<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:101-109</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:101-109</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="101"><p>101. Ἢν παρθένος λιθιήσῃ, τοῦ φύλλου διδόναι τῆς Αἰθιοπικῆς <lb/>ῥίζης
                        σταθμῷ, ἐν οἴνῳ παλαιῷ διδοὺς ἐπὶ ἡμέρας δέκα, τὸ δὲ λοιπὸν <lb/>διηθῶν ἐν
                        ὕδατι ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας, καὶ λούειν δὶς τῆς ἡμέρης <lb/>πολλῷ καὶ θερμῷ.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="102"><p>102. Καταπλάσματα· σκόροδον, ἀνδράχνην, σέλινον, λωτοῦ καὶ <lb/>κέδρου
                        πρίσματα λεῖα ὁμοῦ μίξας, διεὶς μελικρήτῳ, κατάπλασμα <lb/>ποιέων,
                        κατάπλασσε. Βάτου φύλλα, μυρσίνης φύλλα, ὁμοῦ λεῖα <lb/>διεὶς μελικρήτῳ,
                        ξυμφυρήσας ἀλφίτοις, κατάπλασσε. Ἀκτῆς φύλλα, <lb/>μυρσίνης φύλλα, τερμίνθου
                        τὰ ἁπαλώτατα τὸν αὐτὸν τρόπον κατάπλασσε. <lb/>Λωτοῦ πρίσματα, συκαμίνου
                        φύλλα ὁμοῦ λεῖα μίξας, διεὶς <lb/>ὕδατι ἀσταφίδος, κατάπλασσε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="103"><p>103. Ὑποθυμιήσεις· οἰσύπην αἰγὸς ξηρὰ κόψας, καὶ κριθὰς πεφωσμένας <lb/>καὶ
                        ἐρηριγμένας, ἐν ἐλαίῳ δεύσας, ὑποθυμία. Ἐλάφου <lb/>κέρας καὶ ἐλαίας τὰς
                        μήπω ἐχούσας ἔλαιον, ὁμοῦ λεῖα μίξας, θυμία. <lb/>Ῥοῦν τὴν ἐρυθρὴν καὶ
                        ἄλφιτα πεφωσμένα ἐλαίῳ δεύσας, ὑποθυμία. <pb n="418"/> Ἄλφιτον καὶ βόλβιτον
                        καὶ ἄχυρα ἐλαίῳ δεύσας, ὑποθυμία. Λωτοῦ <lb/>πρίσματα καὶ ῥοῦ φύλλα καὶ
                        κυπαρίσσου ξηρῆς πρίσματα οἴνῳ δεύσας <lb/>μέλανι αὐστηρῷ, ὑποθυμιῇν.
                        Χαλβάνην, μάννην, ῥητίνην μύρῳ <lb/>δεύσας, ὑποθυμιῇν. Ἀἰγὸς κέρας καὶ
                        κηκίδα καὶ στέαρ ὑὸς κεδρίῃ <lb/>δεύσας, ὑποθυμία. Ὄνων τὴν ἐπὶ τῷ ποδὶ γῆν
                        ξύσας καὶ ὀνίδας <lb/>οἴνῳ μέλανι δεύσας, ὑποθυμιῇν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="104"><p>104. Κλυσμοί· μυρσίνης φύλλα καὶ δάφνης καὶ κισσοῦ ἐν ὕδατι <lb/>χλιερῷ
