάλα, εἶπεν, τὸν Δάμωνος λέγεις <lb/>υἱὸν,
                        τὸν οἰκεῦντα παρὰ τὴν Ἑρμαίδα κρήνην. Τοῦτον, εἶπον, οὗ <lb/>καὶ τυγχάνω ἐκ
                        πατέρων ἴδιος ξένος· ἀλλὰ σὺ, Δημόκριτε, τῇ κρείσσονί <lb/>με ξενίῃ δέχου,
                        καὶ πρῶτόν γέ τί τοῦτο τυγχάνεις γράφων φράζε. <pb n="356"/> Ὁ δ’ ἐπισχὼν
                        ὀλίγον, περὶ μανίης, ἔφη. Κᾀγώ, ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, φημὶ, <lb/>εὐκαίρως γε
                        ἀντιγράφεις πρὸς τὴν πόλιν. Ὁ δὲ, ποίην, φησὶ, πόλιν, <lb/>Ἱππόκρατες; ἐγὼ
                        δὲ, οὐδὲν, ἔφην, ὦ Δημόκριτε, ἀλλ’ οὐκ οἶδ’ <lb/>ὅπως προΰπεσον· ἀλλὰ τί
                        περὶ μανίης γράφεις; Τί γὰρ; εἱπεν, ἄλλο, <lb/>πλὴν ἥτις τε εἴη, καὶ ὅκως
                        ἀνθρώποισιν ἐγγίνεται, καὶ τίνα τρόπον <lb/>ἀπολωφέοιτο· τά τε γὰρ ζῶα ταῦτα
                        ὁκόσα, ἔφη, ὁρῇς, τουτέου μέντοι <lb/>γε ἀνατέμνω εἵνεκα, οὐ μισέων θεοῦ
                        ἔργα, χολῆς δὲ διζήμενος <lb/>φύσιν καὶ θέσιν· οἶσθα γὰρ ἀνθρώπων παρακοπῆς
                        ὡς αἰτίη ἐπιτοπολὺ <lb/>αὕτη πλεονάσασα, ἐπεὶ πᾶσι μὲν φύσει, ἀλλὰ παρ’
                        <lb/>οἷς μὲν ἔλαττον, παρ’ οἷς δέ τι πλέον· ἡ δ’ ἀμετρίη αὐτέης νοῦσοι
                        <lb/>τυγχάνουσιν, ὡς ὕλης ὁτὲ μὲν ἀγαθῆς, ὁτὲ δὲ φαύλης ὑποκειμένης.
                        <lb/>Κᾀγὼ, νὴ Δία, ἔφην, ὦ Δημόκριτε, ἀληθέως γε καὶ φρονίμως λέγεις,
                        <lb/>ὅθεν εὐδαίμονά σε κρίνω τοσαύτης ἀπολαύοντα ἡσυχίης· ἡμῖν <lb/>δὲ
                        μετέχειν ταύτης οὐκ ἐπιτέτραπται. Ἐρεομένου δὲ διὰ τί, ὦ Ἱππόκρατες,
                        <lb/>οὐκ ἐπιτέτραπται; ὅτι, ἔφην, ἢ ἀγροὶ ἢ οἰκίη ἢ τέκνα ἢ <lb/>δάνεια ἢ
                        νοῦσοι ἢ θάνατοι ἢ δμῶες ἢ γάμοι ἢ τοιαῦτά τινα τὴν εὐκαιρίην
                        <lb/>ὑποτάμνεται. Ἐνταῦθά δὴ ὁ ἀνὴρ εἰς τὸ εἰωθὸς πάθος κατηνέχθη, <lb/>καὶ
                        μάλα ἀθρόον τι ἀνεκάγχασε, καὶ ἐπετώθασε, καὶ τὸ <lb/>λοιπὸν ἡσυχίην ἦγεν
                        Κᾀγὼ, τί μέντοι, Δημόκριτε, ἔφην, γελᾷς; <pb n="358"/> πότερον τὰ ἀγαθὰ ὧν
                        εἶπον, ἢ τὰ κακά; ὁ δὲ ἔτι μᾶλλον ἐγέλα, καὶ <lb/>ἄποθεν ὁρεῦντες οἱ
                        Ἀβδηρῖται, οἱ μὲν τὰς κεφαλὰς αὐτέων ἔπαιον, <lb/>οἱ δὲ τὰ μέτωπα, οἱ δὲ τὰς
                        τρίχας ἔτιλλον· καὶ γὰρ, ὡς ὕστερον <lb/>ἔφησαν, πλεονάζοντι παρὰ τὸ εἰωθὸς
                        τῷ γέλωτι ἐχρήσατο. Ὑποτυχὼν <lb/>δ’ ἐγὼ, ἀλλὰ μὴν, ἔφην, σοψῶν ἄριστε,
                        Δημόκριτε, ποθέω <lb/>γὰρ αἰτίην τοῦ περὶ σὲ πάθεος καταλαβέσθαι, τίνος
                        ἄξιος ἐφάνην ἐγὼ <lb/>γέλωτος; ἢ τὰ λεχθέντα, ὅκως μαθὼν παύσομαι τῆς
                        αἰτίης, ἢ σὺ <lb/>ἐλεγχθεὶς διακρούσῃ τοὺς ἀκαίρους γέλωτας. Ὁ δὲ, Ἡράκλεις,
                        ἔφη, <lb/>εἰ γὰρ δυνήσῃ με ἐλέγξαι, θεραπείην θεραπεύσεις, οἵην οὐδένα
                        οὐδεπώποτε, <lb/>ὦ Ἱππόκρατες. Καὶ πῶς οὐκ ἐλεγχθείης, ἔφην, ὦ ἄριστε; ἢ
                        <lb/>οὐκ οἴη ἄτοπός. γε εἶναι γελῶν ἀνθρώπου θάνατον ἢ νοῦσον ἢ παρακοπὴν
                        <lb/>ἢ μανίην ἢ μελαγχολίην ἢ σφαγὴν ἢ ἄλλο τι χεῖρον; ἢ τοὔμπαλιν
                        <lb/>γάμους ἢ πανηγύριας ἢ τεκνογονίην ἢ μυστήρια ἢ ἀρχὰς καὶ <lb/>τιμὰς ἢ
                        ἄλλο τι ὅλως ἀγαθόν; καὶ γὰρ ἃ δέον οἰκτείρειν γελᾷς, καὶ <lb/>ἐφ’ οἷσιν
                        ἥδεσθαι χρὴ, καταγελᾷς τουτέων, ὥστε μήτε ἀγαθὸν μήτε <lb/>κακὸν παρὰ σοὶ
                        διακεκρίσθαι. Ὁ δὲ, ταῦτα μὲν, ἔφη, εὖ λέγεις, ὦ <lb/>Ἱππόκρτες, ἀλλ’ οὐκ
                        οἶσθά πω τοῦ ἡμετέρου γέλωτος αἰτίην, <lb/>μαθὼν δ’ εὖ οἶδ’ ὅτι κρέσσονα τῆς
