<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg051.1st1K-grc1:1-14</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg051.1st1K-grc1:1-14</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg051.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΙ.</head><p>1. Χρόνος ἐστὶν ἐν ᾧ καιρὸς, καὶ καιρὸς ἐν ᾧ χρόνος οὐ πολύς· <lb/>ἄκεσις
                        χρόνῳ, ἔστι δὲ ἡνίκα καὶ καιρῷ. Δεῖ γε μὴν ταῦτα εἰδότα <lb/>μὴ λογισμῷ
                        πρότερον πιθανῷ προσέχοντα ἰητρεύειν, ἀλλὰ τριβῇ <lb/>μετὰ λόγου. Ὁ γὰρ
                        λογισμὸς μνήμη τίς ἐστι ξυνθετικὴ τῶν μετ’ <lb/>αἰσθήσιος ληφθέντων·
                        ἐφαντασιώθη γὰρ ἐναργέως ἡ αἴσθησις προπαθὴς <lb/>καὶ ἀναπομπὸς ἐοῦσα εἰς
                        διάνοιαν τῶν ὑποκειμένων· ἡ δὲ <pb n="252"/> παραδεξαμένη πολλάκις, οἷς,
                        ὅτε, ὁκοίως τηρήσασα, καὶ ἐς ἑωυτὴν <lb/>καταθεμένη, ἐμνημόνευσεν.
                        Ξυγκαταινέω μὲν οὖν καὶ τὸν λογισμὸν, <lb/>ἤνπερ ἐκ περιπτώσιος ποιῆται τὴν
                        ἀρχὴν, καὶ τὴν καταφορὴν ἐκ <lb/>τῶν φαινομένων μεθοδεύῃ· ἐκ γὰρ τῶν
                        ἐναργέως ἐπιτελεομένων <lb/>ἢν τὴν ἀρχὴν ποιήσηται ὁ λογισμὸς, ἐν διανοίης
                        δυνάμει ὑπάρχων <lb/>εὑρίσκεται, παραδεχομένης αὐτῆς ἕκαστα παρ’ ἄλλων.
                        Ὑποληπτέον <lb/>οὖν τὴν φύσιν ὑπὸ τῶν πολλῶν καὶ παντοίων πρηγμάτων
                        κινηθῆναί <lb/>τε καὶ διδαχθῆναι, βίης ὑπεούσης· ἡ δὲ διάνοια παρ’ αὐτῆς
                        <lb/>λαβοῦσα, ὡς προεῖπον, ὕστερον εἰς ἀληθείην ἤγαγεν· εἰ δὲ μὴ ἐξ
                        <lb/>ἐναργέος ἐφόδου, ἐκ δὲ πιθανῆς ἀναπλάσιος λόγου, πολλάκις βαρείην
                        <lb/>καὶ ἀνιηρὴν ἐπήνεγκε διάθεσιν. Οὗτοι δὲ ἀνοδίην χειρίζουσι· τί γὰρ
                        <lb/>ἂν ἦν κακὸν, ἢν τὰ ἐπίχειρα ἐκομίζοντο οἱ τὰ τῆς ἰητρικῆς ἔργα
                        <lb/>κακῶς δημιουργέοντες; νῦν δὲ τοῖσιν ἀναιτίοισιν ἐοῦσι τῶν καμνόντων,
                        <lb/>ὁκόσοισιν οὐχ ἱκανὴ ἐφαίνετο ἐοῦσα τοῦ νοσέειν βίη, εἰ μὴ ξυνέλθοι
                        <lb/>τῇ τοῦ ἰητροῦ ἀπειρίῃ. Περὶ μὲν οὖν τουτέων ἅλις ἔστω <lb/>διειλεγμένα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τῶν δ’ ὡς λόγου μόνου ξυμπεραινομένων μὴ εἴη ἐπαύρασθαι, <lb/>τῶν δὲ ὡς
                        ἔργου ἐνδείξιος· σφαλερὴ γὰρ καὶ εὔπταιστος ἡ μετ’ ἀδολεσχίης
                        <lb/>ἰσχύρισις. Διὸ καὶ καθόλου δεῖ ἔχεσθαι τῶν γινομένων, καὶ <pb n="254"/>
                        περὶ ταῦτα μὴ ἐλαχίστως γίγνεσθαι, ἢν μέλλῃ ἕξειν ῥηϊδίην καὶ
                        <lb/>ἀναμάρτητον ἕξιν, ἣν δὴ ἰητρικὴν προσαγορεύομεν. Κάρτα γὰρ <lb/>μεγάλην
                        ὠφελίην περιποιήσει τοῖσί γε νοσέουσι καὶ τοῖσι τουτέων <lb/>δημιουργοῖσιν.
