<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:2-10</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:2-10</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἢν ὕδερος ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐγγένηται, τὰ ἐπιμήνια ἐλάσσω <lb/>καὶ κακίω
                        γίνεται, ἔπειτα ἐξαπίνης ἐκλείπει, καὶ ἡ γαστὴρ ἐπανοιδέει, <lb/>καὶ οἱ
                        μαζοὶ ξηροὶ γίνονται, καὶ τἄλλα πονήρως ἔχει, καὶ <lb/>δοκέει ἐν γαστρὶ
                        ἔχειν, καὶ τουτέοισι γνώσῃ ὅτι ὑδεραίνει. Σημαίνει <lb/>δὲ καὶ ἐν τῷ στόματι
                        τῶν ὑστερέων· ψαυούσῃ γὰρ ἰσχνὸν φαίνεται. <lb/>Καὶ πῦρ καὶ ὕδωρ αὐτὴν
                        λαμβάνει· ὁκόσῳ δ’ ἂν ὁ χρόνος πλείων <lb/>γίνηται, ὀδύνη τὴν νειαίρην
                        γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας <lb/>ἴσχει. Αὕτη ἡ νοῦσος ἐκ τρωσμοῦ
                        μάλιστα γίνεται, προσγίνεται δὲ <pb n="314"/> καὶ ἐξ ἄλλων. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ,
                        λούειν χρὴ θερμῷ, καὶ χλιάσματα <lb/>προστιθέναι, ᾗ ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· φάρμακον
                        χρὴ πῖσαι, κάτω· μετὰ <lb/>δὲ τὸ φάρμακον πυριῇν ἐν τῷ βολβίτῳ τὰς ὑστέρας,
                        ἔπειτα προσθεῖναι <lb/>τὸ ξὺν τῇ κανθαρίδι, διαλιπὼν δὲ ἡμέρας τρεῖς τὸ ξὺν
                        τῇ χολῇ· <lb/>μίαν δὲ διαλιπὼν τρεῖς ἡμέρας κλυσάτω ἐν τῷ ὄξει. Καὶ ἢν μὲν ἡ
                        <lb/>γαστὴρ γίνηται λαπαρὴ καὶ οἱ πυρετοὶ πεπαυμένοι ἔωσι καὶ τὰ
                        <lb/>ἐπιμήνια ἐπιγένηται, τῷ ἀνδρὶ ξυγκοιμάσθω· ἢν δὲ μὴ, αὖθις τὰ <lb/>αὐτὰ
                        ποιέειν, ἔστ’ ἂν γένηται τὰ ἐπιμἥνια, καὶ ἐνίοις προσθετοῖς <lb/>χρήσθω·
                        μεταξὺ δὲ ἡμέρας πινέτω τοῦ κρήθμου τὸν φλοιὸν καὶ γλυκυσἱδης <lb/>τοὺς
                        μέλανας κόκκους, καὶ τῆς ἀκτῆς τὸν καρπὸν ἐν οἴνῳ <lb/>νῆστις, καὶ τὴν
                        λινόζωστιν ἐσθιέτω ὡς πλείστην, καὶ σκόροδα ἑφθὰ <lb/>καὶ ὠμὰ, καὶ σιτίοισι
                        μαλθακοῖσι χρήσθω καὶ τοῖσι πουλύποσι καὶ <lb/>τοῖσιν ἄλλοισι μαλακίοισιν·
                        ἢν δὲ τέκῃ, ὑγιὴς γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἢν αἱ μῆτραι πρὸς τὸ ἧπαρ ἔλθωσιν, ἄφωνος ἐξαπίνης γίνεται, <lb/>καὶ τοὺς
                        ὀδόντας ξυνερείδει, καὶ ἡ χροιὴ μέλαινα γίνεται· <lb/>ἐξαπίνης δὲ ταῦτα
                        πάσχει, ὑγιὴς ἐοῦσα· γίνεται δὲ τὸ τοιοῦτον πάθος <lb/>παρθένοισι μάλιστα
                        παλαιῇσιν ἐούσῃσι καὶ χήρῃσιν, αἳ νέαι <lb/>ἐοῦσαι καὶ τοκήεσσαι χηῤεύουσιν.