                        πρεσβείης ἀντιφορτισάμενος ἀποίσεις <lb/>θεραπείην τὸν ἐμὸν γέλωτα τῇ
                        πατρίδι καὶ ἑωυτέῳ, καὶ τοὺς <lb/>ἄλλους δυνήσῃ σωφρονίζειν· ἀνθ’ ὧν ἴσως
                        κᾀμὲ διδάξεις ἰητρικὴν <lb/>ἀμοιβηδὸν, γνοὺς ὅση σπουδῇ περὶ τὰ ἀσπούδαστα,
                        φιλοτιμεύμενοι <pb n="360"/> πρήσσειν τὰ μηδενὸς ἄξια, πάντες ἄνθρωποι τὸν
                        βίον ἀναλίσκουσι, <lb/>γελώτων ἄξια διοικεῦντες. Ἐγὼ δέ φημι, λέγε πρὸς
                        θεῶν, μήποτε <lb/>γὰρ διαλανθάνῃ ἅπας ὁ κόσμος νοσέων, καὶ οὐκ ἔχει ὅκου
                        διαπέμψηται <lb/>πρεσβείην πρὸς θεραπείην· τί γὰρ ἂν εἴη ἔξω αὐτέου; ὁ δ’
                        <lb/>ὑπολαβὼν, πλλαί γε, φησὶν, ἀπειρίαι κόσμων εἰσὶν, Ἱππόκρατες, <lb/>καὶ
                        μηδαμῶς, ἑταῖρε, κατασμικρολόγει πλουσίην τὴν φύσιν ἐοῦσαν. <lb/>Ἀλλὰ ταῦτα
                        μὲν, ἔφην, Δημόκριτε, διδάξεις ἐν ἰδίῳ καιρῷ, εὐλαβέομαι <lb/>γὰρ μή πως καὶ
                        τὴν ἀπειρίην διεξιὼν γελᾷν ἄρξῃ· ἴσθι δὲ <lb/>νῦν περὶ τοῦ σέο γέλωτος τῷ
                        βίῳ λόγον δώσων. Ὁ δὲ μάλα τρανὸν <lb/>ἐπιδών μοι, δύο, φησὶ, τοῦ ἐμοῦ
                        γέλωτος αἰτίας δοκέεις, ἀγαθὰ καὶ <lb/>φαῦλα· ἐγὼ δὲ ἕνα γελῶ τὸν ἄνθρωπον,
                        ἀνοίης μὲν γέμοντα, κενεὸν <lb/>δὲ πρηγμάτων ὀρθῶν, πάσῃσιν ἐπιβουλῇσι
                        νηπιάζοντα, καὶ μηδεμιῆς <lb/>ἕνεκεν ὠφελείης ἀλγέοντα τοὺς ἀνηνύτους
                        μόχθους, πείρατα γῆς <lb/>καὶ ἀορίστους μυχοὺς ἀμέτροισιν ἐπιθυμίῃσιν
                        ὁδεύοντα, ἄργυρον <lb/>τήκοντα καὶ χρυσὸν, καὶ μὴ παυόμενον τῆς κτήσιος
                        ταύτης, αἰεὶ <lb/>δὲ θορυβεύμενον περὶ τὸ πλέον, ὅκως αὐτοῦ ἐλάσσων μὴ
                        γένηται· <lb/>καὶ οὐδὲν αἰσχύνεται λεγόμενος εὐδαίμων, ὅτι χάσματα γῆς
                        <lb/>ὀρύσσει δεσμίων χερσὶν, ὧν οἱ μὲν ὑπὸ σομφῆς ἐπιπεσούσης τῆς γῆς <pb n="362"/> ἐφθάρησαν, οἱ δὲ πολλῷ χρόνῳ ταύτην ἔχοντες τὴν ἀνάγαην ὡς ἐν
                        <lb/>πατρίδι τῇ κολάσει παραμένουσιν, ἀργύριον καὶ χρυσίον μαστεύοντες,
                        <lb/>ἴχνη κόνιος καὶ ψήγματα ἐρευνῶντες, ψάμμον ἄλλην ἀλλαχόθεν
                        <lb/>ἀγείροντες, καὶ τῆς γῆς φλέβας ἐκτέμνοντες, ἐς περιουσίην αἰεὶ
                        <lb/>βωλοκοπέοντες, ποιέοντες ἐκ γῆς τῆς μητρὸς πολεμίην γῆν, καὶ <lb/>τὴν
                        αὐτὴν ἐοῦσαν καὶ θαυμάζουσι καὶ πατέουσιν· ὅσος γέλως, <lb/>ἐπιμόχθου καὶ
                        κρυφίης γῆς ἐρῶσι τὴν φανερὴν ὑβρίζοντες. Κύνας <lb/>ὠνεῦνται, οἱ δ’ ἵππους,
                        οἱ δὲ χώρην πολλὴν περιορίζοντες ἰδίην ἐπιγράφουσιν, <lb/>καὶ πολλῆς
                        ἐθέλοντες δεσπόζειν οὐδὲ αὐτέων δύνανται· <lb/>γαμεῖν σπεύδουσιν, ἃς μετ’
                        ὀλίγον ἐκβάλλουσιν, ἐρῶσιν, εἶτα μισέουσι, <lb/>μετ’ ἐπιθυμίης γεννῶσιν,
                        εἶτ’ ἐπβάλλουσι τελείους. Τίς ἡ <lb/>κενὴ σπουδὴ καὶ ἀλόγιστος, μηδὲν μανίης
                        διαφέρουσας πολεμοῦσιν <lb/>ἔμφυλον, ἠρεμίην οὐχ αἱρετίζοντες·
                        ἀντενεδρεύουσι βασιλέας, ἀνδροφονέουσι, <lb/>γῆν ὀρύσσοντες ἀργύριον
                        ζητοῦσιν, ἀργύριον εὑρόντες <lb/>γῆν ἐθέλουσι πρίασθαι, ὠνησάμενοι γῆν
                        καρποὺς πιπράσκουσι, καρποὺς <lb/>ἀποδόμενοι πάλιν ἀργύριον λαμβάνουσιν. Ἐν
                        ὅσῃσι μεταβολῇσιν <lb/>εἰσὶν, ἐν ὅσῃ κακίῃ· οὐσίην μὴ ἔχοντες οὐσίην
                        ποθέουσιν, <lb/>ἔχοντες κρύπτουσιν, ἀφανίζουσιν. Καταγελῶ ἐφ’ οἷσι
                        κακοπραγέουσιν, <lb/>ἐπιτείνω τὸν γέλωτα ἐφ’ οἷς δυστυχέουσι, θεσμοὺς γὰρ