                        Μὴ ὀκνέειν δὲ καὶ παρὰ ἰδιωτέων ἱστορέειν, ἤν τι <lb/>δοκέῃ συνοίσειν εἰς
                        καιρὸν θεραπείης. Οὕτω γὰρ δοκέω τὴν ξύμπασαν <lb/>τέχνην ἀναδειχθῆναι, διὰ
                        τὸ ἐξ ἑκάστου τοῦ τέλους τηρηθῆναι <lb/>καὶ εἰς ταὐτὸ ξυναλισθῆναι.
                        Προσέχειν οὖν δεῖ περιπτώσει τῇ ὡς <lb/>ἐπιτοπολὺ, καὶ μετ’ ὠφελίης καὶ
                        ἠρεμαιότητος μᾶλλον ἢ ἐπαγγελίης <lb/>καὶ ἀπολογίης τῆς μετὰ πρήξιας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Χρήσιμος δὲ καὶ ποικίλος τῶν προσφερομένων τῷ νοσέοντι καὶ <lb/>ὁ
                        προορισμὸς, ὅτι μόνον τι προσενεχθὲν ὠφελήσει· οὐ γὰρ ἰσχυρίσιος <lb/>δεῖ·
                        πάντα γὰρ τὰ πάθη διὰ πολλὰς περιστάσιας καὶ μεταβολὰς <lb/>μονῇ τινὶ
                        προσκαθίζει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Παραινέσιος δ’ ἂν καὶ τοῦτο ἐπιδεηθείη τῆς θεωρίης· εἰ γὰρ <lb/>ἄρξαιο
                        παρὰ μισθαρίων, ξυμβάλλει γάρ τι καὶ τῷ ξύμπαντι, τῷ <lb/>μὲν ἀλγέοντι
                        τοιαύτην διανόησιν ἐμποιήσεις τὴν ὅτι ἀπολιπὼν <pb n="256"/> αὐτὸν πορεύσῃ
                        μὴ ξυνθέμενος, ἢ ὅτι ἀμελήσεις, καὶ οὐχ ὑποθήσεις <lb/>τινὰ τῷ παρεόντι.
                        Ἐπιμελεῖσθαι οὖν οὐ δεῖ περὶ στάσιος μισθοῦ· <lb/>ἄχρηστον γὰρ ἡγεύμεθα
                        ἐνθύμησιν ὀχλεομένῳ τὴν τοιαύτην, πουλὺ <lb/>δὲ μᾶλλον ἐν ὀξεῖ νοσήματι·
                        νόσου γὰρ ταχύτης καιρὸν μὴ διδοῦσα <lb/>ἐς ἀναστροφὴν οὐκ ἐποτρύνει τὸν
                        καλῶς ἰητρεύοντα ζητεῖν τὸ λυσιτελὲς, <lb/>ἔχεσθαι δὲ δόξης μᾶλλον· κρέσσον
                        οὖν σωζομένοισιν ὀνειδίζειν <lb/>ἢ ὀλεθρίως ἔχοντας προμύσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Καί τοι ἔνιοι νοσέοντες ἀλλάσσουσι, τὸ ξενοπρεπὲς καὶ τὸ ἄδηλον
                        <lb/>προκρίνοντες, ἄξιοι μὲν ἀμελίης, οὐ μέντοι γε κολάσιος· διὸ
                        <lb/>τουτέοισιν ἀντιτάξῃ εἰκότως μεταβολῆς ἐπὶ σάλου πορευομένοισιν. <pb n="258"/> Τίς γὰρ ὦ πρὸς Διὸς ἠδελφισμένος ἰητρὸς ἰητρεύειν πεισθείη
                        ἀτεραμνίῃ; <lb/>ὥστ’ ἐν ἀρχῇ ἀνακρίνοντα πᾶν πάθος μὴ οὐχ ὑποθέσθαι
                        <lb/>τινὰ ξυμφέροντα ἐς θεραπηΐην, ἀποθεραπεῦσαί τε τὸν νοσέοντα καὶ <lb/>μὴ
                        παριδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Τῆς δ’ ἐπικαρπίης, μὴ ἄνευ τῆς ἐπισκευαζούσης πρὸς μάθησιν <lb/>ἐπιθυμίης.
