<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΗΣ ΦΥΣΙΟΣ.</head><p>1. Περὶ δὲ τῆς γυναικείης φύσιος καὶ νοσημάτων τάδε λέγω· μέλιστα <lb/>μὲν τὸ
                        θεῖον ἐν τοῖσιν ἀνθρώποισιν αἴτιον εἶναι· ἔπειτα αἱ <lb/>φύσιες τῶν γυναικῶν
                        καὶ χροιαί· αἱ μὲν γὰρ ὑπέρλευκοι, ὑγρότεραί <lb/>τε καὶ ῥοωδέστεραι, αἱ δὲ
                        μέλαιναι σκληρότεραί τε καὶ στρυφνότεραι, <lb/>αἱ δὲ οἰνωπαὶ μέσον τι
                        ἀμφοτέρων ἔχουσιν. Οὕτω δὲ καὶ περὶ <lb/>τῶν ἡλικιῶν ξυμβαίνει· αἱ μὲν νέαι
                        ὑγρότεραι καὶ πολύαιμοι ὡς <lb/>ἐπιτοπουλὺ, αἱ δὲ πρεσβύτιδες ξηρότεραι καὶ
                        ὀλίγαιμοι, αἱ δὲ μέσαι <lb/>μέσον τι ἀμφοτέρων ἔχουσιν. Δεῖ δὲ τὸν ὀρθῶς
                        ταῦτα χειρίζοντα <lb/>πρῶτον μὲν ἐκ τῶν θείων ἄρχεσθαι, ἔπειτα διαγινώσκειν
                        τάς τε <lb/>φύσιας τῶν γυναικῶν καὶ τὰς ἡλικίας καὶ τὰς ὥρας καὶ τοὺς τόπους
                        <lb/>οὗ ἂν ᾖ· οἱ μὲν γὰρ τῶν τόπων ψυχροὶ, ῥοώδεες, οἱ δὲ θερμοὶ, ξηροὶ
                        <lb/>καὶ στάσιμοί εἰσιν. Ἄρχομαι δὲ διδάσκων ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ κατὰ <lb/>φύσιν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἢν ὕδερος ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐγγένηται, τὰ ἐπιμήνια ἐλάσσω <lb/>καὶ κακίω
                        γίνεται, ἔπειτα ἐξαπίνης ἐκλείπει, καὶ ἡ γαστὴρ ἐπανοιδέει, <lb/>καὶ οἱ
                        μαζοὶ ξηροὶ γίνονται, καὶ τἄλλα πονήρως ἔχει, καὶ <lb/>δοκέει ἐν γαστρὶ
                        ἔχειν, καὶ τουτέοισι γνώσῃ ὅτι ὑδεραίνει. Σημαίνει <lb/>δὲ καὶ ἐν τῷ στόματι
                        τῶν ὑστερέων· ψαυούσῃ γὰρ ἰσχνὸν φαίνεται. <lb/>Καὶ πῦρ καὶ ὕδωρ αὐτὴν
                        λαμβάνει· ὁκόσῳ δ’ ἂν ὁ χρόνος πλείων <lb/>γίνηται, ὀδύνη τὴν νειαίρην
                        γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας <lb/>ἴσχει. Αὕτη ἡ νοῦσος ἐκ τρωσμοῦ
                        μάλιστα γίνεται, προσγίνεται δὲ <pb n="314"/> καὶ ἐξ ἄλλων. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ,
                        λούειν χρὴ θερμῷ, καὶ χλιάσματα <lb/>προστιθέναι, ᾗ ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· φάρμακον
                        χρὴ πῖσαι, κάτω· μετὰ <lb/>δὲ τὸ φάρμακον πυριῇν ἐν τῷ βολβίτῳ τὰς ὑστέρας,
                        ἔπειτα προσθεῖναι <lb/>τὸ ξὺν τῇ κανθαρίδι, διαλιπὼν δὲ ἡμέρας τρεῖς τὸ ξὺν
                        τῇ χολῇ· <lb/>μίαν δὲ διαλιπὼν τρεῖς ἡμέρας κλυσάτω ἐν τῷ ὄξει. Καὶ ἢν μὲν ἡ
                        <lb/>γαστὴρ γίνηται λαπαρὴ καὶ οἱ πυρετοὶ πεπαυμένοι ἔωσι καὶ τὰ
                        <lb/>ἐπιμήνια ἐπιγένηται, τῷ ἀνδρὶ ξυγκοιμάσθω· ἢν δὲ μὴ, αὖθις τὰ <lb/>αὐτὰ
                        ποιέειν, ἔστ’ ἂν γένηται τὰ ἐπιμἥνια, καὶ ἐνίοις προσθετοῖς <lb/>χρήσθω·
                        μεταξὺ δὲ ἡμέρας πινέτω τοῦ κρήθμου τὸν φλοιὸν καὶ γλυκυσἱδης <lb/>τοὺς
                        μέλανας κόκκους, καὶ τῆς ἀκτῆς τὸν καρπὸν ἐν οἴνῳ <lb/>νῆστις, καὶ τὴν
                        λινόζωστιν ἐσθιέτω ὡς πλείστην, καὶ σκόροδα ἑφθὰ <lb/>καὶ ὠμὰ, καὶ σιτίοισι
                        μαλθακοῖσι χρήσθω καὶ τοῖσι πουλύποσι καὶ <lb/>τοῖσιν ἄλλοισι μαλακίοισιν·
                        ἢν δὲ τέκῃ, ὑγιὴς γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἢν αἱ μῆτραι πρὸς τὸ ἧπαρ ἔλθωσιν, ἄφωνος ἐξαπίνης γίνεται, <lb/>καὶ τοὺς
                        ὀδόντας ξυνερείδει, καὶ ἡ χροιὴ μέλαινα γίνεται· <lb/>ἐξαπίνης δὲ ταῦτα
                        πάσχει, ὑγιὴς ἐοῦσα· γίνεται δὲ τὸ τοιοῦτον πάθος <lb/>παρθένοισι μάλιστα
                        παλαιῇσιν ἐούσῃσι καὶ χήρῃσιν, αἳ νέαι <lb/>ἐοῦσαι καὶ τοκήεσσαι χηῤεύουσιν.
