<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1:1-19</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1:1-19</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΟΣΤΕΩΝ ΦΥΣΙΟΣ.</head><p>1. Ὀστέα χειρὸς εἰκοσιεπτά· ποδὸς εἰκοσιτέσσαρα· τραχήλου ἐς <lb/>τὸν μέγαν
                        ἑπτά· ὀσφύος πέντε· ῥάχιος εἴκοσι· κεφαλῆς ξὺν ὀπωπίοις <lb/>ὀκτώ· ξύμπαντα
                        ἐννενήκοντα ἓν, ξὺν ὄνυξιν ἑκατὸν ἕνδεκα. <lb/>Ἃ δ’ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐξ ἀνθρώπου
                        ὀστέων κατεμάθομεν, σπόνδυλοι οἱ <lb/>ἄνω τῆς κληβδος σὺν τῷ μεγάλῳ ἑπτά· οἱ
                        δὲ κατὰ τὰς πλευρὰς <lb/>ὅσαι περ αἱ πλευραὶ δώδεκα· οἱ δὲ κατὰ κενεῶνας
                        ἐκτὸς, ἐν ᾧ τὰ <lb/>ἰσχία, ἐν τῇ ὀσφύϊ πέντε. Τὸ δὲ σπέρμα οἷον κηρίον
                        ἑκατέρωθεν <lb/>τῆς κύστιος· ἐκ δ’ αὐτῶν φλέβες ἑκατέρωθεν τοῦ οὐρητῆρος ἐς
                        τὸ <lb/>αἰδοῖον τείνουσι. Ποτὸν διὰ φάρυγγος καὶ στομάχου· λάρυγξ ἐς
                        <lb/>πλεύμονα καὶ ἀρτηρίην· ἀπὸ δὲ τούτων ἐς ἄκρην κύστιν. Ἥπατος <lb/>πέντε
                        λοβοί· ἐπὶ δὲ τοῦ τετάρτου λοβοῦ ἐπίκειται ἡ χολὴ, ἣ τὸ στόμα <lb/>ἐπὶ
                        φρένας καὶ καρδίην καὶ πλεύμονα φέρει· καρδίην ὑμὴν περίεστι. <lb/>Τὰ κῶλα
                        ἔχει κυνὸς μείζω· ἤρτηται δὲ ἐκ τῶν μεσοκώλων· ταῦτα <lb/>δὲ ἐκ νεύρων ἀπὸ
                        τῆς ῥάχιος ὑπὸ τὴν γαστέρα. Νεφροὶ, ἐκ νεύρων <lb/>ἀπὸ ῥάχιος καὶ ἀρτηρίης.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Καρδίης πηγή· ξυγγενὴς φλὲψ τείνει διὰ φρενῶν, ἥπατος, <lb/>σπληνὸς,
                        νεφρῶν ἐς ἰσχίον· περὶ γαστροκνημίην ἐπὶ τὸν ταρσόν· <lb/>ἑτέρη δὲ ἐκ
                        καρδίης ὑπὸ μασχάλας, κληβδας, σφαγὰς, κεφαλὴν, <pb n="170"/> ῥῖνα, μέτωπον,
                        παρὰ τὰ ὦτα, ὤμους, μετάφρενον, στήθεα, γαστέρα, <lb/>διὰ πήχεος· ἡ δὲ διὰ
                        μασχαλέων ἐπὶ πῆχυν, ἐπὶ ταρσόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Νεύρων ἔκφυσις ἀπὸ τοῦ ἰνίου ἄχρι παρὰ ῥάχιν, παρὰ ἰσχίον, <lb/>ἐς αἰδοῖα,
                        ἐς μηροὺς, πόδας, κνήμας, ἐς χεῖρας· ἄλλ’ ἐς βραχίονας, <lb/>τὰ μὲν ἐς
                        σάρκας, τὰ δὲ παρὰ τὴν περόνην ἐς τὸν μέγαν δάκτυλον· <lb/>τὰ δ’ ἐκ τῶν
                        σαρκῶν ἐπὶ τοὺς ἄλλους δακτύλους· ἄλλ’ ἐς ὠμοπλάτην, <lb/>στῆθος, γαστέρα,
                        ὀστέοισι, συνδέσμοισιν· ἀπὸ δὲ αἰδοίου παρ’ ἀρχὸν, <lb/>κοτυληδόνα· τὸ μὲν
                        ἄνωθεν μηροῦ, τὸ δὲ κάτωθεν ἐπὶ τὰ γούνατα, <lb/>ἐντεῦθεν γούνατι ξυνταθὲν,
                        ἐπὶ τένοντα, πτέρναν, πόδας· τὸ δὲ ἐς <lb/>περόνην· ἄλλα δ’ ἐς τοὺς νεφρούς.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Αὗται δὲ αἱ φλέβες ἐφ’ ἑκάτερα διχῇ τὰ μέγιστα σχίζονται, τὰ <lb/>μὲν
                        ἔνθεν τοῦ νεφροῦ ἑκατέρου, τὰ δὲ ἔνθεν, καὶ διατέτρηνται ἐς <lb/>τοὺς
                        νεφρούς. Καὶ εἶδος καρδίης οἱ νεφροὶ ἔχουσι· καὶ οὗτοι κοιλιώδεες· <lb/>ὁ δὲ
                        νεφρὸς τὰ κοῖλα ἑωυτοῦ πρὸς τὰς φλέβας ἔχων κεῖται τὰς <lb/>μεγάλας· ὅθεν
                        ἐκπεφύκασιν ἐξ αὐτέου αἱ φλέβες αἱ ἐς κύστιν, ᾗ εἵλκετο <lb/>τὸ ποτὸν διὰ
                        τῶν φλεβῶν ἐς τοὺς νεφρούς· ἔπειθ’ ὥσπερ καὶ διὰ <lb/>τῶν νεφρῶν διηθεῖται
                        τὸ ὕδωρ καὶ δι’ αὐτέων τουτέων τῶν ἐντέρων, <lb/>ὧν ξυνεπακολουθεῖ,
                        Σπογγοειδὲς γάρ ἐστι τὸ ἀπ’ αὐτέων ἐς τὴν κύστιν, <lb/>καὶ ἐνταῦθα
                        διηθούμενον καὶ ἀποκρινόμενον ἀπὸ τοῦ αἵματος τὸ οὖρον, <lb/>διὸ δὴ ἐρυθρόν
                        ἐστιν· οὐδὲ γὰρ ἐς τοὺς νεφροὺς ἦσαν ἄλλαι φλέβες <lb/>ἢ αἳ εἴρηνται, οὐδ’
                        ὅποι ἂν τὸ ποτὸν ξυντήκοιτο, ὅσον ἐγὼ οἶδα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Αἱ περὶ τὰς πλευρὰς κατατείνουσαι κάτωθέν εἰσιν ἑκάστης <lb/>τῶν πλευρέων,
                        οὐ πρὸς κεφαλῆς, κατωτέρω δὲ καὶ ἀπὸ ἀρτηρίης. <lb/>Ἀρτηρίη μὲν οὖν εἶθ’