                        Παρακελεύομαι δὲ μὴ λίην ἀπανθρωπίην εἰσάγειν, ἀλλ’ <lb/>ἀποβλέπειν ἔς γε
                        περιουσίην καὶ οὐσίην· ὁτὲ δὲ προῖκα, ἀναφέρων <lb/>μνήνην εὐχαριστίης
                        προτέρην ἢ παρεοῦσαν εὐδοκίην. Ἢν δὲ καιρὸς <lb/>εἴη χορηγίης ξένῳ τε ἐόντι
                        καὶ ἀπορέοντι, μάλιστα ἐπαρκέειν τοῖσι <lb/>τοιουτέοισιν· ἢν γὰρ παρῇ
                        φιλανθρωπίη, πάρεστι καὶ φιλοτεχνίη. <lb/>Ἔνιοι γὰρ νοσέοντες ᾐσθημένοι τὸ
                        περὶ ἑωυτοὺς πάθος μὴ ἐὸν ἐν <lb/>ἀσφαλείῃ, καὶ τῇ τοῦ ἰητροῦ ἐπιεικείῃ
                        εὐδοκέοντες, μεταλλάσσονται <lb/>ἐς ὑγιείην. Εὖ δ’ ἔχει νοσεόντων μὲν
                        ἐπιστατέειν, ἕνεκεν ὑγιείης· <lb/>ὑγιαινόντων δὲ φροντίζειν, ἕνεκεν ἀνοσίης·
                        φροντίζειν καὶ ὑγιαινόντων, <lb/>ἕνεκεν εὐσχημοσύνης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Οἱ μὲν οὖν ἐόντες ἐν βυθῷ ἀτεχνίης τῶν προλελεγμένων οὐκ <lb/>ἂν
                        αἰσθάνοιντο. Καὶ γὰρ οὗτοι ἀνίητροι ἐόντες, ἐλέγχη, ἐκ ποδὸς <lb/>ὑψεύμενοι,
                        τύχης γε μὴν δεόμενοι, ὑπό τινων εὐπόρων καὶ ἀσθενῶν <pb n="260"/> ἔνδοσιν
                        ἀναλαμβανόντων ἑκάτερῃ ἐπιτυχίῃ εὐδοκιμέουσι, καὶ διαπιπτόντων <lb/>ἐπὶ τὸ
                        χεῖρον, καταχλιδεῦσι καταμεμεληκότες τὰ τῆς τέχνης <lb/>ἀνυπεύθυνα· ἐφ’ οἷς
                        ἂν ἰητρὸς ἀγαθὸς ἀκμάζοι ὁμότεχνος καλεόμενος· <lb/>ὁ δὲ τὰς ἀκέσιας
                        ἀναμαρτήτους ῥηϊδίως ἐπιτελέων οὐθὲν ἂν τουτέων <lb/>παραβαίη, οὐ πάντη
                        σπάνει τοῦ δύνασθαι· οὐ γὰρ ἄπιστός ἐστιν ὡς <lb/>ἐν ἀδικίῃ. Πρὸς γὰρ
                        θεραπηΐην οὐ γίνονται, σκοπέοντες διάθεσιν <lb/>φθινώδεα, φυλασσόμενοι
                        ἑτέρων ἰητρῶν ἐπεισαγωγὴν, ἐνόντες ἐν <lb/>μισοπονηρίῃ βοηθήσιος. Οἵ τε
                        νοσέοντες ἀνιέμενοι νήχονται ἐπὶ <lb/>ἑκατέρῃ μοχθηρίῃ μὴ ἐγκεχειρικότες
                        ἑωυτοὺς ἕως τέλους τῇ ἐν τῇ <lb/>τέχνῃ πλείονι θεραπηΐῃ· ἄνεσις γάρ νούσου
                        τινὸς κάμνοντι παρέχει <lb/>μεγάλην ἀλεωρήν· διὸ δεόμενοι τὴν ὑγιεινὴν
                        διάθεσιν, οὐκ ἐθέλουσι <lb/>τὴν αὐτὴν χρῆσιν αἰεὶ προσδέχεσθαι, μὴ νοέοντες
                        ἰητροῦ ποικιλίην. <pb n="262"/> Πολυτελεῖς γὰρ ἀπορέουσιν ἐόντες, κακοτροπίῃ