                        Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, τῇ χειρὶ πρώσας <lb/>κάτω ἆπὸ τοῦ ἥπὰτος ἀποδῆσαι ταινίῃ ὑπὸ
                        τὰ ὑποχόνδρια, καὶ <lb/>τὸ στόμα διάγων οἶνον εὐωδέστατον ἐγχέαι, καὶ
                        προσέχειν πρὸς τὰς <lb/>ῥῖνας καὶ ὑποθυμιῇν τὰ κακώδεα, ὑπὸ δὲ τὰς ὑστέρας
                        τὰ εὐώδεα· <lb/>ἐπὴν δὲ καταφρονήσῇ, πῖσαι φάρμακον κάτω, καὶ μεταπῖσαι γάλα
                            <pb n="316"/> ὄνου, ἔπειτα πυριῆσαι τὰς ὑστέρας εὐώδεσι, καὶ προστιθέναι
                        τὸ ξὺν <lb/>τῇ βουπρήστει, τῇ δὲ ὑστεραίῃ νέτωπον· διαλιπὼν δὲ δύο ἡμέρας
                        <lb/>κλύσαι τὰς ὑστέρας εὐώδεσι· τῇ δὲ ὑστεραίῃ προσθεῖναι τὴν γλήχωνα·
                        <lb/>διαλιπὼν δὲ μίην ἡμέρην, θυμιῆσαι τοῖσιν ἀρώμασι. Ταῦτα <lb/>ποιέειν
                        τὴν χήρην, ἄριστον δ’ ἐν γαστρὶ σχεῖν· τὴν δὲ παρθένον πείθειν
                        <lb/>ξυνοικῆσαι ἀνδρί· πρὸς δὲ τὰς ὑστέρας προσφέρειν μηδὲν, μηδὲ <lb/>τὸ
                        φάρμακον πίνειν, κόνυζαν δὲ καὶ καστόριον διδόναι ἐν οἴνῳ νήστει, <lb/>καὶ
                        τὴν κεφαλὴν μὴ ἀλειφέσθω εὐώδεσι, μηδὲ ὀσφραινέσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἢν προέλθωσιν αἱ μῆτραι καὶ ἐξέλθωσιν ἔξω, πῦρ ἔχει μάλιστα <lb/>τὰ αἰδοῖα
                        καὶ τὴν ἕδρην, καὶ τὸ οὖρον στάζει κατ’ ὀλίγον καὶ <lb/>δάκνεται· ταῦτα
                        πάσχει, ἢν ἐκ τόκου ἐοῦσα τῷ ἀνδρὶ ξυγκοιμηθῇ. <lb/>Ὁκόταν δὲ οὕτως ἔχῃ,
                        μύρτα καὶ λωτοῦ πρίσματα ἑψήσας ἐν ὕδατι, <lb/>καταθεὶς ἐς τὴν αἰθρίην,
                        προσχείσθω ὡς ψυχρότατον πρὸς τὰ αἰδοῖα, <lb/>καὶ τρίβων λεῖα προσπλάσσειν·
                        ἔπειτα πίνουσα ὕδωρ φακῶν καὶ <lb/>μέλι καὶ ὄξος, ἕως ἂν μεταρθῶσιν αἱ
                        ὑστέραι, ἐμείτω, καὶ τὴν κλίνην <lb/>πρὸς ποδῶν ὑψηλοτέρην κεῖσθαι, καὶ
                        ὑποθυμιῇν ὑπὸ τὰ αἰδοῖα <lb/>τὰ εὐώδεα καὶ ὑπὸ τὰς ῥῖνας τὰ κακώδεα·
                        σιτίοισι δὲ χρήσθω ὡς <lb/>μαλθακωτάτοισι καὶ ψυχροῖσι, καὶ τὸν οἶνον ὑδαρέα
                        πινέτω λευκόν· <lb/>μὴ λουέσθω δὲ μηδὲ μετ’ ἀνδρὸς συγκοιμάσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἢν δὲ παντάπασιν ἐκ τῶν αἰδοίων ἐκπέσωσιν, ἐκκρήμναται <lb/>ὥσπερ ὄσχη,
