<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1:21-40</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1:21-40</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Γυνὴ ἥτις παχέα παρὰ φύσιν ἐγένετο καὶ πίειρα καὶ φλέγματος <pb n="488"/>
                        ἐπλήσθη, οὐ κυΐσκεται τούτου τοῦ χρόνου· ἥτις δὲ φύσει <lb/>τοιαύτη ἐστὶ,
                        κυΐσκεται τουτέων ἕνεκεν, ἢν μή τι ἄλλο κωλύῃ <lb/>αὐτήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Τῶν γυναικῶν τῇσι πλείστῃσιν ὅταν τὰ ἐπιμήνια μέλλῃ <lb/>φαίνεσθαι, ὁ
                        στόμαχος αὐτὸς ἑωυτὸν ἀνέσπακε μᾶλλον ἢ ἄλλοτε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Γυνὴ ἥτις ἀρικύμων ἐοῦσα πέπαυται κυϊσκομένη, φλεβοτομείσθω <lb/>δὶς τοῦ
                        ἐνιαυτοῦ ἀπὸ τῶν χειρέων καὶ τῶν σκελέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. ᾟ τινι ὀδύναι ἐν ἰσχίῳ ἢ ἐν κεφαλῇ ἢ ἐν χερσὶν, ἢ ἄλλοθί <lb/>που τοῦ
                        σώματος, ὅταν δὲ κύῃ, ἐκλείπουσιν, ὁκόταν δ’ ἀπολυθῇ <lb/>ἀπὸ τῶν μητρέων,
                        ἔνεισι, ξυμφέρει τὰ εὐώδεα καὶ πίνειν καὶ προστίθεσθαι <lb/>πρὸς τὸ στόμα
                        τῆς μήτρης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ὅταν τινὰ ἰητρεύῃς γυναῖκα κυήσιος ἕνεκεν, ὁκόταν δοκέῃ <lb/>κεκαθάρθαι,
                        καὶ τὸ στόμα καλῶς ἔχῃ τῆς μήτρης, λουσάσθω, καὶ <lb/>σμηξάσθω τὴν κεφαλήν·
                        μὴ ἀλειψάσθω δὲ μηδενί· ἔπειτα ὀθόνιον <lb/>ἄνοδμον περιθεῖσα περὶ αὐτὰς τὰς
                        τρίχας πεπλυμένον, κεκρυφάλῳ <lb/>πεπλυμένῳ ἢ μηδενὸς ὄζοντι καταδησάσθω τὸ
                        ὀθόνιον ἐπιθεῖσα <lb/>πρῶτον· ἔπειτα ἀναπαυέσθω προσθεμένη χαλβάνην πρὸς τὸν
                        στόμαχον, <lb/>ἑψήσασα καὶ μαλθάξασα πρὸς πῦρ καὶ μὴ ἥλιον· ἔπειτα πρωῒ
                        <lb/>ἀπολυσαμένη τὸν κεκρύφαλον μετὰ τοῦ ὀθονίου, ὀσφρανθῆναι <lb/>παρεχέτω
                        τινὶ τὴν αὐτῆς κορυφήν· καὶ ἢν μὲν ὀζέσῃ, καλῶς <lb/>ἔχει τῆς καθάρσιος· ἢν
                        δὲ μὴ, κακῶς· ἄσιτος δὲ ταῦτα ποιείτω. <lb/>Καὶ ἢν μὴ τεκνοῦσα ἦ, οὐδέποτε
                        ὀζέσει, , οὔτε καθαιρομένη <lb/>οὔτ’ ἄλλως· οὐδ’ ἢν κυέουσα προσθῇ, οὐδ’
                        οὕτως ὀζέσει· ἥτις δὲ <pb n="490"/> κυΐσκεται θαμέως καὶ ἀρικύμων ἐστὶ καὶ
                        ὑγιαίνει, ἢν προσθῇς <lb/>μηδὲ καθῆρας, ὀζέσει αὐτῆς ἡ κορυφὴ, ἄλλο δὲ