                        ἀληθείης <pb n="364"/> παραβεβήκασι, φιλονεικέοντες ἔχθρῃ πρὸς ἀλλήλους,
                        δῆριν <lb/>ἔχουσι μετὰ ἀδελφεῶν καὶ τοκήων καὶ πολιτέων, καὶ ταῦτα ὑπὲρ
                        <lb/>τοιουτέων κτημάτων ὧν οὐδεὶς θανὼν δεσπότης ἐστὶν, ἀλληλοκτονέουσιν,
                        <lb/>ἀθεσμόβια φρονεῦντες φίλων καὶ πατρίδων ἀπορίην ὑπερορῶσι,
                        <lb/>πλουτίζουσι τὰ ἀνάξια καὶ τὰ ἄψυχα, ὅλης τῆς οὐσίης ἀνδριάντας
                        <lb/>ὠνέονται, ὅτι δοκέει λαλεῖν τὸ ἄγαλμα, τοὺς δὲ ἀληθέως <lb/>λαλέοντας
                        μισεῦσιν. Τῶν μὴ ῥηϊδίων ἐφίενται· καὶ γὰρ ἤπειρον <lb/>οἰκεῦντες θάλασσαν
                        ποθέουσι, καὶ πάλιν ἐν νήσοισιν ἐόντες ἠπείρων <lb/>γλίχονται, καὶ πάντα
                        διαστρέφουσιν ἐς ἰδίην ἐπιθυμίην. Καὶ δοκέουσι <lb/>μὲν ἐν πολέμῳ ἀνδρείην
                        ἐπαινέεσθαι, νικῶνται δὲ καθ’ ἡμερην <lb/>ὑπὸ τῆς ἀσελγείης, ὑπὸ τῆς
                        φιλαργυρίης, ὑπὸ τῶν παθέων πάντῶν, <lb/>ἃ νοσέουσι. Θερσῖται δ’ εἰσὶ τοῦ
                        βίου πάντες. Τί δὲ τὸν ἐμὸν, <lb/>Ἱππόκρατες, ἐμέμψω γέλωτα; οὐ γὰρ αὐτός
                        τις τῆς ἰδίης ἀνοίης, <lb/>ἀλλὰ ἄλλος ἄλλου καταγελᾷ, οἱ μὲν τῶν μεθυόντων,
                        ὅταν αὐτοὶ δοκέωσι <lb/>νήφειν, οἱ δὲ τῶν ἐρώντων, χαλεπωτέρην νοῦσον
                        νοσεῦντες <lb/>αὐτοὶ, οἱ δὲ τῶν πλεόντων, ἄλλοι δὲ τῶν περὶ γεωργίην
                        ἀσχοληθέντων· <lb/>οὐ συμφωνέουσι γὰρ οὔτε ταῖς τέχναις οὔτε τοῖς ἔργοις.
                        <lb/>Ἐγὼ δὲ, ταῦτα μὲν, ἔφην, κρήγυα, Δημόκριτε, οὐδ’ ἄλλος τις ἂν <lb/>εἴη
                        λόγος ἁρμοδιώτερος ἐξαγγέλλων ταλαιπωρίην θνητῶν· ἀλλ’ αἱ <lb/>πρήξιες
                        νομοθετέουσυτὴν ἀναγκαίην, οἰκονομίης τε εἵνεκα καὶ ναυπηγίης <lb/>καὶ τῆς
                        ἑτέρης πολιτείης, ἐν ᾗ χρεὼν εἶναι τὸν ἄνθρωπον· <pb n="366"/> οὐ γὰρ εἰς
                        ἀργίην αὐτὸν ἡ φύσις ἐγέννησεν· ἐκ τουτέων δὲ πάλιν <lb/>φιλοδοξίη χυθεῖσα
                        ἔσφηλε πολλῶν ὀρθογνώμονα ψυχὴν, σπουδαζόντων <lb/>μὲν ἅπαντα ὡς ἐπὶ
                        ἀδιαπτωσίῃ, μὴ κατευτονεόντων δὲ τὴν <lb/>ἀδηλότητα προορῆσθαι. Ἤ που γάρ
                        τις, ὦ Δημόκριτε, γαμέων ἢ <lb/>χωρισμὸν ἢ θάνατον προσεδόκησεν; τίς δ’
                        ὁμοίως παιδοτροφέων <lb/>ἀπώλειαν; ἀλλ’ οὐδ’ ἐν γεωργίῃ καὶ πλόῳ καὶ
                        βασιλείῃ καὶ ἡγεμονίῃ <lb/>καὶ πάνθ’ ὅσ’ ὑπάρχει κατὰ τὸν αἰῶνα· οὐδεὶς γὰρ
                        προϋπέλαβε <lb/>πταῖσαι, ἀλλ’ ἀγαθῇσιν ἕκαστος τουτέων ἐλπίσι φέρβεται, τῶν
                        <lb/>δὲ χερειόνων οὐ μέμνηται· μή ποτ’ οὖν ὁ σὸς γέλως τουτέοισιν
                        <lb/>ἀνάρμοστος; Ὁ δὲ Δημόκριτος, μάλα, ἔφη, νωθὴς τὸν νόον ὑπάρχεις,
                        <lb/>καὶ μακρήν γε τῆς ἐμῆς γνώμης ἀπόδημος, Ἱππόκρατες, ἀταραξίης <lb/>καὶ
                        ταραχῆς μέτρα μὴ ἐπισκοπέων, δι’ ἄγνοιαν. Ταῦτα γὰρ <lb/>αὐτὰ διανοίῃ
                        φρενήρει διοικέοντες, αὐτοί τε ῥηϊδίως ἀπηλλάσσοντο, <lb/>καὶ τὸν ἐμὸν
                        ἐλώφεον γέλωτα. Νῦν δ’ ὡς ἐπαρηρόσι τοῖσιν ἐν τῷ <lb/>βίῳ φρενοβλαβέες
                        τετύφωνται ἀσυλλογίστῳ διανοίῃ τῆς ἀτάκτου <lb/>φορῆς, δυσδίδακτοι· νουθεσίη
                        γὰρ αὐτάρκης ὑπῆρχεν ἡ τῶν ξυμπάντων <lb/>μεταβολὴ, ὀξείῃσι τροπῇσιν
                        ἐμπίπτουσα, αἰφνίδιον τροχηλασίην <lb/>παντοίην ἐννοέουσα. Οἱ δ’ ὡς ἐπ’
                        ἀρηρυίῃ καὶ βεβαίῃ ἐκλελησμένοι <lb/>παθέων κατὰ τὸ ξυνεχὲς ἐμπιπτόντων