                        καὶ ὀδύνη λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας, <pb n="318"/> καὶ
                        ὁκόταν ὁ χρόνος ἐγγένηται, οὐ θέλουσιν ἐς χώρην ἰέναι· ἡ δὲ <lb/>νοῦσος
                        λαμβάνει ὁκόταν ἐκ τόκου ἐοῦσα πονήσῃ τὰς ὑστέρας ἢ τῷ <lb/>ἀνδρὶ ἐν τῷ
                        λοχίῳ ξυγκοιμηθῇ. Ὁκόταν δὲ οὗτως ἔχῃ, ψύγματα <lb/>χρὴ προστιθέναι πρὸς τὰ
                        αἰδοῖα, καὶ τὸ ἔξω ἐὸν ἀποκαθήρας, σίδην <lb/>ἐν οἶνῳ μέλανι ἐψήσας, τούτῳ
                        περιπλύνας, εἷσω ἀπωθέειν, εἶτα μέλι <lb/>καὶ ῥητίνην μίξας ἐγχεῖν καὶ
                        κατακείσθω ὁπτίη καὶ ἄνω τοὺς πάδας <lb/>ἔχουσα ἐκτειναμένη· ἔπειτα σπόγγους
                        ἐπιθεὶς ἀναδῆσαι ἐκ τίον <lb/>ἰξύων· ὁκόταν δὲ οὕτως ἔχῃ, σίτων μὲν
                        ἀπεχέσθω, ποτῷ· δὲ ὡς ἐλαχίοτῳ <lb/>χρήσθω, μέχρις ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσι·
                        καὶ ἢν μὲν οὖτως <lb/>ἐθέλωσιν ἐὀιέναι· ἢν δὲ μὴ, ἄκρας περιξέσας καὶ
                        θερμήνας, <lb/>περιπλύνας τε καὶ χρίσας, καὶ δήσας τὴν γυναῖκα πρὸς κλίμακα,
                        <lb/>κρούειν, τὴν κλίμακα κατὰ κεφαλῆς, καὶ τῇ χειρὶ ἐσωθεῖν τὰς ὑστέρας,
                        <lb/>ἔπειτα ξυνὃῆσαι αὐτῆς τὰ σκέλεα ἐπαλλὰξ, καὶ ἐᾷν ἡμέρην <lb/>καὶ νύκτα
                        οὕτω, καὶ διδόναι ὀλίγον χυλὸν πτισάνης ψυχρὸν, ἄλλο <lb/>δὲ μηδέν· τῇ δὲ
                        αὔριον κατακλίνας, ἐπὶ τὸ ἰσχίον σικύην προσβάλλειν <lb/>ὡς μεγίστην καὶ ἐᾷν
                        χρόνον πουλὺν ἕλκειν· ἐπὴν δὲ ἀφέλῃς, μὴ <lb/>ἀποσχάζειν, ἀλλὰ κατακλίνας
                        ἔα. Καὶ μὴ πρόσφερε ἄλλο ἢ τὸν χυλὸν, <lb/>ἕως ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν· ἢν
                        δὲ διψῇ; ὕδωρ δίδου ψυχρὸν <lb/>ὡς ἐλάχιστον· ἐπὴν δὲ αἱ ἑπτὰ ἡμέραι
                        παρέλθωσι, σιτίοισιν <lb/>ὡς μαλθακωτάτοισι καὶ ἐλαχίστοισι χρεέσθω. Ἢν δὲ
                        ἀποπατῆσαι <lb/>θέλῃ, ἀνακειμένη ἀποπατείτω, ἕως ἂν τεσσαράκοντα ἡμέραι
                        παρέλθωσιν· <lb/>ἔπειτα ἀνιστάσθω καὶ περιχωρείτω ὡς ἐλάχιστα, καὶ μὴ
                        <lb/>λουέσθω, καὶ ὑποθυμιήσθω τοῖσι κακῴδεσι, καὶ ἐσθιέτω ὀλίγα. </p></div><pb n="320"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν αἱ μῆτραι ἅψωνται, πρόσκεινται, καὶ ἢν ἅψῃ, ὄψει <lb/>σκληρὸν ὑπὸ τὸν