                        ὑποῤῥεύσασα διαδιδοῖ τῇσι πλευρῇσι· ἀπὸ δὲ <lb/>τῆς παχείης ἀπὸ καρδίης
                        παλινδρομέει μία ἐς τὰ ἀριστερὰ ἐγκεκλιμένη, <lb/>Ἔπειτα ἡ μὲν διὰ μέσων
                        σπονδύλων μέχρις ἄκρων πλευρέων <lb/>πορεύεται, πλευρῇσιν οὐκ ἐξ ἴσου
                        διαδιδοῦσα τῇσι δεξιῇσι [καὶ] <pb n="172"/> τῇσιν ἀριστερῇσι διασχίδας· ἄλλη
                        ἴσας μὲν, ἀνωτέρωθεν δὲ ἐν τοῖσι <lb/>δεξιοῖσιν ἀποσχίζεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Παρὰ δὲ κληβδος ἑκατέρης τῶν φλεβῶν δύο μὲν ἄνω, δύο δὲ <lb/>ὑπὸ τὸ
                        στῆθος, αἱ μὲν ἐς δεξιὰ, αἱ δὲ ἐς ἀριστερὰ ἀπεσχίσθησαν <lb/>ἀποσχίδες, πρὸς
                        αὐχένος μὲν μᾶλλον αὗται· δύο δὲ πρὸς καρδίην <lb/>μᾶλλον, αἱ μὲν ἐπὶ δεξιὰ,
                        αἱ δὲ ἐπ’ ἀριστερά· ἀφ’ ἑκατέρης παρὰ <lb/>τὰς πλευράς· καὶ ἀπ’ αὐτέων ὥσπερ
                        αἱ κάτω ἐσχίζοντο, μέχρις ὅτου <lb/>ξυνέμιξαν τῇ κάτω παλινδρομησάσῃ ἀπὸ
                        καρδίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἡ δὲ αἱμόῤῥους ἀπὸ τῆς ἀρτηρίης ταύτης διὰ τοῦτο ἐσχίσθη, ὅτι
                        <lb/>μετέωρος ἐνταῦθά ἐστι διὰ καρδίης πορευομένη. Τὰ δὲ κάτω πλευρέων,
                        <lb/>ἡ αἱμόῤῥους ἡ παχείη καλεομένη φλὲψ τοῖσι σφονδύλοισιν αὖθις ἐφ’
                        <lb/>ἑωυτῆς διαδιδοϊ, καὶ ἐνταῦθα προσέχεται, καὶ οὐκ ἔτι κρέμαται ὥσπερ
                        <lb/>ἄνω δι’ ἥπατος ἰοῦσα. Ἔστι δὲ κατὰ μὲν ὀσφὺν ἄνω ἡ ἀρτηρίη,
                        <lb/>ὑποκάτω δὲ ἡ αἱμόῤῥους ἡ ἀπὸ τοῦ ἥπατος διὰ φρενῶν ἐλθοῦσα μετέωρος,
                        <lb/>παρὰ τὰ ἐπὶ δεξιὰ τῆς καρδίης φέρεται ἄχρι κληΐδων, ἁπλῆ, <lb/>πλὴν
                        ὅσον αὐτῇ τῇ καρδίῃ κοινωνέει. Τὰ μὲν κατ’ αὐτὴν σχιζόμενα
                        <lb/>ἐπιπολαιότερα, τὰ δὲ τὴν κοιλίην τῆς καρδίης διέχοντα, ἔπειτα ἀπὸ
                        <lb/>τῆς καρδίης τὸ ἐπ’ ἀριστερὰ κάθηται ἁπλῆ πρὸς ῥάχιν, ἣ παλινδρομέει
                        <lb/>ἐς μὲν τὸ ἄνω τοῦ σώματος ἄχρι τῶν ἀνωτάτω πλευρέων· <lb/>καὶ ἀποσχίδας
                        ἀφ’ ἑαυτῆς ἔχει παρ’ ἑκάστην πλευρὴν παρατεταμένας <lb/>κατὰ φύσιν ἄχρι
                        στήθεος συνοκωχῆς καὶ ἐπ’ ἀριστερὰ καὶ ἐπὶ δεξιά· <lb/>καὶ τὸ ἰθὺ αὐτέης
                        πρὸς σφονδύλων μᾶλλόν ἐστιν ἢ ὁ τῆς ἀρτηρίης <lb/>τόνος καὶ ὁ τῆς ἀπὸ τοῦ
                        ἥπατος φλεβός. Πρὸς δὲ τὸ κάτω μέρος τῆς <lb/>καρδίης ὁ μὲν ἰθὺς τόνος ἀπ’
                        αὐτέης πρὸς σφονδύλων μᾶλλόν ἐστιν <lb/>ἢ ὁ τῆς ἀρτηρίης, ὁ δεύτερος ὁ παρὰ
                        καρδίην, καὶ ἐς τὰ κάτω μέρη <pb n="174"/> φρενῶν ἐτράπετο, τὰ πρὸς ῥάχιος
                        ἠρτημένα· ἐντεῦθεν δὲ ἀπόσχιδες <lb/>ἐς ἰθὺ ἕκασται ἐπιφέρονται, δι’ ὀστέων
                        καὶ σαρκῶν περαιωθεῖσαι <lb/>ἀλλήλαις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Αἱ φλέβες δὲ αἱ παχεῖαι ὧδε πεφύκασιν· ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ <lb/>παρὰ τὴν
                        ὀφρὺν, διὰ τοῦ νώτου παρὰ τὸν πλεύμονα ὑπὸ τοῦ στήθεος· <lb/>ἡ μὲν ἐκ τοῦ
                        δεξιοῦ ἐς τὸ ἀριστερὸν, ἡ δὲ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ ἐς <lb/>τὸ δεξιόν. Ἡ μὲν οὖν
                        ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ διὰ τοῦ ἥπατος ἐς τὸν νεφρὸν <lb/>καὶ τὸν ὄρχιν, ἡ δὲ ἐκ
                        τοῦ δεξιοῦ ἐς τὸν σπλῆνα καὶ νεφρὸν καὶ <lb/>ὄρχιν· ταύτῃσι δὲ τὸ στόμα
                        αἰδοῖον. Ἀπὸ δὲ τοῦ δεξιοῦ τιτθοῦ ἐς τὸ <lb/>ἀριστερὸν ἰσχίον καὶ ἐς τὸ
                        σκέλος· καὶ ἀπὸ τοῦ ἀριστεροῦ ἐς τὰ <lb/>δεξιά. Ὁ δὲ ὀφθαλμὸς ὁ δεξιὸς ἐκ
                        τοῦ ἀριστεροῦ καὶ ὁ ὄρχις, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκ τοῦ δεξιοῦ ὁ
                        ἀριστερός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Αἱ παχύταται τῶν φλεβῶν πεφύκασι· τέσσαρα ζεύγεά <lb/>εἰσιν ἐν τῷ σώματι.