                        οὐδέν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ὅταν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν καὶ δέῃ παρὰ τὸν ἄνδρα ἐλθεῖν, <lb/>ἡ μὲν γυνὴ
                        ἄσιτος ἔστω, ὁ δὲ ἀνὴρ ἀθώρηκτος, ψυχρῷ λελουμένος <lb/>καὶ σιτηθεὶς τὰ
                        ξύμφορα· καὶ ἢν γνῷ ξυλλαβοῦσα τὴν γονὴν, μὴ <lb/>ἔλθῃ τοῦ πρώτου χρόνου
                        πρὸς τὸν ἄνδρα, ἀλλ’ ἡσυχαζέτω· γνώσεται <lb/>δὲ ἢν μὲν ὁ ἀνὴρ φῇ ἀφιέναι, ἡ
                        δὲ γυνὴ ἀγνοῇ ὑπὸ ξηρότητος· <lb/>ἢν δὲ ἀποδῷ πάλιν ἡ μήτρη τὴν γονὴν ἐς τὰ
                        αἰδοῖα καὶ γένηται <lb/>ὑγρὴ, πάλιν ξυμμιγέσθω μέχρις ἂν συλλάβῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Γυνὴ ἢν κυΐσκηται μὲν, διαφθείρῃ δὲ δίμηνα τὰ παιδία <lb/>ἀκριβῶς ἐς τὸν
                        αὐτὸν χρόνον καὶ μήτε πρότερον μήθ’ ὕστερον, καὶ <lb/>τοῦτο πάθῃ δὶς ἢ τρὶς
                        κατὰ ταὐτὰ, καὶ πλέονα ἤν τε τρίμηνα <lb/>ἤν τε τετράμηνα ἤν τε πλέονα
                        χρόνον γεγονότα διαφθείρῃ κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν τοῦτον τρόπον, ταύτῃσιν αἱ
                        μῆτραι οὐκ ἐπιδιδόασιν ἐπὶ <lb/>τὸ μέζον, τοῦ παιδίου αὐξανομένου καὶ
                        ὑπερβάλλοντος ἐκ τοῦ διμήνου <lb/>ἢ τριμήνου ἢ ὁπηλίκου δήποτ’ οὖν· ἀλλὰ τὸ
                        μὲν αὐξάνεται, <lb/>αἱ δὲ μῆτραι οὐκέτι εἰσὶν ἱκαναὶ, ἀλλὰ κατὰ τοῦτο
                        διαφθείρεται ἐς <lb/>τὸν αὐτὸν χρόνον. Ταύτῃ χρὴ κλύσαι τὴν μήτρην, καὶ
                        φυσῆσαι ὡς <lb/>μάλιστα προσθέτοισι φαρμάκοις τοῖσιδε τῆς σικύης τὴν
                        ἐντεριώνην <pb n="492"/> κόψαντα διασῆσαι· ἔπειτα ἐν μέλιτι ἑφθῷ μῖξαι
                        ὀλίγην πλείονι ὄντι <lb/>τῷ μέλιτι καὶ σιλφίου ὀλίγον· τὸ δὲ μέλι κάθεφθον
                        ἔστω· τοῦτο <lb/>περιπλάσαι περὶ μήλην, τὸ πάχος ποιέοντα ὁκόσον παραδέξεται
                        ὁ <lb/>στόμαχος· προστιθέναι δὲ πρὸς τὸ στόμα τῆς μήτρης καὶ ὦσαι ὅκως
                        <lb/>ἂν περήσῃ ἐς τὸ εἴσω τῆς μήτρης· ὅταν δὲ ἀποτακῇ τὸ φάρμακον,
                        <lb/>ἐξελεῖν τὴν μήλην. Καὶ τὸ ἐλατήριον ὧδε ποιέων προστιθέναι, καὶ
                        <lb/>τῆς κολοκυνθίδος τῆς ἀγρίης ὡσαύτως. Καὶ ἐσθιέτω τοῦτον τὸν χρόνον
                        <lb/>σκόροδα ὡς πλεῖστα καὶ καυλὸν σιλφίου καὶ ὅτι φῦσαν ἐμποιέει ἐν <lb/>τῇ
