<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1:1-19</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1:1-19</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΩΝ.</head><p>1. Ἐγὼ τὰ μέχρι τοῦ λόγου τούτου κοινῇσι γνώμῃσι χρέομαι <lb/>ἑτέρων τε τῶν
                        ἔμπροσθεν, ἀτὰρ καὶ ἐμεωυτοῦ· ἀναγκαίως γὰρ ἔχει <lb/>κοινὴν ἀρχὴν ὑποθέσθαι
                        τῇσι γνώμῃσι βουλόμενον ξυνθεῖναι τὸν <lb/>λόγον τόνδε περὶ τῆς τέχνης τῆς
                        ἰητρικῆς. Περὶ δὲ τῶν μετεώρων <lb/>οὐδὲ δέομαι λέγειν, ἢν μὴ τοσοῦτον ἐς
                        ἄνθρωπον ἀποδείξω καὶ τὰ ἄλλα <lb/>ζῶα, ὁκόσα ἔφυ καὶ ἐγένετο, καὶ ὅ τι ψυχή
                        ἐστιν, καὶ ὅ τι τὸ ὑγιαίνειν, <lb/>καὶ ὅ τι τὸ κάμνειν, καὶ ὅ τι τὸ ἐν
                        ἀνθρώπῳ κακὸν καὶ ἀγαθὸν, <lb/>καὶ ὅθεν ἀποθνήσκει. Νῦν δὲ ἀποφαίνομαι αὐτὸς
                        ἐμεωυτοῦ γνώμας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Δοκέει δέ μοι ὃ καλέομεν θερμὸν, ἀθάνατόν τε εἶναι καὶ νοέειν <lb/>πάντα
                        καὶ ὁρῇν καὶ ἀκούειν καὶ εἰδέναι πάντα ἐόντα τε καὶ ἐσόμενα· <lb/>τοῦτο οὖν
                        τὸ πλεῖστον, ὅτε ἐταράχθη πάντα, ἐξεχώρησεν εἰς τὴν <lb/>ἀνωτάτω περιφορήν·
                        καὶ ὀνομῆναί μοι αὐτὸ δοκέουσιν οἱ παλαιοὶ <lb/>αἰθέρα. Ἡ δευτέρα μοῖρα
                        κάτωθεν, αὐτὴ καλέεται μὲν γῆ, ψυχρὸν <lb/>καὶ ξηρὸν καὶ πουλὺ κινοῦν· καὶ
                        ἐν τουτέῳ ἔνι δὴ πουλὺ τοῦ θερμοῦ. <lb/>Ἡ δὲ τρίτη μοῖρα ἡ τοῦ ἠέρος μέσον
                        χωρίον εἴληφε θερμόν τι ἂν <lb/>καὶ ὑγρόν. Ἡ δὲ τετάρτη ἡ τοῦ ἐγγυτάτω πρὸς
                        τῇ γῇ ὑγρότατόν τε <lb/>καὶ παχύτατον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Κυκλεομένων δὲ τουτέων, ὅτε συνεταράχθη, ἀπελείφθη τοῦ <pb n="586"/>
                        θερμοῦ πουλὺ ἐν τῇ γῇ ἄλλοθι καὶ ἄλλοθι, τὰ μὲν μεγάλα, τὰ δὲ <lb/>ἐλάσσω,
                        τὰ δὲ καὶ πάνυ σμικρὰ, πλῆθος πολλά. Καὶ τῷ χρόνῳ <lb/>ὑπὸ τοῦ θερμοῦ
                        ξηραινομένης τῆς γῆς, ταῦτα καταληφθέντα περὶ <lb/>αὐτὰ σηπεδόνας ποιέει
                        οἷόν περ χιτῶνας. Καὶ πολλῷ χρόνῳ θερμαινόμενον, <lb/>ὁκόσον μὲν ἐτύγχανεν
                        ἐκ τῆς γαίης σηπεδόνες λιπαρόν <lb/>τε ἐὸν καὶ ὀλίγιστον τοῦ ὑγροῦ ἔχον,
                        τάχιστα ἐξεκαύθη καὶ <lb/>ἐγένετο ὀστέα. Ὁκόσα δὲ ἐτύγχανε κολλωδέστερα
                        ἐόντα καὶ τοῦ ψυχροῦ <lb/>μετέχοντα, ταῦτα δὲ θερμαινόμενα οὐκ ἠδύνατο
                        ἐκκαυθῆναι, <lb/>οὐδὲ μὴν τοῦ ὑγροῦ γενέσθαι· διὰ τοῦτο εἰδέην ἀλλοιοτέρην
                        ἔλαβε <lb/>τῶν ἄλλων καὶ ἐγένετο νεῦρα στερεά· οὐδὲ γὰρ ἐνῆν πολὺ τοῦ ψυχροῦ
                        <lb/>αὐτῷ. Αἱ δὲ φλέβες τοῦ ψυχροῦ εἶχον πουλύ· καὶ τούτου τοῦ ψυχροῦ
                        <lb/>τὸ μὲν πέριξ ὅσον κολλωδέστατον ἦν, ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ἐξοπτηθὲν,
                        <lb/>μήνιγξ ἐγένετο, τὸ δὲ ψυχρὸν ἐὸν κρατηθὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ <lb/>διελύθη
                        καὶ ἐγένετο ὑγρὸν διὰ τοῦτο. Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ <lb/>φάρυγξ καὶ ὁ
                        στόμαχος καὶ ἡ γαστὴρ καὶ τὰ ἔντερα ἐς τὸν ἀρχὸν <lb/>κοῖλα ἐγένοντο· τοῦ
                        γὰρ ψυχροῦ αἰεὶ θερμαινομένου τὸ μὲν πέριξ <lb/>ἐξωπτήθη ὅσον αὐτὸ κολλῶδες
                        ἦν, καὶ ἐγένετο χιτὼν ὁ περὶ αὐτὸν <lb/>μήνιγξ, τὸ δὲ ἐντὸς τοῦ ψυχροῦ, οὐ
                        γὰρ ἔην ἐν αὐτῷ οὔτε λιπαρὸν <lb/>οὔτε κολλῶδες πουλὺ, διετάκη καὶ ἐγένετο
                        ὑγρόν. Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον καὶ ἡ κύστις, πουλὺ ψυχρὸν ἀπολειφθὲν,
                        τὸ πέριξ αὐτοῦ <lb/>ὑπὸ τοῦ θερμοῦ θερμαινόμενον διελύθη καὶ ἐγένετο ὑγρόν·
                        οὐ γὰρ <pb n="588"/> ἔην ἐν αὐτῷ οὔτε τοῦ λιπαροῦ οὔτε τοῦ κολλώδεος· ὅσον
                        δὲ περιῆν <lb/>χιτὼν ἐγένετο. Ἀτὰρ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὅσα κοῖλα, τὸν αὐτὸν
                        ἔχει <lb/>τρόπον· ὅκου μὲν ἦν τοῦ κολλώδεος πλέον ἢ τοῦ λιπαροῦ, χιτὼν
                        <lb/>μήνιγξ ἐγένετο· ὅκου δὲ τοῦ λιπαροῦ πλέον ἢ τοῦ κολλώδεος, ὀστέα
                        <lb/>ἐγένετο. Ωὐτὸς δὲ λόγος καὶ τῶν ὀστέων· ὅκου μὲν μὴ ἐνῆν τοῦ
                        <lb/>κολλώδεος, τοῦ δὲ λιπαροῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, ἐξεκαίετο θᾶσσον διὰ τὸ
                        <lb/>λιπαρὸν, καὶ ταῦτα τῶν ὀστέων καὶ σκληρότατα καὶ στριφνότατα· <lb/>ὅκου
                        δὲ λιπαρὸν καὶ κολλῶδες παραπλήσια, ταῦτα δὲ τῶν ὀστέων <lb/>σηραγγώδεα.