                        Καὶ αἱ μὲν αὐτέων ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ὄπισθεν διὰ <lb/>τοῦ αὐχένος, ἔξωθεν παρὰ
                        τὴν ῥάχιν ἔνθεν καὶ ἔνθεν εἰς τὰ ἰσχία <lb/>ἀφικνέεται καὶ ἐς τὰ σκέλεα·
                        ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων ἐπὶ τῶν σφυρῶν <lb/>τὰ ἔξω καὶ ἐς τοὺς πόδας ἀφήκει.
                        Δεῖ οὖν τὰς φλεβοτομίας ἐπὶ <lb/>τῶν ἀλγημάτων τῶν ἐν τῷ νώτῳ καὶ ἐν τοῖσιν
                        ἰσχίοισιν ἀπὸ τῶν <lb/>ἰγνύων ποιέεσθαι καὶ ἀπὸ τῶν σφυρῶν ἔξωθεν. Αἱ δὲ
                        δεύτεραι φλέβες <lb/>ἐκ τῆς κεφαλῆς παρὰ τὰ ὦτα διὰ τοῦ αὐχένος, σφαγίτιδες
                        καλεόμεναι, <lb/>ἔσωθεν παρὰ τὴν ῥάχιν ἑκατέρωθεν φέρουσι παρὰ τὰς ψόας ἐς
                        τοὺς <lb/>ὄρχιας καὶ ἐς τοὺς μηροὺς, καὶ [διὰ] ἰγνύων ἐκ τοῦ ἔσωθεν μέρεος·
                        <lb/>ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων ἐπὶ τὰ σφυρὰ τὰ ἔσωθεν καὶ τοὺς πόδας. <lb/>Δεῖ
                        οὖν τὰς φλεβοτομίας ποιέεσθαι πρὸς τὰς ὀδύνας τὰς ἀπὸ τῶν <lb/>ψοῶν καὶ τῶν
                        ὀρχίων, ἀπὸ τῶν ἰγνύων καὶ ἀπὸ τῶν σφυρῶν ἔσωθεν. <lb/>Αἱ δὲ τρίται φλέβες
                        ἐκ τῶν κροτάφων διὰ τοῦ αὐχένος ἐπὶ τὰς ὠμοπλάτας, <pb n="176"/> ἔπειτα
                        ξυμφέρονται ἐς τὸν πλεύμονα, καὶ ἀφικνέονται ἡ <lb/>μὲν ἀπὸ τῶν δεξιῶν ἐς τὰ
                        ἀριστερὰ ὑπὸ τὸν μαζὸν καὶ ἐς τὸν σπλῆνα <lb/>καὶ ἐς τὸν νεφρὸν, ἡ δὲ ἀπὸ
                        τῶν ἀριστερῶν ἐς τὰ δεξιὰ ἐκ τοῦ <lb/>πνεύμονος ὑπὸ τὸν μαζὸν καὶ ἐς τὸ ἧπαρ
                        καὶ ἐς τὸν νεφρόν· τελευτῶσι <lb/>δὲ ἐς τὸν ἀρχὸν αὗται ἀμφότεραι. Αἱ δὲ
                        τέταρται ἀπὸ τοῦ ἔμπροσθεν <lb/>τῆς κεφαλῆς καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὸν αὐχένα
                        καὶ ὑπὸ τὰς <lb/>κληβδας· ἔπειτα ἀπὸ τῶν βραχιόνων ἄνωθεν ὑπὸ τὰς ξυγκαμπάς·
                        <lb/>ἔπειτα διὰ τῶν πήχεων ἐς τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς δακτύλους· ἔπειτα
                        <lb/>πάλιν ἀπὸ τῶν δακτύλων διὰ τῶν στηθέων τῶν χειρῶν καὶ τῶν πήχεων
                        <lb/>ἐς τὰς ξυγκαμπάς· διὰ δὲ τῶν βραχιόνων καὶ τοῦ κάτωθεν <lb/>μέρεος ἐς
                        τὰς μασχάλας· καὶ ἐκ τῶν πλευρέων ἄνωθεν ἡ μὲν ἐς <lb/>τὸν σπλῆνα
                        ἀφικνέεται, ἡ δὲ ἐς τὸ ἧπαρ· ἔπειτα ὑπὲρ τῆς γαστρὸς <lb/>ἐς τὸ αἰδοῖον
                        τελευτῶσιν ἀμφότεραι. Καὶ αἱ μὲν παχεῖαι τῶν φλεβῶν <lb/>οὕτω πεφύκασιν.
                        Εἰσὶ δὲ καὶ ἀπὸ τῆς κοιλίης φλέβες ἀνὰ τὸ <lb/>σῶμα πολλαί τε καὶ παντοῖαι,
                        δι’ ὧν ἡ τροφὴ τῷ σώματι ἔρχεται. <lb/>Φέρουσι δὲ καὶ ἀπὸ τῶν παχειῶν φλεβῶν
                        ἐς τὴν κοιλίην καὶ τὸ <lb/>ἄλλο σῶμα καὶ ἀπὸ τῶν ἐξωτάτω καὶ ἀπὸ τῶν
                        ἐσωτάτω, καὶ ἐς <lb/>ἀλλήλας διαδιδόασιν αἵ τε ἔσωθεν ἔξω καὶ αἱ ἔξωθεν ἔσω.
