<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΕΠΙΚΥΗΣΙΟΣ.</head><p>1. Ὁκόταν ἐπικυΐσκηται γυνὴ, ἢν μὲν ἐν τῷ μέσῳ τῆς μήτρης <lb/>τὸ πρῶτον ἔχῃ
                        παιδίον, τὸ ἐπικύημα προσπίπτει ὑπὸ τοῦ ἀρχαίου <lb/>ἐξωθεύμενον· ἢν δὲ ἐν
                        τῷ κέρατι τῷ ἑτέρῳ τὸ κύημα ἔχῃ, ἐπιτίκτει <lb/>ὕστερον οὐ γόνιμον, ἐπὴν
                        χαλάσῃ ἡ μήτρη καὶ ὑγρανθῇ, τοῦ γονίμου <lb/>ἀπολυθεῖσα. Ἢν δὲ μὴ αὐτίκα
                        ἀποχωρέῃ τὸ ἐπικύημα, ὀδύνας <lb/>τε παρέχει καὶ ῥεῦμα δυσῶδες καὶ πυρετὸν,
                        καὶ οἰδεῖ τὸ πρόσωπον <lb/>καὶ τὰς κνήμας καὶ τοὺς πόδας καὶ τὴν νηδὺν, καὶ
                        ἀσιτέει ἕως ἂν <lb/>ἐκπέσῃ. Ἐπικυΐσκονται δὲ τῶν γυναικῶν ὧν ἂν ὁ στόμαχος
                        μετὰ τὸ <lb/>πρῶτον κύημα ξυμμεμύκῃ οὐ κάρτα ἢ μὴ ἐπιφαινομένων τῶν
                        <lb/>σημηΐων ξυμμεμύκῃ. Τὰ δὲ ἐπικυήματα τὰ ἐπιτικτόμενα ὕστερον, <lb/>ἢν
                        μήπω διάκρισιν ἔχῃ, ἀλλὰ σὰρξ ᾖ, οἰδέει μὲν οὒ, ἀλλὰ κατασήπεται <lb/>μέχρι
                        ἂν ἐξέλθῃ τῆς μήτρης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. ᾟ τινι ἂν ἐκδύῃ τὸ παιδίον τοῦ χορίου ἐν τῇσι μήτρῃσι, <lb/>πρὶν ἔξω
                        ἄρχεσθαι χωρέειν τὸ παιδίον, δυστοκέει μᾶλλον καὶ ἐπικινδύνως, <lb/>ἢν μὴ ἡ
                        κεφαλὴ ἡγέηται. ᾟ τινι δὲ ἂν χωρέῃ ἔξω σὺν τῷ <lb/>χορίῳ τὸ παιδίον καὶ
                        προχωρῆσαν ἐς τὸν στόμαχον ἐκδύῃ τοῦ χορίου <lb/>ῥαγέντος, εὐτοκέει μᾶλλον·
                        καὶ τὸ μὲν παιδίον θύρῃφι χωρέει· τὸ <lb/>δὲ χόριον ἴσχεται καὶ ἀνασπᾷ ἑωυτὸ
                        καὶ μένει αὐτοῦ. </p></div><pb n="478"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ὁκόταν [οὐ] γόνιμον γένηται τὸ παιδίον, τουτέου ἡ σὰρξ <lb/>ὑπερέχει τῶν
                        ὀνύχων, οἱ δὲ ὄνυχες ἐλλείπουσι τῶν χειρῶν καὶ τῶν <lb/>ποδῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ὁκόταν γονίμου γενομένου τοῦ παιδίου χεὶρ ὑπερέχῃ, πρῶτον <lb/>ἀνωθέειν
                        ὀπίσω μέχρις ἂν ἀπώσῃς· καὶ ἢν ἀμφότεραι, ἀμφοτέρας <lb/>ἀνῶσαι· καὶ ἢν τὸ
                        σκέλος ὑπερέχῃ, ἀνωθεῖν καὶ τοῦτο· ὁκόταν δὲ <lb/>ἀμφότερα τὰ σκέλεα
                        προφανέντα μείνῃ καὶ μηδετέρωσε προχωρέῃ, <lb/>πυριήματι δέον χρῆσθαι, ἀπὸ
