<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:41-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:41-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἢν ἀναπρησθῶσιν αἱ μῆτραι, ἥ τε γαστὴρ αἴρεται καὶ φυσᾶται, <lb/>καὶ οἱ
                        πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ κοῖλα τοῦ προσώπου, ἡ χροιὴ <lb/>δὲ ἀειδὴς γίνεται,
                        καὶ τὰ ἐπιμήνια κρύπτεται, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐγγίνεται <lb/>τουτέου τοῦ χρόνου,
                        καὶ ἀσθενέει, καὶ ἀλύει, καὶ ὁκόταν <lb/>ἀναστῇ ἢ προέλθῃ, ὀρθόπνοια αὐτὴν
                        ἴσχει, καὶ ὅ τι ἂν φάγῃ ἢ πίῃ, <lb/>λυπέει αὐτὴν, καὶ στένει τε, καὶ
                        δύσελπις μᾶλλον ἢ πρὶν φαγεῖν· <lb/>πολλάκις δὲ καὶ πνίγεται. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, φάρφμακον πῖσαι κάτω, <pb n="386"/> καὶ τῷ θερμῷ λούειν καὶ πυριῇν·
                        διαλιπὼν δὲ χρόνον τινὰ, προστιθέναι <lb/>ὑφ’ ὧν καθαρθείη καὶ δηχθήσεται·
                        πυριῇν δὲ ὡς πυκνέτωτα <lb/>τὸ ὅλον σῶμα· τότε δὲ ὑπὸ τὰ αἰδοῖα ὑποθυμιήσθω
                        τὰ εὐώδεα, ὑπὸ <lb/>δὲ τὰς ῥῖνας τὰ κακώδεα· καὶ ποτήματα δίδου, ὅσα
                        καθαίρει ὑστέρας· <lb/>καὶ τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω, καὶ τὸ γάλα πινέτω, ὥσπερ
                        ἐπὶ τοῦ <lb/>πλευροῦ εἴρηται. Ἡ δὲ νοῦσος χρονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἢν θρομβωθέωσιν αἱ μῆτραι, τὸ στόμα αὐτέων γίνεται <lb/>οἷον ὀρόβων
                        μεστὸν, καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς, ὄψει ὧδε ἔχον, καὶ τὰ ἐπιμήνια <lb/>οὐ γίνεται,
                        οὐδ’ ἡ γονὴ κατέχεται. Ὁκόταν οὖν ὧδε ἔχῃ, <lb/>τῆς κυκλαμίνου τὸν φλοιὸν
                        περιλεπίσαντα, καὶ σκόροδον καὶ ἅλας <lb/>καὶ σῦκον καὶ μέλι ὀλίγον, ταῦτα
                        τρίψας καὶ ξυμμίξας, ποιήσας <lb/>βάλανον, προσθεῖναι πρὸς τὸ στόμα τῶν
                        μητρέων, καὶ τῶν ἄλλων <lb/>προσθετῶν τῶν μητρέων τὰ προσήκοντα, ὁκόσα
                        δηλαδὴ δριμέα <lb/>ἐστὶ καὶ ἀπεσθίει, καὶ ὑφ’ ὧν καθαίρεται αἷμα, καὶ τῶν
                        ποτημάτων <lb/>διδόναι ὅσα ὑστέρας καθαίρει, καὶ περὶ ξύστραν περιειλίξας
                        <lb/>γυπὸς δέρμα ἢ ὑμένα, διαξύειν τὸ στόμα τῶν μητρέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἢν περιστραφέωσιν αἱ μῆτραι, τά τε ἐπιμήνια οὐ γίνεται, <lb/>καὶ ἡ γονὴ
                        οὐκ ἐγγίνεται, καὶ ὀδύνη ἴσχει τὴν νείαιραν γαστέρα <lb/>καὶ τὰς ἰξύας καὶ
                        τοὺς κενεῶνας· καὶ ἢν ἐσαφάσσῃ τῷ δακτύλῳ, οὐκ <lb/>ἂν δύναιτο τοῦ στόματος