                        Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, τῇ χειρὶ πρώσας <lb/>κάτω ἆπὸ τοῦ ἥπὰτος ἀποδῆσαι ταινίῃ ὑπὸ
                        τὰ ὑποχόνδρια, καὶ <lb/>τὸ στόμα διάγων οἶνον εὐωδέστατον ἐγχέαι, καὶ
                        προσέχειν πρὸς τὰς <lb/>ῥῖνας καὶ ὑποθυμιῇν τὰ κακώδεα, ὑπὸ δὲ τὰς ὑστέρας
                        τὰ εὐώδεα· <lb/>ἐπὴν δὲ καταφρονήσῇ, πῖσαι φάρμακον κάτω, καὶ μεταπῖσαι γάλα
                            <pb n="316"/> ὄνου, ἔπειτα πυριῆσαι τὰς ὑστέρας εὐώδεσι, καὶ προστιθέναι
                        τὸ ξὺν <lb/>τῇ βουπρήστει, τῇ δὲ ὑστεραίῃ νέτωπον· διαλιπὼν δὲ δύο ἡμέρας
                        <lb/>κλύσαι τὰς ὑστέρας εὐώδεσι· τῇ δὲ ὑστεραίῃ προσθεῖναι τὴν γλήχωνα·
                        <lb/>διαλιπὼν δὲ μίην ἡμέρην, θυμιῆσαι τοῖσιν ἀρώμασι. Ταῦτα <lb/>ποιέειν
                        τὴν χήρην, ἄριστον δ’ ἐν γαστρὶ σχεῖν· τὴν δὲ παρθένον πείθειν
                        <lb/>ξυνοικῆσαι ἀνδρί· πρὸς δὲ τὰς ὑστέρας προσφέρειν μηδὲν, μηδὲ <lb/>τὸ
                        φάρμακον πίνειν, κόνυζαν δὲ καὶ καστόριον διδόναι ἐν οἴνῳ νήστει, <lb/>καὶ
                        τὴν κεφαλὴν μὴ ἀλειφέσθω εὐώδεσι, μηδὲ ὀσφραινέσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἢν προέλθωσιν αἱ μῆτραι καὶ ἐξέλθωσιν ἔξω, πῦρ ἔχει μάλιστα <lb/>τὰ αἰδοῖα
                        καὶ τὴν ἕδρην, καὶ τὸ οὖρον στάζει κατ’ ὀλίγον καὶ <lb/>δάκνεται· ταῦτα
                        πάσχει, ἢν ἐκ τόκου ἐοῦσα τῷ ἀνδρὶ ξυγκοιμηθῇ. <lb/>Ὁκόταν δὲ οὕτως ἔχῃ,
                        μύρτα καὶ λωτοῦ πρίσματα ἑψήσας ἐν ὕδατι, <lb/>καταθεὶς ἐς τὴν αἰθρίην,
                        προσχείσθω ὡς ψυχρότατον πρὸς τὰ αἰδοῖα, <lb/>καὶ τρίβων λεῖα προσπλάσσειν·
                        ἔπειτα πίνουσα ὕδωρ φακῶν καὶ <lb/>μέλι καὶ ὄξος, ἕως ἂν μεταρθῶσιν αἱ
                        ὑστέραι, ἐμείτω, καὶ τὴν κλίνην <lb/>πρὸς ποδῶν ὑψηλοτέρην κεῖσθαι, καὶ
                        ὑποθυμιῇν ὑπὸ τὰ αἰδοῖα <lb/>τὰ εὐώδεα καὶ ὑπὸ τὰς ῥῖνας τὰ κακώδεα·
                        σιτίοισι δὲ χρήσθω ὡς <lb/>μαλθακωτάτοισι καὶ ψυχροῖσι, καὶ τὸν οἶνον ὑδαρέα
                        πινέτω λευκόν· <lb/>μὴ λουέσθω δὲ μηδὲ μετ’ ἀνδρὸς συγκοιμάσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἢν δὲ παντάπασιν ἐκ τῶν αἰδοίων ἐκπέσωσιν, ἐκκρήμναται <lb/>ὥσπερ ὄσχη,
                        καὶ ὀδύνη λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας, <pb n="318"/> καὶ
                        ὁκόταν ὁ χρόνος ἐγγένηται, οὐ θέλουσιν ἐς χώρην ἰέναι· ἡ δὲ <lb/>νοῦσος
                        λαμβάνει ὁκόταν ἐκ τόκου ἐοῦσα πονήσῃ τὰς ὑστέρας ἢ τῷ <lb/>ἀνδρὶ ἐν τῷ
                        λοχίῳ ξυγκοιμηθῇ. Ὁκόταν δὲ οὗτως ἔχῃ, ψύγματα <lb/>χρὴ προστιθέναι πρὸς τὰ
                        αἰδοῖα, καὶ τὸ ἔξω ἐὸν ἀποκαθήρας, σίδην <lb/>ἐν οἶνῳ μέλανι ἐψήσας, τούτῳ
                        περιπλύνας, εἷσω ἀπωθέειν, εἶτα μέλι <lb/>καὶ ῥητίνην μίξας ἐγχεῖν καὶ
                        κατακείσθω ὁπτίη καὶ ἄνω τοὺς πάδας <lb/>ἔχουσα ἐκτειναμένη· ἔπειτα σπόγγους
                        ἐπιθεὶς ἀναδῆσαι ἐκ τίον <lb/>ἰξύων· ὁκόταν δὲ οὕτως ἔχῃ, σίτων μὲν
                        ἀπεχέσθω, ποτῷ· δὲ ὡς ἐλαχίοτῳ <lb/>χρήσθω, μέχρις ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσι·
                        καὶ ἢν μὲν οὖτως <lb/>ἐθέλωσιν ἐὀιέναι· ἢν δὲ μὴ, ἄκρας περιξέσας καὶ
                        θερμήνας, <lb/>περιπλύνας τε καὶ χρίσας, καὶ δήσας τὴν γυναῖκα πρὸς κλίμακα,
                        <lb/>κρούειν, τὴν κλίμακα κατὰ κεφαλῆς, καὶ τῇ χειρὶ ἐσωθεῖν τὰς ὑστέρας,
                        <lb/>ἔπειτα ξυνὃῆσαι αὐτῆς τὰ σκέλεα ἐπαλλὰξ, καὶ ἐᾷν ἡμέρην <lb/>καὶ νύκτα
                        οὕτω, καὶ διδόναι ὀλίγον χυλὸν πτισάνης ψυχρὸν, ἄλλο <lb/>δὲ μηδέν· τῇ δὲ
                        αὔριον κατακλίνας, ἐπὶ τὸ ἰσχίον σικύην προσβάλλειν <lb/>ὡς μεγίστην καὶ ἐᾷν