                        τεῦ ὑγροτάτη ἔσται ἡ ὑστέρη· ὀδμὴν <lb/>δὲ ἐχέτω τὸ πυρίημα. Καὶ ὁκόταν ἡ
                        μὲν κεφαλὴ προφανῇ, τὸ δ’ ἄλλο <lb/>σῶμα ἐνῇ, καὶ ὧδε πυριῇν· καὶ ὁκόταν τὸ
                        μὲν ἐν τῇσι μήτρῃσι τοῦ <lb/>σώματος ᾖ, τὸ δὲ ἐν τοῖσιν αἰδοίοισι, τὸ δὲ ἔξω
                        τῶν αἰδοίων οἰδέῃ <lb/>καὶ μείνῃ, καὶ οὕτως πυριῇν· καὶ ἢν μὲν ἀπὸ τῆς
                        πυριήσιος ἀποχωρήσῃ· <lb/>εἰ δὲ μὴ, περιαλείψας τὸ στόμα τῆς μήτρης ἐλατηρίῳ
                        <lb/>παχεῖ, διεὶς ὕδατι, ὅκως ὠδῖνα ἐμποιήσῃ· καὶ ἀπὸ τῶν ποτῶν καὶ
                        <lb/>ἐδεστῶν ὠδῖνα ἐμποιέειν· καὶ τὰ αἰδοῖα αὐτὰ ἀλείφειν κηρωτῇ, ἤν
                        <lb/>σοι δοκέῃ ξηροτέρη εἶναι τοῦ καιροῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὁκόταν τοῦ παιδίου τῆς κεφαλῆς προφανείσης ἐκ τοῦ <lb/>στομάχου μηκέτι
                        ἐθέλῃ τὸ ἄλλο σῶμα προχωρεῖν, τὸ δὲ παιδίον <lb/>τεθνήκῃ, τοὺς δακτύλους
                        βρέξας ὕδατι, μεταξὺ τοῦ στομάχου καὶ <lb/>τῆς κεφαλῆς παραβύσας τὸν
                        δάκτυλον, ἐν κύκλῳ περιάγειν· εἶθ’ <lb/>ὑποβάλλων τὸν δάκτυλον ὑπὸ τὸ
                        γένειον, διαβύσας ἐς τὸ στόμα, ἔξω <lb/>ἕλκειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ὁκόταν δὲ τὸ μὲν ἄλλο σῶμα θύρῃφι ᾖ τῶν αἰδοίων, ἡ δὲ <lb/>κεφαλὴ εἴσω,
                        ἐπὶ πόδας φερομένου τοῦ ἐμβρύου, ἐπὴν περιάγῃς τὸν <lb/>δάκτυλον ἐν κύκλῳ,
                        ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας παρεὶς μεταξὺ τοῦ στομάχου <lb/>καὶ τῆς κεφαλῆς, βρέξας
                        ὕδατι, ἐξελκύσαι. Ἢν δὲ τοῦ στομάχου <pb n="480"/> ἔξω ᾖ, τῶν δὲ αἰδοίων
                        εἴσω, παρεὶς τὰς χεῖρας, περιλαβὼν τὴν <lb/>κεφαλὴν, ἐξέλκειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν δὲ τὸ ἔμβρυον ἔνδον μένῃ τετελευτηκὸς καὶ μὴ δύνηται <lb/>μήτε
                        αὐτόματον μήτε διὰ φαρμάκων ἐκπεσεῖν κατὰ φύσιν, χρίσας <lb/>τὴν χεῖρα
                        κηρωτῇ, ἥτις ὀλισθητικὴ μάλιστα, ἔπειτα ἐνείρας ἐς τὴν <lb/>μήτρην, διελεῖν
                        τοὺς ὤμους ἀπὸ τοῦ τραχήλου ἐπερείσαντα τῷ μεγάλῳ <lb/>δακτύλῳ· ἔχειν δὲ χρὴ
                        πρὸς τὰ τοιαῦτα καὶ ὄνυχα ἐπὶ τῷ <lb/>δακτύλῳ τῷ μεγάλῳ· καὶ διελόντα