                        ἄλλοτε ἄλλως <lb/>ποθεῦντες τὰ λυπέοντα, διζήμενοι τὰ μὴ ξυμφέροντα,
                        ἐγκαλινδεῦνται <lb/>πολλῇσι ξυμφορῆσιν. Εἰ δέ τις ἐμερμήριζεν κατὰ δύναμιν
                        ἰδίην τὰ <pb n="368"/> ξύμπαντα ἕρδειν, ἀδιάπτωτον ἐφρούρεε ζωὴν, ἑωυτὸν
                        ἐξεπιστάμενος, <lb/>καὶ ξύγκρισιν ἰδίην σαφέως κατανοήσας, καὶ μὴ τῆς
                        ἐπιθυμίης <lb/>τὴν σπουδὴν ἀόριστον ἐκτείνων, τὴν δὲ πλουσίην φύσιν καὶ
                        πάντων <lb/>τιθηνὸν δι’ αὐταρκείης ὁρέων. Καθάπερ δ’ ἡ τῶν παχέων εὐεξίη
                        <lb/>κίνδυνος πρόδηλος, οὕτω τὸ μέγεθος τῶν εὐτυχημάτων σφαλερόν <lb/>ἐστιν·
                        ἀρίσημοι δ’ ἐν τῇσι κακοδαιμονίῃσι ξυνθεωρεῦνται. Ἄλλοι <lb/>δὲ τὰ τῶν
                        παλαιῶν μὴ ἱστορέοντες ὑπὸ τῆς ἰδίης κακοπραγίης <lb/>ἀπώλοντο, τὰ δῆλα
                        καθάπερ ἄδηλα μὴ προθεωρεῦντες, ὑπόδειγμα <lb/>τὸν μακρὸν βίον ἔχοντες
                        γενομένων καὶ μὴ γενομένων, ἐξ ὧν καὶ τὸ <lb/>ἐσόμενον ἐχρῆν κατανοῆσαι.
                        Ταῦθ’ ὁ ἐμὸς γέλως, ἄφρονες ἄνθρωποι, <lb/>πονηρίης δίκας ἐκτίνοντες,
                        φιλαργυρίης, ἀπληστίης, ἔχθρης, ἐνέδρης, <lb/>ἐπιβουλίης, βασκανίης,
                        ἀργαλέον ἐξειπεῖν πολυμηχανίην κακῶν, <lb/>ἀπειρίη γάρ τίς ἐστι κᾀν
                        τουτέοισι, δολοπλοκίῃσιν ἀνθαμιλλεῦντες, <lb/>σκολιόφρονες· ἀρετῆς δὲ παρ’
                        αὐτοῖσι τρόπος ἐστὶ τὸ χέρειον, φιλοψευδίην <lb/>γὰρ ἀσκέουσι, φιληδονίην
                        κοσμέουσι, νόμοισιν ἀπιθεῦντες <lb/>ὁ δὲ αὐτέων κατακρίνει τὴν ἀπροαιρεσίην,
                        μήτε ὁρήσιος μήτε <lb/>ἀκοῆς μετέχοντας· μούνη δ’ αἴσθησις ἀνθρώπου ἀτρεκείῃ
                        διανοίης <lb/>τηλαυγὴς, τό τε ἐὸν καὶ τὸ ἐσόμενον προορεομένη.
                        Δυσαρεστεῦνται <lb/>πᾶσι, καὶ πάλιν τοῖσιν αὐτέοισιν ἐμπελάζονται,
                        ἀρνησάμενοι πλόον <lb/>πλέουσι, γεωργίην ἀπειπάμενοι αὖθις γεωργεῦσιν,
                        ἐκβάλλοντες γαμετὴν <lb/>ἑτέρην εἰσάγονται, γεννήσαντες ἔθαψαν, θάψαντες
                        ἐγέννησαν, <pb n="370"/> πάλιν τρέφουσι, γῆρας ηὔξαντο, ἐς αὐτὸ δ’
                        ἀφικόμενοι στενάζουσιν, <lb/>ἐν οὐδεμιῇ καταστάσει βέβαιον ἔχοντες τὴν
                        γνώμην· ἡγεμόνες καὶ <lb/>βασιλέες μακαρίζουσι τὸν ἰδιώτην, ὁ δὲ ἰδιώτης
                        ὀρέγεται βασιλείης, <lb/>ὁ πολιτευόμενος τὸν χειροτεχνεῦντα ὡς ἀκίνδυνον, ὁ
                        δὲ χειροτέχνῆς <lb/>ἐκεῖνον ὡς εὐτονεῦντα κατὰ πάντων. Τὴν γὰρ ὀρθὴν
                        κέλέυθον τῆς <lb/>ἀρετῆς οὐ θεωρεῦσι καθαρὴν καὶ λείην καὶ ἀπρόσπταιστον,
                        εἰς ἣν <lb/>οὐδεὶς τετόλμηκεν ἐμβαίνειν· φέρονται δὲ ἐπὶ τὴν ἀπειθῆ καὶ
                        <lb/>σκολιὴν, τρηχυβατέοντες, καταφερόμενοι καὶ προσκόπτοντες, οἱ δὲ
                        <lb/>πλεῖστοι ἐκπίπτοντες, ἀσθμαίνοντες ὡς διωκόμενοι, ἐρίζοντες,
                        ὑστερέοντες, <lb/>προηγεύμενοι. Καὶ οὓς μὲν αὐτέων ἔρωτες ἀτάσθαλοι
                        ὑποπεπρήκασιν <lb/>ἀλλοτρίης φῶρας εὐνῆς, ἀναιδείῃ πισύνους· οὓς δὲ τήκει
                        <lb/>φιλαργυρίη νοῦσος ἀόριστος· οἱ δ’ ἀλλήλοισιν ἀντεπιτίθενται· οἱ <lb/>δ’
                        ὑπὸ φιλοδοξίης ἐς ἠέρα ἀνενεχθέντες βρίθει κακίης ἐς βυθὸν <lb/>ἀπωλείης
                        καταφέρονται. Κατασκάπτουσιν, εἶτα ἐποικοδομέουσι, <lb/>χαρίζονται, εἶτα
                        μετανοοῦσι, καὶ ἀφαιρεῦνται τὰ φιλίης δίκαια, <lb/>κακοπραγεῦντες ἐς ἔχθρην,
                        τὰ ξυγγενείης πολεμοποιεῦντες, καὶ <lb/>τουτέων πάντων αἰτίη ἡ φιλαργυρίη.