                        θιγεῖν τῶν μητρέων, ἀλλ’ ἀνακεχώρηκεν <lb/>ἰσχυρῶς. Ὁκόταν οὕτως ἔχῃ,
                        φάφμακον χρὴ πῖσαι ὑφ’ οὗ καθαίρεται <lb/>ἄνω καὶ κάτω, κάτω δὲ μᾶλλον· καὶ
                        πυριῇν τό τε σῶμα καὶ <pb n="388"/> τὰς μήτρας ὡς μάλιστα· καὶ λούειν τῷ
                        θερμῷ δὶς τῆς ἡμέρης· καὶ <lb/>τῶν ποτημάτων ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται
                        πειρώμενος δίδου· καὶ <lb/>ξυνευδέτω τῷ ἀνδρὶ ὡς πυκνότατα, καὶ τὴν κράμβην
                        ἐσθιέτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Ἢν μὴ κατὰ χώρην μένωσι κινηθεῖσαι αἱ μῆτραι, ἀλλ’ ἔνθα <lb/>καὶ ἔνθα
                        προσπίπτωσιν, ὀδύνας παρέχουσι καὶ ἀφανέες γίνονται, <lb/>ὁτὲ δὲ ἐξίσχουσιν
                        ὥσπερ ἕδρη· καὶ ὁκόταν μὲν ὑπτίη κατακειμένη <lb/>τύχῃ, κατὰ χώρην μένουσιν·
                        ὅταν δὲ ἀναστῇ ἢ ἐπικύψῃ ἢ ἄλλο τι <lb/>κινηθῇ, ἐξέρχονται· πολλάκις δὲ καὶ
                        ἡσυχίην ἐχούσῃ. Ταύτην χρὴ <lb/>ὡς μάλιστα ἡσυχάζειν καὶ μὴ κινεῖσθαι, καὶ
                        τὴν κλίνην κεῖσθαι <lb/>πρὸς ποδῶν ὑψηλοτέρην, καὶ τοῖσιν αὐτέοισι χρῆσθαι,
                        ὥσπερ ἐν <lb/>τοῖσιν ἐπάνω, καὶ τοῖσι στρυφνοῖσιν αἰονῇν, καὶ ὑποθυμιῇν τὰ
                        κακώδεα, <lb/>ὑπὸ δὲ τὰς ῥῖνας τὰ εὐώδεα· καὶ τῶν ῥοιῶν διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ
                        <lb/>τρήσαντα μέσην, χλιήναντα ἐν οἴνῳ, ἥτις ἂν μάλιστα ἁρμόζῃ <lb/>καὶ μὴ
                        πιέζῃ λίαν, προστιθέναι ὡς προσωτάτω· ὁκόταν δὲ προσθῇς, <lb/>ἐκ τῆς ὀσφύος
                        ἐπαναδῆσαι ταινίῃ πλατείῃ ἀναλαβὼν, ὡς ἂν μὴ ἐξολισθάνῃ, <lb/>ἀλλὰ μένῃ καὶ
                        ποιέῃ τὸ δοκέον· καὶ τῶν μηκώνων ξὺν τῷ τυρῷ <lb/>καὶ τοῖσιν ἀλφίτοισι
                        πιπίσκειν, ὥσπερ ἐν τῇ πρὸς τὸ πλευρὸν προσπτώσει <lb/>γέγραπται· καὶ τῶν
                        ποτημάτων πειρώμενος ὅ τι ἂν μάλιστα <lb/>προσδέχηται, πιπίσκειν· σιτίοισι
                        δὲ ὡς μαλθακωτάτοισι χρήσθω. </p></div><pb n="390"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἢν ἀναχάνῃ τὸ στόμα τῶν μητρέων μᾶλλον ἢ ᾡς πέφυκε, <lb/>τὰ ἐπιμήνια
                        γίνεται πλείω καὶ κακίω καὶ ὑγρότερα καὶ διὰ πλέονος <lb/>χρόνου, καὶ ἡ γονὴ
                        αὐτῆς οὐχ ἅπτεται οὐδὲ ἐμμένει, ἀλλὰ πάλιν <lb/>ἐκχεῖται ἔξω· καὶ ἢν
                        ἐσαφάσσῃς τῷ δακτύλῳ τὸ στόμα τῶν μητρέων, <lb/>εὑρήσεις ἀνακεχηνὸς, καὶ
                        ἀδυναμίη αὐτὴν λαμβάνει ὑπὸ <lb/>τῶν ἐπιμηνίων, καὶ πυρετὸς, καὶ ῥῖγος, καὶ
                        ὀδύνη ἴσχει τὴν νείαιραν <lb/>γαστέρα καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ τὰς ἰξύας.
