<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:12</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:12</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἐρυσίπελας ἢν ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐγγένηται, οἴδημα γίνεται <lb/>ἀπὸ τῶν
                        ποδῶν ἀρξάμενον ἐς τὰ σκέλεα καὶ τὴν ὀσφύν· ὅσῳ δ’ ἂν <lb/>πλείων χρόνος
                        γένηται, οἰδέει καὶ ἡ γαστὴρ, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς <lb/>λαμβάνει καὶ
                        ἀσθένεια· ὑπὸ δὲ τῆς ὀδύνης οὐ δύναται ἡσυχάζειν, <lb/>ἀλλὰ ῥίπτει ἑωυτήν. Ἡ
                        δὲ ὀδύνη ἀνέρχεται ἐκ τῆς νειαίρης <lb/>γαστρὸς ἐς τὰς ἰξύας· ἔπειτα ἄνω
                        ἔρχεται ἐπὶ τὰ ὑποχόνδρια καὶ <lb/>τὰ στήθεα καὶ τὴν κεφαλὴν, καὶ δοκέει
                        ἀποθανεῖσθαι· ὁκόταν δὲ <lb/>ἀνῇ, νάρκη λαμβάνει τὰς χεῖρας· ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                        τοὺς βουβῶνας <lb/>καὶ τὰ σκέλεα καὶ τὰς ἰγνύας· καὶ πελία γίνεται, καὶ
                        ὀλίγον ποτὲ <lb/>χρόνον ῥᾴων δοκέει εἶναι, ἔπειτα αὖθις τὰ αὐτὰ πάσχει, καὶ
                        ὁ <lb/>χρὼς φλυκταινῶν καταπίμπλαται, καὶ τὸ πρόσωπον ἐρυθήματα <lb/>φύει,
                        καὶ δίψα ἔχει ἰσχυρὴ, καὶ ὁ φάρυγξ ξηρός. Αὕτη ἡ νοῦσος <pb n="330"/> ἢν μὲν
                        κυούσῃ ἐπιγένηται, ἀποθνήσκει· ἢν δὲ μὴ, μελεδώνῃ ἐκφυγγάνει. <lb/>Ὁκόταν
                        ὧδε ἔχῃ, προσφέρειν δεῖ, ἢν ὁ πόνος ἔχῃ, ψύγματα, <lb/>καὶ τὴν γαστέρα
                        ταράσσειν. Καὶ ἢν μὲν ἐν γαστρὶ ἔχῃ, σιτίοισι <lb/>καὶ ποτοῖσι χρῆσθαι, ὅκως
                        τὸ ἔμβρυον μὴ διαφθείρηται, ἢν <lb/>δὲ μὴ ὑποχωρέῃ, κλύζειν· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ ἐν
                        γαστρὶ, φάρμακον δοῦναι <lb/>πιεῖν, καὶ ὡς ἐλαχίστοισι σιτίοισι χρῆσθαι καὶ
                        ὡς μαλθακωτάτοισι <lb/>καὶ ψυχροῖσι, καὶ τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω καὶ τὴν
                        ἀκτὴν, <lb/>καὶ μήτε ἁλυκὰ μήτε λιπαρὰ μήτε δριμέα, οἷον ὀρίγανσν ἢ θύμον
                        <lb/>ἢ πήγανον. Ἐπὴν δὲ τὸ πῦρ ἀφῇ καὶ τὸ πνίγμα, καὶ μὴ καταστῇ <lb/>τὸ
                        οἰδημα, φάρμακον ἰσχυρότερον μεταπῖσαι κάτω. Τὴν δὲ νοῦσον <lb/>ὀλίγαι
                        διαφεύγουσιν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>