                        χρόνον πουλὺν ἕλκειν· ἐπὴν δὲ ἀφέλῃς, μὴ <lb/>ἀποσχάζειν, ἀλλὰ κατακλίνας
                        ἔα. Καὶ μὴ πρόσφερε ἄλλο ἢ τὸν χυλὸν, <lb/>ἕως ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν· ἢν
                        δὲ διψῇ; ὕδωρ δίδου ψυχρὸν <lb/>ὡς ἐλάχιστον· ἐπὴν δὲ αἱ ἑπτὰ ἡμέραι
                        παρέλθωσι, σιτίοισιν <lb/>ὡς μαλθακωτάτοισι καὶ ἐλαχίστοισι χρεέσθω. Ἢν δὲ
                        ἀποπατῆσαι <lb/>θέλῃ, ἀνακειμένη ἀποπατείτω, ἕως ἂν τεσσαράκοντα ἡμέραι
                        παρέλθωσιν· <lb/>ἔπειτα ἀνιστάσθω καὶ περιχωρείτω ὡς ἐλάχιστα, καὶ μὴ
                        <lb/>λουέσθω, καὶ ὑποθυμιήσθω τοῖσι κακῴδεσι, καὶ ἐσθιέτω ὀλίγα. </p></div><pb n="320"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν αἱ μῆτραι ἅψωνται, πρόσκεινται, καὶ ἢν ἅψῃ, ὄψει <lb/>σκληρὸν ὑπὸ τὸν
                        κενεῶνα, καὶ ὀδύνη λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα <lb/>καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ
                        τὰς ἰξύας, καὶ ἐς τὸ σκέλος ὀδύνη ἐμπίπτει <lb/>καὶ ἐκτείνειν οὐ δύνανται·
                        πολλάκις δὲ καὶ ἐκπυΐσκονται ἔμμοτοι <lb/>γενόμεναι, καὶ ῥεόμεναι
                        ἀποθνήσκουσιν, ἢν μὴ καύσῃς ἢ τάμῃς. <lb/>Ὁκόταν δὲ ὧδε ἔχῃ, φάρμακον χρὴ
                        πῖσαι κάτω, καὶ λούειν πολλῷ <lb/>θερμῷ καὶ πυριῇν, καὶ ὁκόταν νεόλουτος ᾖ ἢ
                        νεοπυρίητος, κελεύειν <lb/>παραφάσσουσαν ἀφέλκειν τὸ στόμα τῶν ὑστερέων,
                        ὑποθυμιῇν καλωνίην <lb/>σμύρναν ῥόδινον περιχέων. Πινέτω δὲ γλυκυσίδης
                        κόκκους <lb/>πέντε τοὺς μέλανας, τοῦ καστορίου ξυμμίσγων ἐν οἴνῳ εὐώδει, καὶ
                        <lb/>κατακείσθω ἐπὶ τοῦ ὑγιέος ἰσχίου, καὶ προσθέσθω βάκκαριν ἢ λευκὸν
                        <lb/>ἔλαιον πρὸς τὸ ὑγιὲς ἰσχίον, καὶ ἐσθιέτω σκόροδα πλεῖστα καὶ <lb/>ὠμὰ
                        καὶ ἑφθὰ, καὶ τὸν χυλὸν ῥοφείτω, καὶ σιτίοισι μαλθακοῖσι <lb/>χρήσθω. Ἐπὴν
                        δὲ ἡ ὀδύνη παύσηται, ἀπάξεις ἐπὶ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον· <lb/>ἔπειτα πυριῇν τῷ
                        οὔρῳ, περιπάσσοντα τῆς δάφνης, καὶ ἐκ τῆς πυρίης <lb/>προστιθέναι τὴν
                        κυκλάμινον· τῇ δὲ ὑστεραίῃ λουσαμένη ὑποθυμιήσθω <lb/>τοῖσιν ἀρώμασι.
                        Μάλιστα δὲ ἐκ ταύτης ἄτεκνοι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὑποπτυχθῇ τὸ στόμα τῶν μητρέων, τὰ ἐπιμήνια οὐκ ἔτι <lb/>γίνεται· ἢν δὲ
                        ἐγγένηται, ὀλίγα καὶ πονηρά· καὶ τῷ ἀνδρὶ ὁκόταν <lb/>ξυνίῃ, ἀλγέει, καὶ
                        ὀδύνη τὴν νειαίρην γαστέρα ἴσχει καὶ τὰς ἰξύας, <lb/>καὶ ἢν ἀφάσσῃ τῷ
                        δακτύλῳ καὶ σκέπτηται τὸ στόμα, οὐ δῆλόν <pb n="322"/> ἐστιν. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, πυριῆσθαι τῷ ἀνθρωπίνῳ οὔρῳ· ἐπὴν δὲ πυριήσηται, <lb/>λουσάσθω ἀπὸ τοῦ
                        φακίου· ἔπειτα λουσαμένη πυριήσθω <lb/>τῷ Αἰγυπτίῳ μύρῳ τὰς ὑστέρας, καὶ ἢν
                        ἐς τὰς ῥῖνας ἀνέλθῃ ἡ ὀδμὴ, <lb/>ἐλπὶς αὐτὴν ὑγιέα γενέσθαι. Καὶ ὁκόταν
                        μέλλῃ καθεύδειν, προσθέσθω <lb/>τὸ Αἰγύπτιον ἔλαιον ἐν εἰρίῳ· τῇ δὲ αὔριον
                        σκέψασθαι, εἴ τι μᾶλλον <lb/>ὤρθωνται· ἔπειτα πυριῇν εὐώδεσι καὶ προστιθέναι
                        ἃ μὴ δήξεται <lb/>καθαρτήρια, καὶ μετακλύζειν μετὰ τὰ προσθετὰ, ἴσον τὸ ὄξος
                        μίσγων· <lb/>ὅταν δὲ τὰ ἐπιμήνια ἐγγένηται, ἐκνηστεύσασα καὶ ἀλουτήσασα
                        <lb/>καὶ θυμιησαμένη τῷ ἀνδρὶ συνέστω. Μάλιστα δὲ ἐκ ταύτης <lb/>τῆς νούσου
                        ἄφοροι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν αἱ μῆτραι πρὸς τὸ ἰσχίον ἐκθέωσι, τά τε ἐμμήνια οὐκ <lb/>ἐγγίνεται, καὶ