                        ἐξενεγκεῖν τὰς χεῖρας, ἔπειτα <lb/>πάλιν ἐσείραντα τὴν κοιλίην ἀνασχίσαι,
                        καὶ ἀνασχίσαντα ἡσυχῇ <lb/>ἐξελεῖν τὰ ἐντοσθίδια, ἔπειτα ἐξελόντα συντρῖψαι
                        τὰ πλευρία, ὅκως <lb/>ξυμπεσὸν τὸ σωμάτιον εὐσταλέστερον γένηται καὶ ῥᾷον
                        ἐξίῃ, μὴ <lb/>ὀγκῶδες ἐόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Τὸ δὲ χόριον ἢν μὴ ῥηϊδίως ἐκπίπτῃ, μάλιστα μὲν ἐᾷν πρὸς τὸ <lb/>ἔμβρυον
                        προσκέμασθαι, καὶ τὴν λεχὼ προσκαθῆσθαι ὥσπερ ἐπὶ <lb/>λασάνου· ἔστω δὲ
                        κατεσκευασμένον ὑψηλόν τι, ἵνα τὸ ἔμβρυον <lb/>ἐκκρεμάμενον συνεπισπᾶται τῷ
                        βάρει ἔξω· ἡσυχῇ δὲ τοῦτο ποιέειν, <lb/>μὴ πρὸς βίην, ὅκως μὴ ἀποσπασθέν τι
                        παρὰ φύσιν φλεγμονὴν <lb/>ἐμποιήσῃ· ὑποκεῖσθαι οὖν δεῖ τῷ ἐμβρύῳ εἴρια ὡς
                        ὀγκωδέστατα <lb/>νεόξαντα, ἵνα κατὰ μικρὸν ἐνδιδοίη ἀσκία δύο ἐζευγμένα
                        ὕδατος <lb/>μεστά· ἐπάνω δὲ τῶν ἀσκίων εἴρια· ἐπάνω δὲ τούτων τὸ ἔμβρυον·
                        <lb/>ἔπειτα τρυπῆσαι ἑκάτερον τῶν ἀσκίων ῥαφίῳ, ὅκως ῥυῇ κατὰ <lb/>σμικρὸν
                        τὸ ὕδωρ· ἐκρέοντος δὲ τοῦ ὕδατος ἐνδιδόασιν οἱ ἀσκοί· <lb/>ἐνδιδόντων δὲ
                        ἐπισπᾶται τὸ ἔμβρυον τὸν ὀμφαλὸν, ὁ δὲ ὀμφαλὸς <lb/>ἐφέλκει τὸ χόριον. Ἢν δὲ
                        μὴ δύνηται καθῆσθαι ἐπὶ τοῦ λασάνου, <pb n="482"/> ἐπ’ ἀνακλίτου δίφρου
                        τετρυπημένου καθήσθω. Ἢν δὲ ἀσθενέῃ τὸ <lb/>σύνολον καθῆσθαι, τὴν κλίνην ὡς
                        ὀρθοτάτην ἀπὸ τῶν πρὸς τῆς κεφαλῆς <lb/>μερῶν ἀείραντας, ἵνα κάτω ῥέπῃ ὡς
                        μάλιστα καὶ ξυνεπισπᾶται <lb/>τὸ κάτω βάρος, ὑπὸ τὰς μασχάλας δῆσαι τὴν λεχὼ
                        ἔξωθεν τῶν <lb/>ἱματίων πρὸς τῇ κλίνῃ ἢ κηρίῃ ἢ ἱμάντι πλατεῖ καὶ μαλθακῷ,
                        <lb/>ὅκως μὴ ὀρθῆς ἐούσης τῆς κλίνης κάτω τὸ σῶμα φέρηται. <lb/>Τὸν αὐτὸν δὲ
                        τρόπον κἢν ἀποῤῥαγῇ ὁ ὀμφαλὸς, κἢν ἀποτάμῃ τις <lb/>πρὸ τοῦ καιροῦ, βάρεα
                        ξύμμετρα ἐκκρεμανῦντα, τὴν ἐξαγωγὴν <lb/>τοῦ χορίου ποιέεσθαι· βελτίστη γὰρ
                        αὕτη ἡ θεραπείη τῶν τοιῶνδε <lb/>γίνεται καὶ ἥκιστα βλάπτει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν δέ τινι ἐναποθάνῃ τὸ παιδίον ἐν τῇ μήτρῃ καὶ μὴ ἐξέλθῃ, <lb/>ὑγρῆς