                        κλύζειν. Ῥοῦ φύλλα καὶ ῥοιῆς γλυκείης καὶ βάτου, ἐν μελικρήτῳ <lb/>ἀφεψῶν,
                        ἀποχέων, κλύζειν. Τῆς ἀκτῆς τὰ φύλλα καὶ τῆς <lb/>σχίνου ἀφεψῶν ὕδατι,
                        ἀποχέας, ἀκροχλίερον κλύζειν. Μαράθρου <lb/>ῥίζαν κόψας, ἐν ὕδατι ἀφεψῶν,
                        καὶ κράμβης, ἐπιχέας ἔλαιον, ἔπειτα <lb/>ἀποχέας, κλύζειν. Οἰνάνθην καὶ
                        κύπερον καὶ ἀσταφίδας ἀφεψῶν ἐν <lb/>μελικρήτῳ, κλύζειν. Μάλαγμά τι ἐν ὕδατι
                        ζέσας, ἀποχέας τὸ <lb/>ὕδωρ, ἀκροχλίερον κλύζειν. Κυπαρίσσου πρίσματα καὶ
                        ἀμάρακον <lb/>ἐν γλυκεῖ κεκρημένῳ ὕδατι ἀφεψῶν, κλύζειν. Ἕρπυλον καὶ
                        λευκοΐου <lb/>τὴν ῥίζαν ἀφεψῶν ἐν μελικρήτῳ, κλύζειν. Ὑπερικὸν καὶ σχῖνον
                        καὶ <lb/>κεδρίδας ἐν ὕδατι ἀφεψῶν, ἀκροχλίερον κλύζειν. Κηρίον καὶ βούτυρον
                        <lb/>καὶ ῥητίνην καὶ χηνὸς ἔλαιον ἐν ὕδατι ἀφεψῶν, κλύζειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="105"><p>105. Πυριήσεις· αἴρας φώξας καὶ καταλέσας, ἕψε ἐν ὀξυκράτῳ <pb n="420"/>
                        ἀκρητεστέρῳ· ὁκόταν δὲ ἑψήσῃς, ἐνδήσας ἐς ὀθόνιον, πυριῇν. Φακοὺς <lb/>φώξας
                        καὶ περιπτίσας, ποιήσας ἄλευρα χονδρότερα, ὕδατι ἀφεψήσας, <lb/>ἐνδήσας ἐς
                        ὀθόνιον, προστίθει. Ὀρόβους τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ποιέων, πυριῇν· ἀγαθὸν δὲ
                        καὶ ὁ ἐλελίσφακος τὸν αὐτὸν τρόπον γινόμενος. <lb/>Ἐλελίσφακον καὶ ὑπερικὸν
                        ἀφεψῶν ἐν ὕδατι, ἐν τῷ ἀφεψήματι <lb/>ἄχυρα κριθῶν ἑψήσας, ἐνδήσας ὀθονίῳ,
                        πυρία. Λωτοῦ πρίσματα <lb/>καὶ κυπαρίσσου ἀφεψῶν ἐν ἀσταφίδος ἀποβρέγματι,
                        ἐνδήσας ἐς <lb/>ὀθόνιον, πυρία. Ἐλαίης φύλλα καὶ μυρσίνης καὶ κισσοῦ καὶ
                        δάφνης <lb/>ἑψῶν ἐν ὕδατι, ἀποχέας τὸ ἀφέψημα, ἕψε ἐν αὐτέῳ ἄχυρα κριθῶν,
                        <lb/>ἔπειτα ἐνδήσας ἐς ὀθόνιον, πυρία. Κυπαρίσσου πρίσματα καὶ κέδρου
                        <lb/>καὶ πίτυρα κριθῶν, ὁμοῦ μίξας ἐν ἀποβρέγματι ἀσταφίδος, φυρήσας
                        <lb/>καὶ ποιήσας ἄρτον, ὀπτήσας, θερμὸν ἐς ῥάκος ἐνδήσας, πυρία.
