<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:38-46</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:38-46</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ἢν αἱ μῆτραι πρὸς τὰς πλευρὰς προσπέσωσι, βὴξ ἔχει καὶ <lb/>ὀδύνη, ὑπὸ τὸ
                        πλευρὸν οἷον σφαῖρα, καὶ ἁπτομένη πονέει ὥσπερ <lb/>ἕλκεος, καὶ καταφθίνει,
                        καὶ δοκέει περιπλευμονίη εἶναι, καὶ σπᾶται, <lb/>καὶ κυφὴ γίνεται, καὶ τὰ
                        ἐπιμήνια ὅλως οὐ προφαίνεται, <lb/>ἐνίῃσι δὲ προφανέντα οἴχεται, τὰ δὲ
                        γενόμενα ἀσθενέα τε καὶ ὀλίγα <lb/>ἢ κακίω ἢ πρὸ τοῦ, καὶ ἡ γονὴ οὐκ
                        ἐγγίνεται τουτέου τοῦ χρόνου. <lb/>Ὅταν ὧδε ἔχῃ, φάρμακον χρὴ πῖσαι κάτω
                        ἐλατήριον, καὶ λούειν <pb n="382"/> αὐτὴν πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ τῶν
                        χλιασμάτων ὅ τι ἂν μάλιστα <lb/>προσδέχηται, προσίσχειν, καὶ προστιθέναι,
                        ὑφ’ ὧν καθαίρεται <lb/>αἷμα· καὶ λίνου σπέρμα φώξας καὶ κόψας καὶ σήσας καὶ
                        τῶν μηκώνων <lb/>τῶν λευκῶν σὺν ἀλφίτοις λεπτοῖς, καὶ τυρὸν αἴγειον,
                        περιξέσας <lb/>τὸν, ῥύπον καὶ τὴν ἅλμην, ταῦτα μίσγειν, τοῦ τυροῦ δύο, ἓν δὲ
                        <lb/>τῶν ἄλλων, ἓν δὲ τῶν ἀλφίτων ἑώλων ἀνάλτων, νήστει δίδου πίνειν <lb/>ἐν
                        οἴνῳ· ἑσπέρης δὲ κυκεῶνα παχὺν, μέλι ἐπιχέων, δίδου· καὶ τῶν <lb/>πομάτων ὅ
                        τι ἂν μάλιστα προσδέχηται πιπίσκειν· καὶ πυριῇν <lb/>πυκνὰ, τῷ θερμῷ δὲ
                        αἰονᾷν· καὶ τῇ κηρωτῇ ἡσυχῇ μαλάσσοντα <lb/>ἀπωθέειν ἀπὸ τοῦ πλευροῦ, καὶ
                        ἀναδεῖν τὸ πλευρὸν ταινίῃ πλατείῃ· <lb/>καὶ γαλακτοποτεῖν, τὸ βόειον γάλα
                        ὅτι πλεῖστον, ἐφ’ ἡμέρας τεσσαράκοντα· <lb/>σιτίοισι δὲ χρήσθω ὡς
                        μαλθακωτάτοισιν. Ἡ δὲ νοῦσος <lb/>σπερχνή τε, καὶ θανατώδης, καὶ ὀλίγαι
                        διεκφυγγάνουσιν αὐτὴν καὶ <lb/>μελεδαινόμεναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Ἢν τὸ στόμα, ξυμμύσῃ, γίνεται ἰσχυρὸν ὥσπερ ἐρινεὸν, καὶ <lb/>ἢν
                        ἐσαφάσσῃς τῷ δακτύλῳ, ὄψει σκληρὸν καὶ ξυνεστραμμένον, καὶ <lb/>τὸν δάκτυλον
                        οὐκ ἐσίησι, καὶ τὰ ἐπιμήνια ἀποκεκρύφαται, καὶ τὴν <lb/>γονὴν οὐκ ἐνδέχεται
                        τουτέου τοῦ χρόνου, καὶ ὀδύνη ἔχει τὴν νείαιραν <lb/>γαστέρα καὶ τὴν ὀσφῦν
                        καὶ τὸν κενεῶνα· ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἄνω προσίσταται <lb/>καὶ πνίγει. Ὁκόταν οὖν
                        ὧδε ἔχῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω, <lb/>καὶ λούειν πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ
                        προστιθέναι ἅπερ μαλθάσσει τὸ <lb/>στόμα, καὶ τὴν μήλην καθιέναι, καὶ