                        ἐούσης τῆς μήτρης καὶ μὴ ἐχούσης ἔτι τὸ ὑποκείμενον, ἀλλὰ <lb/>ξηρανθῇ ἡ
                        μήτρη, πρῶτον μὲν οἰδίσκεται αὐτό· ἔπειτα τήκεται <lb/>καὶ σήπεται τὰς
                        σάρκας, καὶ ῥέει θύρῃφι· ὕστατα δὲ τὰ ὀστέα <lb/>χωρέει· καὶ ῥόος ἐνίοτε
                        λαμβάνει, ἢν μὴ πρότερον ἀποθάνῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὁκόταν τὸ παιδίον ἐντεθνήκῃ, καὶ τοῖς ἄλλοισι τεκμαίρεσθαι <lb/>σημηΐοις,
                        καὶ κελεύειν τοτὲ μὲν ἐπὶ δεξιὰ κεῖσθαι, τοτὲ δὲ ἐπ’ <lb/>ἀριστερὰ
                        μεταβάλλειν· μεταπίπτει γὰρ ἐν τῇ μήτρῃ τὸ παιδίον <lb/>ὁποτέρωθι ἂν καὶ ἡ
                        γυνὴ, ὥσπερ λίθος ἢ ἄλλο τι, ἢν τεθνήκῃ, καὶ <lb/>τὸ ἦτρον ψυχρὸν ἔχει· ἢν
                        δὲ ζώῃ, τό τε ἦτρον θερμὸν ἔχει, καὶ ἡ <lb/>μὲν γαστὴρ ὅλη μεταπίπτει
                        τεταμένη μετὰ τοῦ ἄλλου σώματος, <lb/>ἐν αὐτέῃ δὲ οὐδὲν μεταπίπτει χωρὶς τοῦ
                        ἄλλου σώματος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. ᾟ τινι ἂν ὠδινούσῃ πρὸ τοῦ παιδίου ῥοὸς πολλὸς αἱματώδης <pb n="484"/>
                        γένηται ἀνώδυνος, κίνδυνος τὸ παιδίον τεθνηκὸς ἀπολυθῆναι, ἢ οὐ
                        <lb/>βιώσιμον γενέσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Κυουσέων τῶν γυναικῶν ὁ στόμαχος τῶν πλείστων ἐγγὺς <lb/>τυγχάνει ἐὼν πρὸ
                        τοῦ τόκου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Κυέουσα ἡ γυνὴ, ἢν μὴ λαγνεύηται, ῥηΐτερον ἀπολυθήσεται <lb/>τοῦ τόκου.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἡ τὰ δίδυμα κυέουσα τίκτει τῇ αὐτῇ ὡς καὶ συνέλαβεν· ἔχει <lb/>δὲ ἑνὶ
                        χορίῳ τὰ παιδία ἀμφότερα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Γυναικὶ δυστοκεούσῃ, ἢν τὸ παιδίον ἐν τῇσι γονῇσιν ἐνέχηται <lb/>καὶ μὴ
                        εὐπόρως ἐξέλθῃ, ἀλλὰ ξὺν πόνῳ καὶ μηχανῇσιν ἰητροῦ, ταῦτα <lb/>τὰ παιδία
                        ἀρτίζωα. Τουτέων οὐ χρὴ τὸν ὀμφαλὸν ἀποτάμνειν, πρὶν <lb/>ἂν οὐρήσῃ, ἢ
                        πτάρῃ, ἢ φωνήσῃ, ἀλλὰ ἐᾷν, προσχωρῆσαι δὲ τὴν <lb/>γυναῖκα ὡς ἐγγυτάτω τοῦ
                        παιδίου, καὶ ἢν διψῇ, πινέτω μελίκρητον. <lb/>Καὶ ἢν ὁ ὀμφαλὸς ἐμφυσῆται