                        Τὰς <lb/>οὖν φλεβοτομίας ποιέεσθαι χρὴ κατὰ τούσδε τοὺς τρόπους· ἐπιτηδεύειν
                        <lb/>δὲ δεῖ τὰς τομὰς, ὡς προσωτάτω ταμεῖν ἀπὸ χωρίων, <lb/>ἔνθα ἂν αἱ
                        ὀδύναι μεμαθήκωσι γίνεσθαι καὶ τὸ αἷμα ξυλλέγεσθαι· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν ἥκιστα
                        ἥ τε μεταβολὴ γίνοιτο μεγάλη ἐξαπίνης, καὶ <pb n="178"/> τὸ ἔθος
                        μεταστήσειας ἂν, ὥστε μηκέτι ἐς τωὐτὸ χωρίον <lb/>ξυλλέγεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἡ δὲ ἡπατῖτις ἐν ὀσφύϊ μέχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου <lb/>κάτωθεν, καὶ
                        σπονδύλοισι προσδιδοῖ, ἐντεῦθεν μετέωρος δι’ ἥπατος <lb/>καὶ διὰ φρενῶν ἐς
                        καρδίην. Καὶ ᾔει μὲν εὐθεῖα ἐς κληβδας· ἐντεῦθεν δὲ <lb/>αἱ μὲν ἐς τράχηλον,
                        αἱ δ’ ἐπ’ ὠμοπλάτας, αἱ δὲ ἀποκαμφθεῖσαι κάτω, <lb/>παρὰ σπονδύλους καὶ
                        πλευρὰς ἀποκλίνουσιν. Ἐξ ἀριστερῶν μὲν μία <lb/>ἐγγὺς κληΐδων, ἐκ δεξιῶν δὲ
                        ἐπί τι αὐτὴ χωρίον. Ἄλλη δὲ ἑκατέρωθεν <lb/>ἀποκαμφθεῖσα, ἄλλη δὲ σμικρὸν
                        κατωτέρω ἀποκαμφθεῖσα, <lb/>ὅθεν μὲν ἐκείνη ἀπέλιπε, προσέδωκε τῇσι
                        πλευρῇσιν, ἔστ’ ἂν τῇ ἐπ’ <lb/>αὐτέης τῆς καρδίης προστύχῃ ἐπικαμπτομένη ἐς
                        τὰ ἀριστερά· ἀποκαμφθεῖσα <lb/>δὲ κάτω ἐπὶ σφονδύλους καταβαίνει, ἔστ’ ἂν
                        ἀφίκηται <lb/>ὅθεν ἤρξατο μετεωρίζεσθαι, ἀποδιδοῦσα τῇσι πλευρῇσι τῇσιν
                        ἐπιλοίποις <lb/>ἁπάσαις, καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀποσχίδας παρ’ ἑκάστην διδοῦσα
                        <lb/>μία ἐοῦσα, ἀπὸ μὲν τῆς καρδίης ἐπί τι χωρίον ἐν τοῖσιν ἀριστεροῖσι
                        <lb/>μᾶλλον ἐοῦσα, ἔπειτα ὑποκάτω τῆς ἀρτηρίης, ἔστ’ ἂν καταναλωθῇ <lb/>καὶ
                        ἔλθῃ ὅθεν ἡ ἡπατῖτις ἐμετεωρίσθη. Πρότερον δὲ πρὶν ἐνταῦθ’ <lb/>ἐλθεῖν, παρὰ
                        τὰς ἐσχάτας δύο πλευρὰς ἐδιχώθη· καὶ ἡ μὲν ἔνθα, <lb/>ἡ δ’ ἔνθα τῶν
                        σφονδύλων ἐλθοῦσα κατηναλώθη· ἡ δὲ εὐθεῖα ἀπὸ <lb/>καρδίης πρὸς κληβδας
                        τείνουσα ἄνωθεν τῆς ἀρτηρίης ἐστὶν, ὥσπερ <lb/>καὶ παρ’ ὀσφὺν κάτωθεν τῆς
                        ἀρτηρίης, καὶ ἀπὸ ταύτης ἀΐσσει ἐς <pb n="180"/> τὸ ἧπαρ ἡ μὲν ἐπὶ πύλας καὶ
                        λοβὸν, ἡ δὲ ἐς τὸ ἄλλο ἑξῆς ἀφωρμήκει <lb/>σμικρὸν κάτωθεν φρενῶν. Φρένες δὲ
                        προσπεφύκασι τῷ ἥπατι, ἃς οὐ <lb/>ῥᾴδιον χωρίσαι. Δισσαὶ δ’ ἀπὸ κληΐδων, αἱ
                        μὲν ἔνθεν, αἱ δὲ ἔνθεν <lb/>ὑπὸ στῆθος ἐς ἦτρον· ὅποι δὲ ἐντεῦθεν, οὔπω
                        οἶδα. Φρένες δὲ κατὰ <lb/>τὸν σπόνδυλον τὸν κάτω τῶν πλευρέων, ᾗ νεφρὸς ἐξ
                        ἀρτηρίης, <lb/>ταύτῃ ἀμφιβεβηκυῖαι. Ἀρτηρίαι δὲ ἐκ τουτέου ἐκπεφύκασιν ἔνθεν
                        <lb/>καὶ ἔνθεν, ἀρτηρίης τρόπον ἔχουσαι. Ταύτῃ πη παλινδρομήσασα <lb/>ἀπὸ
                        καρδίης ἡ ἡπατῖτις ἔληγεν. Ἀπὸ δὲ τῆς ἡπατίτιδος διὰ τῶν φρενῶν <lb/>αἱ
                        μέγισται δύο, ἡ μὲν ἔνθεν, ἡ δὲ ἔνθεν φέρονται μετέωροι, <lb/>πολυσχιδεῖς δὲ
                        διὰ τῶν φρενῶν εἰσιν ἀμφὶ ταύτας, καὶ πεφύκασιν <lb/>ἄνωθεν δὲ φρενῶν, αὗται
                        δὲ μᾶλλόν τι ἐμφανέες. Δύο δὲ παχεῖς <lb/>τόνοι ἀπ’ ἐγκεφάλου ὑπὸ τὸ ὀστέον
                        τοῦ μεγάλου σφονδύλου ἄνωθεν, <lb/>καὶ πρὸς τοῦ στομάχου μᾶλλον ἑκατέρωθεν
                        τῆς ἀρτηρίης παρελθὼν <lb/>ἑκάτερος εἰς ἑαυτὸν ἦλθεν ἴκελος ἑνί· ἔπειτα ᾗ
                        σφόνδυλοι καὶ φρένες <lb/>πεφύκασιν, ἐνταῦθ’ ἐτελεύτων· καί τινες ἐνδοιαστοὶ
                        πρὸς ἧπαρ καὶ <lb/>σπλῆνα ἀπὸ τούτου τοῦ κοινωνήματος ἐδόκεον τείνειν. Ἄλλος
                        τόνος <lb/>ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν κατὰ κληβδα σφονδύλων παρὰ ῥάχιν παρέτεινεν,