                        κοιλίῃ. Προστιθέσθω δὲ τὸ προσθετὸν διὰ τρίτης ἡμέρης, ἕως <lb/>ἂν δοκέῃ
                        καλῶς ἔχειν, καὶ πλῆθος ὁκόσον προσίεται· τὰς δὲ μεταξὺ <lb/>μαλθακτηρίοισι
                        χρῆσθαι. Ἐπειδὰν δὲ καταστῇ τοῖσι μαλθακτηρίοισι <lb/>τὸ στόμα τῆς μήτρης,
                        μετὰ τὸ ἐπιφανῆναι ἐπιμείνασαν, ὁκόταν ἤδη <lb/>ξηρὴ ᾖ, μίγνυσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. ᾟ τινι ἂν ἡ μήτρη ἔμπυος γένηται ἢ μετὰ τόκον ἢ ἐκ <lb/>διαφθορῆς ἢ ἄλλως
                        πως, καὶ μὴ ἐν τεύχει ἑτέρῳ καὶ χιτῶνι τὸ πῦον <lb/>ὥσπερ ἐπὶ φύματος ᾖ,
                        ξυμφέρει ταύτῃ μήλην ὑπαλειπτρίδα καθιέναι <lb/>ἐς τὸ στόμα τῆς μήτρης·
                        ἧσσον γὰρ δεήσεται κλύσιος, εἰ χωρήσειε <lb/>πρὸς τὴν μήλην· ἔπειτα κάμπας
                        τὰς ἀπὸ τῆς τιθυμαλίδος <lb/>ξυλλέξας, αἳ δὴ κέντρα ἔχουσιν, αὐτὰς
                        ἀποτάμνειν ἡσυχῇ, ὅκως <lb/>ἂν ἡ φορβὴ μὴ ἐκρυῇ· ἔπειτα ξηραίνειν αὐτὰς ἐν
                        ἡλίῳ καὶ τρίβειν· <lb/>καὶ τοὺς σκώληκας δὲ τοὺς κοπρίνους ὡσαύτως ξηραίνειν
                        ἐν τῷ ἡλίῳ, <lb/>ἔπειτα τρίβειν· καὶ τῆς μὲν κάμπης δύο ὀβολοὺς σταθμῷ
                        αἰγιναίους, <lb/>τῶν δὲ σκωλήκων διπλάσιον, καὶ ἀννήσου ὀλίγον παραμῖξαι, ἢ
                        τῶν <pb n="494"/> τοιουτοτρόπων τινός· κακῶδες γὰρ γίνεται· ταῦτα δὲ τρίψας
                        λεῖα, δίες <lb/>οἴνῳ λευκῷ εὐώδει· καὶ ἐπὴν πίῃ, βάρος ἐπιγίνεται καὶ νάρκη
                        ἐμπίπτει <lb/>ἐν τῇ γαστρί· ἢν οὖν ἐπιγένηται, μελίκρητον ἐπιπινέτω ὀλίγον.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Κυήσιος δὲ καὶ παιδοποιΐης ἥτις δεῖται καὶ ἄτεκνος ἐοῦσα <lb/>καὶ ἤδη
                        κυήσασα, ἐοῦσα δὲ τεκνοῦσα, ὅταν ὁ στόμαχος σκληρὸς ᾖ, <lb/>ἄκρος ἢ ὅλος, ἢ
                        ξυμμεμύκῃ, καὶ μὴ ὀρθὸς ᾖ, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἰσχίον <lb/>ἀπεστραμμένος τὸ ἕτερον,
                        ἢ ἐς τὸν ἀρχὸν κεκύφῃ ἢ ἀνεσπάκῃ <lb/>ἑωυτὸν, ἢ τὸ χείλος ἐπιβάλλῃ τοῦ
                        στομάχου ἐφ’ ἑωυτὸ, ὁκόθεν οὖν <lb/>ἢ τρηχὺς καὶ πεπωρωμένος ᾖ, σκληρὸς δὲ
                        γίνεται καὶ ἀπὸ συμμύσιος <lb/>καὶ ἀπὸ πωρώσιος, ταύτῃσι τὰ ἐπιμήνια οὐ
                        φαίνεται, ἢ <lb/>ἐλάσσονα τοῦ δέοντος, καὶ διὰ πλέονος χρόνου ἐπιφαίνεται.