                        προσκυρεῦντες καὶ <lb/>ἀχαριστέοντες ξυντυχεῖν, δυνατοὶ ἐόντες εὐπορέειν,
                        διαντλίζονται <lb/>περὶ μισθαρίων, ἀτρεκέως ἐθέλοντες ὑγιέες εἶναι εἵνεκεν
                        ἐργασίης <lb/>τόκων ἢ γεωργίης, ἀφροντιστέοντες μὴ ὑπὲρ αὐτέων λαμβάνειν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Περὶ σημασίης τοιαύτης ἅλις ἔστω· ἄνεσις γὰρ καὶ ἐπίτασις <lb/>νοσέοντος
                        ἐπινέμησιν ἰητρικὴν κέχρηνται. Οὐκ ἄσχημον δὲ, οὐδ’ <lb/>ἤν τις ἰητρὸς
                        στενοχωρέων τῷ παρεόντι ἐπί τινι νοσέοντι καὶ ἐπισκοτεόμενος <lb/>τῇ ἀπειρίῃ
                        κελεύῃ καὶ ἑτέρους εἰσάγειν εἵνεκα τοῦ ἐκ <lb/>κοινολογίης ἱστορῆσαι τὰ περὶ
                        τὸν νοσέοντα, καὶ συνεργοὺς γενέσθαι <lb/>ἐς εὐπορίην βοηθήσιος. Ἐν γὰρ
                        κακοπαθείης παρεδρίῃ, ἐπιτείνοντος <lb/>τοῦ πάθεος, δι’ ἀπορίην τὰ πλεῖστα
                        ἐκκλίνουσι τῷ παρεόντι· θαῤῥητέον <pb n="264"/> οὖν ἐν καιρῷ τοιουτέῳ·
                        οὐδέποτε γὰρ ἐγὼ τὸ τοιοῦτο ὁριεῦμαι, <lb/>ὅτι ἡ τέχνη κέκριται περὶ
                        τουτέου. Μηδέποτε φιλονεικέειν <lb/>προσκυρέοντας ἀλλήλοισι καὶ
                        κατασιλλαίνειν· ὃ γὰρ ἂν μεθ’ ὅρκου <lb/>ἐρέω, οὐδέποτε ἰητροῦ λογισμὸς
                        φθονήσειεν ἂν ἑτέρῳ, ἀκιδνὸς γὰρ <lb/>ἂν φανείη· ἀλλὰ μᾶλλόν οἱ
                        ἀγχιστεύοντες ἀγοραίης ἐργασίης πρήσσουσι <lb/>ταῦτα εὐμαρέως. Καίτοι γε
                        οὐδὲ ψευδέως κατανενόηται· πάσῃ <lb/>γὰρ εὐπορίῃ ἀπορίη ἔνεστι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Μετὰ τουτέων δὲ πάντων μέγα ἂν τεκμήριον φανείη ξὺν τῇ <lb/>οὐσίῃ τῆς
                        τέχνης, εἴ τις καλῶς ἰητρεύων προσαγορεύσιος τοιαύτης <lb/>μὴ ἀποσταίη,
                        κελεύων τοῖσι νοσέουσι μηδὲν ὀχλεῖσθαι κατὰ διάνοιαν, <lb/>ἐν τῷ σπεύδειν
                        ἀφικέσθαι ἐς καιρὸν σωτηρίης. Ἡγεύμεθα γὰρ <lb/>ἃ χρὴ ἐς τὴν ὑγιείην, καὶ
                        προστασσόμενος γε οὐ διαμαρτήσει. Αὐτοὶ <lb/>μὲν γὰρ οἱ νοσέοντες διὰ τὴν
                        ἀλγεινὴν διάθεσιν ἀπαυδέοντες ἑωυτούς <lb/>τε [ἀποῤῥίπτοντες] μεταλλάσσουσι
                        τῆς ζωῆς· ὁ δ’ ἐγκεχειρισμένος <lb/>τὸν νοσέοντα, ἐὰν ἀποδείξῃ τὰ τῆς τέχνης
                        ἐξευρήματα, σώζων οὐκ <pb n="266"/> ἀλλοιῶν φύσιν, ἀποίσει τὴν παρεοῦσαν