                        ὀδύνη ἐς τὴν νειαίρην γαστέρα φοιτᾷ καὶ ἐς τὸν κενεῶνα, <lb/>καὶ ἢν ἅψῃ τῷ
                        δακτύλῳ, ὄψει τὸ στόμα πρὸς τῷ ἰσχίῳ. <lb/>Ὅταν ὧδε ἔχῃ, λούειν θερμῷ, καὶ
                        σκόροδα διδόναι ἐσθίειν ὡς <lb/>πλεῖστα, καὶ γάλα ὄϊος πινέτω ἄκρητον,
                        ἐπειδὰν κατατρώξῃ· ἔπειτα <lb/>πυριήσας δοῦναι φάρμακον κάτω· ἐπειδὰν δὲ
                        καθαρθῇ, αὖθις πυριῇν <lb/>τὰς ὑστέρας, τὸ μάραθρον καὶ τὸ ἀψίνθιον
                        ξυμμίσγοντα· ἐπὴν δὲ <lb/>νεοπυρίητος ᾖ, ἀφέλκειν τὸ στόμα τῷ δακτύλῳ·
                        ἔπειτα προσθεῖναι <lb/>τὴν σκίλλην, μετὰ δὲ τοῦτο ξὺν τῷ ναρκισσίνῳ
                        διαλιπών· ἢν δέ σοι <lb/>δοκέῃ κεκαθάρθαι, νέτωπον προσθέσθαι· τῇ δ’
                        ὑστεραίῃ ῥόδινον μύρον· <lb/>παύσασθαι δὲ προσθεμένη τῇ προτέρῃ τῶν
                        ἐπιμηνίων· ἄρχεσθαι <lb/>δὲ τῇ αὔριον, ἐπὴν ἀπολίπῃ. Ἐν δὲ τοῖσιν
                        ἐπιμηνίοισιν ἢν μὲν τὸ <pb n="324"/> αἷμα καταῤῥαγῇ· εἰ δὲ μὴ, πῖνέτω
                        κανθαρίδας τέσσαρας, ἀποκολούσασα <lb/>τοὺς πόδας καὶ τὰ πτερὰ καὶ τὴν
                        κεφαλὴν, καὶ γλυκυσίδης <lb/>κόκκους πέντε τοὺς μέλανας, καὶ σηπίης ὠὰ,
                        σπέρμα σελίνου ὀλίγον <lb/>ἐν οἴνῳ· καὶ ἢν ὀδύνη, ἔνῃ καὶ ἢν στραγγουρίη
                        ἔχῃ, ἐν ὕδατι <lb/>θερμῷ καθήσθω, καὶ πινέτω μελίκρητον ὑδαρές· ἢν δὲ μὴ
                        καθαρθῇ <lb/>ὑπὸ τοῦ πρώτου, αὖθις πινέτω, ἔστ’ ἂν γένηται· ἐπὴν δὲ γένηται,
                        <lb/>ἀσιτήσασα ξυνέστω τῷ ἀνδρί· ἐν δὲ τῇ καθάρσει τὴν λινόζωστιν
                        <lb/>ἐσθιέτω, καὶ πουλύποδας ἑφθοὺς, καὶ σιτίοισι μαλθακοῖσι χρεέσθω.
                        <lb/>Τῆς δὲ νούσου ἀπαλλάσσεται ἢν ἐν γαστρὶ σχῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν ἐκ τόκου μὴ καθαρθῇ, οἰδέει ἡ γαστὴρ καὶ τὰ σκέλεα, <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ
                        ὀδύνη τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας. ἔχει· ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ πρὸς τὰ
                        σπλάγχνα ἀνέρχεται, καὶ λειποψυχέει· ταῦτα <lb/>πάσχει ἀρχομένης τῆς νούσου·
                        ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, τὰ κύλα <lb/>τοῦ προσῴπου ἐξερυθριᾷ. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, πυριήσας τὰς ὑστέρας <lb/>προσθεῖναι τὴν κυκλάμινον· πινέτω δὲ τὸ ξὺν
                        τῇ δᾳδὶ, ἔστ’ ἂν τὸ <lb/>ῥεῦμα κινηθῇ· ἐσαλείφειν δὲ ἐς τὸ στόμα τῶν
                        ὑστερέων στέαρ χήνειον <lb/>καὶ σμύρναν καὶ ῥητίνην χλιερὴν, καὶ ἐμπλασσέσθω
                        ὡς μάλιστα, <lb/>καὶ πρὸ τοῦ σιτίου ἐσθιέτω ἑψοῦσα τὴν λινόζωστιν, καὶ
                        σκόροδα, <lb/>καὶ πράσα, καὶ κράμβης τὸν χυλὸν ῥοφεέτω, καὶ σιτίοισι
                        <lb/>μαλθακοῖσι χρήσθω, θαλασσίοισι δὲ μᾶλλον, καὶ λουέσθω θερμῷ· <lb/>τῶν
                        δὲ λιπαρῶν καὶ τῶν γλυκέων ἀπεχέσθω, ἕως ἂν ὑγιὴς γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἢν αἱ μῆτραι φλεγμήνασαι πρησθῶσι, φῦσα ἐγγίνεται, <pb n="326"/> καὶ τὰ
                        ἐπιμήνια λευκὰ ἐπέρχεται φλεγματώδεα· ἔστι δ’ ὅτε καὶ <lb/>αἷμα λεπτῶν
                        ὑμένων ἔμπλεων· καὶ τῷ ἀνδρὶ ὑπὸ τῆς ὑγρότητος οὐκ <lb/>ἐθέλει μίσγεσθαι,
                        καὶ ὠχρὴ καὶ λεπτὴ γίνεται. Ἐρέσθαι οὖν χρὴ <lb/>αὐτὴν τὸ ῥέον ἢν δάκνῃ τε
                        καὶ ἐξελκοῖ· καὶ ἢν μὴ δάκνῃ, ἀπὸ τοῦ <lb/>ἐγκεφάλου φάναι εἶναι τὸ ῥεῦμα·
                        εἰ δ’ οὖν, ἀπὸ τῆς κοιλίης. Ἢν <lb/>μὲν οὖν ἀπὸ τῆς κοιλίης ᾗ, ἐμείτω ἀπὸ
                        τοῦ φακίου· ἔπειτα ἐλλεβόρῳ <lb/>καθῆραι, ἔπειτα ἐς τὰς ῥῖνας ἐνεῖναι· ἐπὴν