                        κενεῶνα, καὶ ὀδύνη λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα <lb/>καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ
                        τὰς ἰξύας, καὶ ἐς τὸ σκέλος ὀδύνη ἐμπίπτει <lb/>καὶ ἐκτείνειν οὐ δύνανται·
                        πολλάκις δὲ καὶ ἐκπυΐσκονται ἔμμοτοι <lb/>γενόμεναι, καὶ ῥεόμεναι
                        ἀποθνήσκουσιν, ἢν μὴ καύσῃς ἢ τάμῃς. <lb/>Ὁκόταν δὲ ὧδε ἔχῃ, φάρμακον χρὴ
                        πῖσαι κάτω, καὶ λούειν πολλῷ <lb/>θερμῷ καὶ πυριῇν, καὶ ὁκόταν νεόλουτος ᾖ ἢ
                        νεοπυρίητος, κελεύειν <lb/>παραφάσσουσαν ἀφέλκειν τὸ στόμα τῶν ὑστερέων,
                        ὑποθυμιῇν καλωνίην <lb/>σμύρναν ῥόδινον περιχέων. Πινέτω δὲ γλυκυσίδης
                        κόκκους <lb/>πέντε τοὺς μέλανας, τοῦ καστορίου ξυμμίσγων ἐν οἴνῳ εὐώδει, καὶ
                        <lb/>κατακείσθω ἐπὶ τοῦ ὑγιέος ἰσχίου, καὶ προσθέσθω βάκκαριν ἢ λευκὸν
                        <lb/>ἔλαιον πρὸς τὸ ὑγιὲς ἰσχίον, καὶ ἐσθιέτω σκόροδα πλεῖστα καὶ <lb/>ὠμὰ
                        καὶ ἑφθὰ, καὶ τὸν χυλὸν ῥοφείτω, καὶ σιτίοισι μαλθακοῖσι <lb/>χρήσθω. Ἐπὴν
                        δὲ ἡ ὀδύνη παύσηται, ἀπάξεις ἐπὶ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον· <lb/>ἔπειτα πυριῇν τῷ
                        οὔρῳ, περιπάσσοντα τῆς δάφνης, καὶ ἐκ τῆς πυρίης <lb/>προστιθέναι τὴν
                        κυκλάμινον· τῇ δὲ ὑστεραίῃ λουσαμένη ὑποθυμιήσθω <lb/>τοῖσιν ἀρώμασι.
                        Μάλιστα δὲ ἐκ ταύτης ἄτεκνοι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὑποπτυχθῇ τὸ στόμα τῶν μητρέων, τὰ ἐπιμήνια οὐκ ἔτι <lb/>γίνεται· ἢν δὲ
                        ἐγγένηται, ὀλίγα καὶ πονηρά· καὶ τῷ ἀνδρὶ ὁκόταν <lb/>ξυνίῃ, ἀλγέει, καὶ
                        ὀδύνη τὴν νειαίρην γαστέρα ἴσχει καὶ τὰς ἰξύας, <lb/>καὶ ἢν ἀφάσσῃ τῷ
                        δακτύλῳ καὶ σκέπτηται τὸ στόμα, οὐ δῆλόν <pb n="322"/> ἐστιν. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, πυριῆσθαι τῷ ἀνθρωπίνῳ οὔρῳ· ἐπὴν δὲ πυριήσηται, <lb/>λουσάσθω ἀπὸ τοῦ
                        φακίου· ἔπειτα λουσαμένη πυριήσθω <lb/>τῷ Αἰγυπτίῳ μύρῳ τὰς ὑστέρας, καὶ ἢν
                        ἐς τὰς ῥῖνας ἀνέλθῃ ἡ ὀδμὴ, <lb/>ἐλπὶς αὐτὴν ὑγιέα γενέσθαι. Καὶ ὁκόταν
                        μέλλῃ καθεύδειν, προσθέσθω <lb/>τὸ Αἰγύπτιον ἔλαιον ἐν εἰρίῳ· τῇ δὲ αὔριον