                        πικρίην ἢ τὴν παραυτίκα <lb/>ἀπιστίην. Ἡ γὰρ τοῦ ἀνθρώπου εὐεξίη φύσις τίς
                        ἐστι φύσει περιπεποιημένη <lb/>κίνησιν οὐκ ἀλλοτρίην, ἀλλὰ λίην γε
                        εὐαρμοστεῦσαν, <lb/>πνεύματί τε καὶ θερμασίῃ καὶ χυμῶν κατεργασίῃ, πάντη τε
                        καὶ <lb/>πάσῃ διαίτῃ καὶ τοῖσι ξύμπασι δεδημιουργημένη, ἢν μή τι ἐκ γενετῆς
                        <lb/>ἢ ἀπ’ ἀρχῆς ἔλλειμμα ᾖ· ἢν δὲ γένηταί τι, ἐξιτήλου ἐόντος,
                        <lb/>πειρᾶσθαι ἐξομοιοῦν τῇ ὑποκειμένῃ· παρὰ γὰρ φύσιν τὸ μινύθημα <lb/>καὶ
                        διὰ χρόνου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Φευκτέη δὲ καὶ θρύψις ἐπικρατίδων διὰ προσκύρησιν ἀκέσιος, <lb/>ὀδμή τε
                        περίεργος· διὰ γὰρ ἱκανὴν ἀξυνηθείην διαβολὴν κέκτησαι, <lb/>διὰ δὲ τὴν
                        ὀλίγην, εὐσχημοσύνην· ἐν γὰρ μέρει πόνος ὀλίγος, ἐν <lb/>πᾶσι ἱκανός.
                        Εὐχαριστίην δὲ οὐ περιαιρέω· ἀξίη γὰρ ἰητρικῆς <lb/>προστασίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Προσθέσιος δὲ δι’ ὀργάνων καὶ σημαντικῶν ἐπιδείξιος, καὶ <lb/>τῶν
                        τοιουτοτρόπων μνήμην παρεῖναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἢν δὲ καὶ εἵνεκα ὁμίλου θέλῃς ἀκρόασιν ποιήσασθαι, οὐκ <pb n="268"/>
                        ἀγακλεῶς ἐπιθυμέεις, μὴ μέντοι γε μετὰ μαρτυρίης ποιητικῆς· <lb/>ἀδυναμίην
                        γὰρ ἐμφαίνει φιλοπονίη· ἀπαρνέομαι γὰρ εἰς χρῆσιν <lb/>ἑτέρην φιλοπονίην
                        μετὰ πόνου ἱστοριευμένην, διὸ ἐν ἑωυτῇ μούνῃ <lb/>αἵρεσιν ἔχουσαν χαρίεσσαν·
                        περιποιήσῃ γὰρ κηφῆνος μετὰ παραπομπῆς <lb/>ματαιοκοπίην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Εὐκτέη δὲ καὶ διάθεσις ἐκτὸς ἐοῦσα ὀψιμαθίης· παρεόντων <lb/>μὲν οὐδὲν
                        ἐπιτελέει· ἀπεόντων δὲ μνήμη ἀνεκτή. Γίνεται τοίνυν <lb/>πάμμαχος ἀτυχίη,
                        μετὰ λύμης νεαρῆς, ἀφροντιστεῦσα εὐπρεπίης, <lb/>ὁρισμοῖς τε καὶ
                        ἐπαγγελίῃσιν ὅρκοις τε παμμεγέθεσι, θεῶν εἵνεκεν, <lb/>ἰητροῦ προστατέοντος
                        νόσου, ἀναγνώσιος ξυνεχείης, κατηχήσιός τε <lb/>ἰδιωτέων φιλαλυστέων λόγους
                        ἐκ μεταφορῆς διαζηλευομένου, καὶ <lb/>πρινὴ νούσῳ καταπορέωσιν ἠθροισμένοι.