                        δέ σοι ἡ ἄνω κοιλίη <lb/>κεκαθάρθαι δοκέῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω λιπαρῶν <lb/>καὶ γλυκέων· τὰ δὲ δριμέα προσφέρειν ὡς ξύμφορα, ἢν μὴ
                        <lb/>τὰ αἰδοῖα ἡλκωμένα ἔῃ· ψυχρὰ δὲ ἀμείνω· καὶ λουέσθω ὀλίγῳ, πλὴν <lb/>μὴ
                        θερμῷ, μηδὲ τὴν κεαλήν· πινέτω δὲ νῆστις ὑπερικὸν, λίνου <lb/>σπέρμα,
                        ἐλελίσφακον ἐν οἴνῳ ὑδαρεῖ· ἐπὴν δὲ παύσηται τὸ ῥεῦμα, <lb/>κλύσαι τῷ χυλῷ
                        τῶν ὀλύνθων, καὶ μετακλύζειν τοῖσι στρυφνοῖσιν. <lb/>Ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἢν αἱ μῆτραι φλεγμήνωσι, τὰ ἐμμήνια οὐ γίνεται παντάπασιν, <lb/>ἢ πονηρὰ
                        καὶ ὀλίγα· καὶ ὁκόταν νῆστις ᾖ, ἔμετος αὐτὴν <lb/>λαμβάνει· ὁκόταν δέ τι
                        φάγῃ, ἐμέει τὰ σιτία, καὶ ὀδύνη ἔχει τὴν <lb/>νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς
                        ἰξύας, καὶ λειποψυχίη ἴσχει· ἡ δὲ γαστὴρ <lb/>ὁτὲ μὲν σκληρὴ, ὁτὲ δὲ μαλθακή
                        ἐστι, καὶ φυσᾶται, καὶ μεγάλη <lb/>γίνεται, καὶ δοκέει ἐν γαστρὶ ἔχειν· ἢν
                        δὲ ἀφασσήσῃ, κενεὸν γίνεται <lb/>τὸ πλήρωμα· ταύτῃ μέχρι μὲν δέκα μηνῶν τὸ
                        οἴδημα κατ’ ὀλίγον <lb/>αὔξεται, οἷόν περ τῇ ἐν γαστρὶ ἐχούσῃ· ἐπὴν δὲ οἱ
                        δέκα μῆνες <lb/>παρέλθωσιν, ἐμπίπλαται ἡ γαστὴρ καὶ ὕδατος, καὶ ὁ ὀμφαλὸς
                        ἐξίσχει, <pb n="328"/> καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς τὸν δάκτυλον, εὑρήσεις τὰ στόμα
                        ἰσχνὸν <lb/>καὶ ξυμπεπτωκὸς τῆς μήτρης· καὶ ἐπ’ οὖν ἐφάνη τὰ ἐπιμήνια ὀλίγα
                        <lb/>καὶ πονηρὰ, καὶ τὰς κληἴδας καὶ τὸν τράχηλον λεπτύνεται, καὶ οἱ
                        <lb/>πόδες οἰδέουσιν. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω, καὶ
                        <lb/>προστιθέναι πρὸς τὰς ὑστέρας ὁκόσα καθαίρει μὴ δάκνοντα, καὶ <lb/>μετὰ
                        τὴν πρόσθεσιν κλύζειν τὰς ὑστέρας, ἴσον τὸ ὄξος μίσγων <lb/>ὀξύτατον· καὶ
                        τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω, καὶ τὸν χυλὸν, ἐπιβάλλουσα <lb/>ἄλητον, ὁκόταν ἑφθὸν
                        ᾖ, ῥοφεέτω. Ἡ δὲ νοῦσος ἐπικίνδυνός <lb/>ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἐρυσίπελας ἢν ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐγγένηται, οἴδημα γίνεται <lb/>ἀπὸ τῶν
                        ποδῶν ἀρξάμενον ἐς τὰ σκέλεα καὶ τὴν ὀσφύν· ὅσῳ δ’ ἂν <lb/>πλείων χρόνος
                        γένηται, οἰδέει καὶ ἡ γαστὴρ, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς <lb/>λαμβάνει καὶ
                        ἀσθένεια· ὑπὸ δὲ τῆς ὀδύνης οὐ δύναται ἡσυχάζειν, <lb/>ἀλλὰ ῥίπτει ἑωυτήν. Ἡ
                        δὲ ὀδύνη ἀνέρχεται ἐκ τῆς νειαίρης <lb/>γαστρὸς ἐς τὰς ἰξύας· ἔπειτα ἄνω
                        ἔρχεται ἐπὶ τὰ ὑποχόνδρια καὶ <lb/>τὰ στήθεα καὶ τὴν κεφαλὴν, καὶ δοκέει
                        ἀποθανεῖσθαι· ὁκόταν δὲ <lb/>ἀνῇ, νάρκη λαμβάνει τὰς χεῖρας· ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                        τοὺς βουβῶνας <lb/>καὶ τὰ σκέλεα καὶ τὰς ἰγνύας· καὶ πελία γίνεται, καὶ
                        ὀλίγον ποτὲ <lb/>χρόνον ῥᾴων δοκέει εἶναι, ἔπειτα αὖθις τὰ αὐτὰ πάσχει, καὶ
                        ὁ <lb/>χρὼς φλυκταινῶν καταπίμπλαται, καὶ τὸ πρόσωπον ἐρυθήματα <lb/>φύει,
                        καὶ δίψα ἔχει ἰσχυρὴ, καὶ ὁ φάρυγξ ξηρός. Αὕτη ἡ νοῦσος <pb n="330"/> ἢν μὲν
                        κυούσῃ ἐπιγένηται, ἀποθνήσκει· ἢν δὲ μὴ, μελεδώνῃ ἐκφυγγάνει. <lb/>Ὁκόταν
                        ὧδε ἔχῃ, προσφέρειν δεῖ, ἢν ὁ πόνος ἔχῃ, ψύγματα, <lb/>καὶ τὴν γαστέρα
                        ταράσσειν. Καὶ ἢν μὲν ἐν γαστρὶ ἔχῃ, σιτίοισι <lb/>καὶ ποτοῖσι χρῆσθαι, ὅκως
                        τὸ ἔμβρυον μὴ διαφθείρηται, ἢν <lb/>δὲ μὴ ὑποχωρέῃ, κλύζειν· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ ἐν