                        Περὶ μὲν τουτέων οὕτως· τὸ μὲν ψυχρὸν πήγνυσιν· τὸ <lb/>δὲ θερμὸν διαχέει,
                        ἐν δὲ τῷ πολλῷ καὶ ξηραίνει χρόνῳ· ὅκου δὲ <lb/>ἂν τοῦ λιπαροῦ ξυνίῃ τι,
                        τουτέοισι θᾶσσον ἐκκαίει καὶ ξηραίνει· <lb/>ὅκου δὲ ἂν τὸ κολλῶδες ξυνίῃ τῷ
                        ψυχρῷ ἄνευ τοῦ λιπαροῦ, οὐκ ἐθέλει <lb/>ἐκκαίεσθαι, ἀλλὰ τῷ χρόνῳ
                        θερμαινόμενον πήγνυται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ὁ δὲ ἐγκέφαλός ἐστι μητρόπολις τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ κολλώδεος, <lb/>τὸ δὲ
                        θερμὸν τοῦ λιπαροῦ μητρόπολις· θερμαινόμενον γὰρ, τὸ <lb/>πρῶτον πάντων
                        διαχεόμενον λιπαρὸν γίνεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐγκέφαλος <lb/>ὅτι ὀλίγιστον ἔχει
                        τοῦ λιπαροῦ, τοῦ δὲ κολλώδεος πλεῖστον, <lb/>οὐ δύναται ἐκκαυθῆναι ὑπὸ τοῦ
                        θερμοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ χιτῶνα <lb/>μήνιγγα παχείην ἔλαβε· περὶ δὲ τὴν
                        μήνιγγα ὀστέα ὁκόσον τὸ θερμὸν <lb/>ἐκράτησε, καὶ ἐν ὅσοισι τοῦ λιπαροῦ
                        ἐνῆν. Καὶ ὁ μυελὸς ὁ καλεόμενος <lb/>νωτιαῖος καθήκει ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου· καὶ
                        οὐκ ἐστὶν ἐν <lb/>αὐτῷ τοῦ λιπαροῦ ἢ τοῦ κολλώδεος πουλὺ, ὥσπερ καὶ τῷ
                        ἐγκεφάλῳ· <lb/>διὰ τοῦτο οὐκ ἂν δικαίως καὶ αὐτῷ εἴη μυελὸς οὔνομα· οὐ γὰρ
                        <lb/>ὅμοιος τῷ ἄλλῳ μυελῷ, ὡς ἐν τοῖσιν ἄλλοισιν ὀστοῖσιν ἔνι μοῦνος
                        <lb/>γὰρ μήνιγγας ἔχει, ὁ δὲ ἄλλος οὐκ ἔχει. Τεκμήρια δὲ τουτέων <pb n="590"/> σαφέα, εἴ τις ἐθέλοι ὀπτᾷν νευρώδεά τε καὶ κολλώδεα, καὶ τὰ ἄλλα <lb/>δέ·
                        τὰ μὲν ἄλλα ταχὺ ὀπτᾶται, τὰ δὲ νευρώδεά τε καὶ κολλώδεα <lb/>οὐκ ἐθέλει
                        ὀπτᾶσθαι ἐλάχιστον γὰρ ἔχει τοῦ λιπαροῦ· τὸ δὲ πιότατον <lb/>καὶ λιπαρὸν
                        τάχιστα δπτᾶται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τὰ δὲ σπλάγχνα ὧδέ μοι δοκέει ξυστῆναι· περὶ μὲν οὖν τῶν <lb/>φλεβῶν
                        εἴρηταί μοι πρότερον ἡ δὲ καρδίη πουλὺ τοῦ κολλώδεος καὶ <lb/>τοῦ ψυχροῦ
                        ἔχει· καὶ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ θερμαινόμενον, κρέας ἐγένετο <lb/>σκληρὸν καὶ
                        γλίσχρον, καὶ μήνιγξ περὶ αὐτὴν, καὶ ἐκοιλώθη οὐχ <lb/>ὥσπερ φλέβες, καί
                        ἐστιν ἐπὶ τῇς κεφαλῆς τῆς φλεβὸς τῆς κοιλοτάτης. <lb/>Δύο γάρ εἰσι κοῖλαι
                        φλέβες ἀπὸ τῆς καρδίης· τῇ μὲν οὔνομα <lb/>ἀρτηρίη· τῇ δὲ κοίλη φλὲψ, πρὸς ᾗ
                        ἡ καρδίη ἐστίν· καὶ πλεῖστον <lb/>ἔχει τοῦ θερμοῦ ἡ καρδίη, ᾗ ἡ κοίλη φλέψ,
                        καὶ ταμιεύει τὸ πνεῦμα. <lb/>Πρὸς δὲ τούτοιν τοῖν φλεβοῖν ἄλλαι κατὰ τὸ σῶμα
                        ἡ δὲ κοιλοτάτη <lb/>φλὲψ, πρὸς ᾗ ἡ καρδίη, διὰ τῆς κοιλίης ἁπάσης διήκει καὶ
                        διὰ τῶν <lb/>φρενῶν, καὶ σχίζεται ἐς ἑκάτερον τῶν νεφρῶν· καὶ ἐπὶ τῇ ὀτφυὶ
                        <lb/>σχίζεται, καὶ ἀΐσσει ἐπί τε τὰ ἄλλα καὶ ἐς ἑκάτερον σκέλος, ἀτὰρ
                        <lb/>καὶ ἄνωθεν τῆς καρδίης πρὸς τῷ αὐχένι, τὰ μὲν ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δ’ ἐπ’
                        <lb/>ἀριστερά· καὶ τότε ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἄγει καὶ ἐν τοῖς κροτάφοισι σχίζεται
                        <lb/>ἑκατέρη. Ἔστι δὲ καὶ ἀριθμῷ εἰπεῖν τὰς φλέβας τὰς μεγίστας· <lb/>ἐνὶ δὲ
                        λόγῳ ἀπὸ τῆς κοίλης φλεβος καὶ ἀπὸ τῆς ἀρτηρίης αἱ ἄλλαι <lb/>φλέβες
                        ἐσχισμέναι εἰσι κατὰ πᾶν τὸ σῶμα· κοιλόταται δὲ αἱ πρὸς <lb/>τῇ καρδιῃ καὶ
                        τῷ αὐχένι καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ κάτωθεν τῆς καρδίης <lb/>μέχρι τῶν ἰσχίων.