                        σκέψασθαι, εἴ τι μᾶλλον <lb/>ὤρθωνται· ἔπειτα πυριῇν εὐώδεσι καὶ προστιθέναι
                        ἃ μὴ δήξεται <lb/>καθαρτήρια, καὶ μετακλύζειν μετὰ τὰ προσθετὰ, ἴσον τὸ ὄξος
                        μίσγων· <lb/>ὅταν δὲ τὰ ἐπιμήνια ἐγγένηται, ἐκνηστεύσασα καὶ ἀλουτήσασα
                        <lb/>καὶ θυμιησαμένη τῷ ἀνδρὶ συνέστω. Μάλιστα δὲ ἐκ ταύτης <lb/>τῆς νούσου
                        ἄφοροι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν αἱ μῆτραι πρὸς τὸ ἰσχίον ἐκθέωσι, τά τε ἐμμήνια οὐκ <lb/>ἐγγίνεται, καὶ
                        ὀδύνη ἐς τὴν νειαίρην γαστέρα φοιτᾷ καὶ ἐς τὸν κενεῶνα, <lb/>καὶ ἢν ἅψῃ τῷ
                        δακτύλῳ, ὄψει τὸ στόμα πρὸς τῷ ἰσχίῳ. <lb/>Ὅταν ὧδε ἔχῃ, λούειν θερμῷ, καὶ
                        σκόροδα διδόναι ἐσθίειν ὡς <lb/>πλεῖστα, καὶ γάλα ὄϊος πινέτω ἄκρητον,
                        ἐπειδὰν κατατρώξῃ· ἔπειτα <lb/>πυριήσας δοῦναι φάρμακον κάτω· ἐπειδὰν δὲ
                        καθαρθῇ, αὖθις πυριῇν <lb/>τὰς ὑστέρας, τὸ μάραθρον καὶ τὸ ἀψίνθιον
                        ξυμμίσγοντα· ἐπὴν δὲ <lb/>νεοπυρίητος ᾖ, ἀφέλκειν τὸ στόμα τῷ δακτύλῳ·
                        ἔπειτα προσθεῖναι <lb/>τὴν σκίλλην, μετὰ δὲ τοῦτο ξὺν τῷ ναρκισσίνῳ
                        διαλιπών· ἢν δέ σοι <lb/>δοκέῃ κεκαθάρθαι, νέτωπον προσθέσθαι· τῇ δ’
                        ὑστεραίῃ ῥόδινον μύρον· <lb/>παύσασθαι δὲ προσθεμένη τῇ προτέρῃ τῶν
                        ἐπιμηνίων· ἄρχεσθαι <lb/>δὲ τῇ αὔριον, ἐπὴν ἀπολίπῃ. Ἐν δὲ τοῖσιν
                        ἐπιμηνίοισιν ἢν μὲν τὸ <pb n="324"/> αἷμα καταῤῥαγῇ· εἰ δὲ μὴ, πῖνέτω
                        κανθαρίδας τέσσαρας, ἀποκολούσασα <lb/>τοὺς πόδας καὶ τὰ πτερὰ καὶ τὴν
                        κεφαλὴν, καὶ γλυκυσίδης <lb/>κόκκους πέντε τοὺς μέλανας, καὶ σηπίης ὠὰ,
                        σπέρμα σελίνου ὀλίγον <lb/>ἐν οἴνῳ· καὶ ἢν ὀδύνη, ἔνῃ καὶ ἢν στραγγουρίη
                        ἔχῃ, ἐν ὕδατι <lb/>θερμῷ καθήσθω, καὶ πινέτω μελίκρητον ὑδαρές· ἢν δὲ μὴ
                        καθαρθῇ <lb/>ὑπὸ τοῦ πρώτου, αὖθις πινέτω, ἔστ’ ἂν γένηται· ἐπὴν δὲ γένηται,
                        <lb/>ἀσιτήσασα ξυνέστω τῷ ἀνδρί· ἐν δὲ τῇ καθάρσει τὴν λινόζωστιν
                        <lb/>ἐσθιέτω, καὶ πουλύποδας ἑφθοὺς, καὶ σιτίοισι μαλθακοῖσι χρεέσθω.