                        γαστρὶ, φάρμακον δοῦναι <lb/>πιεῖν, καὶ ὡς ἐλαχίστοισι σιτίοισι χρῆσθαι καὶ
                        ὡς μαλθακωτάτοισι <lb/>καὶ ψυχροῖσι, καὶ τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω καὶ τὴν
                        ἀκτὴν, <lb/>καὶ μήτε ἁλυκὰ μήτε λιπαρὰ μήτε δριμέα, οἷον ὀρίγανσν ἢ θύμον
                        <lb/>ἢ πήγανον. Ἐπὴν δὲ τὸ πῦρ ἀφῇ καὶ τὸ πνίγμα, καὶ μὴ καταστῇ <lb/>τὸ
                        οἰδημα, φάρμακον ἰσχυρότερον μεταπῖσαι κάτω. Τὴν δὲ νοῦσον <lb/>ὀλίγαι
                        διαφεύγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἢν αἱ μῆτραι παρὰ φύσιν χάνωσι, τὰ ἐπιμήνια πλέω τοῦ <lb/>δέοντος ἔρχεται
                        καὶ γλισχρότερα καὶ πυκνὰ, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐμμένει, <lb/>καὶ ἢν ἅψῃ τῷ
                        δακτύλῳ, εὑρήσεις κεχηνὸς τὸ στόμα, καὶ πῦρ, <lb/>καὶ ῥῖγος, καὶ ὀδύνη
                        λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας. <lb/>Αὕτη ἡ νοῦσος λαμβάνει ἐκ
                        ῥόου αἱματώδεος· γίνεται δὲ ὁκόταν τὰ <lb/>καταμήνια ἐξαπίνης ἱστάμενα ῥαγῇ.
                        Κἂν ἡ ὀδύνη μάλιστα ἔχῃ, <lb/>χλιάσματα προστιθέναι, καὶ πυριῇν τὰς ὑστέρας,
                        καὶ πῖσαι φάρμακον <lb/>κάτω, καὶ προστιθέναι ὁκόσα μὴ δήξεται, καὶ κλύζειν
                        μετὰ <lb/>τὰ προσθετὰ στρυφνοῖσι, καὶ λούεσθαι ὡς ἥκιστα· σιτίοισι δὲ ὡς
                        <lb/>ξηροτάτοισι χρέεσθαι· ἢν δὲ ταῦτα ποιέουσα ὑγιὴς μὴ γένηται,
                        <lb/>φάρμακον πῖσαι, ὑφ’ οὗ ἄνω καὶ κάτω καθαρεῖται· ὁκόταν τὰ ἐπιμήνια
                        <lb/>κινέηται, καὶ ὁκόταν παύηται, διαιτᾷν τὸν αὐτὸν τρόπον. <lb/>Ἡ δὲ
                        νοῦσος θανατώδης. </p></div><pb n="332"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἢν αἱ μῆτραι ἐς τὸ μέσον τῶν ἰξύων ὦσιν, ὀδύνη ἴσχει τὴν <lb/>νειαίρην
                        γαστέρα καὶ τὰ σκέλεα ὕστερον, καὶ ὁκόταν ἀποπατήσῃ, <lb/>ὀδύναι ἐγγίνονται
                        ὀξύτεραι, καὶ ὁ ἀπόπατος προέρχεται ὑπὸ βίης, <lb/>καὶ τὸ οὖρον στάζει, καὶ
                        λειποψυχέει. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, αὐλίσκον <lb/>προσδήσας πρὸς κύστιν, φυσῆσαι
                        τὰς ὑστέρας, καὶ πυριῆσαι ἢ <lb/>λοῦσαι πολλῷ θερμῷ, καὶ ὑποθυμιῇν ὑπὸ τὰ
                        αἰδοῖα κακώδεα, ὑπὸ <lb/>δὲ τὰς ῥῖνας εὐώδεα· ὁκόταν δὲ ἡ ὀδύνη παύσηται,
                        φάκιον προπίσας, <lb/>φάρμακον πῖσαι ἄνω, ὑφ’ οὗ ἡ κοιλίη οὐ κινηθήσεται.
                        Ἐπὴν <lb/>δὲ αἱ ὑστέραι καταστῶσιν ἐς χώρην, φάρμακον πῖσαι κάτω καὶ γάλα
                        <lb/>μεταπῖσαι· ἔπειτα πυριήσας τὰς ὑστέρας οἴνῳ, τὰ σὺν τῇ δάφνῃ
                        <lb/>ἐμβάλλειν, καὶ προστιθέναι ἃ μὴ δήξεται, ξυμμίσγων τὸ ὄξος· <lb/>ἔπειτα
                        ὑποθυμιῇν τοῖσιν ἀρώμασιν. Ἄτοκοι δὲ καὶ χωλαὶ ἐκ ταύτης <lb/>τῆς νούσου
                        γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὁκόταν δὲ ῥόος λευκὸς ἐγγένηται, οἷον ὄνου οὖρον φαίνεται, <lb/>καὶ ὀδύνη
                        ἔχει τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τἆς ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας, <lb/>καὶ
                        οἰκδήματα τῶν τε σκελέων καὶ τῶν χειρῶν, καὶ τὰ κύλα <lb/>αἴρεται, καὶ οἱ
                        ὀφθαλμοὶ ὑγροὶ, καὶ ἡ χροιὴ ἰκτερώδης καὶ λευκὴ <lb/>γίνεται, καὶ ὁκόταν
                        πορεύηται, ἀσθμαίνει. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται, ἢν <lb/>φύσει ἐοῦσα φλεγματώδης
                        πυρεταίνῃ, καὶ χολὴ κινηθεῖσα μὴ καθαρθῇ· <lb/>ἢν μὲν οὖν ἡ κοιλίη ᾖ ὀξέη,
                        διάῤῥοιαι γίνονται· ἢν δὲ ἐπὶ τὰς <lb/>ὑστέρας τράπηται, ῥόος γίνεται.