                    </p></div><pb n="592"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Καὶ τὸ θερμὸν πλεῖστον ἔνι τῇσι φλεψὶ καὶ τῇ καρδίῃ, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο
                        πνεῦμα ἡ καρδίη ἔχει θερμὴ ἐοῦσα μάλιστα τῶν ἐν τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ. Ῥηΐδιον δὲ
                        τοῦτο καταμαθεῖν, ὅτι τρέφον ἐστὶ τὸ πνεῦμα· <lb/>ἡ καρδίη καὶ αἱ κοῖλαι
                        φλέβες κινέονται αἰεὶ, καὶ τὸ θερμότατον <lb/>πλεῖστον ἐν τῇσι φλεψίν· καὶ
                        διὰ τοῦτο πνεῦμα ἡ καρδίη ἕλκει θερμὴ <lb/>ἐοῦσα μάλιστα τῶν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ.
                        Ἔστι δὲ καὶ ἄλλως γνῶναι· <lb/>πῦρ εἴ τις θέλει καίειν ἐν οἰκήματι ὁκόταν
                        ἄνεμος μὴ εἰσπνέῃ, <lb/>φλὸξ κινέεται τοτὲ μὲν μᾶλλον, τοτὲ δὲ ἧσσον· καὶ
                        λυχνὸς καιόμενος <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον κινέεται, τοτὲ μὲν μᾶλλον, τοτὲ δὲ
                        ἧσσον, <lb/>ἀνέμου οὐδενὸς κινέοντος, ὅν τινα καὶ ἡμεῖς οἷοί τέ ἐσμεν
                        γινώσκειν <lb/>πνέοντα· καὶ τροφή ἐστι τῷ θερμῷ τὸ ψυχρόν. Τὸ δὲ παιδίον ἐν
                        τῇ <lb/>γαστρὶ συνέχον τὰ χείλεα μύζει ἐκ τῶν μητρέων τῆς μητρὸς καὶ
                        <lb/>ἕλκει τήν τε τροφὴν καὶ τὸ πνεῦμα τῇ καρδίῃ εἴσω· τοῦτο γὰρ
                        <lb/>θερμότατόν ἐστιν ἐν τῷ παιδίῳ, ὅταν περ ἡ μήτηρ ἀναπνέῃ· τούτῳ <lb/>δὲ
                        καὶ τῷ ἄλλῳ σώματι τὴν κίνησιν παρέχει τὸ θερμὸν καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>πᾶσιν.
                        Εἰ δέ τις ἐρωτοίη πῶς τοῦτο οἶδέ τις, ὅτι ἐν τῇ μήτρῃ τὸ <lb/>παιδίον ἕλκει
                        καὶ μύζει, τάδε αὐτῷ ἔστιν ἀποκρίνασθαι· κόπρον ἔχον <pb n="594"/> ἐν τοῖσιν
                        ἐντέροισι γίνεται, καὶ ἀποπατέει ἐπειδὰν γένηται τάχιστα, <lb/>καὶ οἱ
                        ἄνθρωποι καὶ τὰ πρόβατα· καίτοι οὐκ ἂν εἶχε κόπρον, <lb/>εἰ μὴ ἐν τῇσι
                        μήτρῃσιν ἔμυζεν, οὐδ’ ἂν θηλάζειν τὸν μασθὸν <lb/>ἠπίστατο γεννώμενον
                        αὐτίκα, εἰ μὴ καὶ ἐν τῇ μήτρῃ ἔμυζε. Καὶ περὶ <lb/>μὲν τῆς κινήσιος τῆς
                        καρδίης καὶ τῶν φλεβῶν οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὁ δὲ πνεύμων πρὸς τῇ καρδίῃ ἐγένετο ὧδε· τοῦ ὑγροῦ ὁκόσον <lb/>ἦν
                        κολλωδέστατον, ἡ καρδίη θερμαίνουσα ταχὺ ἐξήρανεν ὅκως περ <lb/>ἀφρὸν, καὶ
                        ἐποίησε σηραγγῶδες, καὶ φλέβια πολλὰ ἐν αὐτέῳ. Διὰ <lb/>δὲ τοῦτο ἐποίησε τὰ
                        φλέβια· ὁκόσον ἐν τῷ κολλώδει ἐνῆν ψυχρὸν, <lb/>τοῦτο μὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ
                        διετάκη καὶ ἐγένετο ὑγρόν· τὸ δὲ ἀπὸ <lb/>τοῦ κολλώδεος αὐτὸς ὁ χιτών. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Τὸ δὲ ἧπαρ ὧδε ξυνέστὴ· ξὺν τῷ θερμῷ πουλὺ τοῦ ὑγροῦ <lb/>ἀπολὴφθὲν ἄνευ
                        τοῦ κολλώδεος καὶ τοῦ λιπαροῦ, ἐκράτησε τὸ ψυχρὸν <lb/>τοῦ θερμοῦ, καὶ
                        ἐπάγη. Τεκμήριον δέ μοι τόδε· ὁκόταν σφάξῃ τις <lb/>ἱερεῖον, τέως μὲν ἂν
                        θερμὸν ᾖ, ὑγρόν ἐστι τὸ αἷμα· ἐπειδὰν δὲ ψυχθῇ, <lb/>ἐπάγη· ἢν δέ τις αὐτὸ
                        τινάσσῃ, οὐ πήγνυται· αἱ γὰρ ἶνές <lb/>εἰσι ψυχραὶ καὶ κολλώδεες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ὁ δὲ σπλὴν συνέστη ὧδε· σὺν τῷ θερμῷ καὶ κολλώδει καὶ <lb/>τοῦ θερμοῦ
                        πλεῖστον, τοῦ δὲ ψυχροῦ ἐλάχιστον, τοσοῦτον μόνον ὁκόσον <lb/>πῆξαι τὸ
                        κολλῶδες αὐτὸ, ὅ εἰσιν αἱ ἶνες αἱ ἐνοῦσαι ἐν τῷ σπληνί· <lb/>καὶ διὰ τὰς
                        ἶνας ταύτας μαλακός ἐστιν ὁ σπλὴν καὶ ἰνώδης. Οἱ δὲ <lb/>νεφροὶ ξυνέστησαν