                        Πάσχει δὲ ταῦτα <lb/>μάλιστα μὲν, ἤν τι ἐν αὐτῇ χυθῇ καὶ διαφθαρὲν σαπῇ·
                        πάσχουσι <lb/>δὲ καὶ ἐκ τόκων, αἱ δὲ καὶ ἄλλως. Ὁκόταν γοῦν ὧδε ἔχῃ,
                        φάρμακον <lb/>χρὴ πιπίσκειν ὑφ’ οὗ ἄνω καθαιρεῖται· καὶ ὁκόταν ἡ ὀδύνη.
                        <lb/>ἔχῃ, τῶν χλιασμάτων προστιθέναι, καὶ τῷ θερμῷ λούειν, καὶ διαλιπὼν
                        <lb/>κλύζειν, ὥσπερ ἐπὶ τῆς προτέρης γέγραπται, καὶ τῶν ποτημάτων
                        <lb/>διδόναι ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται, καὶ ὑποθυμιῇν ὀκόσα <lb/>ξηραίνει,
                        καὶ τῶν πουλυπόδων ἐσθιέτω, καὶ τὴν λινόζωστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἢν λειανθέωσιν αἱ μῆτραι, τά τε ἐπιμήνια πλέω γίνεται <lb/>καὶ κακίω καὶ
                        ὑγρότερα καὶ πυκνότερα, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐμμένει, <lb/>ἀλλὰ πάλιν ἐξέρχεται,
                        καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς τῷ δακτύλῳ, ὄψει τὸ <lb/>στόμα λεῖον, καὶ ἀδυναμίη αὐτὴν
                        λαμβάνει ὑπὸ τῶν ἐμμηνίων, καὶ <lb/>πυρετὸς, καὶ ῥῖγος, καὶ ὀδύνη ἐς τὴν
                        νείαιραν γαστέρα καὶ τὰς <lb/>ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας, μάλιστα μὲν ἤν τι ἐν
                        αὐτῇ διαφθαρὲν <lb/>σαπῇ, καὶ ἐκ τόκου, καὶ ἄλλως· ὅταν ὧδε ἔχῃ, θεραπεύειν
                        χρὴ <lb/>ὅκου ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, ὥσπερ ἐπὶ τῇς προτέρης γέγραπται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Ἢν αἱ μῆτραι κατὰ τὰ ἀριστερὰ νεύωσι, τὸ ἰσχίον ὀδύνη <pb n="392"/> ἔχει
                        ὀξείη τε καὶ σπερχνὴ καὶ τὰς ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας, καὶ τὸ <lb/>σκέλος
                        ἐπισκάζει. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, φάρμακον χρὴ πῖσαι ἐλατήριον, <lb/>τῇ δὲ ὑστεραίῃ
                        ὑποθυμιῇν· τῶν τε κριθέων χοίνικας δύο καὶ <lb/>ἐλαίης φύλλα κατακνήσας
                        μικρὰ, καὶ κηκίδα κατακόψας καὶ σήσας, <lb/>καὶ ὑοσκυάμου τριτ έα χοίνικος,
                        ταῦτα μίξας, καὶ ἐλαίῳ περιποιήσας <lb/>ὅσον ἡμικοτύλιον ἐν χύτρῃ, ὑποθυμία