                        <lb/>ἐκ πλαγίου σφονδύλου, καὶ τῇσι πλευρῇσιν ἀπένεμεν· ὥσπερ αἱ φλέβες,
                        <lb/>οὗτοι διὰ φρενῶν ἐς μεσεντέριόν μοι δοκέουσι τείνειν, ἐν δὲ
                        <lb/>τουτέοισιν ἐξέλιπον, αὖθις δ’ ὅθεν φρένες ἐξεπεφύκεσαν ἀπὸ τούτου
                        <lb/>ξυνεχέες ἐόντες, κατὰ μέσον κάτωθεν ἀρτηρίης· τὸ ἐπίλοιπον παρὰ
                        <lb/>σπονδύλους ἀπεδίδουν, ὥσπερ αἱ φλέβες, μέχρι κατηναλώθησαν πᾶν
                        <lb/>διελθόντες τὸ ἱερὸν ὀστέον. </p></div><pb n="182"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τὰ ὀστέα τῷ σώματι στάσιν καὶ ὀρθότητα καὶ εἶδος παρέχονται· <lb/>τὰ δὲ
                        νεῦρα κάμψιν καὶ ξύντασιν καὶ ἔκτασιν· αἱ δὲ σάρκες <lb/>καὶ τὸ δέρμα πάντων
                        ξύνδεσιν καὶ ξύνταξιν. Αἱ φλέβες διὰ τοῦ σώματος <lb/>κεχυμέναι πνεῦμα καὶ
                        ῥεῦμα καὶ κίνησιν παρέχονται, ἀπὸ <lb/>μιῆς πολλαὶ διαβλαστάνουσαι, καὶ αὕτη
                        μὲν ἡ μία ὕθεν ἦρκται καὶ <lb/>ᾗ τετελεύτηκεν οὐκ οἶδα· κύκλου γὰρ
                        γεγενημένου ἀρχὴ οὐχ εὑρέθη. <lb/>Τὰς δ’ ἀποφυάδας αὐτῆς, ὅθεν ἤρτηνται καὶ
                        ᾗ παύονται τοῦ σώματος, <lb/>καὶ ὡς ἡ μίη ταύτῃσιν ὁμολογέει, καὶ ἐν ὁποίοις
                        τόποις <lb/>τέτανται τοῦ σώματος, ἐγὼ δηλώσω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Περὶ μὲν γὰρ τὴν κεφαλὴν κατὰ τὸ μέσον ἐκ πλαγίου περίκειται <lb/>ἡ φλὲψ,
                        αὐτὴ πλατεῖα καὶ λεπτὴ, οὐ πολύαιμος· τῷ γὰρ <lb/>ἐγκεφάλῳ κατὰ τὰς ἁρμονίας
                        ἐνεῤῥίζωκε πολλὰ καὶ λεπτὰ φλέβια, <lb/>καὶ περὶ τὴν ὅλην κεφαλὴν
                        ἐκτετάρσωται μέχρι τοῦ μετώπου καὶ <lb/>τῶν κροτάφων. Αὐτὴ δὲ ἀπιθύνεται ἐς
                        τοὔπισθεν τῆς κεφαλῆς ἐκτὸς <lb/>παρὰ τῆς ἀκάνθης τὸ δέρμα· ἐντεῦθεν δὲ
                        καθίεται παρὰ τὴν ἔξωθεν <lb/>καὶ τὴν εἴσωθεν φλέβα τῶν ἐν τῇσι σφαγῇσι.
                        Πέρην δὲ τῆς ἀκοῆς <lb/>ὑποσχισθεῖσα ἀπὸ τῆς γένυος ἔξωθεν τείνει παχείη·
                        ἀπὸ δὲ ταύτης <lb/>ἐς τὴν γλῶσσαν πολλαὶ καὶ λεπταί· πλὴν ἢ ὑπὸ τὴν γλῶσσαν
                        ἢ ὑπὸ <lb/>τοὺς γομφίους. Αὐτὴ δὲ παχείη διὰ τῆς κληβδος καθήκει ὑπὸ τὴν
                        <lb/>ὠμοπλάτην· καὶ ταύτῃ ἀπ’ αὐτῆς βεβλάστηκε φλὲψ διὰ τοῦ νεύρου <lb/>τοῦ
                        ὑπὸ τὴν ἐπωμίδα ἡ ἐπωμιδίη ὀνομαζομένη. Αὐτὴ δὲ αἱμόῤῥους <lb/>καὶ αἱματώδης
                        καὶ δυσίητος, ἢν ῥαγῇ ἢ σπασθῇ· τῇ μὲν γὰρ <pb n="184"/> αὐτὴν νεῦρον
                        περιέχει πλατὺ, τῇ δὲ χόνδρος· τὸ δὲ μεταξὺ αὐτῶν <lb/>αὐτή τε ξυνέχει καὶ
                        ὑμὴν ἀφρώδης· ἀσάρκου οὖν ἐόντος τοῦ τόπου, <lb/>ῥηϊδίως ῥήγνυται, οὐκ
                        ἔχουσα περιφύεσθαι σάρκας· ἤν τε ὑποδράμῃ <lb/>τὸ αἷμα ἐς τοῦτο τὸ μέρος,
                        ἐπιτυχὸν εὐρυχωρίης, οὐκ ἔχει ἀπαλλαγὴν, <lb/>ἀλλὰ σκληροῦται· σκληρυνθὲν δὲ
                        νοῦσον παρέχει. Καὶ <lb/>αὐτὴ μὲν περαίνει ᾗ πρότερον εἶπον. Ἡ δὲ ὑπὸ τὴν
                        ὠμοπλάτην ἀποβεβλάστηκεν <lb/>ὑπὸ τοϊσι μαζοῖσι πυκνῇσι καὶ λεπτῇσι καὶ
                        ἐπηλλαγμένῃσι <lb/>φλεψί· καὶ διὰ τῆς ἐπωμίδος παραλλάσσουσα τὸν χόνδρον,
                        <lb/>αὐτὴ νέρθεν ὑπονεμομένη ἐς τὸν βραχίονα τείνει, τὸν μῦν ἐν ἀριστερᾷ
                        <lb/>ἔχουσα. Ἡ δὲ ἑξῆς σχίζεται αὐτὴ περὶ τὸν ὦμον καὶ τοῦ <lb/>ἀγκῶνος τὴν
                        ἄνω μοῖραν· τὸ δ’ ἐντεῦθεν διαπέφυκε τοῦ ἀγκῶνος ἑκατέρωθεν· <lb/>ἔπειτα
                        αὖθις παρὰ τὸν καρπὸν τῆς χειρός· ἐντεῦθεν δὲ <lb/>ἤδη ἀποῤῥέουσα δι’ ὅλου
                        ἀνὰ τὴν χεῖρα πολυπλανῶς ἐῤῥίζωται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἡ δ’ ἀρχαίη φλὲψ, ἡ νεμομένη παρὰ τὴν ἄκανθαν, διὰ δὲ τοῦ
                        <lb/>μεταφρένου, τῆς σφαγῆς καὶ τοῦ βρόγχου, ἐμπέφυκεν ἐς τὴν καρδίην
                        <lb/>ἀφ’ ἑωυτῆς φλέβα εὐμεγέθεα πολύστομον κατὰ τὴν καρδίην· ἐντεῦθεν