                        Τί νηπίων ἀθυρόντων διαφέρουσι, <lb/>παρ’ οἷσιν ἄκριτος μὲν ἡ γνώμη, τὸ δὲ
                        προσπεσὸν τερπνόν; Ἐν <lb/>δὲ τοῖσι θυμοῖσι τί περισσὸν ζώοισιν ἀλόγοισι
                        παραλελοίπασιν; πλὴν <lb/>ὅτι ἐν αὐταρκείῃ μένουσιν οἱ θῆρες. Τίς γὰρ λέων
                        ἐς γῆν κατέκρυψε <pb n="372"/> χρυσόν; τίς ταῦρος πλεονεξίην ἐκορύσατο; τίς
                        πάρδαλις ἀπληστίην <lb/>κεχώρηκε; διψῇ μὲν ἄργιος σῦς, ὅσον ὕδατος ὠρέχθη·
                        λύκος δὲ δαρδάψας <lb/>τὸ προσπεσὸν τῆς ἀναγκαίης τροφῆς ἀναπέπαυται·
                        ἡμέρῃσι <lb/>δὲ καὶ νυξὶ ξυναπτομένῃσιν οὐκ ἔχει θοίνης κόρον ὤνθρωπος. Καὶ
                        <lb/>χρόνων μὲν ἐνιαυσίων τάξις ὀχείης ἀλόγων τέρμα ἐστὶν, ὁ δὲ τὸ
                        <lb/>διηνεκὲς οἰστρομανίην ἔχει τῆς ἀσελγείης. Ἱππόκρατες, μὴ γελάσω
                        <lb/>τὸν κλαίοντα δι’ ἔρωτα, ὅτι ξυμφερόντως ἀποκέκλεισται, μάλιστα δ’
                        <lb/>ἢν ῥιψοκίνδυνος ᾖ, καὶ φέρηται κατὰ κρημνῶν ἢ βυθῶν πελάγους,
                        <lb/>ἐπιτενῶ τὸν γέλωτα; μὴ γελάσω τὸν τὴν νῆα πολλοῖσι φορτίοισι
                        <lb/>βαπτίσαντα, εἶτα μεμφόμενον τῇ θαλάσσῃ ὅτι κατεβύθισεν αὐτὴν
                        <lb/>πλήρεα; ἐγὼ μὲν οὐδ’ ἀξίως δοκέω γελῇν, ἐξευρεῖν δὲ κατ’ αὐτέων
                        <lb/>ἤθελόν τι λυπηρόν· ἀλλ’ οὐδὲ ἰητρικὴν ὑπὲρ τουτέων ἐχρῆν εἶναι,
                        <lb/>μήτε τεχνώμενον παιήονα φάρμακα· ὁ σὸς πρόγονος Ἀσκληπιὸς <lb/>νουθεσίη
                        σοι γινέσθω, σώζων ἀνθρώπους κεραυνοῖσίν ηὐχαρίστηται. <lb/>Οὐχ ὁρῇς ὅτι
                        κᾀγὼ τῆς κακίης μοῖρα εἰμὶ, μανίης διζήμενος αἰτίην, <lb/>ζῶα κατακτείνω καὶ
                        ἀνατέμνω; ἐχρῆν δὲ ἐξ ἀνθρώπων τὴν <lb/>αἰτίην ἐρευνῆσαι. Οὐχ ὁρῇς ὅτι καὶ ὁ
                        κόσμος μισανθρωπίης πεπλήρωται; <lb/>ἄπειρα κατ’ αὐτέων πάθεα ξυνήθροικεν·
                        ὅλος ὁ ἄνθρωπος <lb/>ἐκ γενετῆς νοῦσος ἐστὶ, τρεφόμενος, ἄχρηστος, ἱκέτης
                        βοηθείης· <lb/>αὐξανόμενος, ἀτάσθαλος, ἄφρων, διὰ χειρὸς παιδαγωγίης·
                        ἀκμάζων, <pb n="374"/> θρασύς· παρακμάζων, οἰκτρὸς, τοὺς ἰδίους πόνους
                        ἀλογιστίη γεωργήσας· <lb/>ἐκ μητρῴων γὰρ λύθρων ἐξέθορε τοιοῦτος. Διὰ τοῦτο
                        οἱ <lb/>μὲν θυμικοὶ καὶ ὀργῆς ἀμέτρου γέμοντες, ἐν ξυμφορῇσι καὶ μάχῃσι,
                        <lb/>οἱ δ’ ἐν φθορῇσι καὶ μοιχείῃσι διὰ παντὸς, οἱ δ’ ἐν μέθῃσιν, οἱ <lb/>δ’
                        ἐν ἐπιθυμίῃσι τῶν ἀλλοτρίων, οἱ δ’ ἐν ἀπωλείῃσι τῶν σφετέρων. <lb/>Ὄφελον
                        δύναμις ὑπῆρχε τὰς ἁπάντων οἰκήσιας ἀνακαλύψαντα μηδὲν <lb/>ἀφεῖναι τῶν
                        ἐντὸς παρακάλυμμα, εἶθ’ οὕτως ὁρῇν τὰ πρησσόμενα <lb/>ἔνδον· ἴδωμεν ἂν οὓς
                        μὲν ἐσθίοντας, οὓς δὲ ἐμέοντας, ἑτέρους <lb/>δ’ αἰκίῃσι στρεβλέοντας, τοὺς
                        δὲ φάρμακα κυκῶντας, τοὺς δὲ <lb/>ξυννοέοντας ἐπιβουλίην, τοὺς δὲ
                        ψηφίζοντας, ἄλλους χαίροντας, τοὺς <lb/>δὲ κλαίοντας, τοὺς δὲ ἐπὶ κατηγορίην
                        φίλων ξυγγράφοντας, τοὺς <lb/>δὲ διὰ φιλοδοξίην ἔκφρονας. Καὶ τά γε ἔτι
                        βαθύτερα, αἱ πρήξιες <lb/>τῶν κατὰ ψυχὴν κευθομένων, καὶ τουτέων ὁκόσοι μὲν
                        νέοι, ὁκόσοι <lb/>δὲ πρεσβῦται, αἰτεῦντες, ἀρνεόμενοι, πενόμενοι,
