<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1:43-48</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1:43-48</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν τὸ νούσημα, ὁκόταν τὸ ὑγρὸν τὸ <lb/>ἐν τῷ σώματι
                        συνπαγῇ καὶ ἀναξηρανθῇ μᾶλλον τοῦ. Γίνεται <lb/>οὖν τὴν εἰδέην, ὁκόταν τῷ
                        νουσήματι ἔχηται, δίυγρος, ὕπωχρος, <lb/>διαφανὴς, κύστει πλήρει ἐοικὼς
                        οὔρου, πλὴν οὐκ οἰδέει, ἀλλὰ λεπτὸς <lb/>καὶ σκελιφρός ἐστι καὶ ἀσθενής·
                        μάλιστα δὲ τοῦ σώματος λεπτύνεται <lb/>τὰς κληἳδας, καὶ τὸ πρόσωπον ἰσχυρῶς
                        κάτισχνος, καὶ οἱ <lb/>ὀφθαλμοὶ ἔκκοιλοι σφόδρα. Ταῦτα μὲν ὑπὸ τοῦ νοσήματος
                        πάσχει· <lb/>ἢν δὲ ἡ χροιὴ τοῦ σώματος μέλαινα ᾖ, τάδε αἴτιά ἐστιν· ἐς τὰ
                        φλέβια <lb/>καὶ ἐς τὸ δέρμα, ὁκόταν χολὴ μέλαινα ὑπέλθῃ, καὶ ἐπὶ τούτοισιν,
                            <pb n="274"/> ὁκόταν θέρμη ἐπιγένηται, ἀνάγκη ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ξυγκαίεσθαί
                        <lb/>τε καὶ ἀναξηραίνεσθαι τὰ φλέβια, ὥστε τὸ αἷμα μὴ χωρέειν κατὰ <lb/>τὰ
                        φλέβια. Τάδε οὖν πάσχει οὗτος πρὸς ἐκείνοις· λεπτὸς γίνεται καὶ
                        <lb/>κάτισχνος ἰσχυρῶς, καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν ἀραιὰ σκαρδαμύσσει, <lb/>καὶ
                        τὰς μυίας ἀπὸ τοῦ ἱματίου θηρεύει, καὶ βόρος τῶν σιτίων μᾶλλόν <lb/>ἐστιν ἢ
                        ὑγιαίνων, καὶ λύχνου ἀπεσβεσμένου τῇ ὀσμῇ ἥδεται, καὶ <lb/>ἐξονειρώσσει
                        θαμινά· πολλάκις δὲ καὶ βαδίζοντι αὐτῷ ἐξέρχεται ἡ <lb/>γονή. Τοῦτον, ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ, καθαίρειν τὴν κοιλίην τῷ μέλανε <lb/>ἐλλεβόρῳ, τὴν ἄνω δηλονότι·
                        τὴν δὲ κάτω ὀπῷ σκαμμωνίης· μετὰ <lb/>δὲ τὴν κάθαρσιν τὰ αὐτὰ διδόναι ἃ καὶ
                        τοῖσιν ἄλλοισι, καὶ ὀῤῥὸν, <lb/>καὶ γάλα βοὸς ἢ αἰγὸς διδόναι τὴν ὥρην·
                        διδόναι δὲ καὶ ὄνειον γάλα <lb/>ἐς ὑποκάθαρσιν. Οὗτος οὕτω μελετώμενος
                        μάλιστα ἐν δυσὶν ἔτεσιν <lb/>ὑγιὴς γίνεται· σιτία δὲ ἃ βούλεται προσφερέσθω·
                        εὐωχεέσθω δὲ ὡς <lb/>μάλιστα, καὶ περιπατεέτω πρὸς τὰ σιτία τεκμαιρόμενος.