                        ἀναστομοῦν, καὶ τὸν δάκτυλον <pb n="384"/> ὡσαύτως, καὶ αἰονῇν. Ὁκόταν οὖν
                        μαλθακὸν ᾖ, προστιθέναι ὁκόσα <lb/>καθαίρει αἷμα· καὶ τῶν ποτημάτων διδόναι
                        πειρώμενον ὅ τι ἂν προσδέχηται· <lb/>καὶ τὴν κράμβην ἐσθιέτω, καὶ τὸν χυλὸν
                        ῥοφείτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἢν παραλοξαίνωνται αἱ μῆτραι, καὶ τὸ στόμα αὐτέων λοξὸν <lb/>γίνεται, καὶ
                        τὰ ἐπιμήνια αὐτῇ τοτὲ μὲν κρύπτεται, τοτὲ δὲ προφανέντα <lb/>οἴχεται, καὶ
                        οὐχ ὅμοια γίνεται, ἀλλὰ κακίω τε καὶ ἐλάσσω <lb/>ἢ πρὸ τοῦ, καὶ ἡ γονὴ οὐκ
                        ἐγγίνεται τουτέου τοῦ χρόνου, καὶ ὀδύνη <lb/>ἴσχει τὴν νείαιραν γαστέρα καὶ
                        τὰς ἰξύας καὶ τὴν ὀσφῦν καὶ τὸ <lb/>ἰσχίον, καὶ ἐφέλκει αὐτό. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, φάρμακον χρὴ πῖσαι <lb/>ἐλατήριον, καὶ λούειν θερμῷ, καὶ πυριῇν· ὁκόταν
                        δὲ νεοπυρίητος ἢ <lb/>νεόλουτος ᾖ, τὸν δάκτυλον ἐσαφάσσουσα, ἀπορθούτω καὶ
                        παρευθυνέτω <lb/>τὸ στόμα τῶν μητρέων, καὶ ὑποθυμιήσθω τὰ εὐώδεα, καὶ τῶν
                        <lb/>ποτημάτων δίδου πειρεύμενος ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται· σιτίοισι
                        <lb/>δὲ χρήσθω μαλθακοῖσι, καὶ σκόροδα ἐσθιέτω ἑφθὰ καὶ ὠμὰ, καὶ τῷ
                        <lb/>ἀνδρὶ ξυγκοιμάσθω, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑγιέος ἰσχίου κατακείσθω· τὸ δὲ
                        <lb/>ἕτερον πυριήσθω. Ἡ δὲ νοῦσος δυσαπάλλακτος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἢν ἀναπρησθῶσιν αἱ μῆτραι, ἥ τε γαστὴρ αἴρεται καὶ φυσᾶται, <lb/>καὶ οἱ
                        πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ κοῖλα τοῦ προσώπου, ἡ χροιὴ <lb/>δὲ ἀειδὴς γίνεται,
                        καὶ τὰ ἐπιμήνια κρύπτεται, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐγγίνεται <lb/>τουτέου τοῦ χρόνου,
                        καὶ ἀσθενέει, καὶ ἀλύει, καὶ ὁκόταν <lb/>ἀναστῇ ἢ προέλθῃ, ὀρθόπνοια αὐτὴν
                        ἴσχει, καὶ ὅ τι ἂν φάγῃ ἢ πίῃ, <lb/>λυπέει αὐτὴν, καὶ στένει τε, καὶ
                        δύσελπις μᾶλλον ἢ πρὶν φαγεῖν· <lb/>πολλάκις δὲ καὶ πνίγεται. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, φάρφμακον πῖσαι κάτω, <pb n="386"/> καὶ τῷ θερμῷ λούειν καὶ πυριῇν·
                        διαλιπὼν δὲ χρόνον τινὰ, προστιθέναι <lb/>ὑφ’ ὧν καθαρθείη καὶ δηχθήσεται·
                        πυριῇν δὲ ὡς πυκνέτωτα <lb/>τὸ ὅλον σῶμα· τότε δὲ ὑπὸ τὰ αἰδοῖα ὑποθυμιήσθω
                        τὰ εὐώδεα, ὑπὸ <lb/>δὲ τὰς ῥῖνας τὰ κακώδεα· καὶ ποτήματα δίδου, ὅσα
                        καθαίρει ὑστέρας· <lb/>καὶ τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω, καὶ τὸ γάλα πινέτω, ὥσπερ