                        ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας τρὶς <lb/>τῆς ἡμέρης· τῆς δὲ νυκτὸς γάλα βοὸς καὶ μέλι
                        καὶ ὕδωρ πινέτω, <lb/>καὶ θερμῷ λουέσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ἢν ἐς τὴν κεφαλὴν τραπῶ σιν αἱ ὑστέραι, σημεῖον τόδε· τὰς <lb/>φλέβας τὰς
                        ἐν τῇ ῥινὶ, τάς τε ὑπὸ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἀλγεῖν φησιν. <lb/>Ταύτην χρὴ λούειν
                        θερμῷ πολλῷ, καὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς, δάφνην <lb/>τε καὶ μυρσίνην ἐνεψῶν ἐν τῷ
                        ὕδατι, καὶ ῥοδίνῳ μύρῳ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐγχριέσθω, καὶ ὑποθυμιήσθω τὰ
                        εὐώδεα, καὶ τὴν κράμβην ἐσθιέτω, <lb/>καὶ τὸν χυλὸν ἐπιῤῥοφείτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Ἢν ἐς τὰ σκέλεα καὶ τοὺς πόδας τραπῶσι, γνώσῃ τῷδε· <lb/>τοὺς μεγάλους
                        δακτύλους τῶν ποδῶν σπᾶται ὑπὸ τοὺς ὄνυχας, καὶ <lb/>ὀδύνη ἴσχει τὰ σκέλεα
                        καὶ τοὺς μηρούς. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, χρὴ <lb/>λούειν αὐτὴν πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ
                        πυριῇν ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται, <lb/>καὶ ὑποθυμιῇν τὰ κακώδεα, καὶ τῷ
                        μύρῳ τῷ ῥοδίνῳ <lb/>ἀλείφεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἢν γυναῖκα ὑστέρας ἀλγέουσαν ἀσιτίη τε καὶ πυρετὸς καὶ <lb/>ῥῖγος
                        λαμβάνῃ, μήκωνος λευκῆς ὅσον πεμπτημόριον ἡμιχοινικίου, <lb/>καὶ κνίδης
                        καρποῦ τὸ ἴσον, καὶ τυροῦ αἰγείου ὅσον ἡμιχοινίκιον ξύσας, <lb/>ὁμοῦ μίξας,
                        διεὶς οἴνῳ παλαιῷ, ἔπειτα ἑψήσας, διδόναι ῥοφάνειν. </p></div><pb n="394"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Ἢν ἐκ τόκου ῥοῦς λαμβάνῃ καὶ τὰ σιτία ἐν τῇ γαστρὶ μὴ ἐμμένῃ,
                        <lb/>ἀσταφίδος χρὴ μελαίνης καὶ ῥοιῆς γλυκτίης τὰ εἴσω τρίψας καὶ
                        <lb/>ἐρίφου πιτύην, διεὶς οἴνῳ μελανόχρῳ, τυρὸν ἐπιξύσας αἴγειον, καὶ
                        <lb/>ἄλφιτα πυρῶν πεφωσμένα ἐπιβαλὼν, κεράσας εὔκρατον, δὸς πιεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Ἢν αἷμα ἐμέῃ ἐκ τόκου, τοῦ ἥπατος ἡ σύριγξ τέτρωται, <lb/>καὶ ὀδύνη ἐς τὰ