                        <lb/>Τῆς δὲ νούσου ἀπαλλάσσεται ἢν ἐν γαστρὶ σχῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν ἐκ τόκου μὴ καθαρθῇ, οἰδέει ἡ γαστὴρ καὶ τὰ σκέλεα, <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ
                        ὀδύνη τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας. ἔχει· ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ πρὸς τὰ
                        σπλάγχνα ἀνέρχεται, καὶ λειποψυχέει· ταῦτα <lb/>πάσχει ἀρχομένης τῆς νούσου·
                        ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, τὰ κύλα <lb/>τοῦ προσῴπου ἐξερυθριᾷ. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, πυριήσας τὰς ὑστέρας <lb/>προσθεῖναι τὴν κυκλάμινον· πινέτω δὲ τὸ ξὺν
                        τῇ δᾳδὶ, ἔστ’ ἂν τὸ <lb/>ῥεῦμα κινηθῇ· ἐσαλείφειν δὲ ἐς τὸ στόμα τῶν
                        ὑστερέων στέαρ χήνειον <lb/>καὶ σμύρναν καὶ ῥητίνην χλιερὴν, καὶ ἐμπλασσέσθω
                        ὡς μάλιστα, <lb/>καὶ πρὸ τοῦ σιτίου ἐσθιέτω ἑψοῦσα τὴν λινόζωστιν, καὶ
                        σκόροδα, <lb/>καὶ πράσα, καὶ κράμβης τὸν χυλὸν ῥοφεέτω, καὶ σιτίοισι
                        <lb/>μαλθακοῖσι χρήσθω, θαλασσίοισι δὲ μᾶλλον, καὶ λουέσθω θερμῷ· <lb/>τῶν
                        δὲ λιπαρῶν καὶ τῶν γλυκέων ἀπεχέσθω, ἕως ἂν ὑγιὴς γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἢν αἱ μῆτραι φλεγμήνασαι πρησθῶσι, φῦσα ἐγγίνεται, <pb n="326"/> καὶ τὰ
                        ἐπιμήνια λευκὰ ἐπέρχεται φλεγματώδεα· ἔστι δ’ ὅτε καὶ <lb/>αἷμα λεπτῶν
                        ὑμένων ἔμπλεων· καὶ τῷ ἀνδρὶ ὑπὸ τῆς ὑγρότητος οὐκ <lb/>ἐθέλει μίσγεσθαι,
                        καὶ ὠχρὴ καὶ λεπτὴ γίνεται. Ἐρέσθαι οὖν χρὴ <lb/>αὐτὴν τὸ ῥέον ἢν δάκνῃ τε
                        καὶ ἐξελκοῖ· καὶ ἢν μὴ δάκνῃ, ἀπὸ τοῦ <lb/>ἐγκεφάλου φάναι εἶναι τὸ ῥεῦμα·
                        εἰ δ’ οὖν, ἀπὸ τῆς κοιλίης. Ἢν <lb/>μὲν οὖν ἀπὸ τῆς κοιλίης ᾗ, ἐμείτω ἀπὸ
                        τοῦ φακίου· ἔπειτα ἐλλεβόρῳ <lb/>καθῆραι, ἔπειτα ἐς τὰς ῥῖνας ἐνεῖναι· ἐπὴν
                        δέ σοι ἡ ἄνω κοιλίη <lb/>κεκαθάρθαι δοκέῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω λιπαρῶν <lb/>καὶ γλυκέων· τὰ δὲ δριμέα προσφέρειν ὡς ξύμφορα, ἢν μὴ
                        <lb/>τὰ αἰδοῖα ἡλκωμένα ἔῃ· ψυχρὰ δὲ ἀμείνω· καὶ λουέσθω ὀλίγῳ, πλὴν <lb/>μὴ
                        θερμῷ, μηδὲ τὴν κεαλήν· πινέτω δὲ νῆστις ὑπερικὸν, λίνου <lb/>σπέρμα,
                        ἐλελίσφακον ἐν οἴνῳ ὑδαρεῖ· ἐπὴν δὲ παύσηται τὸ ῥεῦμα, <lb/>κλύσαι τῷ χυλῷ
                        τῶν ὀλύνθων, καὶ μετακλύζειν τοῖσι στρυφνοῖσιν. <lb/>Ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή.
                    </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>