                        ὧδε· ὀλίγον τοῦ κολλώδεος, τοῦ θερμοῦ ὀλίγον, <pb n="596"/> τοῦ ψυχροῦ
                        πλεῖστον, καὶ ἐπάγη ὑπὸ τούτου, καὶ ἐγένετο σκληρότατον <lb/>τὸ σπλάγχνον
                        καὶ ἥκιστα ἐρυθρὸν, ὅτι οὐ πουλὺ τοῦ θερμοῦ ξυνέστη. <lb/>Ὁ δὲ αὐτὸς λόγος
                        καὶ περὶ τῶν σαρκῶν· τὸ μὲν ψυχρὸν ἔστησε <lb/>καὶ ξυνέπηξε καὶ ἐποίησε
                        σάρκα, τὸ δὲ κολλῶδες τρῶγλαι ἐγένοντο· <lb/>ἐν δὲ τῇσι τρώγλῃσι ταύτῃσι τὸ
                        ὑγρὸν, ὥσπερ καὶ ἐν τῇσι φλεψὶ τῇσι <lb/>μεγάλῃσιν. Τὸ δὲ θερμὸν ἐν παντὶ τῷ
                        σώματι, πλεῖστον δὲ τοῦ <lb/>ὑγροῦ ἐν τῷ σώματι, καὶ τοῦ ψυχροῦ πουλὺ ἐν τῷ
                        ὑγρῷ· τοσοῦτο <lb/>δέ ἐστι τοῦ ψυχροῦ ὁκόσον δύναται πῆξαι τὸ ὑγρόν· ἀλλὰ
                        νενίκηται, <lb/>ὥστε διακέχυται ὑπὸ τοῦ θερμοῦ. Ἡ δὲ ἀπόδειξις τοῦ ὑγροῦ ὅτι
                        <lb/>θερμόν ἐστιν, εἴ τις ἐθέλοι τάμνειν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ σώματος, ὅκου
                        <lb/>ἐθέλοι· ῥεύσει τε αἷμα θερμὸν, καὶ τέως μὲν ἂν θερμὸν ᾖ, ὑγρὸν
                        <lb/>ἔσται· ἐπειδὰν δὲ ψυχθῇ ὑπό τε τοῦ ἐνεόντος ψυχροῦ καὶ τοῦ ἐκτὸς,
                        <lb/>ἐγένετο δέρμα καὶ ὑμὴν, καὶ εἴ τις ἀφελὼν τοῦτο τὸ δέρμα ἐάσειεν
                        <lb/>ὀλίγου χρόνου, ὄψεται ἄλλο δέρμα γινόμενον· εἰ δέ τις τοῦτο αἰεὶ
                        <lb/>ἀφαιρεῖ, ἄλλο δέρμα γίνοιτ’ ἂν πρὸς τοῦ ψυχροῦ. Τούτου δὲ εἵνεκα
                        <lb/>πλείω ἔλεξα, τέως ἀποδείξω ὅτι τὸ ἔσχατον τοῦ σώματος πρὸς τοῦ
                        <lb/>ἠέρος ἀναγκαίως ἔχει δέρμα γενέσθαι ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ καὶ τῶν πνευμάτων
                        <lb/>προσβαλλόντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὰ δὲ ἄρθρα ὧδε ἐγένετο· ὅτε τὰ ὀστέα ξυνίστατο, ὁκόσα <lb/>μὲν αὐτέων
                        λιπαρὰ ἦν, τάχιστα ἐξεκαύθη, ὥσπερ πρόσθεν λέλεκται <lb/>ἐν τῷ προτέρῳ λόγῳ·
                        ὁκόσον δ’ αὐτέων κολλῶδες ἦν, τοῦτο δὲ οὐκ <lb/>ἠδύνατο ἐκκαυθῆναι, ἀλλὰ
                        μεταξὺ ἀποληφθὲν τοῦ καιομένου καὶ <lb/>ξηραινομένου ὑπὸ τοῦ θερμοῦ νεῦρα
                        καὶ σίαλον ἐγένετο· τὸ δὲ σίαλον, <pb n="598"/> ὁκόσον τοῦ κολλώδεος
                        ὑγρότατον ἦν, τόδε θερμαινόμενον παχύτερον <lb/>ἐγένετο ὑγρὸν ἐόν· καὶ ἀπὸ
                        τούτου σίαλον ἐγένετο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Οἱ δὲ ὄνυχες ἀπὸ τουτέου ἐγένοντο τοῦ κολλώδεος· ἀπὸ γὰρ <lb/>τῶν ὀστέων
                        καὶ τῶν ἄρθρων αἰεὶ τὸ ὑγρότατον αὐτέου ἀπιὸν κολλῶδες <lb/>γίνεται, ἀπὸ τοῦ
                        θερμοῦ ξηραινόμενον καὶ ἐξαυαινόμενον, θύραζε <lb/>ὄνυχες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Οἱ δὲ ὀδόντες ὕστερον γίνονται διὰ τόδε· ἀπὸ τῶν ὀστέων τῶν <lb/>ἐν τῇ
                        κεφαλῇ καὶ τοῖν γνάθοιν ἡ αὔξησις γίνεται· τοῦ κολλώδεος <lb/>καὶ τοῦ
                        λιπαροῦ τὸ ἐνεὸν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ξηραινόμενον ἐκκαίεται, <lb/>καὶ γίνονταί
                        ὀδόντες σκληρότεροι τῶν ἄλλων ὀστέων, ὅτι οὐκ ἔνεστι <lb/>τοῦ ψυχροῦ. Καὶ οἱ
                        μὲν πρῶτοι ὀδόντες φύονται ἀπὸ τῆς διαίτης τῆς <lb/>ἐν τῇ μήτρῃ, καὶ, ἐπὴν
                        γένηται, ἀπὸ τοῦ γάλακτος θηλάζοντι τῷ παιδίῳ· <lb/>ἐπειδὰν δὲ οὗτοι
                        ἐκπέσωσιν ἀπὸ τῶν σιτίων καὶ τῶν ποτῶν, <lb/>ἐκπίπτουσι δὲ ἐπειδὰν ἑπτὰ ἔτεα
                        ἔῃ τῆς πρώτης τροφῆς, ἔστι δὲ <lb/>καὶ οἷς πρότερον, ἢν ἀπὸ νοσερῆς τροφῆς
                        φυῶσιν· τοῖσι δὲ πλείστοισιν, <lb/>ἐπειδὰν ἑπτὰ ἔτεα γένηται· οἱ δὲ
                        μεταφυέοντες συγκαταγηράσκουσιν, <lb/>ἢν μὴ ὑπὸ νόσου διαφθαρῶσι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Διὰ δὲ τοῦτο φύονται οἱ ὀδόντες ὕστερον τῶν ἄλλων· ἐν τῇ <pb n="600"/>