                        ὥσπερ στόμαχος, κινηθήσεται, ἢ <lb/>πταρεῖ τε τὸ παιδίον καὶ φωνὴν ῥήξει,
                        καὶ τότε ἀποτάμνειν ἀναπνέοντος <lb/>τοῦ παιδίου. Ἢν δὲ μὴ φυσῆται ὁ ὀμφαλὸς
                        μηδὲ κινῆται, <lb/>χρόνου ἐγγενομένου, οὐ βιώσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Κυέουσαν γυναῖκα, ἢν μὴ ἄλλως γινώσκῃς, ἀλλ’ οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>εἱλκυσμένοι
                        καὶ κοιλότεροι γίνονται, καὶ τὰ λευκὰ τῶν ὀφθαλμῶν <lb/>οὐκ ἔχει τὴν φύσιν
                        τῆς λευκότητος, ἀλλὰ πελιδνότερα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἤν τις ἐπίτοκος ἐοῦσα κοιλοιδιᾷ τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ <lb/>ὑποιδέῃ τὸ
                        πρόσωπον καὶ ὅλη αὐτὴ, καὶ τοὺς πόδας οἰδέῃ, καὶ <lb/>ὥσπερ ὑπὸ φλέγματος
                        λευκοῦ ἐχομένη φαίνηται, καὶ τὰ ὦτα λευκὰ <pb n="486"/> καὶ ἡ ῥὶς ἀκρὴ λευκὴ
                        καὶ τὰ χείλεα πελιδνὰ αὐτέῃ ᾖ, τεθνηκότα <lb/>τίκτουσιν, ἢ ζῶντα πονηρὰ καὶ
                        οὐ βιώσιμα καὶ ἄναιμα ὡς νοσηλεύοντα, <lb/>ἢ προέτεκον οὐ γόνιμα. Ταύτῃσι τὸ
                        αἷμα ἐξυδατώθη· δεῖ <lb/>οὖν αὐτῇσι μετὰ τὸν τόκον τὰ εὐώδεα προστιθέναι,
                        καὶ πίνειν τὰ <lb/>εὐώδεα, καὶ σιτίοισιν ἀνατρέφειν. Καὶ πρῶτον τοῦ προσώπου
                        ἡ ρὶς <lb/>ἔνσημος γίνεται ἄκρη, καὶ χρῶμα λαμβάνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἤν τις κυϊσκομένη γῆν ἐπιθυμέῃ ἐσθίειν ἢ ἄνθρακας καὶ <lb/>ἐσθίῃ, ἐπὶ τῆς
                        κεφαλῆς τοῦ παιδίου φαίνεται, ὁκόταν τεχθῇ, σημεῖον <lb/>ἀπὸ τῶν τοιούτων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Γυναικὶ χρὴ εἰδέναι τῶν μαζῶν ὁκότερός ἐστιν αὐτέῃ μέζων, <lb/>κεῖθι γὰρ
                        τὸ ἔμβρυον· ὁμοίως δὲ καὶ τὸν ὀφθαλμόν· ἔσται γὰρ μέζων <lb/>καὶ λαμπρότερος
                        τὸ πᾶν εἴσω τοῦ βλεφάρου, ὁκοτέρωθι καὶ μαζὸς <lb/>μέζων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. ᾟ τινι ἂν ἀπὸ προσθέτων μὴ λίην ἰσχυρῶν ὀδύναι ἐς τὰ <lb/>ἄρθρα
                        ἀφικνέωνται καὶ βρυγμὸς ἔχῃ, καὶ σκορδινέηται, καὶ χασμᾶται, <lb/>ἐλπὶς
                        ταύτην κυῆσαι μᾶλλον ἢ ἥ τις ἂν τουτέων μηδὲν πάσχῃ. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>