                        <lb/>Λευκοΐου τὸν καρπὸν ἢ τὰς ῥίζας ἀφεψήσας ὕδατι, καὶ τῷ ὕδατι
                        <lb/>φυρήσας πίτυρα πυρῶν, ἄρτον ποιήσας, θερμὸν ἐς ῥάκος ἐνειλίξας,
                        <lb/>πυρία. Τὸν ἕρπυλον ἐν ὕδατι ἀφεψήσας, τῷ ἀφεψήματι πίτυρα πύρινα
                        <lb/>ἐμβαλὼν, τὸν αὐτὸν τρόπον πυρία. Πυριῇν δὲ καὶ σπόγγον <lb/>θερμαίνων
                        καὶ προστιθεὶς, καὶ εἰρίοισι μαλθακοῖσι, καὶ ῥάκεσιν <lb/>ἐρίοισι, καὶ
                        ὀστρακίνοισιν ἀγγείοισιν ὕδωρ ἐπιχέων, καὶ θυλακίοισι <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον,
                        καὶ τῶν ἀφεψημάτων ἐγχέων, πυριῇν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="106"><p>106. Καθαρτήριον· ἢν γυναῖκα μὴ δυναμένην τεκεῖν, κυῆσαι <lb/>θέλῃς ποιῆσαι,
                        σκέψασθαι χρὴ ἐν τοῖσι καταμηνίοισιν, ἤν τε χολώδης, <lb/>ἤν τε φλεγματώδης
                        ᾖ. Γνώσῃ δὲ τῷδε· πρότερον ψάμμον ἐμβαλὼν <lb/>ἐς τὸν ἥλιον λεπτὴν, ξηρὴν,
                        ὁκόταν τὰ καταμήνια γένηται, <pb n="422"/> ἐν τῷ ἡλίῳ, ἀποχέας τοῦ αἵματος,
                        ἔα ξηρανθῆναι· καὶ ἢν μὲν χολώδης <lb/>ᾖ, ἐπὶ τῇ ψάμμῳ ξηραινόμενον τὸ αἷμα
                        χλωρὸν γίνεται· ἢν <lb/>δὲ φλεγματώδης, οἷον μύξα. Τουτέων οὖν ὁκότερον ἂν
                        ᾖ, καθήρας <lb/>τὴν κοιλίην, ἤν τε ἄνω ἤν τε κάτω δοκέῃ σοι δεῖσθαι, εἶτα
                        διαλιπὼν <lb/>ἡμέρας ὀλίγας, τὰς ὑστέρας καθαίρειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="107"><p>107. Ὑστερέων πυρίαι· ἢν σκληραὶ ἔωσιν αἱ ὑστέραι καὶ μὴ <lb/>κυΐσκηται,
                        οἶνον ὡς ἥδιστον ἴσον κεράσας, ὡσεὶ τρία ἡμίχοα Ἀττικὰ, <lb/>καὶ μαράθρου
                        ῥίζας, καὶ τοῦ καρποῦ τοῦ μαράθρου τετάρτην <lb/>μοίρην, καὶ ῥοδίνου
                        ἀλείμματος ἡμικοτύλιον· ταῦτα ἐγχέας ἐς ἐχῖνον <lb/>καινὸν, καὶ τὸν οἶνον
                        ἐπιχέας, τοῦ δὲ ἐχίνου τρυπῆσαι τὸ ἐπίθεμα, <lb/>καὶ ἐνθέντα κάλαμον πυριῇν·
                        τὸν δὲ κάλαμον σὺν τῷ ἐπιθέματι <lb/>ἀφαιρέεσθαι· ἢν γὰρ ἄνευ τοῦ ἐπιθέματος
                        ἀφαιρέηται, <lb/>καυθήσεται. Ἐπὴν δὲ πυριήσηται, τὴν σκίλλην προστίθεσθαι,
                        ὡς <lb/>κάτω γέγραπται· προστίθεσθαι δὲ ἔστ’ ἂν φῇ μαλακὸν εἶναι τὸ
                        <lb/>στόμα καὶ εὐρύ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="108"><p>108. Καὶ ἢν ἑλκωθῇ καὶ φλύκταιναι ὦσιν ἐν τῇ καθάρσει, ἢν μὲν <lb/>ἄκρα τὰ
                        χείλεα ἑλκωθῇ, ἄνισον καὶ χήνειον ἔλαιον ἐν ῥοδίνῳ ἐλαίῳ <lb/>τρίψας, ἐς
                        εἰρίον ἐνειλίξας, σάκα βοὸς λαβὼν παχυτέρην τοῦ μεγάλου <lb/>δακτύλου τοῦ
                        ποδὸς, μῆκος δὲ ἓξ δακτύλων, χρίσας τῷ φαρμάκῳ, <lb/>περιελίξας τῷ εἰρίῳ, τὸ
                        φάρμακον ἀνασπογγίσας, τὸ ἔσχατον <lb/>τῆς σαρκὸς, ὃ μέλλει ἔξω εἶναι·, λίνῳ
                        δήσας, ἔνθες τὸ ψιλὸν τῆς <lb/>σαρκὸς ἐς τὰς μήτρας, οὗ ἂν τὸ ἔλκος ᾖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="109"><p>109. Γυναικεῖα καθαρτήρια· ἢν μὴ πορεύηται ἡ κάθαρσις, λαβὼν <lb/>σικύης
                        ἐντεριώνην ὅσον τριώβολον καὶ ἀρτεμισίην ποίην καὶ <pb n="424"/> λιβανωτοῦ
                        ὀβολὸν, τρίψας, ἐν μέλιτι μίξας, ἐς εἰρίον ἐνελίξας, πρόσθες <lb/>πρὸς τὸ
                        στόμα τῆς μήτρης, τῆς ἡμέρης πεντάκις τοῦτο ποιῶν. <lb/>Τὸ ἀμπέλιον τρίβων
                        χλωρὸν ἐν μέλιτι, καὶ ἐς εἰρίον ἐνελίξας, προστιθέναι <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον.