                        <lb/>δὲ ἐς τὸ στόμα ἐσυρίγγωκεν, ἥπερ ἀρτηρίη διὰ τοῦ πλεύμονος
                        <lb/>ὀνομάζεται, ὀλίγαιμός τε καὶ πνευματώδης. Ἐν γὰρ εὐρυχωρίῃ <lb/>καὶ
                        ἀραιώσει σπλάγχνου πολλαχῇ μὲν τοῦ πλεύμονος ὀχετεύεται, <lb/>χονδρώδεις δὲ
                        τοὺς ἄλλους πεποίηται. Διὸ δὴ καί τι ἐς ταύτας <pb n="186"/> κατηνέχθη τὰς
                        διόδους τοῦ πλεύμονος τῶν ἀήθων, ἢ ἐν τῷ ποτῷ ἢ ἐν <lb/>τῇ τοῦ πνεύματός τε
                        καὶ αἵματος διόδῳ, ἅτε τῶν φλεβῶν τοιουτέων <lb/>ἐουσέων, καὶ τοῦ σπλάγχνου
                        σπογγοειδέος πολύ τε ὑγρὸν δυναμένου <lb/>δέξασθαι ἄνω τε πεφυκότος· τῶν γὰρ
                        ἐσιόντων ὑγρῶν νόμος καθέστηκεν. <lb/>Ἔτι τε τὸ αἷμα διὰ τῶν φλεβῶν τούτων
                        οὐ πολὺ περισφίγγεται· <lb/>καὶ οὐ ταχέως χωρέον οὐκ ἐξάγει τὰ ἐμπίπτοντα·
                        οὐχ <lb/>ὑπεξαγομένων δὲ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐμμενόντων, γίνεται πῶρος. Οὕτως
                        <lb/>δὲ ἀπολλύεται τὸ πλησιάζον τῆς τροφῆς, ταύτῃ ἐούσης τῆς προσαγωγῆς
                        <lb/>τοῦ λάρυγγος καὶ πρὸς τὰ ἔξω. Ἐγκαταλαμβανομένων δὲ τῶν <lb/>διόδων ὑπὸ
                        τοῦ πώρου, ταχύπνοιά τε καὶ δύσπνοια ἴσχει, τῇδε <lb/>μὴ δυναμένων τὴν φύσην
                        ἐξιέναι, τῇδε οὐκ εὐπόρως· ἐχόντων κατασπᾷν. <lb/>Ἐκ δὴ τοιουτέων αἱ
                        τοιαῦται νοῦσοι γίνονται, οἷον ἄσθματα <lb/>καὶ ξηραὶ φθινάδες. Ἢν δὲ ἐν
                        αὐτοῖσι ξυνιστάμενον πλέον τὸ ὑγρὸν <lb/>κρατήσῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι παχυνθὲν
                        παγῆναι, καὶ σαπρὸν τὸν <lb/>πλεύμονα ποιέει καὶ τὰ πλησιάζοντα, καὶ
                        γίνονται ἔμπυοί τε καὶ <lb/>φθινώδεες· γίνεται δὲ τὰ νουσήματα ταῦτα καὶ δι’
                        ἄλλας αἰτίας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἐντεῦθέν τε ἡ ψλὲψ αὕτη κατέχει τὸν πλεύμονα, καὶ διὰ τῶν <lb/>λοβῶν τῶν
                        δύο τῶν μεγάλων τῶν ἔσω τετραμμένων ὑπὸ τὰς φρένας <lb/>ἐπιτέταται τῇ ἀκάνθῃ
                        λευκὴ καὶ νευρώδης, διαπέμπουσα φλέβια διὰ <lb/>τοῦ ἄλλου σώματος
                        πεπυκνωμένου, ἔντονα δὲ, διά τε τῶν σφονδύλων <lb/>πυκνοῖσι φλεβίοισιν ἐς
                        τὸν νωτιαῖον μυελὸν ἐγκισσεύεται. Καὶ <lb/>αἱ μὲν ἄλλαι φλέβες ἐν τῷ σώματι
                        τεταμέναι, ἐκ πάντων τῶν μερῶν <lb/>συντείνουσαι ἐς τὴν ἄκανθαν, τὸ
                        λεπτότατον καὶ εἰλικρινέστατον ἑκάστη <lb/>ξυνάγουσα, ἐνταῦθ’ ἐξερεύγεται.
                        Αὕτη δὲ ἡ ἐπιτεταμένη διὰ <pb n="188"/> τῶν καθειμένων πλεκτανέων ἐς ταὐτὸ
                        ξυνάγει· ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἐς <lb/>τοὺς νεφροὺς ἀπεῤῥίζωται παρὰ τὴν νόθον
                        πλευρὴν λεπτῇσι καὶ ἰνώδεσι <lb/>φλεψὶ, καὶ τὸ ἐντεῦθεν συντείνουσα
                        ξυμπεπύκνωται, ἔπειτα <lb/>καὶ νενεύρωται πρὸς τὸν ἀρχὸν, πιέσασά τε τοὺς
                        ξυναγωγέας ἐμπέφυκεν <lb/>αὐτῷ· τήν τε κύστιν καὶ τοὺς ὄρχιὰς καὶ τοὺς
                        παραστάτας <lb/>ἐῤῥίζωκε πολυπλόκοισι λεπτῇσι τε καὶ στερεῇσι καὶ ἰνώδεσι
                        <lb/>φλεψίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἐντεῦθεν αὐτῆς τὸ παχύτατον καὶ ἰθύτατον ἀνάπαλιν τραπὲν,
                        <lb/>προσκεκαύληκεν ὅπερ ἐστὶν αἰδοῖον· ἐν δὲ τῇ ἀνακάμψει ἐνῆρται ἐς
                        <lb/>τὰ αὐτὰ ταῦτα, καὶ διὰ τοῦ κτενὸς ἄνω ὑπὸ τὸ δέρμα τῆς γαστρὸς ἐκ
                        <lb/>τῆς φλεβὸς αὐτέης ὡρμήκασι πρὸς τὰς κάτω φερούσας, αἳ ἐς ἀλλήλας
                        <lb/>ἐποχετεύονται· διαπεφύκασι δὲ καὶ διὰ τοῦ αἰδοίου φλέβες παχεῖαι
                        <lb/>καὶ λεπταὶ καὶ πυκναὶ καὶ καμπύλαι. Τῇσι δὲ θηλείῃσιν αὐτὴ
                        <lb/>ξυντείνει ἐς τὰς μήτρας, ἐς τὴν κύστιν καὶ ἐς τὴν οὐρήθρην· ἐντεῦθεν