                        Ἔστι <lb/>δὲ ἐν ᾗσι τὰ ἐπιμήνια κατὰ ὑγιείην τοῦ σώματος καὶ τῶν μητρέων
                        <lb/>τὴν ἔξοδον εὑρίσκεται· καὶ κατά γε τὸ ξύμφυτον καὶ δίκαιον, καὶ
                        <lb/>ὑπὸ θερμότητος καὶ ὑγρότητος τῶν ἐπιμηνίων τοῦ στομάχου μὴ <lb/>κάρτα
                        βεβλαμμένου· τὴν δὲ γονὴν διὰ τοῦτο οὐ δέχεται κατὰ τὴν <lb/>βλάβην, ἥτις ἂν
                        κωλύῃ ἀπὸ τοῦ στομάχου μὴ καλῶς ἔχοντος τοῦ <lb/>δέχεσθαι. Ταύτῃ χρὴ,
                        πυριήσαντα τὸ σῶμα ὅλον, δοῦναι πιεῖν φάρμακον, <lb/>καὶ καθαρὴν ποιήσασθαι
                        τοῦ σώματος πρῶτον, ἤν τε ἄνω <lb/>καὶ κάτω δέηται, ἤν τε ἄνω μοῦνον· καὶ ἢν
                        μὲν ἄνω διδῷς τὸ φάρμακον, <lb/>μὴ πυριῇν πρότερον τῆς καθάρσιος· πυριήσας
                        δὲ μεταπῖσαι <pb n="496"/> κάτω· ἢν δὲ μὴ δοκέῃ δεῖσθαι ἀνωτερικοῦ,
                        προπυριήσας, κάτω <lb/>πῖσαι. Ὅταν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν καθάρσιος τὸ σῶμα,
                        μετὰ τοῦτο <lb/>πυριῇν τὰς μήτρας, ἐγκαθίζοντα αὐτὰς πυκνὰ ἐν ὅτῳ ἂν δοκέῃ
                        ξυμφέρειν· <lb/>ἐπιβάλλειν δὲ ἐς τὸ πυρίημα κυπαρίσσου ῥινήματα καὶ
                        <lb/>δάφνης φύλλα κόψας· καὶ λούειν πολλῷ καὶ θερμῷ. Ὅταν δὲ νεόλουτος
                        <lb/>ᾖ καὶ νεοπυρίητος, ἀνευρύνειν τὸ στόμα τῆς μήτρης τῇ μήλῃ τῇ
                        <lb/>κασσιτερίνῃ, καὶ ἀνορθοῦν ὅπη ἂν δέηται, ἢ μολιβδίνῃ, ἀρξάμενος ἐκ
                        <lb/>λεπτῆς, εἶτα παχυτέρῃ, ἢν παραδέχηται, ἕως ἂν δοκέῃ καλῶς <lb/>ἔχειν·
                        βάπτειν δὲ τὰς μήλας ἐν ἑνὶ τῶν μαλθακτηρίων διειμένῳ ὅ τι <lb/>ἂν δοκέῃ
                        ξυμφέρειν, ὑγρὸν ποιήσας· τὰς δὲ μήλας ποιέειν ὄπισθεν <lb/>κοίλας, εἶτα
                        περὶ ξύλοισι μακροτέροισιν ἁρμόσαι, καὶ οὕτω χρῆσθαι. <lb/>Τὸν δὲ χρόνον
                        τοῦτον πινέτω, καθεψοῦσα ἐν οἴνῳ εὐώδει λευκῷ καὶ <lb/>ὡς ἡδίστῳ γλυκεί,
                        δαῖδα ὡς πιοτάτην κατασχίσασα λεπτὰ, καὶ σελίνου <lb/>καρπὸν κόψασα καὶ
                        κυμίνου αἰθιοπικοῦ καρπὸν καὶ λιβανωτὸν <lb/>ὡς κάλλιστον· τουτέου πινέτω
                        νῆστις ὁκόσον ἂν δοκέῃ μέτριον εἶναι <lb/>πλῆθος, ἡμέρας ὁκόσας ἂν δοκέῃ
                        ἅλις ἔχειν καὶ ἐσθιέτω σκυλάκια <lb/>ἑφθὰ καὶ πουλύποδα ἐν οἴνῳ ἑφθὸν ἢ
                        γλυκεῖ· καὶ τοῦ ζῶμοῦ πινέτω, <lb/>καὶ κράμβην ἑφθὴν, καὶ οἶνον λευκὸν
                        ἐπιπινέτω, καὶ μὴ διψήτω· <lb/>καὶ λουέσθω θερμῷ δὶς τῆς ἡμέρης· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω τοῦτον τὸν <lb/>χρόνον. Μετὰ δὲ τοῦτο, ἢν μὲν χωρέῃ κατὰ τὸν
                        στόμαχον καὶ φαίνηταί <lb/>τι ἔξω καθάρσιος, πίνειν τε ἔτι τοῦ πόματος