                        περιουσιάζοντες, <lb/>λιμῷ θλιβόμενοι, οἱ δὲ ἀσωτίῃ βεβαρυμένοι, ῥυπῶντες,
                        δέσμιοι, οἱ δὲ <lb/>τρυφῇσι γαυριῶντες, τρέφοντες, ἄλλοι σφάζοντες, ἄλλοι
                        θάπτοντες, <lb/>ὑπερορέοντες ἃ ἔχουσι, πρὸς τὰς ἐλπιζομένας κτήσιας
                        ὡρμημένοι, <pb n="376"/> μένοι, οἱ μὲν ἀναίσχυντοι, οἱ δὲ φειδωλοὶ, οἱ δὲ
                        ἄπληστοι, οἷ μὲν <lb/>φονεῦντες, οἱ δὲ τυπτόμενοι, οἱ δὲ ὑπερηφανεῦντες, οἱ
                        δὲ ἐπτοημένοι <lb/>κενοδοξίῃ· καὶ οἱ μὲν ἵπποισι παρεστεῶτες, οἱ δὲ
                        ἀνδράσιν, οἱ δὲ <lb/>κυσὶν, οἱ δὲ λίθοισιν ἢ ξύλοισιν, οἱ δὲ χαλκῷ, οἱ δὲ
                        γραφῇσι· καὶ <lb/>οἱ μὲν ἐν πρεσβείαις, οἱ δὲ ἐν στρατηγίῃσιν, οἱ δὲ ἐν
                        ἱερωσύνῃσιν, <lb/>οἱ δὲ στεφανηφορέοντες, οἱ δὲ ἔνοπλοι, οἱ δ’
                        ἀποκτεινόμενοι. <lb/>Φέρονται δὲ τουτέων ἕκαστοι, οἱ μὲν ἐπὶ ναυμαχίην, οἱ
                        δὲ ἐπὶ <lb/>στρατείην, οἱ δὲ ἐπ’ ἀγροικίην, ἕτεροι δὲ ἐπὶ φορτίδας ναῦς, οἱ
                        <lb/>δὲ ἐς ἀγορὴν, ἕτεροι δ’ ἐπ’ ἐκκλησίην, οἱ δὲ ἐπὶ θέητρον, οἱ δὲ <lb/>ἐς
                        φυγὴν, ἄλλοι δὲ ἀλλαχόσε· καὶ οἱ μὲν ἐς φιληδονίην καὶ ἡδυπαθείην <lb/>καὶ
                        ἀκρασίην, οἱ δὲ ἐς ἀργίην καὶ ῥᾳθυμίην. Τὰς ἀναξίους <lb/>οὖν καὶ δυστήνους
                        ψυχὰς ὁρεῦντες καὶ τοσαύτας, πῶς μὴ χλευάσωμεν <lb/>τὸν τοιήνδε ἀκρασίην
                        ἔχοντα βίον αὐτέων; κάρτα γὰρ ἔλπομαι <lb/>μηδὲ τὴν σὴν ἰητρικὴν ἁνδάνειν
                        αὐτέοισιν· δυσαρεστέονται γὰρ ὑπ’ <lb/>ἀκρασίης ἅπασι, καὶ μανίην τὴν σοφίην
                        νομίζουσιν. Ἤπου γὰρ <lb/>ὑπονοέω σαφέως λωβᾶσθαί σου τὰ πολλὰ τῆς ἐπιστήμης
                        ἢ διὰ φθόνον <lb/>ἢ δι’ ἀχαριστίην· οἵ τε γὰρ νοσέοντες ἅμα τῷ σώζεσθαι τὴν
                            <pb n="378"/> αἰτίην θεοῖσιν ἢ τύχη, προσνέμουσι· πολλοὶ δὲ τῇ φύσει
                        προσάψαντες, <lb/>ἐχθαίρουσι τὸν εὐεργετήσαντα, μικροῦ δεῖν
                        προσαγανακτεῦντες, εἰ <lb/>νομίζονται χρεωφειλέται· οἵ τε πολλοὶ τὸ τῆς
                        ἀτεχνίης ἐφ’ ἑωυτέοισιν <lb/>ἔχοντες, ἀΐδριες ἐόντες, καθαιροῦσι τὸ κρέσσον·
                        ἐν ἀναισθήτοισι <lb/>γάρ εἰσιν αἱ ψῆφοι· οὔτε δ’ οἱ πάσχοντες συνομολογέειν
                        ἐθέλουσιν, <lb/>οὔτε οἱ ὁμοτεχνεῦγτες μαρτυρέειν· φθόνος γὰρ ἐνίσταται. Οὐκ
                        <lb/>ἀπείρῳ σοὶ τῶν τοιαυτέων λεσχέων ταῦτα σαφέω, εἰδὼς ἐν ἀναξιοπαθείῃσι
                        <lb/>σὲ πολλάκις γενηθέντα καὶ οὐ δι’ οὐσίῃν ἢ βασκανίην φιλοτωθάσσοντα·
                        <lb/>ἀτρεκίης γὰρ οὐδεμία οὔτε γνῶσις οὔτε μαρτυρίη. <lb/>Ἐπεμειδία δὲ λέγων
                        ταῦτα καί μοι Δαμάγητε, θεοειδής τις. <lb/>κατεφαίνετο, καὶ τὴν προτέρην
                        αὐτέου μορφὴν ἐξελελήσμην· καὶ <lb/>φημὶ ὦ Δημόκριτε μεγαλόδοξε, μεγάλας γε
                        τῶν σῶν ξενίων δωρεὰς <lb/>εἰς Κῶ ἀποίσομαι· πολλοῦ γάρ με τῆς σῆς σοφίης
                        θαυμασμοῦ πεπλήρωκας· <lb/>ἀπονοστέω δέ σου κῆρυξ ἀληθείην ἀνθρωπίνης φύσιος
                            <pb n="380"/> ἐξιχνεύσαντος καὶ νοήσαντος. Θεραπείην δὲ λαβὼν παρὰ σεῦ
                        τῆς <lb/>ἐμῆς διανοίης, ἀπαλλάσσομαι, τῆς ὥρης τοῦτο ἀπαιτεούσης καὶ τῆς
                        <lb/>τοῦ σώματος τημελείης· αὔριον δὲ καὶ κατὰ τὸ ἑξῆς ἐν ταὐτῷ γενησόμεθα.
