<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg047.1st1K-grc1:1-9</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg047.1st1K-grc1:1-9</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg047.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΟΨΙΟΣ.</head><p>1. Αἱ ὄψιες αἱ διεφθαρμέναι, αὐτόματοι μὲν κυανίτιδες γιγνόμεναι,
                        <lb/>ἐξαπίνης γίνονται, καὶ ἐπειδὰν γένωνται, οὐκ ἔστιν ἴησις <lb/>τοιαύτη.
                        Αἱ δὲ θαλασσοειδέες γιγνόμεναι, κατὰ μικρὸν ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ
                        διαφθείρονται, καὶ πολλάκις ὁ ἕτερος ὀφθαλμὸς ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ ὕστερον
                        διεφθάρη. Τουτέου δὲ χρὴ καθαίρειν τὴν κεφαλὴν <lb/>καὶ καίειν τὰς φλέβας·
                        κἢν ἀρχόμενος θεραπευθῇ ταῦτα, ἵσταται <lb/>τὸ κακὸν καὶ οὐ χωρέει ἐπὶ τὸ
                        φαυλότερον. Αἱ δὲ μεταξὺ τῆς τε <lb/>κυανίτιδος καὶ τῆς θαλασσοειδοῦς, ἢν
                        μὲν νέῳ ἐόντι γένωνται, <lb/>πρεσβυτέρῳ γενομένῳ καθίστανται· ἢν δὲ
                        πρεσβυτέρῳ ἐόντι γίγνωνται <lb/>ἐτέων ἑπτὰ,.... βέλτιον ὁρῇ· τὰ μεγάλα δὲ
                        πάνυ καὶ <lb/>λαμπρὰ, καὶ ἀπὸ πρόσθεν, ὁρῇ μὲν, σαφῶς δὲ οὐ, καὶ ὅτι ἂν
                        <lb/>πάνυ πρὸς ἑωυτὸν τὸν ὀφθαλμὸν προσθῇ, καὶ τοῦτο, ἄλλο δὲ <lb/>οὐδέν.
                        Ξυμφέρει δὲ τουτέῳ κάθαρσίς τε καὶ καῦσις τῆς κεφαλῆς· <lb/>αἷμα δὲ
                        τουτέοισιν οὐ ξυμφέρει ἀφιέναι, οὔτε τῇ κυανίτιδι, οὔτε τῇ
                        <lb/>θαλασσοειδεῖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Καὶ τὸ ὄμμα ἐν τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι, τῆς ὄψιος ὑγιέος οὔσης <lb/>τῶν νεωτέρων
                        ἀνθρώπων, ἤν τε θήλεια ᾖ ἤν τ’ ἄρσην, οὐκ ἂν <pb n="154"/> ὠφελείης ποιέων
                        οὐθὲν, ἕως ἂν αὔξηται τὸ σῶμα ἔτι. Ὅταν δὲ <lb/>μηκέτι αὐξάνηται, αὐτέῳ τῷ
                        ὀφθαλμῷ σκεψάμενος τὰ βλέφαρα λεπτύνειν, <lb/>ξύων, ἢν δοκέῃ προσδέεσθαι,
                        καὶ ἐπικαίων ἔνδοθεν μὴ <lb/>διαφανέσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. .... Ἔπειτα ἀναδήσας, τὰ σκέλεα ἐκτείνας, δίφρον ὑποθεὶς <lb/>ἀφ’ οὗ
                        στηρίζηται τῇσι χερσί· μέσον δέ τις ἐχέτω. Ἔπειτα <lb/>διασημήνασθαι τὰς
                        νωτιαίας φλέβας, σκοπεῖν δὲ ὄπισθεν. Ἔπειτα <lb/>καίειν παχέσι σιδηρίοισι
                        καὶ ἡσυχίῃ διαθερμαίνειν, ὅκως ἂν μὴ <lb/>ῥαγῇ αἷμα καίοντι· προαφιέναι δὲ
                        τοῦ αἵματος, ἢν δοκέῃ καιρὸς <lb/>εἶναι. Καίειν δὲ πρὸς τὸ ὀστέον ὄπισθεν.