                        ἡμέρην μίην καὶ δύο, καὶ <lb/>τῇσι μήλῃσι παύεσθαι χρεομένους, καὶ πειρῆσθαι
                        καθαίρειν τὰς μήτρας <lb/>προσθέτοισι φαρμάκοισιν. ᾟτινὶ δὲ τοῦ στομάχου
                        ὀρθοῦ καὶ μαλθακοῦ <pb n="498"/> καὶ ὑγιέος ἐόντος καὶ καλῶς ἔχοντος καὶ ἐν
                        τῷ δέοντι κειμένου <lb/>τὰ ἐπιμήνια μὴ φαίνεται πάμπαν ἢ ἐλάσσονα καὶ διὰ
                        πλείονος χρόνου <lb/>καὶ μὴ ὑγιεινὰ, τὴν νοῦσον ἀνευρὼν ἥν τινα ἔχουσιν αἱ
                        μῆτραι, ἤν τε <lb/>καὶ τὸ σῶμα ξυμβάλληταί τι, ἐξευρὼν τὸ αἴτιον ἀφ’ οὗπερ
                        οὐ κυΐσκεται· <lb/>καὶ ὅτε οὕτως ἔχει, τὴν ἴησιν ποιέεσθαι προσφέρων ἥν
                        δέχεται <lb/>θεραπηΐην, ἀρχόμενος ἐξ ἰσχυρῶν, ὅκως ἂν δοκέῃ καιρὸς εἶναι,
                        <lb/>τελευτᾷν δὲ ἐς μαλθακώτερα, ἕως ἂν δοκέῃ καλῶς ἔχειν καθάρσιος <lb/>ἡ
                        μήτρη καὶ ὁ στόμαχος καθεστηκέναι ὀρθῶς ἔχων καὶ ἐν τῷ ἐξαρκέοντι
                        <lb/>κείμενος. Ἢν δὲ ἀπὸ τοῦ ποτοῦ καὶ φαρμάκου μὴ προχωρήσῃ, <lb/>μηδὲ
                        πινούσης χρόνον τὸν μέτριον, τουτέου μὴ παύεσθαι τοῦ πόματος· <lb/>ὅταν δὲ
                        καλῶς ἔχῃ τοῦ ἀπὸ τῶν μηλέων ἔργου, μαλθάξαι τὸ <lb/>στόμα τοῦ στομάχου, καὶ
                        ποιῆσαι ὅκως ἀναχανεῖται ἐς ὁδὸν τῷ <lb/>προσθέτῳ, ἀπὸ θυμιητῶν τε φαρμάκων
                        καὶ μαλθακτηρίων. Ὅταν δὲ <lb/>δοκέῃ καλῶς ἔχειν μαλθάξιος καὶ θυμιήσιος,
                        προστιθεὶς φάρμακον, <lb/>κάθαρσιν ποιέεσθαι τῆς μήτρης ὡς ἂν δοκέῃ καλῶς
                        ἔχειν, ἀρχόμενος <lb/>ἐκ μαλθακῶν ἐπὶ ἰσχυρότερα, τελευτῶν δὲ αὖθις ἐς
                        μαλθακὰ <lb/>εὐώδεα· τῶν γὰρ ἰσχυρῶν φαρμάκων τὰ πλεῖστα ἑλκοῖ τὸν στόμαχον
                        <lb/>καὶ δάκνει· ἔπειτα τόν τε στόμαχον καθιστᾷν ἐς ὀρθὸν καὶ ὑγιέα <lb/>καὶ
                        καλῶς ἔχοντα πρὸς τὴν δέξιν τῆς γονῆς, καὶ τὴν μήτρην ξηρὴν <lb/>ποιέειν καὶ
                        φῦσαν ἐμποιέειν. Ἢν γυνὴ δοκέῃ ὑπὸ πιμελῆς τὰς μήτρας <lb/>βεβλάφθαι ἐς τὴν
                        κύησιν, λεπτύνειν ὡς μάλιστα καὶ ἰσχναίνειν πρὸς <lb/>τοῖσιν ἄλλοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὥρη δὲ ἐαρινὴ ἀρίστη κυήσιος· ὁ δὲ ἀνὴρ μὴ μεθυσκέσθω, <pb n="500"/> μηδὲ
                        οἶνον λευκὸν πινέτω, ἀλλ’ ὅστις ἰσχυρότατος καὶ ἀκρητέστατος· <lb/>καὶ σιτία
                        ὡς ἰσχυρότατα· καὶ μὴ θερμολουτείτω· ἰσχυέτω <lb/>δὲ καὶ ὑγιαινέτω· καὶ
                        σιτίων ἀπεχέσθω τῶν μὴ ξυμφερόντων τῷ <lb/>πρήγματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ὅταν βούληται ἄρσεν φυτεύειν, τῶν ἐπιμηνίων ἀποληγόντων <lb/>ἢ