                        <lb/>Ἀνιστάμην ταῦτα εἰπὼν, καὶ ὃς ἦν ἕτοιμος ἐπακολουθεῖν, <lb/>προσελθόντι
                        δέ τινι, οὐκ οἶδ’ ὁκόθεν, ἀπεδίδου τὰ βιβλία. <lb/>Κᾀγὼ ξυντονώτερον ἤπειξα,
                        καὶ πρὸς τοὺς ὄντως Ἀβδηρίτας ἐπὶ τῇ <lb/>σκοπιῇ ἀναμένοντάς με, ἄνδρες,
                        ἔφην, τῆς πρὸς ἐμὲ πρεσβείης χάρις <lb/>ὑμῖν πολλή· Δημόκριτον γὰρ εἶδον,
                        ἄνδρα σοφώτατον, σωφρονίζειν <lb/>ἀνθρώπους μοῦνον δυνατώτατον. Ταῦτ’ ἔχω
                        σοι περὶ Δημοκρίτεω, <lb/>Δαμάγητε, φράζειν γηθοσύνως πάνυ. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Δημόκριτος Ἱπποκράτει εὖ πράττειν.</p><p>Ἐπῆλθες ἡμῖν ὡς μεμηνόσιν, ὦ Ἱππόκρατες, ἐλλέβορον δώσων, <lb/>πεισθεὶς
                        ἀνοήτοις ἀνδράσι, παρ’ οἷσιν ὁ πόνος τῆς ἀρετῆς μανίη <lb/>κρίνεται.
                        Ἐτυγχάνομεν δὲ περὶ κόσμου διαθέσιος καὶ πολογραφίης, <lb/>ἔτι τε ἄστρων
                        οὐρανίων ξυγγράφοντες. Γνοὺς δὲ τὴν ἐπὶ τούτοις <lb/>φύσιν, ὡς ἀκεραίως
                        κάρτα εἴη ἐπιδεδημιουργημένα καὶ ὡς τῆλου <lb/>μανίης καὶ παραφρονήσιος
                        καθεστήκοι, ἐμοῖο μὲν φύσιν ἐπῄνεσας, <lb/>ἀπηνέας δὲ καὶ μεμηνότας κείνους
                        ἔκρινας. Ὁκόσα γὰρ ἰνδαλμοῖσι <lb/>διαλλάττοντα ἀνὰ τὸν ἠέρα πλάζει ἡμέας, ἃ
                        δὴ κόσμῳ ξυνεώραται <pb n="382"/> καὶ ἀμειψιρυσμέοντα τέτευχε, ταῦτα· νόος
                        ἐμὸς φύσιν ἐρευνήσας <lb/>ἀτρεκέως ἐς φάος ἤγαγεν· μάρτυρες δὲ τουτέων
                        βίβλοί ὑπ’ ἐμοῖο <lb/>γραφεῖσαι. Χρὴ οὖν καὶ σὲ, ὦ Ἱππόκρατες, μὴ
                        τοιουτοτρόποισιν <lb/>ἀνδράσιν ξυνέρχεσθαι καὶ ξυνομιλέειν, ὧν νόος
                        ἀκρόπλοος καὶ ἀβέβαιος <lb/>καθέστηκεν. Εἴ γάρ τοι πεισθεὶς ὡς μεμηνότα με
                        επότισας ἐν <lb/>ἐλλεβόρῳ, ἡ πινυτὴ μανίη ἂν ἐγεγόνει, καὶ σέο τέχνην ἂν
                        κατεμέμψαντο, <lb/>ὡς παραιτίην παρακοπῆς γεγενημένην· ἐλλέβορος γὰρ
                        ὑγιαίνουσι. <lb/>μὲν δοθεὶς ἐπισκοτεῖ διάνοιαν, μεμηνόσι δὲ κάρτα ὠφελέειν
                        <lb/>εἴωθεν. Γνῶθι γὰρ εἰ μὴ κατειλήφεις με γράφοντα, ἀνακείμενον δὲ <lb/>ἢ
                        σχέδην περιπατεῦντα καὶ προσομιλεῦντα ἐμαυτῷ, ὁτὲ μὲν <lb/>δυσχεραίνοντα,
                        ὁτὲ δὲ μειδιῶντα ἐπὶ τοῖσιν ἐννοουμένοισιν ὑπ’ ἐμοῖο, <lb/>καὶ τοῖσι μὲν
                        προσομιλέουσι τῶν γνωρίμων οὐ προσέχοντα, ἐφιστάντα <lb/>δὲ τὴν διάνοιαν καὶ
                        σκεπτόμενον ἐκπάγλως, ᾠήθης ἂν Δημόκριτον, <lb/>κατά γε ὄψιος κρίσιν ἐκ τῶν
                        ὁρεομένων; μανίης εἰκόνι ἐοικέναι. <lb/>Χρὴ οὖν τὸν ἰητρὸν μὴ μοῦνον ὄψει τὰ
                        πάθεα κρίνειν, ἀλλὰ <lb/>καὶ πρήγματι τούς τε ῥυθμοὺς ἀνακρίνειν ὡς
                        ἐπιτοπλεῖστον, καὶ <lb/>πότερον ἄρχοιτο τὸ πάθος ἤ μεσάζοι ἢ λήγοι, καὶ
                        διαφορὴν καὶ ὥρην <lb/>καὶ ἡλικίην παρατηροῦντα ἰητρεύειν τὸ πάθος
                        οὐλομελίην τε τοῦ <pb n="384"/> σκήνεος· ἐκ γὰρ τουτέων ἁπάντων εὐχερῶς τὴν
                        νοῦσον εὑρήσεις. <lb/>Ἀπέσταλκα δέ σοι τὸν περὶ μανίης λόγον. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁ περὶ μανίης λόγος.</p><p>Μαινόμεθα, ὡς ἔφην ἐν τῷ περὶ ἱερῆς νούσου, ὑπὸ ὑγρότητος <lb/>τοῦ ἐγκεφάλου,
                        ἐν ᾧ ἐστὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα. Ὅταν ὑγρότερος τῆς <lb/>φύσιος ᾖ, ἀνάγκη
                        κινεῖσθαι, κινουμένου δὲ μήτε τὴν ὄψιν ἀτρεμίζειν <lb/>μήτε τὴν ἀκοὴν. ἀλλὰ
                        ἄλλοτε ἀλλοῖα ὁρᾷν τε καὶ ἀκούειν, τήν <lb/>τε γλῶσσαν τοιαῦτα διαλέγεσθαι,
                        οἷα ἂν βλέπῃ τε καὶ ἀκούῃ ἑκάστοτε· <lb/>ὅσον δὲ ἂν ἀτρεμίσῃ ὁ ἐγκέφαλος,
                        τοσοῦτον καὶ φρονεῖ χρόνον <lb/>ὁ ἄνθρωπος. Γίνεται δὲ ἡ διαφθορὰ τοῦ