                        <lb/>δὲ ἰθυπόρηκε, καὶ τῇσι γυναιξὶ μὲν περὶ τὰς μήτρας ἤρτηται, τοῖσι
                        <lb/>δὲ ἄῤῥεσι περὶ τοὺς ὄρχιας ἐσπείρωται. Διὰ ταύτην τὴν φύσιν αὐτὴ <lb/>ἡ
                        φλὲψ καὶ τὰ γόνιμα πλεῖστα ξυλλαμβάνει· ἀπὸ γὰρ τῶν πλείστων <lb/>καὶ
                        εἰλικρινεστάτων μερῶν τρεφομένη, ὀλίγαιμός τε οὖσα καὶ κοίλη <lb/>καὶ
                        νευρόπαχυς καὶ πνευματώδης, ἐντεινομένη τε ὑπὸ τοῦ αἰδοίου, <lb/>τὰ
                        καθειμένα ἐς τὴν ἄκανθαν φλέβια βιάζεται, τὰ δὲ βιαζόμενα <pb n="190"/>
                        ὥσπερ σικύη ἐς ἑωυτὰ πάντα ἐκδιδοῖ ἐς τὴν ἄνω φλέβα· συλλείβεται <lb/>δὲ καὶ
                        ἐκ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος ἐς ταύτην· τὸ δὲ πλεῖστον, <lb/>ὥσπερ
                        εἴρηται, ἀπὸ τοῦ μυελοῦ συναλίζεται. Ἡ δὲ ἡδονὴ τουτέῳ <lb/>παραγίνεται τῆς
                        φλεβὸς ταύτης πληρευμένης τῆς γονῆς· εἰωθυίης <lb/>οὖν τὸν ἄλλον χρόνον
                        ὑφαίμου τε εἶναι καὶ πνευματώδεος πληρευμένης <lb/>τε καὶ θερμαινομένης, καὶ
                        ξυῤῥέοντος κάτω τοῦ σπέρματος, περισφίγγει <lb/>τὰ ἐν ἑωυτῇ. Τὸ δὲ πνεῦμα τὸ
                        ἐνεὸν καὶ ἡ παροῦσα βίη <lb/>καὶ ἡ θερμότης καὶ τῶν φλεβίων πανταχόθεν ἡ
                        ξυντονίη γαργαλισμὸν <lb/>ἐμποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐκείνη δὲ ἀφ’ ἑωυτῆς διέβλαστε, διά τε τοῦ μεταφρένου <lb/>καὶ τῆς σφαγῆς
                        παρὰ τὴν ἄκανθαν νεμομένη, πολλοῖσι φλεβίοισι τὰς <lb/>πλευρὰς διαπέπλοχε·
                        καὶ τοὺς σφονδύλους διὰ τῶν σαρκῶν ἐπηλλαγμένως <lb/>ξυμπεπύκνωκεν, ὥστε
                        τρόφιμός τε καὶ ἔναιμος εἶναι. Αὐτὴ <lb/>δὲ παρὰ τὸν γλουτὸν ἴεται, διὰ τοῦ
                        μυὸς; ὑπὸ τῷ μηρῷ ὑποβρυχίη· <lb/>πρὸς δὲ τοῦ γλουτοῦ τῇ κοτυλίδι τοῦ μηροῦ
                        παρὰ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐστετρύπηκε φλεβὶ, ἥπερ ἀναπνοὴν τῷ μηρῷ παρέχει· καὶ
                        περᾷ <lb/>τὸν μηρὸν παρὰ τὴν πρὸς τὸ γόνυ καμπήν· ἑτέρην δὲ παρὰ τὸν
                        <lb/>βουβῶνα καθῆκε πυκινόῤῥιζον καὶ δυστράπελον. Ἡ δὲ διὰ τοῦ μυὸς
                        <lb/>τείνουσα περί τε τὸ γόνυ ἐσπείρωται, καὶ διὰ τοῦ ὀστέου τοῦ κνημιαίου
                        <lb/>ἄκρου σεσυρίγγωκε φλέβα, ἣ τρέφει τὸν μυελὸν, καὶ ἐξοχετεύεται <lb/>διὰ
                        τοῦ νερτάτου τοῦ κνημιαίου, παρὰ τὴν ἔνδεσιν τοῦ ποδός. <lb/>Αὐτὴ δὲ διὰ τῆς
                        ἐπιγουνίδος ἐς τὸ ἐντὸς διὰ τῆς κνήμης τοῦ <lb/>μυὸς βρυχίη τέταται, καὶ
                        ἐμπέπλοχε διὰ τοῦ σφυροῦ ἐντὸς παχέη <pb n="192"/> καὶ ἔναιμος, καὶ ἐνταῦθα
                        περὶ τὸ σφυρὸν καὶ τὸν τένοντα δυσκρίτους <lb/>φλέβας μεμήρυκεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Αὐτὴ δὲ ὑποδεδράμηκε κάτωθεν τοῦ ποδὸς ὑπὸ τὸν ταρσόν. <lb/>Καὶ ἐνταῦθα
                        διαπλέξασα καὶ ἐς τὸν μέγαν δάκτυλον ἐνερείσασα διπλῆν <lb/>ἔναιμον φλέβα,
                        ἄνωθεν ὑπὸ τὸ δέρμα ἐκ τοῦ ταρσοῦ ἀνακέκαμπται, <lb/>καὶ πέφανται παχυνθεῖσα
                        παρὰ τὸ ἐκτὸς τοῦ σφυροῦ, καὶ νέμεται <lb/>ἄνω παρὰ τοῦ ἀντικνημίου τὴν
                        ἀντιβεβλημένην κερκίδα· παρὰ <lb/>δὲ τὴν γαστροκνημίην οἷον σφενδόνην
                        πεποίηται· τὸ δ’ ἐντεῦθεν τέταται <lb/>παρὰ τοῦ γούνατος τὸ ἐντός·
                        ἐπιβέβληκε δὲ καὶ τῇ ἐπιγουνατίδι <lb/>φλέβας, καὶ κατὰ τὸ ἐντὸς τῆς
                        ἐπιγουνατίδος ἐπίκοιλον ἐμπέπλεχε <lb/>φλέβα· ἥν τις εἰ πονήσῃ, τάχιστα
                        ξυνάγει χολώδεα ἰχῶρα. <lb/>Διώρμηκε δὲ αὐτὴ κατὰ τὸ ἐντὸς καὶ κοῖλον τοῦ
                        γούνατος· ἀποκεκάρπωκε <lb/>δὲ καὶ εἰς τὰς ἰγνύας πολυπλόκους φλέβας, αἳ
                        ἐντεῦθεν παρατείνουσαι <lb/>κατὰ τὰ ὑποκάτω νεῦρα τοῦ μηροῦ κατεῤῥίζωνται ἐς