                        σπλάγχνα φοιτῇ καὶ τὴν καρδίην, καὶ σπᾶται. <lb/>Ταύτην χρὴ λούειν πολλῷ καὶ
                        θερμῷ, καὶ τῶν χλιασμάτων ὅ τι <lb/>ἂν μάλιστα προσδέχηται προστιθέναι, καὶ
                        πιπίσκειν ὄνου γάλα ἐπὶ <lb/>ἡμέρας πέντε· μετὰ δὲ ταῦτα μεταπιπίσκειν βοὸς
                        μελαίνης, ἀσιτέουσαν <lb/>ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκ οντα, ἐς δὲ τὴν ἑσπέρην
                        σήσαμον <lb/>τρίψαντα πιπίσκειν. Ἡ δὲ νοῦ σος ἐπικίνδυνος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Ἢν γυνὴ διὰ παλαι οῦ μὴ κυΐσκηται, τῶν ἐπιμηνίων ἐμφαινομένων,
                        <lb/>ὁκόταν ᾖ τριταί η ἢ τεταρταίη, στυπτηρίην λείην τρίψας, <lb/>διεὶς
                        μύρῳ, εἰρίῳ ἀνασπογγίζων, προ στίθει· καὶ ἐχέτω κείμενον <lb/>ἡμέρας τρεῖς·
                        τῇ δὲ τρίτῃ ξύσας βοὸς χολὴν καὶ ἐν ῥάκει ἐπιθεὶς, <lb/>διεὶς ἐλαίῳ τὸ ξύσμα
                        καὶ ἀναδεύσας, προστίθει· καὶ ἐχέτω <lb/>ἡμέρας τρεῖς· τῇ δὲ ἑτέρῃ ἐξελέ σθω
                        καὶ τῷ ἀνδρὶ ξυνελθέτω. Λίνον <lb/>τὸ σχιστὸν αὐτῇ τῇ καλάμῃ ὅσον δραχμίδα
                        κόψας λεπτὰ, καταβρέξας <lb/>τε ἐν οἴνῳ λευκῷ ὡς ἡδίστῳ τὴν νύκτα, ἔπειτα
                        ἀπηθήσας, <lb/>χλιαίνων ἐν χυτριδίῳ, εἰρίον ὡς μαλθακώτατον ἐμβάπτων, τὸ μὲν
                            <pb n="396"/> προστιθέναι, τὸ δὲ ἀφαιρέειν. Ἢν βούλῃ ὑστέρας καθῆραι,
                        πρῶτον <lb/>μὲν χρὴ ὑποθυμιῆσαι κριθὰς ἐλαίῳ δεδευμένας ἐπ’ ἀνθράκων· τῇ
                        <lb/>δὲ ὑστεραίῃ ὄϊος χρὴ κρέας ἑψεῖν, κυτριδίῳ ἐξηθριασμένον· τὸ δὲ
                        <lb/>κυτρίδιον εἶναι ὅσον χοέα, καὶ καθεψεῖν σφόδρα· ἐπειδὰν δὲ ἑφθὰ <lb/>ᾖ,
                        ἀκροχλίερα κατεσθιέτω, καὶ τὸν ζωμὸν ἐπιῤῥοφείτω· τῇ δ’ ὑστεραίῃ
                        <lb/>λιβανωτὸν καὶ γλήχωνα λεῖα ποιήσας, ἀναδεύσας μέλιτι, εἰρίῳ
                        <lb/>ἀνασπογγίζων, προστίθει ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Ἢν δὲ ἐς τὴν ἕδρην τραπῶσι καὶ τὰ ὑποχωρήματα κωλύωσιν <lb/>ὑποχωρέειν,
                        ὀδύναι ἴσχουσι τήν τε ὀσφῦν καὶ τὴν νείαιραν γαστέρα <lb/>καὶ τὰς ἰξύας.
