<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg052.1st1K-grc1:41-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg052.1st1K-grc1:41-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg052.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Τοῖς μελαγχολικοῖς μετὰ φρενιτικῶν ἐχομένοις αἱμοῤῥοΐδες <lb/>ἐγγενόμεναι
                        ἀγαθόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ὅσοι μαίνονται, αὐτόματοι ἢ ἀπαλλασσόμενοι ἐκ τῶν νούσων, <lb/>τουτέοις
                        τὴν μανίην ὀδύνη ἐς τοὺς πόδας εἰσελθοῦσα ἢ ἐς [τὸ] <lb/>στῆθος, ἢ βὴξ
                        ἰσχυρὴ γενομένη λύει· ἐὰν τουτέων μηδὲν γένηται, <lb/>λυομένης τῆς μανίης,
                        στέρησις τοῦ ὀφθαλμοῦ γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ὁκόσοι τῇ γλώσσῃ παφλάζουσι τῶν χειλέων μὴ κρατέοντες, <lb/>ἐὰν ταῦτα
                        παύσηται, ἔμπυοι γίνονται, ἢ ὀδύνη ἰσχυρὴ ἐν τοῖς κάτω <lb/>χωρίοις λύει, ἢ
                        κυφότης, ἢ αἷμα πολὺ ἐκ τῶν ῥινῶν ῥυὲν, ἢ μανίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Τοῦ μεγάλου νοσήματος ἐν ἔθει γενομένου λύσις, ἰσχίων <lb/>ὀδύνη, ἢ
                        ὀφθαλμῶν διαστροφὴ, ἢ τύφλωσις, ἢ ὀρχίων οἰδήσεις, ἢ <lb/>τιτθῶν ἄρσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Καῦσον λύει αἵματος ἐκ ῥινῶν ῥύσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἐν καύσῳ ἐὰν ἐπιλάβῃ ῥῖγος, φιλέει ἐξιδροῦν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Ὑπὸ καύσου ἐχομένῳ, ῥίγεος ἐπιγενομένου, λύσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ὅσοις ἐν τοῖσι καύσοισι τρόμοι ἐγγίνονται, παρακοπὴ λύει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Ὅσοις ἂν ἐν τοῖς πυρετοῖς τὰ ὦτα κωφωθῇ, τουτέοισι μὴ <lb/>λυθέντος τοῦ
                        πυρετοῦ μανῆναι ἀνάγκη· λύει δὲ ἐκ τῶν ῥινῶν αἷμα <lb/>ῥυὲν, ἢ κοιλίη
                        ἐκταραχθεῖσα χολώδεα, ἢ δυσεντερίη ἐπιγενομένη, ἢ <lb/>ὀδύνη ἰσχίων ἢ
                        γονάτων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ὅσοισι πυρετοῖσι ῥῖγος ἐπιγίνεται, ὁ πυρετὸς λύεται. </p></div><pb n="292"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Ὅσοισιν ὀδύναι γίνονται ἐξαπίνης, τὸ ὑποχόνδριον ἐπῆρται <lb/>ἄνω· καὶ
                        ἐὰν περὶ τὴν νόθον πλευρὴν καὶ περὶ σκέλεα αἱ ὀδύναι <lb/>γίνωνται,
                        τουτέοισι λύσις φλεβοτομίη καὶ κάθαρσις κάτω· οὐ γὰρ <lb/>λαμβάνει πυρετὸς
                        ἰσχυρὸς ἀδυνατούντων τῶν χωρίων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Ὑπὸ ὕδρωπος ἐχομένῳ, κατὰ τὰς φλέβας ἐς τὴν κύστιν ἢ <lb/>κοιλίην
                        ὑδατώδους ῥυέντος, λύσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Ἢν ὑπὸ λευκοῦ φλέγματος ἐχομένῳ διάῤῥοια ἐπιγίνηται ἰσχυρὴ, <lb/>λύσις.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Ὑπὸ διαῤῥοίης ἐχομένῳ ἰσχυρῆς ἔμετος ἐπιγενόμενος ἀπὸ <lb/>τοῦ αὐτομάτου
                        λύσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Ὅσοι ὑπὸ διαῤῥοίης πουλὺν χρόνον λαμβάνονται ξὺν βηχὶ, <lb/>οὐκ
                        ἀπαλλάσσονται, ἐὰν μὴ ὀδύναι ἰσχυραὶ ἐν τοῖς ποσὶν ἐμπέσωσιν· <lb/>ἢ
                        βούλεται διαστροφὴ γίνεσθαι φύσιος, ἐπειδὰν μὴ διάῤῥοια ἴῃ, ἢ <lb/>κενὴ
                        διαχώρησις πρὸς πᾶσαν λάβῃ· ἐπιγίνονται γὰρ φῦσαι ἔσωθεν <lb/>οὖσαι· δῆλον
                        τοίνυν οὐκ ἔχουσιν οὐδὲν ὑγρὸν, ὥστε προσφέρειν, εἰ <lb/>δεῖ, σῖτα ἀσφαλῶς
                        τῷ οὕτως ἔχοντι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Εἰλεοῦ ἐπιγενομένου, οἶνον ψυχρὸν δίδου πίνειν πουλὺν <lb/>ἄκρατον κατ’
                        ὀλίγον, ἕως ὕπνος, ἢ σκελέων ὀδύνη γίνηται· λύει δὲ <lb/>καὶ πυρετὸς ἢ
                        δυσεντερίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Κεφαλὴν περιωδυνοῦντι καὶ νοσέοντι, πύου ῥέοντος ἢ κατὰ <lb/>τὰ ὦτα ἢ
                        κατὰ τὰς ῥῖνας, λύεται τὸ νόσημα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Ὁκόσοισιν ὑγιαίνουσιν ἐξαπίνης ὀδύναι ἐγγίνονται ἐν ταῖς <pb n="294"/>
                        κεφαλαῖς, καὶ παραχρῆμα ἄφωνοι γίνονται, καὶ ῥέγκουσιν, ἀπόλλυνται <lb/>ἐν
                        ἑπτὰ ἡμέραις, ἐὰν μὴ πυρετὸς ἐπιλάβῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Κεφαλὴν περιωδυνέοντι σικύην πρόσβαλε, ὅ τι ἂν τῶν ἄνω <lb/>χωρίων
                        πονήσῃ· λύει ὀδύνη ἐς ἰσχία καὶ γούνατα καὶ ἆσθμα, ὅ τι <lb/>ἂν τουτέων
                        γίνηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Ὀφθαλμιῶντι ὑπὸ διαῤῥοίης ἁλῶναι ἀγαθόν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>