                        γνάθῳ φλέβες εἰσὶ τῇ κάτω κοῖλαι, καὶ μούνοισι τῶν ὀστέων αὗται <lb/>τὴν
                        τροφὴν παρέχουσι τῷ ὀστέῳ· τὰ δὲ ὀστέα τοιαύτην αὔξησιν ὁποῖά <lb/>πέρ ἐστι,
                        καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάντα τοιαύτην ἀποδίδωσιν αὔξησιν, ὁποῖα <lb/>αὐτά ἐστιν· καὶ
                        γὰρ αἱ φλέβες αἱ ἐκ τῆς νηδύος καὶ τῶν ἐντέρων, <lb/>εἰς ἃ συλλέγεται τὰ
                        σιτία καὶ τὰ ποτὰ, ἐπειδὰν θερμανθῇ ταῦτα, <lb/>ἕλκουσι τὸ λεπτότατον καὶ τὸ
                        ὑγρότατον· τὸ δὲ παχύτατον αὐτέου <lb/>καταλείπεται, καὶ γίνεται κόπρος ἐν
                        τοῖσιν ἐντέροισι τοῖσι κάτω· <lb/>τὸ δὲ λεπτότατον αἱ φλέβες ἕλκουσιν ἐκ τῆς
                        νηδύος καὶ τῶν ἐντέρων <lb/>τῶν ἄνωθεν τῆς νήστιος, θερμαινομένων τῶν
                        σιτίων· ἐπὴν δὲ περήσῃ <lb/>τὴν νῆστιν, ἐς τὰ κάτω ἔντερα ξυνεστράφη, καὶ
                        κόπρος ἐγένετο· <lb/>ἡ δὲ τροφὴ ἐπειδὰν ἀφίκηται ἐς ἕκαστον, τοιαύτην
                        ἀπέδωκε τὴν εἰδέην <lb/>ἑκάστου ὁκοία περ ἦν· ἀρδόμενα γὰρ ὑπὸ τῆς τροφῆς
                        αὔξεται <lb/>ἕκαστα, τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ τὸ κολλῶδες καὶ τὸ λιπαρὸν
                        <lb/>καὶ τὸ γλυκὺ καὶ τὸ πικρὸν καὶ τὰ ὀστέα καὶ τὰ ἄλλα ξύμπαντα <lb/>ὁκόσα
                        ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἔνι. Διὰ τοῦτο ὕστερον οἱ ὀδόντες φύονται· <lb/>εἴρηται δέ μοι
                        καὶ πρότερον ὅτι μοῦναι τῶν ὀστέων αἱ γνάθοι φλέβας <pb n="602"/> ἔχουσιν
                        αὐταὶ ἐν ἑωυταῖσι· καὶ διὰ τοῦτο τροφὴ ἕλκεται πλέον <lb/>ἢ ἐς τὰ ἄλλα
                        ὀστέα. Καὶ πλέονα τὴν τροφὴν ἔχοντα καὶ ἀθροωτέρην <lb/>τὴν ἐπιῤῥοὴν,
                        ἀποτίκτει αὔξησιν αὐτὰ ἀφ’ ἑαυτέων τοιαύτην οἷά πέρ <lb/>ἐστιν αὐτὰ, τέως ἄν
                        περ καὶ ἄνθρωπος οὖλος αὐξάνηται. Αὐξάνεται <lb/>δὲ ἐπὴν γένηται ἐπίδηλος·
                        ἐπίδηλος δὲ μάλιστα γίνεται ἀπὸ ἑπταετέος <lb/>μέχρι τεσσαρεσκαιδεκαετέος,
                        καὶ ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ οἵ τε μέγιστοι <lb/>τῶν ὀδόντων φύονται καὶ ἄλλοι
                        πάντες, ἐπὴν ἐκπέσωσιν οἳ <lb/>ἐγένοντο ἀπὸ τῆς τροφῆς τῆς ἐν τῇ μήτρῃ.
                        Αὐξάνεται δὲ καὶ ἐς <lb/>τὴν τρίτην ἑβδομάδα, ἐν ᾗ νεηνίσκος γίνεται, μέχρι
                        τεσσάρων καὶ <lb/>πέντε ἑβδομάδων· καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ δὲ ἑβδομάδι ὀδόντες
                        φύονται <lb/>δύο τοῖσι πολλοῖσι τῶν ἀνθρώπων, οὗτοι καλέονται σωφρονιστῆρες.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Αἱ δὲ τρίχες φύονται ὧδε· ὀστέα εἰσὶ καὶ ἐγκέφαλος, ἀφ’ ὧν <lb/>ἡ τοιαύτη
                        αὔξησις, ὅτι τοῦ πέριξ κολλώδεος, ὅπως περ τοῖσι νεύροισι, <lb/>καὶ τοῦ
                        λιπαροῦ οὐκ ἔνεστιν· εἰ γὰρ ἐνῆν τοῦ λιπαροῦ, ἐξεκαίετο ἂν <lb/>ἐκ τοῦ
                        θερμοῦ. Τάχα δὲ θαυμάσειεν ἄν τις ὅτι καὶ ἐν τῇσι μασχάλῃσι <lb/>καὶ ἐν τῷ
                        ἐπισείῳ τρίχες πολλαὶ καὶ ἐν τῷ σώματι παντί εἰσιν· <lb/>ωὐτὸς λόγος περὶ
                        τουτέου· ὅπου τυγχάνει τοῦ σώματος τὸ κολλῶδες <lb/>ὂν, ἐνταῦθα αἱ τρίχες
                        γίνονται ὑπὸ τοῦ θερμοῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἀκούει δὲ διὰ τόδε· τὰ τρήματα τῶν οὐάτων προσήκει πρὸς <lb/>ὀστέον
                        σκληρόν τε καὶ ξηρὸν ὅμοιον λίθῳ· τοῦτο δὲ, πέφυκε πρὸς <lb/>ὀστέον κοίλωσις
                        σηραγγώδης· οἱ δὲ ψόφοι ἀπερείδονται πρὸς τὸ <lb/>σκληρόν· τὸ δὲ ὀστέον τὸ