                        ἐκλελοιπότων μίγνυσθαι· καὶ ὠθέειν ὡς μάλιστα ἕως ἂν ἐκμιαίνηται· <lb/>ὅταν
                        δὲ θῆλυ βούληται γενέσθαι, ὅταν πλεῖστα ἐπιμήνια ἔῃ <lb/>τῇ γυναικὶ, καὶ ἔτι
                        δ’ ἐόντων, τὸν δὲ ὄρχιν τὸν δεξιὸν ἀποδῆσαι ὡς <lb/>ἂν μάλιστα καὶ ἀνέχεσθαι
                        δύνηται· ἐπὴν δὲ ἄρσεν βούληται φυτεύειν, <lb/>τὸν ἀριστερὸν ἀποδῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Στόμαχος μήτρης ἀπὸ μὲν θυμιημάτων ξυμμεμυκὼς ἀναχάσκει· <lb/>ἀπὸ δὲ τῶν
                        μαλθακτηρίων μαλθάσσεται. Θυμιῇν δὲ λωτοῦ <lb/>φλοιὸν, σπέρμα δάφνης καὶ
                        φύλλα χλωρὰ κεκομμένα, λιβανωτὸν, <lb/>σμύρναν, ἀρτερμισίης καρπὸν ἢ φύλλα·
                        καὶ ἄννησον κόψας ἢ στέαρ <lb/>καὶ κηρὸν καὶ θεῖον καὶ κυπαρίσσου σπέρμα,
                        πευκεδάνου ῥίζαν, <lb/>μυρσίνης φύλλα χλωρὰ κεκομμένα, κάστορος ὄρχιν,
                        ὀνίδας ἄρσενος <lb/>ὄνου, σκόροδα, στύρακα, ὑὸς στέαρ· κἂν ἀπεστραμμένον ᾖ
                        τὸ <lb/>στόμα, τουτέοισι θυμιῇν· ἀναχάσκει μὲν οὖν οὕτως καὶ στρέφεται.
                        <lb/>Μαλθάσσειν δὲ ἀπὸ τουτέων τὸ στόμα τῆς μήτρης· σανδαράκην, <lb/>στέαρ
                        αἶγὸς, ὀπὸν συκέης, ὀπὸν σιλφίου, κυκλαμίνου χυλὸν, <lb/>θαψίην, ὀπὸν
                        τιθυμάλου, καρδάμου καρπὸν, ποίην ἣ καλεῖται πέπλος, <lb/>κάστορος ὄρχιν,
                        λίνου καρπὸν, λίτρον, ἄρου ῥίζαν, σταφίδα <lb/>ἀγρίην, καλαμίνθης φύλλα
                        χλωρὰ, στρουθίου καρπὸν, σκίλλης τὸ <lb/>ἐκ τοῦ μέσου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Φάρμακα μαλθακτήρια, καὶ πρὸς τὸ ἰσχυρὴν κάθαρσιν γενέσθαι
                        <lb/>ἀνακινῆσαι· θαψίης ῥίζαν, μυελὸν βοὸς, χήνειον στέαρ, <pb n="502"/>
                        ῥόδινον· ταῦτα τρίψασα καὶ ἀναζέσασα πρόστιθέσθω ἡμέρας τέσσαρας· <lb/>καὶ
                        πινέτω πράσου χυλὸν, καὶ οἶνον γλυκὺν λευκόν· καὶ ῥητίνην, <lb/>καὶ ἔλαιον
                        χλιερὸν, καὶ κύμινον, λίτρον, μέλι ἐν ῥυπαρῷ <lb/>εἰρίῳ χρήσθω ἡμέρας
                        τέσσαρας, πίνουσα σελίνου καρπὸν, καὶ λιβανωτοῦ <lb/>πυρίνας πέντε, καὶ
                        κύμινον αἰθιοπικὸν ἐν οἴνῳ λευκῷ ἀκρήτῳ <lb/>γλυκεῖ καὶ λουέσθω δὶς τῆς
                        ἡμέρῆς. Σμύρνα, λίβανος, βοὸς χολὴ, <lb/>ῥητίνη τερεβινθίνη ἢ νέτωπον
                        τουτέων ἴσον ἑκάστου μίξασα προστιθέσθω <lb/>ἐν εἰρίῳ καθαρῷ ἢ ῥάκει λεπτῷ
                        βάψασα δὲ τὸ ῥάκος ἐν μύρῳ <lb/>λευκῷ αἰγυπτίῳ εὐώδεὶ καὶ ἀποδήσασα λίνῳ,
                        λουσαμένη, προστιθέσθω. <lb/>Καὶ πώλυπον φλάσασα ἐσθιέτω, καὶ πινέτω σελίνου
                        καρπὸν <lb/>καὶ ἀσπαράγου, καὶ οἷνον λευκὸν τρὶς τῆς ἡμέρης νῆστις ἐοῦσα.