                        Ταύτην ἐπὴν ῥόος ἔχῃ, τρίβων μήκωνος <pb n="334"/> λευκῆς τὸ λέπυρον, τὸ
                        ἴσον τῆς πυῤῥᾶς, ἀκάνθης τὸν καρπὸν <lb/>τρίβων ἐν οἴνῳ κεκρημένῳ, ἄλφιτα
                        ἐπιβαλὼν ποταίνια πινέτω· ἢν <lb/>δὲ θέλῃς, σίδην ἐς σποδὸν ἐγκρύψασα, ἐν
                        οἴνῳ πινέτω, ἄλφιτον <lb/>ἴσον καὶ ἄλητον ἐπιβαλών· ὡς ἥκιστα δὲ λουέσθω·
                        σιτίοισι δὲ χρήσθω <lb/>ὡς ξηροτάτοισι καὶ ψυχροῖσιν· ἐπὴν δὲ παύσηται τὸ
                        ῥεῦμα, φάρμακον <lb/>πῖσαι, ὑφ’ οὗ τὰ ἄνω καθαίρεται, καὶ γάλα ὄνειον
                        πινέτω· <lb/>ἐπὴν δὲ τὰ κάτω καθαρθῇ, βόειον γάλα πινέτω ἐπὶ τεσσαράκοντα
                        <lb/>ἡμέρας, ἢν δύνηται, καὶ ἐξαιθριάσασα ἄκρητον, μίσγουσα ὕδατι <lb/>τὸ
                        τέταρτον μέρος· ἑσπέρης δὲ ἐπὴν ἐκπίῃ, ῥοφείτω χόνδρον· ἐπὴν <lb/>δὲ γένηται
                        δεκαταίη, ἀφαιρέειν τοῦ γάλακτος τὴν δεκάτην μοίρην <lb/>καὶ τοῦ ὕδατος·
                        ὅσον δ’ ἂν ἀφέλῃς, τοσοῦτον χλιεροῦ ἄρτι ἠμελγμένου <lb/>πινέτω τὴν μοίρην,
                        τὴν δὲ αὔριον δύο μοίρας, ὡς ἐν τῇσι δέκα <lb/>μοίρῃσιν εἶναι ἀντὶ
                        κεκρημένου ἄκρητον, καὶ ἐπὶ δέκα ἡμέρας πίνειν <lb/>ἀφαιρέων τὸ δέκατον
                        μέρος, καὶ τοῦ ῥοφήματος προστιθέσθω <lb/>πλεῖον· ἐπὴν δὲ γένηται εἰκοσταίη,
                        [ἀφαιρέειν τοῦ ἀκρήτου μοίρην <lb/>ἐπὶ δέκα ἡμέρας· ἐπὴν δὲ γένηται
                        τριακοσταίη,] πίνουσα τὴν δεκάτην <lb/>μοίρην τοῦ γάλακτος, ὑποχέων τρίτην
                        ὕδατος μοίρην, πινέτω <lb/>δέκα ἡμέρας, καὶ σιτίοισι χρήσθω· καὶ οὕτω
                        γίνονται αἱ ξύμπασαι <lb/>ἡμέραι τεσσαράκοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἕτερος ῥόος· ἐπὴν διαβάλῃ τοὺς τόκους φύσει εὔτοκος <lb/>ἐοῦσα, τὸ μὲν
                        πρῶτον ἐπιλείπει τὰ ἐμμήνια, ἢ γίνεται ἐλάσσω, καὶ <pb n="336"/> τὸν χρόνον
                        ὑπερβάλλει ἐν ᾧ ἐγίνετο πρόσθεν· ἔπειτα ἐξαπίνης ἐγένετο <lb/>πολλὰ καὶ
                        καθαρὰ καὶ ἰσχυρά· καὶ ἢν μέν οἱ ἅπαξ γενόμενα <lb/>ἔῃ, τὸ λοιπὸν κατὰ λόγον
                        ἐν γαστρὶ ἴσχει· ἢν δὲ μὴ, τὸ μὲν πρῶτον <lb/>γίνεται καὶ δεύτερον καὶ
                        τρίτον τοῦ μηνός· ἔπειτα τελευτήσει ἐξ <lb/>ἑωυτοῦ ὁ ῥόος, καὶ ὠχρή τε καὶ
                        λεπτὴ γίνεται. Ὅταν ὧδε γένηται, <lb/>φάρμακον χρὴ πιπίσκειν καὶ ἄνω καὶ
                        κάτω, καὶ γάλα μεταπιπίσκειν <lb/>ὄνειον ἢ ὀῤῥόν· ἔπειτα μετὰ ταῦτα
                        πυριήσαντα καθῆραι τὰς <lb/>ὑστέρας φαρμάκῳ ὃ μὴ δήξεται, ἔπειτα κλύσαι τῷ
                        σὺν τῷ ὄξει· <lb/>ἔπειτα ὑποθυμιῆσαι τοῖσιν ἀρώμασι. Ποιέειν δὲ ταῦτα, ὅκως
                        τῇ <lb/>προτέρῃ τῶν ἐπιμηνίων ᾖ πεποιημένα· καὶ μὴ γένηται ἀλουτοῦσα
                        <lb/>καὶ ἀσιτοῦσα· κυκεῶνα ἄναλτον παχὺν πίνουσα ὑποθυμιήσθω τοῖσιν
                        <lb/>ἀρώμασι, νέτωπον περιχέασα καὶ μύρον ῥόδινον· ἔπειτα τῷ ἀνδρὶ
                        <lb/>ξυνίτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἢν αἱ κοτυληδόνες φλέγματος περίπλεαι γένωνται, τὰ μὲν <lb/>ἐπιμήνια
                        γίνεται, καὶ ἐν γαστρὶ ἴσχει, διαφθείρει δὲ, ἐπὴν ἰσχυρότερον <lb/>τὸ
                        ἔμβρυον γένηται· οὐ γὰρ δύναται ἴσχειν, ἀλλ’ ἀποῤῥήγνυται. <lb/>Γνοίης δὲ