                        κοῖλον ἐπηχεῖ διὰ τοῦ σκληροῦ· τὸ δὲ <lb/>δέρμα τὸ πρὸς τῇ ἀκοῇ πρὸς τῷ
                        ὀστέῳ τῷ σκληρῷ λεπτόν ἐστιν ὥσπερ <lb/>ἀράχνιον, ξηρότατον τοῦ ἄλλου
                        δέρματος. Τεκμήρια δὲ πολλὰ <pb n="604"/> ὅτι ξηρότατον ἠχεῖ μάλιστα· ὅταν
                        δὲ μέγιστον ἠχήσῃ, τότε μάλιστα <lb/>ἀκούομεν. Καί εἰσί τινες οἳ ἔλεξαν
                        φύσιν ξυγγράφοντες ὅτι ὁ ἐγκέφαλός <lb/>ἐστιν ὁ ἠχέων· τοῦτο δὲ οὐκ ἂν
                        γένηται· αὐτός τε γὰρ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>ὑγρός ἐστι, καὶ μῆνιγξ περὶ αὐτόν
                        ἐστιν ὑγρὴ καὶ παχείη, <lb/>καὶ περὶ τὴν μήνιγγα ὀστέα· οὐδὲν οὖν τῶν ὑγρῶν
                        ἠχεῖ, ἀλλὰ ξηρά· <lb/>τὰ δὲ ἠχέοντα ἀκοὴν ποιεῖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὀσφραίνεται δ’ ὁ ἐγκέφαλος ὑγρὸς ἐὼν αὐτὸς τῶν ξηρῶν, <lb/>ἕλκων τὴν
                        ὀδμὴν ξὺν τῷ ἠέρι διὰ τῶν βρογχίων ξηρῶν ἐόντων· <lb/>προήκει γὰρ ὁ
                        ἐγκέφαλος τῆς ῥινὸς ἐς τὰ κοῖλα· καὶ ταύτῃ αὐτῷ οὐκ <lb/>ἔστιν ἐπίπροσθεν
                        ὀστέον οὐδὲν, ἀλλὰ χόνδριον μαλακὸν ὅκως περ <lb/>σπόγγος, οὔτε κρέας οὔτε
                        ὀστέον. Καὶ ὅταν μὲν ξηρὰ ᾖ τὰ κοῖλα τῆς <lb/>ῥινὸς, ὀσμᾶσθαι τῶν ξηροτέρων
                        αὐτὸς ἑωυτοῦ ἀκριβέστερός ἐστιν· <lb/>ὕδατος γὰρ οὐκ ὀδμᾶται· ὑγρότερον γάρ
                        ἐστι τοῦ ἐγκεφάλου, ἐὰν <lb/>μὴ σαπῇ· σηπόμενον γὰρ τὸ ὕδωρ παχύτερον
                        γίνεται καὶ τὰ ἄλλα <lb/>πάντα· ὁκόταν δὲ ὑγρανθέωσιν αἱ ῥῖνες, οὐ δύναται
                        ὀσφραίνεσθαι· <lb/>οὐ γὰρ τὸν ἠέρα ἕλκει αὐτὸς πρὸς ἑωυτόν. Ταύτῃ δὲ καὶ
                        ὅταν ἀποτήκῃ <lb/>ὁ ἐγκέφαλος πλεῖστον αὐτὸς ἀφ’ ἑωυτοῦ ἐς τὴν ὑπερώην καὶ
                        τὴν <lb/>φάρυγγα καὶ τὸν πνεύμονα καὶ ἐς τὴν ἄλλην κοιλίην, γινώσκουσιν οἱ
                        <lb/>ἄνθρωποι καὶ φασὶ καταῤῥέειν ἐκ τῆς κεφαλῆς· καταῤῥέει δὲ καὶ ἐς
                        <lb/>τὸ ἄλλο σῶμα· καί ἐστι τροπὴ τῷ θερμῷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ὁρῇ δὲ διὰ τοῦτο· ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου τῆς μήνιγγος φλὲψ <lb/>καθήκει ἐς τὸν
                        ὀφθαλμὸν διὰ τοῦ ὀστέου ἑκάτερον· διὰ ταύταιν <lb/>ταῖν φλεβοῖν ἀπὸ τοῦ
                        ἐγκεφάλου διηθέεται τὸ λεπτότατον τοῦ κολλωδεστάτου· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸ
                        περὶ αὐτὸν δέρμα ποιέει τοιοῦτον <pb n="606"/> οἷόν περ αὐτό ἐστι τὸ
                        διαφανὲς τοῦ ὀφθαλμοῦ τὸ πρὸς τοῦ ἠέρος, πρὸς <lb/>ὃ προσβάλλει τὰ πνεύματα,
                        κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὥσπερ περὶ τοῦ ἄλλου <lb/>δέρματος ἔλεξα. Πολλὰ δὲ
                        ταῦτ’ ἐστὶ τὰ δέρματα πρὸ τοῦ ὁρέοντος <lb/>διαφανέα, ὁκοῖόν περ αὐτό ἐστιν·
                        τούτῳ γὰρ τῷ διαφανεῖ ἀνταυγέει <lb/>τὸ φῶς καὶ τὰ λαμπρὰ πάντα· τουτέῳ οὖν
                        ὁρῇ τῷ ἀνταυγέοντι· <lb/>ὅ τι δὲ μὴ λαμπρόν ἐστι μηδὲ ἀνταυγεῖ, τουτέῳ οὐχ
                        ὁρῇ· τὸ δὲ <lb/>ἄλλο τὸ περὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς λευκὸν κρέας ἐστίν. Ἡ δὲ κόρη
                        καλεομένη <lb/>τοῦ ὀφθαλμοῦ μέλαν φαίνεται διὰ τοῦτο, ὅτι ἐν βάθει ἐστὶ
                        <lb/>καὶ χιτῶνες περὶ αὐτὸ εἰσὶ μέλανες· χιτῶνα δὲ καλέομεν τὸ ἐνεὸν
                        <lb/>ὥσπερ δέρμα· ἔστι δὲ οὐ μέλαν ὄψει, ἀλλὰ λευκὸν διαφανές. Τὸ <lb/>δὲ
                        ὑγρὸν κολλῶδες· πολλάκις γὰρ ὀπώπαμεν ἐπὶ συῤῥαγέντος ὀφθαλμοῦ <lb/>ἐξιὸν
                        ὑγρὸν κολλῶδες· κἢν μὲν ᾖ ἔτι θερμὸν, ὑγρόν ἐστιν· ἐπειδὰν δὲ <lb/>ψυχθῇ,
                        ἐγένετο ξηρὸν ὥσπερ λιβανωτὸς διαφανὴς, καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ <lb/>τῶν θηρίων