                        Τῆς κυπαρίσσου τὸν καρπὸν καὶ σικυώνης <lb/>ἐντεριώνην καὶ λιβανωτὸν τρίψας
                        ἐν τῷ αὐτῷ, ῥοδίνῳ μύρῳ <lb/>διεὶς καὶ μέλιτι, ἐνελίξας ἐν εἰρίῳ, πρόσθες
                        τὸν αὐτὸν τρόπον. Τῆς <lb/>κυπαρίσσου τὸν καρπὸν καὶ λιβανωτὸν τρίψας ἐν τῷ
                        αὐτῷ, ῥοδίνῳ <lb/>μύρῳ διεὶς καὶ μέλιτι, ἐνελίξας ἐν εἰρίῳ, πρόσθες.
                        Ἀβρότονον ὅσον <lb/>τριώβολον τρίψας ἐν μέλιτι, ἐς εἰρίον ἐνελίξας,
                        προστίθει. Ἐλατηρίου <lb/>ὀβολὸν καὶ σμύρνης ὀβολὸν τρίψας, καὶ μέλιτι ἐς
                        εἰρίον ἐνελίξας, <lb/>προστίθει. Ἢν γυνὴ μὴ κυΐσκηται, καθαρτήριον· ταύρου
                        οὖρον <lb/>ξυλλέξαι ὅσον τρεῖς κοτύλας, ἔπειτα λαβὼν ἀρτεμισίην ποίην ἢ
                        <lb/>παρθένιον ἢ ἀδίαντον καὶ δάφνην χλωρὴν καὶ κέδρου πρίσματα, κόψον
                        <lb/>λεῖα ἐν ὅλμῳ, εἶτα ὀρύξας βόθρον, ἐγκαύσας τε ἄνθρακας, καὶ
                        <lb/>ἐπιθεὶς χύτραν, ἔγχεον τὸ οὖρον τοῦ ταύρου, καὶ ἔμβαλε τὰ κεκομμένα
                        <lb/>ἐν τῷ ὅλμῳ· ἔπειτα περιθεὶς δίφρον, ἐπίθες τῆς ἀρτεμισίης <lb/>ποίης, ἢ
                        ὕσσωπον, ἢ ὀρίγανον· εἶτα ἐπικαθίσας τὴν γυναῖκα, πυρίησον <lb/>ἕως ἂν
                        ἱδρώσῃ· ὅταν δὲ ἱδρώσῃ, λοῦσαι θερμῷ· ἐς δὲ τὸ <lb/>λουτρὸν ἐμβαλεῖν τὴν
                        ἀρτεμισίην καὶ δάφνην· εἶτα πρόσθετον ποιῆσαι <lb/>ἢ ἀρτεμισίην, ἢ βόλβιον
                        ἐν οἴνῳ λευκῷ τρίψας, εἰρίῳ ἐνειλίξας, <lb/>προστιθέτω· ταῦτα ποιέειν ἐφ’
                        ἡμέρας τρεῖς· εἶτα κοιμάσθω παρὰ <lb/>ἀνδρί. Προσθετὸν κυητήριον· ἐκ νίτρου
                        καὶ λιβανωτοῦ βάλανον <lb/>ποιήσας ἐν μέλιτι πρόσθες. Προσθετὸν καθαρτήριον
                        μαλθακτικόν· <pb n="426"/> ἰσχάδα λαβὼν, ἐψήσας, ἕως ἂν τὰς κεγχραμίδας
                        ἀποβάλῃ, τοῦτο <lb/>ἀποπιέσας, τρίψας ὡς λειότατον, προσθέσθω ἐν εἰρίῳ καὶ
                        ῥοδίνῳ <lb/>μύρῳ. Ἕτερον δριμύτερον· κράμβης, πηγάνου, ἑκάτερον ἴσον τρίψας,
                        <lb/>χρῶ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἕτερον προσθετὸν μαλθακόν τε καὶ
                        <lb/>καθαρτήριον· χηνὸς μυελὸν ἢ βοὸς ἢ ἐλάφου, ὅσον κύαμον, παραχέοντα
                        <lb/>μύρου ῥοδίνου καὶ γάλα γυναικὸς, τρίβειν ὥσπερ τὸ μαλθακὸν
                        <lb/>φάρμακον τρίβεται· εἶτα ὑπαλείφειν ἐκ τούτου τὸ στόμα τῆς <lb/>μήτρης.