                        <lb/>Σμύρνα; κασίη, λιβανωτος, κιννάμωμον, νέτωπον· τουτέων ἑκάστου
                        <lb/>ἴσον· ἐν εἰρίῳ ἢ βαλάνους ποιέουσα προστιθέσθω. Ἄλλο κολοκύνθης
                        <lb/>ἀγρίης τὸ ἔνδον; κύμινον πεφρυγμένον, ἅνήθου καρπὸν, <lb/>κυπαρίσσου
                        ῥίζαν, ταῦτα τρίψας λεῖα, μέλὶτι ἑφθῷ φυρήσας, βαλάνους <lb/>ποιέων, δίδου
                        προστιθέναι· καὶ πινέτω γλυκυσίδης ῥίζαν, σελίνου <lb/>καρπὸν; ὀπὸν σιλφίου,
                        οἶνον. Τὸ βόλβιον δὲ καὶ αὐτὸ καθαίρει <lb/>προστιθέμενον. Καὶ σμύρναν
                        πρώτην, ἄνθος ὀλίγον ἐν οἴνῳ λευκῷ <lb/>εὐώδει προστίθει. Φάρμᾶκα προσθετὰ
                        εἰς τὸ μήτρην καθῆραι ἐπιτηδειότατα· <lb/>λαβὼν ἄνθος χαλκοῦ καὶ λίτρου
                        τρίτον μέρος, μέλιτι <lb/>ἑφθῷ φυρήσας, βαλάνους ποιῆσαι, ὁκόσαὶ ἂν δοκέωσι
                        μέτριαι <lb/>εἶναι μέγεθος καὶ πάχος, οὕτω προστίθει πρὸς τὸ στόμα τῆς
                        μήτρης· <lb/>ἢν δὲ βούλῃ ἰσχυρότερον εἶναι, ἐλατήριον πᾶραμῖξαι καὶ τὸ ἄνθος
                        <lb/>μοῦνον, καὶ οὕτω ποιέων δίδου προστίθεσθαι· καὶ κράδης παραμιγνύναι
                        <lb/>φλοιον ξύων καὶ τρίβων λεῖον, ὅταν τὸ στόμα δοκέῃ ξηρότερον <pb n="504"/> εἶναι τῆς μήτρης, τὸ ἥμισυ ὡσαύτως. Ἄλλο· τρίψας ἐλατήριον <lb/>καὶ ἄνθος
                        χαλκοῦ λεῖα, δύο μοίρας ἄνθους, ἐλατηρίου δὲ μίαν, <lb/>ταῦτα δίεσθαι·
                        κυκλαμίνου τρίψας, ταύτῃ ἀναμῖξαι, ὅκως ἂν δοκέῃ <lb/>καιρὸς εἶναι· καὶ
                        ποιησαμένην προσθετὰ προστίθεσθαι ἐν εἰρίῳ. <lb/>Προσθετὸν λευκὰ καθαῖρον·
                        ἀρτεμισίην τὴν ποίην, λίτρον, κυκλάμινον <lb/>ἡμίξηρον, κύμινον. Ἕτερον, τὰ
                        αὐτὰ καθαίρει· ἀρτεμισίην <lb/>ποίην χλωρὴν τρίψας καὶ σμύρνης τρίτον μέρος,
                        οἴνου ἀναμίξας <lb/>εὐώδεος, εἰρίῳ λευκῷ περιελίξας αὐτὸ, ἐν οἴνῳ τε βρέξας,
                        δὸς προστίθεσθαι. <lb/>Ὅταν δὲ χαλῶσιν αἱ μῆτραι, λίτρον, σικύης ἐντεριώνην,
                        <lb/>κυκλάμινον ἡμίξηρον ἐν εἰρίῳ προστίθει. Προσθετὰ παντοῖα καθαίρειν
                        <lb/>δυνάμενα· σταφίδα ἀγρίην τρίψας χλωρὴν, περιπλάσας, ἀρτεμισίης
                        <lb/>ποίης τρίψας τὰ φύλλα, ἐν μέλιτι ἑφθῷ πλάσας, καὶ ξηρήνας <lb/>ἐν σκιῇ,
                        ἀπὸ τουτέου ποιέει προσθετὰ, καὶ δίδου τῇ γυναικὶ προστίθεσθαι. <lb/>Ἄλλο·
                        ἄνθος μιγνὺς χαλκοῦ ἢ στυπτηρίην αἰγυπτίην, διεὶς <lb/>τῇ κυκλαμίνῳ, ὥσπερ
                        τὰ πρότερα ἐν μέλιτι ἑφθῷ πλάσας, ἠ ἐν <lb/>ἰσχάδι ποιήσας, καὶ σμύρνην
                        ὀλίγην. Ἄλλο· τὴν κυκλάμινον τρίψας, <lb/>λευκῷ οἴνῳ εὐώδει παραμίξας, ἐν