                        ἐπὶ τοῦ <lb/>πλευροῦ εἴρηται. Ἡ δὲ νοῦσος χρονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἢν θρομβωθέωσιν αἱ μῆτραι, τὸ στόμα αὐτέων γίνεται <lb/>οἷον ὀρόβων
                        μεστὸν, καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς, ὄψει ὧδε ἔχον, καὶ τὰ ἐπιμήνια <lb/>οὐ γίνεται,
                        οὐδ’ ἡ γονὴ κατέχεται. Ὁκόταν οὖν ὧδε ἔχῃ, <lb/>τῆς κυκλαμίνου τὸν φλοιὸν
                        περιλεπίσαντα, καὶ σκόροδον καὶ ἅλας <lb/>καὶ σῦκον καὶ μέλι ὀλίγον, ταῦτα
                        τρίψας καὶ ξυμμίξας, ποιήσας <lb/>βάλανον, προσθεῖναι πρὸς τὸ στόμα τῶν
                        μητρέων, καὶ τῶν ἄλλων <lb/>προσθετῶν τῶν μητρέων τὰ προσήκοντα, ὁκόσα
                        δηλαδὴ δριμέα <lb/>ἐστὶ καὶ ἀπεσθίει, καὶ ὑφ’ ὧν καθαίρεται αἷμα, καὶ τῶν
                        ποτημάτων <lb/>διδόναι ὅσα ὑστέρας καθαίρει, καὶ περὶ ξύστραν περιειλίξας
                        <lb/>γυπὸς δέρμα ἢ ὑμένα, διαξύειν τὸ στόμα τῶν μητρέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἢν περιστραφέωσιν αἱ μῆτραι, τά τε ἐπιμήνια οὐ γίνεται, <lb/>καὶ ἡ γονὴ
                        οὐκ ἐγγίνεται, καὶ ὀδύνη ἴσχει τὴν νείαιραν γαστέρα <lb/>καὶ τὰς ἰξύας καὶ
                        τοὺς κενεῶνας· καὶ ἢν ἐσαφάσσῃ τῷ δακτύλῳ, οὐκ <lb/>ἂν δύναιτο τοῦ στόματος
                        θιγεῖν τῶν μητρέων, ἀλλ’ ἀνακεχώρηκεν <lb/>ἰσχυρῶς. Ὁκόταν οὕτως ἔχῃ,
                        φάφμακον χρὴ πῖσαι ὑφ’ οὗ καθαίρεται <lb/>ἄνω καὶ κάτω, κάτω δὲ μᾶλλον· καὶ
                        πυριῇν τό τε σῶμα καὶ <pb n="388"/> τὰς μήτρας ὡς μάλιστα· καὶ λούειν τῷ
                        θερμῷ δὶς τῆς ἡμέρης· καὶ <lb/>τῶν ποτημάτων ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται
                        πειρώμενος δίδου· καὶ <lb/>ξυνευδέτω τῷ ἀνδρὶ ὡς πυκνότατα, καὶ τὴν κράμβην
                        ἐσθιέτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Ἢν μὴ κατὰ χώρην μένωσι κινηθεῖσαι αἱ μῆτραι, ἀλλ’ ἔνθα <lb/>καὶ ἔνθα
                        προσπίπτωσιν, ὀδύνας παρέχουσι καὶ ἀφανέες γίνονται, <lb/>ὁτὲ δὲ ἐξίσχουσιν
                        ὥσπερ ἕδρη· καὶ ὁκόταν μὲν ὑπτίη κατακειμένη <lb/>τύχῃ, κατὰ χώρην μένουσιν·
                        ὅταν δὲ ἀναστῇ ἢ ἐπικύψῃ ἢ ἄλλο τι <lb/>κινηθῇ, ἐξέρχονται· πολλάκις δὲ καὶ
                        ἡσυχίην ἐχούσῃ. Ταύτην χρὴ <lb/>ὡς μάλιστα ἡσυχάζειν καὶ μὴ κινεῖσθαι, καὶ
                        τὴν κλίνην κεῖσθαι <lb/>πρὸς ποδῶν ὑψηλοτέρην, καὶ τοῖσιν αὐτέοισι χρῆσθαι,
                        ὥσπερ ἐν <lb/>τοῖσιν ἐπάνω, καὶ τοῖσι στρυφνοῖσιν αἰονῇν, καὶ ὑποθυμιῇν τὰ
                        κακώδεα, <lb/>ὑπὸ δὲ τὰς ῥῖνας τὰ εὐώδεα· καὶ τῶν ῥοιῶν διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ
                        <lb/>τρήσαντα μέσην, χλιήναντα ἐν οἴνῳ, ἥτις ἂν μάλιστα ἁρμόζῃ <lb/>καὶ μὴ