                        ὧδε· ὑγρὴ γίνεται, καὶ ἀποῤῥέει μυξῶδες καὶ γλίσχρον, <lb/>καὶ οὐ δάκνει,
                        καὶ τοῖσιν ἐμμηνίοισιν, ἐπὴν παύσηται τοῦ <lb/>ῥεύματος, καὶ δύο ἡμερέων καὶ
                        τριῶν μύξαι ἔρχονται ἀπὸ τῶν <lb/>ὑστερέων. Ταύτην δεῖ κλύσαι τῷ ἀπὸ τῶν
                        ὀλύνθων, καὶ δὶς ἢ τρὶς <lb/>μετακλύσας στρυφνοῖσι τὸ λοιπὸν προστιθέναι,
                        ὑφ’ οὗ καθαίρεται <lb/>φλέγμα, καὶ τὰ μαλθακὰ πυριῇν, καὶ κλύζειν μετὰ τὰ
                        προσθετὰ, <lb/>ἴσον τὸ ὄξος μίσγων, καὶ ὑποθυμιῇν ἐν τοῖσιν ἐπιμηνίοισι
                        τοῖσιν <pb n="338"/> ἀρώμασι· ἔπειτα δὲ ἀσιτέουσα καὶ ἀλουτέουσα
                        συνευναζέσθω τῷ <lb/>ἀνδρί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ὁκόταν τὰ ἐπιμήνια κρυφθῇ, ὀδύνη ἴσχει τὴν νειαίρην <lb/>γαστέρα, καὶ
                        δοκέει ἐπικεῖσθαί οἱ βάρος, καὶ τὰς ἰξύας πονέει καὶ <lb/>τοὺς κενεῶνας·
                        ὁκόταν δὲ πρὸς τὰ ὑποχόνδρια προσπέσωσι, πνίγουσι, <lb/>καὶ ἐμεῖ πυκινὰ
                        ὀξέα, καὶ ἐπὴν ἀπεμέσῃ, ῥήϊον ἴσχει ὀλίγον <lb/>χρόνον· ἡ δὲ ὀδύνη καὶ ἐς
                        τὴν κεφαλὴν καὶ ἐς τὸν τράχηλον φοιτᾷ. <lb/>Ἐπὴν μὲν λίην προσεστήκῃ,
                        χλιάσματα προστιθέναι, καὶ ὑποθυμιῇν <lb/>κακώδεα, καὶ πίνειν διδόναι τὸν
                        κάστορα καὶ τὴν κόνυζαν· <lb/>ἐπὴν δὲ κάτω, ὑποθυμιῇν τὰ κακώδεα, ὑπὸ δὲ τὰς
                        ῥῖνας τὰ <lb/>εὐώδεα. Ἐπὴν δὲ παύσωνται αἱ ὀδύναι, φάρμακον δοῦναι πιεῖν,
                        καὶ <lb/>μεταπιπίσκειν γάλα ὄνου· ἔπειτα διδόναι χυμὸν, ἀφ’ οὗ ἐμεῖται,
                        <lb/>καὶ πρὸς τὰς ῥῖνας προστιθέναι· ἐπὴν δὲ καθήρῃς, πυριήσας τὰς
                        <lb/>ὑστέρας τοῖσι ξὺν τῇ δάφνῃ, προσθεῖναι τὸ ξὺν τῇ ναρκίσσῳ· τρὶς <lb/>δὲ
                        διαλιπὼν πυρίης, προσθεῖναι τὸ ξὺν τῇ κανθαρίδι· τῇ δὲ ὁστεραίῃ <lb/>στέαρ
                        χήνειον· ἔπειτα διαλιπὼν τρεῖς ἡμέρας, κλύσαι τῷ ξὺν <lb/>τῷ ὄξει. Ἐν δὲ
                        τοῖσι καθαρμοῖσιν ἐσθιέτω τὴν λινόζωστιν πρὸ τῶν <lb/>σιτίων, καὶ σιτίοισι
                        μαλθακωτάτοισι χρήσθω, καὶ τὰ δριμέα τρωγέτω, <lb/>καὶ λουέσθω θερμῷ δὶς τῆς
                        ἡμέρης. Ἢν δὲ μὴ γίνηται τὰ <lb/>ἐπιμήνια, ταῦτα ποιήσαντα ἐν τῷ δέοντι
                        χρόνῳ, πῖσαι κανθαρίδας, <lb/>καὶ ἐπὴν γένηται, νηστεύσασα καὶ ἀλουτήσασα
                        καὶ ὑποθυμιήσασα, <lb/>πρὸς τὸν ἄνδρα ἴτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁκόταν ἐν γαστρὶ ἔχουσα διαφθείρῃ τὸ ἔμβρυον μηνιαῖον <pb n="340"/> καὶ
                        διμηνιαῖον, καὶ ἐκφέρειν μὴ δύνηται, καὶ λεπτὴ παρὰ φύσιν <lb/>γίνηται,
                        ταύτην χρὴ καθήραντα καὶ τὰς ὑστέρας τὸ σῶμα παχῦναι· <lb/>οὐ γὰρ δυνήσεται
                        πρότερον διενέγκαι, ἔστ’ ἂν αὐτῆς παχεῖαι <lb/>γένωνται αἱ ὑστέραι καὶ
                        ἰσχύσωσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἢν δὲ παχυνθῇ παρὰ φύσιν, οὐκ ἴσχει ἐν γαστρί· τὸ γὰρ <lb/>ἐπίπλοον
                        ἐπικείμενον πουλὺ καὶ παχὺ ἀποπιέζει τὰς ὑστέρας, καὶ <lb/>τὴν γονὴν οὐκ
                        εἰσδέχεται. Ταύτην χρὴ λεπτύναντα φάρμακον πῖσαι <lb/>κάτω, καὶ πρὸς τὰς
                        ὑστέρας προσθεῖναι, ὅ τι καθαίρει αὐτὰς καὶ <lb/>φύσας οὐκ ἐμποιεῖ. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>