                        ῥάκει δήσας ὡς λεπτοτάτῳ <lb/>καθαρῷ, δίδου προστίθεσθαι. Ἄλλο· κυκλάμινον
                        ἡμίξηρον, λίτρον, <lb/>κανθαρίδας, στέαρ, σανδαράκην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Περὶ παρθένου· παρθένῳ ὁκόταν, τὰ ὡραῖα μὴ γένηται, <lb/>χολᾷ καὶ
                        πυρεταίνει καὶ ὀδυνᾶται, διψῇ καὶ πεινῇ, καὶ ἐξεμεῖ, καὶ <lb/>μαίνεται καὶ
                        πάλιν σωφρονέει, κινέονται αἱ μῆτραι, καὶ ὁκόταν <lb/>μὲν πρὸς τὰ σπλάγχνα
                        τράπωνται, ἐξεμεῖν καὶ πυρέσσειν καὶ παραφρονεῖν <pb n="506"/> αὐτῇ ἔρχεται
                        ὅταν δὲ ἀπολίπωσιν, πεινῇ καὶ διψῇ, <lb/>καὶ ἠπίαλος πυρετὸς ἔχει. Χρὴ
                        ταύτῃσιν ἀρνακίδας προστιθέναι <lb/>θερμὰς πρὸς τὴν γαστέρα, καὶ
                        ὑποκαπνίζειν ἐς αὐτὰ τὰ αἰδοῖα ὅτι <lb/>μάλιστα ἐπ’ ἀμφορέως αὐχένι καθίσας·
                        σμύρνης ὅσον κύαμον, λιβανωτὸν <lb/>δὶς ὅσον, τοῦτο μίξας καὶ ζέας
                        ἐρηριγμένας, ὁμοῦ θυμιῇν, <lb/>καὶ ἐπὶ τὸ πῦρ ἐπιβάλλων, νῆστις ὡς μάλιστα,
                        καὶ λούειν πολλῷ <lb/>θερμῷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Προσθετόν· αἰγυπτίην στυπτηρίην μαλθακῷ εἰρίῳ περιειλήσασα
                        <lb/>προστιθέσθω. Ἄλλο· ἀρτεμισίην τρίψας ἔν οἴνῳ τε λευκῷ <lb/>δεύσας δίδου
                        προστιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Νεοτόκῳ γυναικί· ῥόδινον, σμύρναν, κηρὸν μίξαντά ἐν εἰρίῳ <lb/>δοῦναι
                        προστίθεσθαι· ὅταν δέ οἱ προσπέσωσιν αἲ μῆτραι, τὰ <lb/>ξηρὰ καὶ στρυφνὰ
                        προσφέρειν καὶ πίνειν καὶ προσέχειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Σῦκον μέλαν, σκόροδον, λίτρον, κύμινον, ταῦτα πάντα τρίψας <lb/>λεῖα, ἔν
                        εἰρίῳ δοῦναι προστίθεσθαι. Ἕτερον· σηπίης ὅστρακον <lb/>κόψας λεῖον, ἐς
                        οἶνον δεύσας, ἐν λαγωοῦ θριξὶ καὶ εἰρίῳ προστίθεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ἢν δὲ μετὰ τόκον τὰς ὑστέρας ἀλγέῃ, πτισάνην καὶ <lb/>πράσα καὶ στέαρ
                        αἵγειον ἑψήσασα, ῥοφείτω τούτου ὡς ὄλίγιστον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Προσθετόν· λίτρον, κύμινον, σύκου τὸ ἴσον. Καθαρτήριον <lb/>προσθετὸν καὶ
                        μαλθακτήριον· νέτωπον, ῥόδινον μύρον, χηνὸς ἄλειφαρ, <lb/>ἐς ὀθόνια λεπτά.
                    </p></div><pb n="508"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἢν τὰ ἐπιμήνια πολλὰ γένηται, γλυκυσίδης κόκκους τοὺς <lb/>μέλανας δὶς
                        ἑπτὰ πίνειν ἐν οἴνῳ δυσὶ κυάθοις. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>