                        ὅμοιόν ἐστι. Τὸν δὲ ὀφθαλμὸν ἀνιᾷ πᾶν ὅ τι ἂν ἐμπέσῃ, <lb/>καὶ τὰ πνεύματα
                        προσβάλλοντα, καὶ τὰ ἄλλα ὅσα λαμπρότερα ἢ <lb/>κατ’ αὐτόν ἐστι, καὶ εἴ τις
                        ἐγχρίσει, διὰ τόδε, ὅτι ὁμόχροια ἔνυγρός <lb/>ἐστιν, ὥσπερ τὸ στόμα καὶ ἡ
                        γλῶσσα καὶ ἡ ἄλλη κοιλίη ἔνυγρά ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Διαλέγεται δὲ διὰ τὸ πνεῦμα ἕλκων ἔσω ἐς πᾶν τὸ σῶμα, <pb n="608"/> τὸ
                        πλεῖστον δὲ ἐς τὰ κοῖλα αὐτὸς ἑωυτῷ· αὐτὸ δὲ θύραζε ὠθεόμενον <lb/>διὰ τὸ
                        κενὸν ψόφον ποιέει· ἡ κεφαλὴ γὰρ ἐπηχεῖ. Ἡ δὲ γλῶσσα <lb/>ἀρθροῖ
                        προσβάλλουσα· ἐν τῷ φάρυγγι ἀποφράσσουσα καὶ προσβάλλουσα <lb/>πρὸς τὴν
                        ὑπερώην καὶ πρὸς τοὺς ὀδόντας ποιέει σαφηνίζειν· ἢν <lb/>δὲ μὴ ἡ γλώσση
                        ἀρθροῖ προσβάλλουσα ἑκάστοτε, οὐκ ἂν σαφέως διαλέγοιτο, <lb/>ἀλλ’ ᾗ ἕκαστα
                        φύσει τὰ μονόφωνα. Τεκμήριον δέ ἐστι τουτέῳ, <lb/>οἱ κωφοὶ οἱ ἐκ γενεῆς οὐκ
                        ἐπίστανται διαλέγεσθαι, ἀλλὰ τὰ <lb/>μονόφωνα μοῦνον φωνέουσιν, οὐδ’ εἴ τις
                        τὸ πνεῦμα ἐκπνεύσας πειρῷτο <lb/>διαλέγεσθαι. Δῆλον δὲ τόδε· οἱ ἄνθρωποι
                        ὁκόταν βούλωνται μέγα <lb/>φωνῆσαι, ἕλκοντες τὸ πνεῦμα τὸ ἔξω ὠθέουσι θύραζε
                        καὶ φθέγγονται <lb/>μέγα ὡς ἀντηχῇ τὸ πνεῦμα, ἔπειτα δὲ καταμαραίνεται τὸ
                        φθέγμα· <lb/>καὶ οἱ κιθαρωδοὶ, ὁκόταν δέῃ αὐτοῖς μακροφωνέειν, ἐπ’ ἄκρον
                        ἑλκύσαντες <lb/>τὸ πνεῦμα ἔσω πουλὺ ἐκτείνουσι τὴν ἐκφορὰν καὶ φωνοῦσι καὶ
                        <lb/>φθέγγονται μέγα ὡς ἀντηχῶσι τῷ πνεύματι, ἐπὴν δὲ τὸ πνεῦμα
                        <lb/>ἐπιλίπῃ, καταπαύονται· τουτέοισι δῆλον ὅτι τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ
                        φθεγγόμενον. <lb/>Εἶδον δὲ ἤδη οἳ, σφάξαντες ἑωυτοὺς, ἀπέταμον τὸν φάρυγγα
                        <lb/>παντάπασιν· οὗτοι ζῶσι μὲν, φθέγγονται δὲ οὐδὲν, εἰ μή τις <lb/>συλλάβῃ
                        τὸν φάρυγγα· οὗτοι δὲ φθέγγονται· δῆλον δὲ καὶ τούτῳ, <lb/>ὅτι τὸ πνεῦμα οὐ
                        δύναται, διατετμημένου τοῦ λάρυγγος, ἕλκειν ἔσω <lb/>ἐς τὰ κοῖλα, ἀλλὰ κατὰ
                        τὸ διατετμημένον ἐκπνέει. Οὕτως ἔχει περὶ <lb/>φωνῆς ἴσως καὶ διαλέξιος.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁ δὲ αἰών ἐστι τοῦ ἀνθρώπου ἑπταήμερος. Πρῶτον μὲν <pb n="610"/> ἐπὴν ἐς
                        τὰς μήτρας ἔλθῃ ὁ γόνος, ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ἔχει ὁκόσα περ <lb/>ἐστὶν ἔχειν
                        τοῦ σώματος· τοῦτο δέ τις ἂν θαυμάσειεν ὅκως ἐγὼ <lb/>οἶδα· πολλὰ δὲ εἶδον
                        τρόπῳ τοιῷδε· αἱ ἑταῖραι αἱ δημόσιαι, αἵτινες <lb/>αὐτέων πεπείρηνται
                        πολλάκις, ὁκόταν παρὰ ἄνδρα ἔλθῃ, γινώσκουσιν <lb/>ὁκόταν λάβωσιν ἐν γαστρί·
                        κἄπειτ’ ἐνδιαφθείρουσιν· ἐπειδὰν δὲ <lb/>ἤδη διαφθαρῇ, ἐκπίπτει ὥσπερ σάρξ·
                        ταύτην τὴν σάρκα ἐς ὕδωρ ἐμβαλὼν, <lb/>σκεπτόμενος ἐν τῷ ὕδατι, εὑρήσεις
                        ἔχειν πάντα μέλεα καὶ <lb/>τῶν ὀφθαλμῶν τὰς χώρας καὶ τὰ οὔατα καὶ τὰ γυῖα·
                        καὶ τῶν χειρῶν <lb/>οἱ δάκτυλοι καὶ τὰ σκέλεα καὶ οἱ πόδες καὶ οἱ δάκτυλοι
                        τῶν ποδῶν, <lb/>καὶ τὸ αἰδοῖον καὶ τὸ ἄλλο πᾶν σῶμα δῆλον. Εὔδηλον δὲ καὶ
                        <lb/>ὅναν λάβῃ ἐς γαστέρα τῇσιν ἐπισταμένῃσιν, αὐτίκα ἔφριξς, καὶ <lb/>θέρμη
                        καὶ βρυγμὸς καὶ σπασμὸς ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον καὶ τὸ σῶμα πᾶν <lb/>καὶ τὴν