                        Ἔπειτα ἐνθεὶς σπόγγον <lb/>ἠλαιωμένον ἐγκατακαίειν, πλὴν τοῦ πάνυ πρὸς αὐτῷ
                        τῷ ὀστέῳ· ἢν <lb/>δὲ προσδέχηται τῷ καυστηρίῳ τὸ σπόγγιον, ἕτερον
                        λιπαρώτερον <lb/>ἐνθεὶς ἐγκατακαίειν. Ἔπειτα τοῦ ἄρου ἐν μέλιτι δεύων,
                        ἐντιθέναι <lb/>τῇσιν ἐσχάρῃσιν. Ὅταν δὲ φλέβα παρακαύσῃς ἢ διακαύσῃς,
                        <lb/>ἐπειδὰν ἐκπέσῃ ἐσχάρη, ὁμοίως τέταται ἡ φλὲψ καὶ πεφύσηται καὶ <pb n="156"/> πλήρης φαίνεται, καὶ σφύζει ὅτε κάτωθεν τὸ ἐπιῤῥέον· ἢν δὲ
                        διακεκαυμένος <lb/>ᾖ ὁ κάτωθεν, ταῦτα πάντα ἧσσον πάσχει. Διακαίειν δὲ
                        <lb/>χρὴ αὖθις, ἢν μὴ τὸ πρῶτον διακαύσῃς· τά τε σπόγγια χρὴ <lb/>ἰσχυρῶς
                        ἐγκατακαίειν, πρὸς τῆς ῥεούσης φλεβὸς μᾶλλον. Αἱ ἐσχάραι <lb/>αἱ μᾶλλον
                        ὀπτηθεῖσαι τάχει ἐκπίπτουσιν. Αἱ καιόμεναι <lb/>οὖλαι πρὸς τὸ ὀστέον
                        καλλίονες γίνονται. Ἐπειδὰν δὲ τὰ ἕλκεα <lb/>ὑγιέα γίνονται, αὖθις
                        ἀναφυσῶνται καὶ ἐπαίρονται, καὶ ἐρυθραί <lb/>εἰσι παρὰ τὸ ἄλλο, καὶ ὥσπερ
                        ἀναιρησόμεναι φαίνονται, ἕως ἂν <lb/>χρόνος ἐπιγένηται· καὶ κεφαλῆς
                        καυθείσης καὶ στήθεος, ὁμοίως δὲ <lb/>καὶ παντὶ τῷ σώματι ὅκου ἂν καυθῇ.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ὅταν δὲ ξύῃς βλέφαρα ὀφθαλμοῦ, ξύειν [εἶτα καίειν] εἰρίῳ <lb/>Μιλησίῳ,
                        οὔλῳ, καθαρῷ, περὶ ἄτρακτον περιειλῶν, αὐτὴν τὴν <lb/>στεφάνην τοῦ ὀφθαλμοῦ
                        φυλασσόμενος, μὴ διακαύσῃς πρὸς τὸν <lb/>χόνδρον. Σημεῖον δὲ ὅταν ἀπόχρη τῆς
                        ξύσιος, οὐκ ἔτι λαμπρὸν <lb/>αἷμα εξέρχεται, ἀλλὰ ἰχὼρ αἱματώδης ἢ ὑδατώδης.
                        Τότε δὲ χρή <lb/>τινι τῶν ὑγρῶν φαρμάκων, ὅκου ἄνθος ἐστὶ χαλκοῦ, τουτέῳ
                        ἀνατρῖψαι. <lb/>Ὕστερον δὲ τὸ τῆς ξύσιος καὶ τὸ τῆς καύσιος, ὅταν αἱ
                        <lb/>ἐσχάραι ἐκπέσωσι καὶ κεκαθαρμένα ᾖ τὰ ἕλκεα καὶ βλαστάνῃ, τάμνειν
                        <lb/>τομὴν διὰ τοῦ βρέγματος. Ὅταν δὲ τὸ αἷμα ἀποῤῥυῇ, χρὴ <lb/>διαχρίειν τῳ
                        ἐναίμῳ φαρμάκῳ. Ὕστερον δὲ τουτέου ἔργον καὶ <lb/>πάντων τὴν κεφαλὴν
                        καθῆραι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τὰ βλέφαρα τὰ παχύτερα τῆς φύσιος, τὸ κάτω ἀποταμὼν <pb n="158"/> τὴν
                        σάρκα ὁκόσην εὐμαρέστατα δύνῃ, ὕστερον δὲ τὸ βλέφαρον <lb/>ἐπικαῦσαι μὴ
                        διαφανέσι, φυλασσόμενος τὴν φύσιν τῶν τριχῶν, ἢ <lb/>τῷ ἄνθει ὀπτῷ λεπτῷ
                        προστεῖλαι. Ὅταν δὲ ἀποπέσῃ ἡ ἐσχάρα, <lb/>ἰητρεύειν τὰ λοιπά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ὁκόταν δὲ βλέφαρα ψωριᾷ καὶ κνησμὸς ἔχῃ, ἄνθος χαλκοῦ <lb/>βώλιον πρὸς