                        Ἕτερον χλιερὸν καθαρτήριον· χηνὸς. μυελὸν ὅσον κάρυον, <lb/>ῥητίνης σχινίνης
                        ἢ τερεβινθίνης ὅσον κάρυον, ταῦτα τήξας ἐν μύρῳ <lb/>ῥοδίνῳ ἐπὶ πυρὸς
                        μαλθακοῦ, καὶ ποιήσας ὥσπερ κηρωτὴν, εἶτα <lb/>τουτέῳ χλιερῷ ἐναλείφειν τὸ
                        στόμα τῆς μήτρης, καὶ τὸν κτένα <lb/>καταβρέχειν. Γλυκυσίδης κόκκους τοὺς
                        ἐρυθροὺς τρεῖς ἢ τέσσαρας, <lb/>τουτέους τρίβοντα ἐν οἴνῳ, δοῦναι πιεῖν· ἢν
                        δὲ μᾶλλον <lb/>κατασπάσαι θέλῃς, τῶν μελάνων τῆς γλυκυσίδης τρίψας τὸν
                        <lb/>αὐτὸν τρόπον, δὸς πιεῖν. Ἕτερον καθαρτήριον καὶ κατασπαστικόν·
                        <lb/>δαφνίδας εἴκοσι τὰς πλείστας καὶ σεσέλιος ἥμισυ ὀξυβάφου τρίψας
                        <lb/>μετὰ οἴνου πινέτω. Ταύρου χολὴν ὅσον τρία ἡμιωβόλια Ἀττικὰ <lb/>τρίψας,
                        ἐν οἴνῳ δοῦναι πιεῖν νήστει, καὶ περιπλάσσων καταπότια <lb/>δίδου. Ἄλευρον
                        σιτάνιον, σμύρνης ὅσον τριώβολον, κρόκου τὸ ἴσον, <lb/>καστορίου ὀβολὸν,
                        ταῦτα τρίψας ἐν· μύρῳ ῥοδίνῳ, προστιθέσθω. <lb/>Ἕτερον καθαρτήριον· κνίδης
                        καρπὸν καὶ μαλάχης χυλὸν ἐν στέατι <lb/>χηνὸς τρίψαντα προσθεῖναι. Ἢν μὴ
                        καθαρθῇ, τῆς πάλης τοῦ ἐκτόμου <pb n="428"/> ὅσον τοῖς τρισὶ δακτύλοις
                        ἑψήσας μέλιτι, ἐγχέαι, καὶ συμπλάσαι <lb/>τὴν πάλην, καὶ δοῦναι πιεῖν.