                        ὑστέρην ὄκνος· καὶ ὁκόσαι καθαραί εἰσι καὶ μὴ ὑγραὶ, τοῦτο <lb/>πάσχουσιν·
                        ὁκόσαι δὲ παχεῖαι καὶ βλεννώδεις, οὐ γινώσκουσι τουτέων <lb/>τῶν γυναικῶν
                        πολλαί· ᾗ δέ μοι ἔδειξαν, κατὰ τοῦτο δὴ καὶ ἐπίσταμαι <lb/>εἰδέναι. Δῆλον δὲ
                        καὶ τῷδε, ὅτι ἑπτήμερος ὁ αἰὼν, εἴ τις <lb/>ἐθέλει ἑπτὰ ἡμέρας φαγέειν ἢ
                        πιέειν μηδὲν, οἱ μὲν πολλοὶ ἀποθνήσκουσιν <lb/>ἐν αὐτῇσιν· εἰσὶ δέ τινες καὶ
                        οἳ ὑπερβάλλουσιν, ἀποθνήσκουσι <lb/>δ’ ὅμως· εἰσὶ δέ τινες οἳ καὶ ἐπείσθησαν
                        ὥστε μὴ ἀποκαρτερῆσαι, <lb/>ἀλλὰ φαγέειν τε καὶ πιέειν· ἀλλ’ ἡ κοιλίη οὐκέτι
                        καταδέχεται· ἡ <lb/>γὰρ νῆστις συνεφύη ἐν ταύτῃσι τῇσιν ἡμέρῃσιν· ἀλλὰ
                        θνήσκουσι <pb n="612"/> καὶ οὗτοι. Ἔστι δὲ καὶ τῷδε τεκμήρασθαι· τὸ παιδίον
                        ἑπτάμηνος <lb/>γόνος γενόμενον, λόγῳ γεγένηται, καὶ ζῇ, καὶ λόγον ἔχει
                        τοιοῦτον <lb/>καὶ ἀριθμὸν ἀτρεκέα ἐς τὰς ἑβδομάδας· ὀκτάμηνον δὲ γενόμενον,
                        <lb/>οὐδὲν βιοῖ πώποτε· ἐννέα δὲ μηνῶν καὶ δέκα ἡμερέων γόνος γίγνεται,
                        <lb/>καὶ ζῇ, καὶ ἔχει τὸν ἀριθμὸν ἀτρεκέα ἐς τὰς ἑβδομάδας· τέσσαρες
                        <lb/>δεκάδες ἑβδομάδων ἡμέραι εἰσὶ διηκόσιαι ὀγδοήκοντα· ἐς δὲ τὴν
                        <lb/>δεκάδα τῶν ἑβδομάδων ἑβδομήκοντα ἡμέραι. Ἔχει δὲ καὶ τὸ ἑπτάμηνον
                        <lb/>γενόμενον τρεῖς δεκάδας ἑβδομάδων, ἐς δὲ τὴν δεκάδα ἑκάστην
                        <lb/>ἑβδομήκοντα ἡμέραι, τρεῖς δεκάδες δὲ ἑβδομάδων αἱ σύμπασαι δέκα
                        <lb/>καὶ διηκόσιαι. Καὶ αἱ νοῦσοι οὕτω τοῖς ἀνθρώποις ὀξύταται γίνονται,
                        <lb/>ἡμερέων παρελθουσέων ἐν τῇσιν ἀνακρίνονται καὶ ἀπέθανον ἢ <lb/>ὑγιέες
                        ἐγένοντο, [τεσσάρων, ἥμισυ ἑβδομάδος· καὶ δευτεραῖαι ἐν <lb/>μιᾷ ἑβδομάδι·]
                        καὶ τριταῖαι ἕνδεκα ἡμέρῃσιν, ἐν μιᾷ ἑβδομάδι καὶ <lb/>ἥμισυ ἑβδομάδος· καὶ
                        τεταρταῖαι ἐν δυσὶν ἑβδομάσιν· καὶ αἱ πεμπταῖαι <pb n="614"/> ἐν δυοῖν
                        δέουσῃσιν εἴκοσιν ἡμέρῃσι, δυοῖν τε ἑβδομάδοιν καὶ <lb/>ἥμισυ ἑβδομάδος. Αἱ
                        δὲ ἄλλαι νοῦσοι οὐκ ἔχουσι διὰ γνώμην ἐν <lb/>ὁκόσῳ ὑγιέες ἔσονται
                        ἀποφαίνεσθαι. Οὕτω δὲ ἔχουσι καὶ τὰ ἕλκεα τὰ <lb/>μεγάλα τὰ ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ
                        τὰ ἐν τῷ ἄλλῳ σώματι, τεταρταῖα <lb/>φλεγμαίνειν ἄρχεται, ἐν ἑπτὰ δὲ
                        καθίστανται φλεγμήναντα καὶ ἐν <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα [καὶ ἐν εἴκοσι] δυοῖν
                        δεούσῃσιν. Ἢν δέ τις ἀνακῶς <lb/>θεραπεύῃ καὶ μὴ καταστῇ ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ
                        τὰ ἐν τῇσι κεφαλῇσι <lb/>μεγάλα ἕλκεα, ἀποθνήσκουσιν οἱ ἄνθρωποι. Θαυμάσειε
                        δ’ ἄν τις καὶ <lb/>τοῦτο ὅστις ἄπειρος ᾖ, εἰ ἑπτάμηνον γίνεται παιδίον· ἐγὼ
                        μὲν οὖν <lb/>αὐτὸς ὄπωπα καὶ συχνά· εἰ δέ τις βούλεται καὶ τοῦτο ἐλέγξαι,
                        ῥηΐδιον· <lb/>πρὸς τὰς ἀκεστρίδας αἳ πάρεισι τῇσι τικτούσῃσιν ἐλθὼν πυθέσθω.
                        <lb/>Ἔστι δὲ καὶ ἄλλο τεκμήριον· τοὺς ὀδόντας οἱ παῖδες ἑπτὰ <lb/>ἐτέων
                        διελθόντων πληροῦσι· καὶ ἐν ἑπτὰ ἔτεσίν ἐστε δὲ λόγῳ καὶ <lb/>ἀριθμῷ
                        ἀτρεκέως δεκάδες ἑβδομάδων [ἓξ καὶ τριήκοντα καὶ ἥμισυ <lb/>δεκάδος,
                        ἑβδομάδες πέντε καὶ] ἑξήκοντα καὶ τριηκόσιαι. Τῆς δὲ <lb/>φύσιος τὴν
                        ἀνάγκην, διότι ἐν ἑπτὰ τούτοων ἕκαστα διοικεῖται, ἐγὼ <lb/>φράσω ἐν
                        ἄλλοισιν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>