                        Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, λούειν χρὴ αὐτὴν τῷ <lb/>θερμῷ, καὶ πυριῇν τὴν ὀσφῦν, καὶ
                        ὑποθυμιῇν τὰ κακώδεα, καὶ <lb/>προστιθέναι ὁκόσα καθαίρει τε καὶ ἐλαύνει τὰς
                        ὑστέρας, καὶ πιπίσκειν <lb/>ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Ἢν ἑλκωθῇ τὸ στόμα ἢ φλεγμήνῃ, σμύρναν, καὶ στέαρ χήνειον, <lb/>καὶ κηρὸν
                        λευκὸν, καὶ λιβανωτὸν ἐν λαγωοῦ θριξὶ τῇσιν ὑπὸ <lb/>τὴν γαστέρα μίξας καὶ
                        λεῖα ποιήσας ἐν εἰρίῳ ὡς μαλθακωτάτῳ <lb/>προστιθέσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Ἢν τὰ ὕστερα μὴ δύνηται ἀποφυγεῖν, παραχρῆμα μὲν χρὴ <lb/>ἀσιτέειν· ἄγνου
                        δὲ πέταλα λεῖα τρίψαντα ἐν οἴνῳ καὶ μέλιτι, ἔλαιον <lb/>ἐπιχέας, ἀναχλιήνας,
                        δίδου πιεῖν ὅσον κοτύλην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Ἢν φλεγμήνωσιν αἱ ὑστέραι, τῆς ἀκτῆς τὰ φύλλα ὡς ἁπαλώτατα <lb/>ἐν πυρῶν
                        κρίμνοις ἑψήσας σητανίοις, ἀκροχλίερον δίδου <lb/>ῥοφῇν. </p></div><pb n="398"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Ἢν μετακινηθέωσιν αἱ μῆτραι, κισσὸν ὡς ξηρότατον τρίψας <lb/>λεῖον, δήσας
                        ἐς ὀθόνιον, προσίσχειν· λιπαρὸν προσφέρειν μηδέν· <lb/>πιεῖν δὲ διδόναι
                        πυροὺς προκωνίας, καὶ μήκωνα ὀπτὴν, καὶ ἐλελίσφακον, <lb/>καὶ κύπερον, καὶ
                        ἄνισον, ταῦτα τρίψας λεῖα, διεὶς οἴνῳ, καὶ <lb/>τῶν κυρηβίων τῶν ἀπὸ τῶν
                        κριθῶν, διδόναι δὶς τῆς ἡμέρης ἐφ’ <lb/>ἑκάτερον ἡμικοτύλιον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Ἢν τὰ ἐπιμήνια μὴ γίνηται ἐν τῷ καθεστηκότι χρόνῳ, <lb/>κράμβης πέταλα
                        καὶ πήγανον τρίψας λεῖα, ἔπειτα ἄχυρα τὰ ἀπὸ <lb/>τῶν κριθῶν ὅσον χοίνικα
                        βρέξας ὡς ἂν τέγγηται, ἐξαιθρίασον· ἕωθεν <lb/>δὲ ποιήσας ὅσον κοτύλην,
                        διεῖναι τὴν κράμβην καὶ τὸ πήγανον, <lb/>ἔλαιον ἐπιχέας καὶ ἀναταράξας,
                        δοῦναι πιεῖν· ἔπειτα πουλύποδα <lb/>πνίξας ἐν οἴνῳ λευκῷ, δὸς φαγεῖν, καὶ
                        τὸν οἶνον ἐκπιεῖν· ἢν δὲ <lb/>βούλῃ, τῶν ἰχθυδίων ἑψῶν τῶν εὐωνοτάτων
                        διδόναι ἐσθίειν καὶ τὸν <lb/>ζωμὸν ῥοφάνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Ἢν ἀφθήσῃ τὰ αἰδοῖα, μύρτα ἑψήσας ἐν οἴνῳ, διακλυζέσθω <lb/>τὰ αἰδοῖα·
                        ἔπειτα ῥοιῆς γλυκείης σίδια ἑψήσας ἐν οἴνῳ, καὶ σμύρνης <lb/>καὶ ῥητίνης
                        ὁμοῦ μίξας, διεὶς οἴνῳ, ὀθόνιον ἐμβάπτων, <lb/>προστιθέναι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>