<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:20-28</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:20-28</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἢν δὲ παχυνθῇ παρὰ φύσιν, οὐκ ἴσχει ἐν γαστρί· τὸ γὰρ <lb/>ἐπίπλοον
                        ἐπικείμενον πουλὺ καὶ παχὺ ἀποπιέζει τὰς ὑστέρας, καὶ <lb/>τὴν γονὴν οὐκ
                        εἰσδέχεται. Ταύτην χρὴ λεπτύναντα φάρμακον πῖσαι <lb/>κάτω, καὶ πρὸς τὰς
                        ὑστέρας προσθεῖναι, ὅ τι καθαίρει αὐτὰς καὶ <lb/>φύσας οὐκ ἐμποιεῖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ἢν δὲ τὸ στόμα τῶν ὑστερέων σκληρὸν γένηται ἢ ὁ αὐχὴν, <lb/>τὸν δάκτυλον
                        παρεισάγων, γνώσῃ, καὶ ἐπὴν πρὸς τὸ ἰσχίον ἔωσιν <lb/>ἀπεστραμμέναι. Ὅταν
                        ὧδε ἔχῃ, μηδὲν προσφέρειν δεινόν· ἢν γὰρ <lb/>ἐξελκώσῃς τὸ στόμα, ἐπὴν
                        φλεγμήνῃ, κίνδυνος τὸ πάμπαν ἄτοκον <lb/>γενέσθαι· ἀλλὰ προστιθέναι ἃ μὴ
                        δάκνει, ὑφ’ ὧν καθαίρεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ἢν γυναῖκα μὴ δυναμένην τεκεῖν ἐθέλῃς καθῆραι, καὶ ᾖ <lb/>χολώδης ἢ
                        φλεγματώδης, γνώσῃ τῷδε ὁκότερον ἂν ᾖ μᾶλλον· ψάμμον <lb/>ὑποβάλλων, ἐπὴν τὰ
                        ἐπιμήνια γένηται, ἐν τῷ ἡλίῳ ἐπιχέας τὸ <lb/>αἷμα, ἐᾷν ξηρανθῆναι· καὶ ἢν
                        μὲν χολώδης ᾖ, ἐπάνω τῆς ψάμμου <lb/>ἔσται τὸ αἷμα ὠχρὸν, ἢν δὲ φλεγματώδης,
                        οἷον μύξα· καὶ δὴ ὑκότερον <lb/>ἂν ἔῃ καθήρας κάτω, πρὸς τὰς ὑστέρας
                        προσθεῖναι προσθετά. </p></div><pb n="342"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Ἢν τὰ ἐπιμήνια παντάπασι μὴ γίνηται, ἢν μὲν ὑπὸ πόνου <lb/>ᾖ, πρῶτον μὲν
                        τὴν κοιλίην καθῆραι κάτω, ἔπειτα προσθεῖναι, ὑφ’ <lb/>οὗ αἷμα καθαίρεται ἐκ
                        τῶν ὑστερέων· ἔπειτα διαλιπὼν ἡμέρην <lb/>μίην ἢ δύο, ὑφ’ οὗ αἷμα καθαίρεται
                        προσθεῖναι· τὸν δὲ ἄλλον χρόνον <lb/>τὸν φλοιὸν πινέτω τοῦ κρήθμου ἐν οἴνῳ
                        τρίψασα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ἢν ὑγρότερον τοῦ καιροῦ τὸ στόμα τῶν ὑστερέων ᾖ, προστιθέναι <lb/>τὰ
                        δριμέα, ὅκως δηχθῇ, καὶ φλεγμῆναν σκληρὸν γένηται. <lb/>Ἢν δὲ σκιῤῥωθῇ, τὰ
                        δριμέα προσφέρειν· δάκνοντα γὰρ διαχεῖ τὸν <lb/>ἰχῶρα· ἔπειτα μαλθακὰ
                        προστιθέναι· ἐς δὲ τἄλλα νουσήματα ὡς <lb/>ἥκιστα προστιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἢν ἐς τὸ ἰσχίον λεχοῖ καταστηρίξωσιν αἱ ὑστέραι ἢ ἐς τὸν <lb/>κενεῶνα,
                        προστίθεσθαι χρὴ πρὸς τὸ ὑγιὲς ἰσχίον ἔλαιον Αἰγύπτιον <lb/>λευκὸν ἢ
                        βακκάριον, καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον κατακείσθω, καὶ πενέτω <lb/>γλυκυσίδης
                        κόκκους πέντε τοὺς μέλανας, καὶ ἀκτῆς καρπὸν ὅσον <lb/>χηραμίδα, καὶ
                        κάστορος ὅσον κύαμον ἐν οἴνῳ· ἔπειτα λουσαμένη <lb/>θυμιήσθω, καὶ τοῖσι
                        πότοισι καὶ σιτίοισι χρήσθω μαλθακοῖσι, καὶ <lb/>λινοζώστει, καὶ τοῖσι
                        δριμέσι πᾶσι χωρὶς ῥαφάνου καὶ κρομμύων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ὁκόταν πνίγωσιν αἱ ὑστέραι, ὑποθυμιῇν χρὴ τὰ κακώδεα <lb/>πάντα ὑπὸ τὰς
                        ῥῖνας, ἄσφαλτον, θεῖον, κέρας, ἐλλύχνιον, φώκης <lb/>ἔλαιον, καστόριον· ὑπὸ
                        δὲ τὰ αἰδοῖα τὰ εὐώδεα. </p></div><pb n="344"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἢν δὲ λεχοῖ αἱ ὑστέραι φλεγμήνωσι, πίμπραται καὶ πνὶξ <lb/>ἔχει. Ὁκόταν
                        ὧδε ἔχῃ, παρατείνας ὀθόνιον βρύα θαλάσσια λεπτὰ <lb/>καταπλάσσειν· ἔπειτα
                        ὠμήλυσιν καὶ σποδὸν κληματίνην καὶ λίνου <lb/>σπέρμα, ὄξος καὶ ἔλαιον
                        ἐπιχέας, ἑψεῖν ἕως ἂν οἷόν περ σταῖς γένηται· <lb/>ἔπειτα καταπλάσαι, ἢν
                        θερμοτέρῳ δύνηται ἀνέχεσθαι, τὴν <lb/>νείαιραν γαστέρα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἢν δὲ πεπήγωσι, φακοὺς ἑψήσας ἐν ὄξει καὶ ἡδυόσμῳ <lb/>πολλῷ, ἕλκειν τὴν
                        ἀτμίδα ἐς τὸ στόμα καὶ τὰς ῥῖνας προσίσχειν, <lb/>καὶ τὰ κακώδεα ὑποθυμιῇν,
                        καὶ λινόζωστιν ἐσθίειν· καὶ ἐν τῷ χυλῷ <lb/>ἄλητον ἑφθὸν ῥοφείτω· ὅτι
                        τάχιστά τε καὶ πρὶν ἢ τὴν ὀδύνην <lb/>ἔχειν, πρότερον χρὴ διδόναι τῶν
                        φαρμάκων ὅσα τὰς ὑστέρας παύει <lb/>τῆς ὀδύνης· καὶ σιτία διαχωρητικὰ
                        προσφερέσθω· ἢν δὲ ἡ γαστὴρ <lb/>θερμαίνηται, ὑποκλύσαι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>