                        Ὑστέρης ἀναστομωτήριον τὸ <lb/>αὐτὸ καὶ καθαρτικόν· κανθαρίδας τρῖβε πέντε,
                        ὄξος λευκὸν παραχέων, <lb/>καὶ μὴ ὑγρὸν πάνυ ποίει, ἀλλ’ ὡς ἐκμάσσεσθαι
                        δάκτυλον· <lb/>λαβὼν δὲ σύκου λευκοῦ πίονος, ἄνευ τῶν κεγχραμίδων καὶ τοῦ
                        δέρματος, <lb/>διπλάσιον ξυμμίξας μέρος τῆς κανθαρίδος, λεῖον ποιήσας,
                        <lb/>εἰρίῳ λεπτῷ καθελίξας, προσθέσθω. Καθαρτήριον· ἢν ἐκ τόκου μὴ
                        <lb/>καθαρθῇ, τοῦ τριφύλλου ἐν οἴνῳ λευκῷ πίνειν· τοῦτο δὲ καὶ τὰ καταμήνια
                        <lb/>καταῤῥήγνυσι καὶ ἔμβρυον ἐκβάλλει. Μητρέων καθαρτήριον· <lb/>ὁκόταν
                        παιδίου ἐναποθανόντος αἷμα ἐμμείνῃ, κολοκύνθην ἀγρίην τρίψας <lb/>ἐν μέλιτι,
                        λειχέτω ἢ προστιθέσθω. Αἵματος καθαρτικὸν, αἷμα <lb/>ἐξελάσαι ἐκ μητρέων·
                        λευκοΐου καρπὸν τρίβων λεῖον, οἴνῳ διεὶς, <lb/>διδόναι πίνειν. Αἷμα ὡσαύτως
                        ἐξελάσεις ἐκ μητρέων· ῥοῦ τὸν καρπὸν, <lb/>ὁκόταν ἐρυθρὸς ᾖ, τρίβων κόκκους
                        τριήκοντα χλωροὺς καὶ κυνὸς <lb/>ῥόδα ἐρυθρὰ, περιλέγων τὸ ἐρυθρὸν, διδόναι
                        πίνειν ἐν οἴνῳ, ἔστ’ ἂν <lb/>τὸ αἷμα ῥαγῇ. Προσθετὸν καθαρτήριον· ἢν τὰ
                        γυναικεῖα μὴ φαίνηται, <lb/>στύρακα καὶ ὀρίγανον τρίψας λεῖα καὶ ξυμμίξας,
                        ἐπίχεον <lb/>χηνὸς ἔλαιον, ἔπειτα προστιθέσθω. Προσθετὸν καθαρτικὸν, ὥστε
                        <lb/>μήτρας ἐκκαθαίρειν καὶ κενοῦν· ἀψινθίου ῥίζαν τρίψας λείην, καὶ
                        <lb/>περιμίξας μέλι, προσθεῖναι σὺν ἐλαίῳ. Προσθετὰ ὑστερέων καθαρτικὰ,
                        <lb/>ἀναστομωτήρια, καὶ ὕδωρ ἄγοντα· σκίλλης ὅσον ἑξαδάκτυλον <pb n="430"/>
                        τὸ μῆκος, πάχος δὲ ὡς ὁ μικρὸς δάκτυλος, τουτέου περιξύσας ὅσον <lb/>δύο
                        δακτύλους, λεῖον ποιήσας, καθελίξας τὸ λοιπὸν ἐν εἰρίῳ ῥυπαρῷ, <lb/>καὶ τὸ
                        μὲν ἀπεξεσμένον πρὸς τὸ στόμα τῶν ὑστερέων ἐῇν <lb/>προσκεῖσθαι ἡμέρην καὶ
                        εὐφρόνην· λουσαμένη δὲ καὶ ἀφαιρεομένη, <lb/>διανιζέσθω ὕδατι εὐώδει.
                        Καθαρτικὸν μαλθακὸν, ὅπερ ὕδωρ ἄγει <lb/>καὶ φλέγματα, χλωρά τε καὶ ὕφαιμα
                        καταμήνια κατασπᾷ, ἢν μὴ <lb/>πολυχρόνια ᾗ, καὶ τὸ στόμα μαλθάσσει· μύρον
                        ναρκίσσινον, κύμινον <lb/>ὃ ἐσθίομεν, σμύρναν τε καὶ λιβανωτὸν, ἀψίνθιον,
                        κυπάρισσον, <lb/>ἅλας, ῥόδινον ἄλειφα, τῶν μὲν ἄλλων χοῦν ἑκάστων, τοῦ δὲ
                        ναρκισσίνου <lb/>τέσσαρας μοίρας, ἐπικτένιον ὠμόλινον ξυμμίξας, ἅπαντα
                        <lb/>τρίψας, ποιήσας βάλανον, περὶ τῷ πτερῷ ῥάκος λεπτὸν περιθεὶς,
                        <lb/>καταδῆσαι καὶ ἐμβάψαι ἐς ἄλειφα λευκὸν Αἰγύπτιον, προσθεῖναι, <lb/>καὶ
                        ἐῇν ὅλην ἡμέρην προσκεῖσθαι· εἶτα λουσαμένη καὶ ἀφαιρευμένη <lb/>διανιζέσθω
                        ἐν ὕδατι εὐώδει. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>