                        ἐγκεφάλου ὑπὸ φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς, γνώσῃ δὲ έκάτερα ὧδε· οἱ μὲν γὰρ ὑπὸ
                        φλέγματος <lb/>μαινόμενοι ἥσυχοί τέ εἰσι καὶ οὐ βοηταὶ οὐδὲ θορυβώδεες· οἱ
                        δὲ <lb/>ὑπὸ χολῆς, πλῆκται καὶ κακοῦργοι καὶ οὐκ ἠρεμαῖοι. Ἢν μὲν ξυνεχῶς
                        <lb/>μαίνωνται, αὗται αἱ προφάσιες εἰσίν· ἢν δὲ δείματα καὶ φόβοι, <lb/>ὑπὸ
                        μεταστάσιος γίνεται τοῦ ἐγκεφάλου θερμαινομένου ὑπὸ χολῆς <lb/>ὁρμώσης ἐπ’
                        αὐτὸν κατὰ τὰς φλέβας τὰς αἱματίτιδας· ὅταν δὲ ἀπέλθῃ <lb/>ἡ χολὴ πάλιν ἐς
                        τὰς φλέβας καὶ τὸ σῶμα, πέπαυται. Ἀνιῆται δὲ <lb/>καὶ ἀσῆται καὶ ἐπιλήθεται,
                        παρὰ καιρὸν ψυχομένου τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ὑπὸ φλέγματος καὶ ξυνισταμένου παρὰ
                        τὸ ἔθος. Ὅταν δὲ ἐξαπίνης <lb/>ὁ ἐγκέφαλος διαθερμαίνηται ὑπὸ χολῆς κατὰ τὰς
                        φλέβας τὰς εἰρημένας, <lb/>ἐπιζέσαντος τοῦ αἵματος, ἐνύπνια ὁρεῦσι φοβερὰ,
                        καὶ ὡς <lb/>ἐγρηγορότος τὸ πρόσωπον φλογιᾷ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐρυθραίνονται,
                        <lb/>καὶ ἡ γνώμη ἐπινοεῖ τι κακόν ἐργάζεσθαι· τοῦτο καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ <pb n="386"/> πάσχει· ὅταν δὲ τὸ αἷμα σκεδασθῇ πάλιν ἐς τὰς φλέβας,
                        πέπαυται. <lb/>Ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ τῶν ἐπιδημιῶν ἱστόρησα ὡς ἐγίνετο ἀφωνίη,
                        <lb/>ἄγνοια, παραληρήσεις συχναὶ καὶ ὑποστροφαί· ἡ δὲ γλῶσσα σκληρὴ,
                        <lb/>καὶ εἰ μὴ διακλύσαιτο, λαλεῖν οὐχ οἷός τε ἦν, καὶ σφόδρα πικρὴ <lb/>τὰ
                        πολλά· φλεβοτομίη ἔλυσεν, ὑδροποσίη, μελίκρητον, ἐλλεβόρων <lb/>πόσιες·
                        οὗτος ὀλίγον ἐπιζήσας χρόνον ἐτελεύτησεν. Ἄλλος ἦν δν, <lb/>ὅτε εἰς ποτὸν
                        ὁρμῴη, φόβος τῆς αὐλητρίδος ἐλάμβανεν, εἰ ἀκούσειεν <lb/>αὐλούσης, ἡμέρης δὲ
                        ἀκούων οὐδὲν ἔπασχεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἱπποκράτης Δημοκρίτῳ εὖ πράττειν.</p><p>Ἰητρικῆς τέχνης, ὦ Δημόκριτε, κατορθώματα μὲν οἱ πολλοὶ τῶν <lb/>ἀνθρώπων οὐ
                        παντάπασιν ἐπαινέουσι, θεοῖσι δὲ πολλάκις προσαρτῶσιν· <lb/>ἢν δέ τι ἡ φύσις
                        ἀντιπρήξασα ἀπολέσῃ τὸν θεραπευόμενον, <lb/>ἰητροὺς καταμέμφονται παρέντες
                        τὸ θεῖον. Καὶ ἔγωγε δοκέω <lb/>πλείονα μεμψιμοιρίην ἢ τιμὴν κεκληρῶσθαι τὴν
                        τέχνην. Ἐγὼ μὲν <lb/>γὰρ ἰητρικῆς ἐς τέλος οὐκ ἀφϊγμαι, καί περ ἤδη γηραλέος
                        καθεστώς· <lb/>οὐδὲ γὰρ ὁ τῆσδε εὑρέτης Ἀσκληπιὸς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐν πολλοῖς
                        <lb/>διεφώνησε, καθάπερ ἡμῖν αἱ τῶν ξυγγραφέων βίβλοι παραδεδώκασιν. <lb/>Ἡ
                        μὲν οὖν ὑπὸ σέο ἐπισταλεῖσα ἡμϊν ἐπιστολὴ κατεμέμφετο <lb/>περὶ τῆς
                        φαρμακείης τοῦ ἐλλεβόρου. Εἰσήχθην μὲν οὖν, ὦ Δημόκριτε, <lb/>ὡς μεμηνότα
                        ἐλλεβοριῶν, οὐ καταμαντευσάμενος ὅστις ποτ’ εἴης· <lb/>ὡς δ’ ἐντυχὼν ἔγνων,
                        οὐ μὰ Δία παραφρονήσιος ἔργον, ἀλλὰ σχεδὸν <lb/>ἀποδοχῆς πάσης, κάρτα σὴν
                        φύσιν ἐπῄνεσα, ἄριστόν τε φύσιος <lb/>ἑρμηνευτὴν καὶ κόσμου ἔκρινα· τοὺς δὲ
                        εἰσαγαγόντας με ἐμεμψάμην <lb/>ὡς μεμηνότας, φαρμακείης γὰρ αὐτοὶ ἔχρῃζον.
                        Ἔπειδὴ τοίνυν τὸ <lb/>αὐτόματον ἡμέας εἰς τὸ αὐτὸ ξυνήγαγεν, ὀρθῶς ποιήσεις
                        ἐπιστέλλων <lb/>ἠμῖν πυκνότερον καὶ μεταδιδοὺς τῶν ὑπὸ σέο γραφομένων
                        ξυνταγμάτων· <pb n="388"/> ἀπέσταλκα δέ σοι καὶ αὐτὸς τὸν περὶ τοῦ
                        ἐλλεβορισμοῦ λόγον. <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>