                        τοὺς <lb/>ὄρχιας καὶ ἐς τὸν ἀρχὸν, καὶ περὶ τὸ ἱερὸν δὲ ὀστέον λελεπτυσμέναι
                        <lb/>ἡνωμέναι περιτέτανται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἡ δὲ ἀφιγμένη παρὰ τοῦ γούνατος τὸ ἐντὸς ἄνω παρὰ τοῦ <lb/>μηροῦ τὸ ἐντὸς
                        ἀνίεται ἐς τὸν βουβῶνα, καὶ διὰ τοῦ ἰσχίου πέρην <lb/>πρὸς τὴν ἄκανθαν καὶ
                        τὴν ψύαν ἐκτὸς ἔχουσα, παχεῖα καὶ πλατεῖα <lb/>καὶ ἔναιμος, ἄνω ὤρεκται πρὸς
                        τὸ ἧπαρ· καὶ διακραίην ἐκφύσασα <lb/>ἔναιμον, κατέχει ἐς τὸν νεφρὸν [καὶ]
                        τὸν δεξιὸν λοβὸν τὸν ἡπατιαῖον. <lb/>Αὕτη δὲ ὑποκάτω τοῦ ἥπατος ὑπονησαμένη,
                        ἀπέσχισται ἐς φλέβα <lb/>παχέην· ἡ δ’ ἀποκαμφθεῖσα ἐσπέφυκεν ἐς τὸ παχὺ τοῦ
                        ἥπατος· <lb/>καὶ τὸ μὲν αὐτῆς ἐπιπολάζον ἐπὶ τοῦ σπλάγχνου πέφυκεν, ἐν ᾧπερ
                        ἡ <pb n="194"/> χολή ἐστι, καὶ πολύῤῥιζος καὶ διὰ τοῦ ἥπατος πεπλεκτανωμένη·
                        τὸ <lb/>δὲ διὰ τῶν ἐντὸς αὐτοῦ ὠχέτευται. Δύο δὲ ἐκπεπλώκασι φλέβες μεταξὺ
                        <lb/>δύο λοβῶν τῶν πλατέων· καὶ μία μὲν διὰ τῶν κορυφῶν καὶ τοῦ
                        <lb/>δέρματος διασχοῦσα ἐκ τοῦ ὀμφαλοῦ ἀνῆκται· ἡ δὲ ἑτέρη πιέσασα <lb/>ἐς
                        τὴν ἄκανθαν καὶ ἐς τὸν νεφρὸν ἠγκυροβόληται ἐς τὴν κύστιν τε <lb/>καὶ τὸ
                        αἰδοῖον. Ἐκ δὲ τοῦ ἰσχίου ἀρχομένη ἀνιέναι ἐπὶ τὸ ἦτρον, <lb/>πολλὰς
                        ἀπεπλάνησε φλέβας· καὶ τάς τε πλευρὰς καὶ τοὺς σφονδύλους <lb/>ἐνεκρίκωσε
                        πρὸς τὴν ἄκανθαν, καὶ ταύτας παραφυάδας ἐνεφλεβοτόμησε, <lb/>καὶ τὰ ἔντερα
                        καὶ τὴν νηδὺν ἐνειλίξατο. Καὶ αἱ μὲν ἀπὸ <lb/>τοῦ ἤτρου ἔς τε τοὺς μαζοὺς
                        καὶ ὑπὲρ ἀνθερεῶνα καὶ τὰς ἀκρωμίας <lb/>ἐπορεξάμεναι κατεπλάκησαν· ἡ δ’
                        ἀφιγμένη παρὰ τὸ παχὺ τοῦ <lb/>ἥπατος καὶ ἀποσυριγγώσασα τὴν χολὴν ἄνω ὑπὸ
                        τὴν ἄκανθαν νέμεται <lb/>διὰ τῶν φρενῶν ὁδὸν ποιησαμένη. Ἡ δὲ ἐκ τῶν
                        ἀριστερῶν <lb/>φλὲψ τὰ μὲν ἄλλα τὴν αὐτὴν φύσιν ἐῤῥίζωται τῇ ἐν τοῖσι
                        δεξιοῖσιν, <lb/>ἐκ τῶν ἀριστερῶν ἐς τὸ ἧπαρ ἀνιοῦσα οὐκ ἐκβάλλει, ἀλλ’ ἐς
                        τὸν <lb/>σπλῆνα ἐμπέφυκε κατὰ τὴν κεφαλὴν τὴν ἐν τῷ πάχει αὐτέου· ἐντεῦθεν
                        <lb/>δὲ κατεδύσατο ἐς τὸ ἐντὸς, καὶ ἠραχνίωκε τοῦ σπληνὸς ἐναίμοισι
                        <lb/>φλεβίοισιν· ὁ δὲ ὅλος ἐκ τοῦ ἐπιπλόου αἰωρεῖται τοῖσιν ἐξ ἑωυτέου
                        <lb/>φλεβίοισιν ἐναιματώσας αὐτό. Αἱ δὲ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ σπληνὸς
                        <lb/>πρὸς τὴν ἄκανθαν ἐγχρίπτουσαι διὰ τῶν φρενῶν διωρμήκασιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἐντεῦθεν δὲ κάτω καὶ ἡ δεξιὴ καὶ ἡ ἀριστερὴ ὑπὸ τὸν πνεύμονα
                        <lb/>ἐλήλαται· αἱ δὲ ἐναίμονες ἐοῦσαι ὑπ’ αὐτὸν ἐξοχετεύονται ἐς <pb n="196"/> αὐτόν. Ὀλίγαιμοι δὲ καὶ λεπταὶ αἱ ἀπὸ τοῦ πνεύμονος ἔσωθεν γενόμεναι
                        <lb/>τῇ φύσει ἀραιοῦ ἐόντος, ἐς τὴν καρδίην, ἅτε ὑπ’ αὐτέου ἐξαθελγόμεναι,
                        <lb/>ἐγκεχαλίνωνται περὶ τὰ ὦτα αὐτέης, καὶ ἐς τὰ κοῖλα <lb/>τὰ ἐντὸς
                        διεῤῥυήκασιν. Ἐμβάλλουσι δὲ καὶ αἱ πρότεραι καὶ αὗται <lb/>ἐς αὐτήν· ἐν γὰρ
                        στενοχωρίῃ τῆς διόδου ἐνίδρυται ὡς ἐκ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος τὰς ἡνίας
                        ἔχουσα· διὸ καὶ παντὸς τοῦ σώματος περὶ <lb/>τὸν θώρηκα μάλιστά ἐστιν ἡ
                        αἴσθησις. Καὶ τῶν χρωμάτων αἱ μεταβολαὶ <lb/>γίνονται, ταύτης ἀποσφιγγούσης
                        τὰς φλέβας καὶ χαλώσης· <lb/>χαλώσης μὲν οὖν, ἐρυθρὰ τὰ χρώματα γίνεται καὶ
                        εὔχροα καὶ διαφανέα· <lb/>συναγούσης δὲ, χλωρὰ καὶ πελιδνά· τὰ τοιαῦτα δὲ
                        παραλλάσσει <lb/>ἐκ τῶν παρεόντων ἑκάστῳ χρωμάτων. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>