                        Τῶν μὲν οὖν τοιουτέων <lb/>ὅποι ἂν καὶ ἐπιστατήσαιμι, οὐκ ἂν ἐπὶ θεραπηΐης
                        ξυλλόγου αἰτήσαιμι <lb/>ἂν θαρσαλέως βοηθεῖν· ἱστορίης γὰρ εὐσχήμονος
                        σύνεσις ἐν <lb/>τουτέοισι διεφθαρμένη. Τουτέων οὖν δι’ ἀνάγκην ἀξυνέτων
                        ἐόντων, <lb/>παρακελεύομαι χρησίμην εἶναι τὴν τριβὴν, μὴ τὴν τήρησιν <pb n="270"/> δογμάτων ἱστορίης. Τίς γὰρ ἐπιθυμεῖ δογμάτων πολυσχιδίην
                        ἀτρεκέως <lb/>ἱστορέειν, μή γε χειροτριβίης ἀτρεμεότητι; διὸ παραινέω
                        <lb/>τουτέοισι λέγουσι μὲν προσέχειν, ποιέουσι δὲ ἐγκόπτειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ξυνεσταλμένης διαίτης, μὴ μακρὴν ἐγχειρέειν· τοῦ κάμνοντος <lb/>χρονίη ἡ
                        ἐπιθυμίη· ἀνίστησι καὶ ξυγχωρίη ἐν χρονίῃ νούσῳ, <lb/>ἤν τις προσέχῃ τυφλῷ
                        τὸ δέον. Ὡς μέγας φόβος φυλακτέος, καὶ χάρας <lb/>δεινότης. Ἠέρος αἰφνιδίη
                        ταραχὴ φυλακτέη. Ἀκμὴ ἡλικίης πάντα <lb/>ἔχει χαρίεντα, ἀπόληξις δὲ
                        τοὐναντίον. Ἀσαφίη δὲ γλώττης γίνεται <lb/>ἢ διὰ πάθος, ἢ διὰ τὰ οὔατα, πρίν
                        τε πρότερα ἐξαγγεῖλαι, ἕτερα <lb/>ἐπιλαλεῖν, ἢ πρὶν τὸ διανενοημένον εἰπεῖν,
                        ἕτερα ἐπιδιανοεῖσθαι· τὸ <lb/>μὲν ἄνευ πάθους ὁρατοῦ λελεγμένου μάλιστα
                        ξυμβαίνει φιλοτεχνοῦσιν. <lb/>Ἡλικίης, σμικροῦ ἐόντος τοῦ ὑποκειμένου,
                        δύναμις ἐνίοτε πάμπουλυς. <lb/>Νούσου ἀταξίη μῆκος σημαίνει· κρίσις δὲ
                        ἀπόλυσις νούσου. <lb/>Μικρὴ αἰτίη ἄκεσι λύεται, ἢν μή τι περὶ τόπον καίριον
                            <pb n="272"/> πάθῃ. Διότι ξυμπάθησις ὑπὸ λύπης ἐοῦσα ὀχλέει, ἐξ ἑτέρου
                        συμπαθείης <lb/>τινὲς ὀχλεῦνται. Καταύδησις λυπέει. Φιλοπονίης κρατερῆς
                        <lb/>ὕπο, παραίνεσις, ἀλέα, ᾠδὴ, τόπος ὀνησιφόρος. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>