                        πιέζῃ λίαν, προστιθέναι ὡς προσωτάτω· ὁκόταν δὲ προσθῇς, <lb/>ἐκ τῆς ὀσφύος
                        ἐπαναδῆσαι ταινίῃ πλατείῃ ἀναλαβὼν, ὡς ἂν μὴ ἐξολισθάνῃ, <lb/>ἀλλὰ μένῃ καὶ
                        ποιέῃ τὸ δοκέον· καὶ τῶν μηκώνων ξὺν τῷ τυρῷ <lb/>καὶ τοῖσιν ἀλφίτοισι
                        πιπίσκειν, ὥσπερ ἐν τῇ πρὸς τὸ πλευρὸν προσπτώσει <lb/>γέγραπται· καὶ τῶν
                        ποτημάτων πειρώμενος ὅ τι ἂν μάλιστα <lb/>προσδέχηται, πιπίσκειν· σιτίοισι
                        δὲ ὡς μαλθακωτάτοισι χρήσθω. </p></div><pb n="390"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἢν ἀναχάνῃ τὸ στόμα τῶν μητρέων μᾶλλον ἢ ᾡς πέφυκε, <lb/>τὰ ἐπιμήνια
                        γίνεται πλείω καὶ κακίω καὶ ὑγρότερα καὶ διὰ πλέονος <lb/>χρόνου, καὶ ἡ γονὴ
                        αὐτῆς οὐχ ἅπτεται οὐδὲ ἐμμένει, ἀλλὰ πάλιν <lb/>ἐκχεῖται ἔξω· καὶ ἢν
                        ἐσαφάσσῃς τῷ δακτύλῳ τὸ στόμα τῶν μητρέων, <lb/>εὑρήσεις ἀνακεχηνὸς, καὶ
                        ἀδυναμίη αὐτὴν λαμβάνει ὑπὸ <lb/>τῶν ἐπιμηνίων, καὶ πυρετὸς, καὶ ῥῖγος, καὶ
                        ὀδύνη ἴσχει τὴν νείαιραν <lb/>γαστέρα καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ τὰς ἰξύας.
                        Πάσχει δὲ ταῦτα <lb/>μάλιστα μὲν, ἤν τι ἐν αὐτῇ χυθῇ καὶ διαφθαρὲν σαπῇ·
                        πάσχουσι <lb/>δὲ καὶ ἐκ τόκων, αἱ δὲ καὶ ἄλλως. Ὁκόταν γοῦν ὧδε ἔχῃ,
                        φάρμακον <lb/>χρὴ πιπίσκειν ὑφ’ οὗ ἄνω καθαιρεῖται· καὶ ὁκόταν ἡ ὀδύνη.
                        <lb/>ἔχῃ, τῶν χλιασμάτων προστιθέναι, καὶ τῷ θερμῷ λούειν, καὶ διαλιπὼν
                        <lb/>κλύζειν, ὥσπερ ἐπὶ τῆς προτέρης γέγραπται, καὶ τῶν ποτημάτων
                        <lb/>διδόναι ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται, καὶ ὑποθυμιῇν ὀκόσα <lb/>ξηραίνει,
                        καὶ τῶν πουλυπόδων ἐσθιέτω, καὶ τὴν λινόζωστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἢν λειανθέωσιν αἱ μῆτραι, τά τε ἐπιμήνια πλέω γίνεται <lb/>καὶ κακίω καὶ
                        ὑγρότερα καὶ πυκνότερα, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐμμένει, <lb/>ἀλλὰ πάλιν ἐξέρχεται,
                        καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς τῷ δακτύλῳ, ὄψει τὸ <lb/>στόμα λεῖον, καὶ ἀδυναμίη αὐτὴν
                        λαμβάνει ὑπὸ τῶν ἐμμηνίων, καὶ <lb/>πυρετὸς, καὶ ῥῖγος, καὶ ὀδύνη ἐς τὴν
                        νείαιραν γαστέρα καὶ τὰς <lb/>ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας, μάλιστα μὲν ἤν τι ἐν
                        αὐτῇ διαφθαρὲν <lb/>σαπῇ, καὶ ἐκ τόκου, καὶ ἄλλως· ὅταν ὧδε ἔχῃ, θεραπεύειν
                        χρὴ <lb/>ὅκου ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, ὥσπερ ἐπὶ τῇς προτέρης γέγραπται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>