                        ἀκόνην τρίψας, ἔπειτα τὸ βλέφαρον ἀποτρίψας αὐτέου, <lb/>καὶ τότε τὴν φολίδα
                        τοῦ χαλκοῦ τρίβειν ὡς λεπτοτάτην· ἔπειτα <lb/>χυλὸν ὄμφακος διηθημένον
                        παραχέας καὶ τρίψας λεῖον, τὸ δὲ λοιπὸν <lb/>ἐν χαλκῷ ἐρυθρῷ παραχέων, κατ’
                        ὀλίγον ἀνατίρβειν, ἕως ἂν <lb/>πάχος γένηται ὡς μυττωτός· ἔπειτα, ἐπειδὰν
                        ξηρανθῇ, τρίψας <lb/>λεῖον χρῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Νυκτάλωπος φάρμακον· πινέτω ἐλατήριον, καὶ τὴν κεφαλὴν <lb/>καθαιρέσθω,
                        καὶ κατάξας τὸν αὐχένα ὡς μάλιστα, πιέσας <lb/>πλεῖστον χρόνον. Ἐπανιεὶς δὲ
                        διδόναι ἐν μέλιτι βάπτων ἧπαρ βοὸς <lb/>ὠμὸν καταπιεῖν μέγιστον ὡς ἂν
                        δύνηται, ἓν ἢ δύο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἤν τινι οἱ ὀφθαλμοὶ ὑγιέες ἐόντες διαφθείροιεν τὴν ὄψιν, <lb/>τουτέῳ χρὴ
                        ταμόντα κατὰ τὸ βρέγμα, ἐπαναδείραντα, ἐκπρίσαντα τὸ <lb/>ὀστέον, ἀφελόντα
                        τὸν ὕδρωπα, ἰῆσθαι· καὶ οὕτως ὑγιέες γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ὀφθαλμίης τῆς ἐπετείου καὶ ἐπιδημίου ξυμφέρει κάθαρσις <pb n="160"/>
                        κεφαλῆς καὶ τῆς κάτω κοιλίης· καὶ εἰ ἔχοι τὸ σῶμα, αἵματος <lb/>ἀφαίρεσις
                        ξυμφέρει πρὸς ἔνια τῶν τοιούτων ἀλγημάτων, καὶ σικύαι <lb/>κατὰ τὰς φλέβας.
                        Σῖτος ὀλίγος ἄρτος, καὶ ὕδατος πόσις. Κατακεῖσθαι <lb/>δὲ ἐν σκότῳ, ἀπό τε
                        καπνοῦ καὶ πυρὸς καὶ τῶν ἄλλων <lb/>λαμπρῶν, πλαγίων, ἄλλοτε ἐπὶ τὰ δεξιὰ,
                        ἄλλοτε ἐπ’ ἀριστερά. <lb/>Μὴ τέγγειν τὴν κεφαλὴν, ἐπειδὰν οὐ ξυμφέρει.
                        Κατάπλασμα <lb/>ὀδύνης μὴ ἐνεούσης, ἀλλ’ ὡς ῥεύματος ἐπέχοντος, οὐ συμφέρει.
                        <lb/>Οἰδημάτων ἀνωδύνων καὶ μετὰ τὰ δριμέα φάρμακα τῆς ὀδύνης
                        <lb/>ἐπαλειφόμενα, ἐπειδὰν ἥ τε ὀδύνη παύσηται καὶ διαχωρισθῇ <lb/>μετὰ τὴν
                        ἐσάλειψιν τοῦ φαρμάκου, τότε συμφέρει καταπλάσσειν <lb/>τῶν καταπλασμάτων ὅ
                        τι ἄν σοι δοκέῃ ξυμφέρειν. Οὐδὲ διαβλέπειν <lb/>ξυμφέρει πουλὺν χρόνον,
                        δάκρυον γὰρ προκαλέεται, οὐ δυνάμενος <lb/>ὁ ὀφθαλμὸς πονέειν πρὸς τὰ
                        λαμπρά· ἀλλ’ οὐδὲ ξυμμύειν <lb/>πουλὺν χρόνον, ἢν ἔχῃ ῥεῦμα θερμὸν μάλιστα·
                        θερμαίνει γὰρ τὸ <lb/>δάκρυον ἰσχόμενον. Ῥεύματος δὲ μὴ ἔχοντος, μετά γέ του
                        ξηροῦ <lb/>τὴν ὑπάλειψιν ξυμφέρει ποιέεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>