                        Αὕτη ἡ <lb/>νοῦσος λαμβάνει πρεσβύτερον εἰκοσαετέος· ὁκόταν δὲ λάβῃ, ἢν μὴ
                        <lb/>κατ’ ἀρχὰς τοῦ νοσήματος μελετηθῇ, οὐκ ἐκλείπει, πρὶν ἂν εἴκοσιν
                        <lb/>ἔτεα παρέλθῃ, ἀλλὰ προσέχει· ἔπειτα ἐνίοισι μελετωμένοισιν ἐξέρχεται·
                        <lb/>ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Εἰλεοί· εἰλεοὶ δὲ τάδε τὰ νουσήματα καλέεται· γίνεται δὲ <lb/>ἀπὸ τῶνδε
                        μάλιστα· ἢν τοῦ χειμῶνος θερμῇ τῇ διαίτῃ καὶ ὑγρῇ <lb/>χρέηται καὶ μήτε
                        περιόδοισι ταλαιπωρέῃ πρὸς τὰ σιτία τεκμαφόμενος, <lb/>πιμπλάμενος δὲ εὕδῃ
                        ἀεὶ, εἶτα ἐξαπίνης ἀναγκασθῇ βαδίσαι <lb/>μακρὴν ὁδὸν, ψύχεος· ἐόντος, εἶτα
                        ῥιγώσῃ ὑπὸ τὰ ὀστέα, τάδε οὖν <lb/>πάσχει· φῦσα ἐγγίνεται ἐν τῷ σώματι
                        παντὶ, καὶ ἡ χροιὴ αὐτέου <lb/>γίνεται μολιβδοειδὴς, καὶ ῥιγοῖ αἰεὶ, ὥστε οἱ
                        θερμὸν καταχυθὲν οὐ <pb n="276"/> δοκέει θερμὸν εἶναι. Τὸ δὲ σῶμα λουόμενον
                        αὐτοῦ λεπίζεται ὑπὸ τοῦ <lb/>θερμοῦ, μάλιστα δὲ ἡ ὄσχη· ἢν τῷ δακτύλῳ τοῦ
                        σώματός κου ὑποπιέζεις, <lb/>ἐνθλάσεις, καὶ σημανέεταί σοι ὥσπερ ἐν σταιτί·
                        μάλιστα <lb/>δὲ ἐν τοῖσι ποσὶν ἐνθλᾶται. Τὰ δὲ σκέλεα βαρέα αὐτοῦ, καὶ ἢν
                        περιφοιτέῃ, <lb/>τρέμει, καὶ ἢν πρὸς αἶπος βαδίζῃ, πνευστιᾷ σφόδρα, <lb/>καὶ
                        αἱ ὠλέναι δοκέουσιν ἀποκρέμασθαι, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀλγέει, <lb/>καὶ αἱ ὀφρύες
                        δοκέουσιν ἀποκρέμασθαι, καὶ δίψη ἔχει τὰς νύκτας, <lb/>τὰ δὲ σιτία ὠμὰ
                        διαχωρέει, ἅσσ’ ἂν καταφάγῃ. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, πυριήσας αὐτὸν
                        τοῦ κνεώρου διδόναι πίνειν ἢ τοῦ ἱππόφεω <lb/>ἢ τοῦ κνιδίου κόκκου· μετὰ δὲ
                        τὴν κάθαρσιν ταῦτα διδόναι ἃ καὶ <lb/>τοῖσι πρόσθεν· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀνείου
                        γάλακτος ἑφθοῦ χοέα διδόναι <lb/>δὶς ἐκπιεῖν ἅλας παραβάλλων· ἐς ἑσπέρην δὲ
                        δειπνεέτω ἄρτον· ὄψον <lb/>δὲ ἐχέτω ὄϊος κρέα ἑφθὰ, καὶ πουλύποδας ἑφθοὺς ἐν
                        οἴνῳ μέλανι, <lb/>καὶ τὸν ζωμὸν ῥοφανέτω· καὶ φακὴν ἐχέτω ὧδε ἐσκευασμένην·
                        κοτύλην <lb/>φακοῦ ἑψήσας τρῖψαι λείην, ἔπειτα ἄλευρον παραμῖξαι, καὶ
                        <lb/>σίλφιον ἐπιξέσαι, καὶ ἅλας ἐμβαλεῖν, καὶ ὄξος ἐπιχέαι, καὶ σκόροδα
                        <lb/>συνεψεῖν· ἔπειτα ὕδωρ ἐπιχέας ζέσαι δὶς ἢ τρὶς, καὶ τορυνᾷν <lb/>ἅμα·
                        ἔπειτα ἀφελὼν ἐψύχθω· ἔστω δὲ μὴ λίην παχείη· ἐμβεβλήσθω <lb/>δὲ καὶ ἡ
                        γλήχων ἑψομένη τῆς εὐωδίης εἵνεκα. Τὰς δὲ μεταξὺ τῶν <lb/>ἡμερέων ἐμέτους
                        ποιεέσθω δι’ ἕκτης ἡμέρης· πυριῆσθαι δὲ χρὴ <lb/>ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε πρὸ τοῦ
                        ἐμέτου καὶ τῆς φαρμακοποσίης· καὶ διὰ <lb/>τρίτης ἡμέρης λουέσθω, ἢν
                        συμφέρῃ· εἰ δὲ μὴ, ἀλειφέσθω, καὶ περιπατεέτω, <lb/>ἢν δυνατὸς ᾖ, πρὸς τὰ
                        σιτία τεκμαιρόμενος καὶ ἀκτῆς <lb/>φύλλα καὶ κονύζης τῆς αἰεὶ ἁπαλῆς ἑψῶν
                        διδόναι ἐσθίειν. Οὕτω γὰρ <pb n="278"/> ἂν μελε τώμενος ῥήϊστα διάγοι, καὶ ἡ
                        νοῦσος ἐκλείποι ἂν ἐνιαυσιαίη· <lb/>πολλοῖσι δὲ ἤδη ὑγιέσι γινομένοισι διὰ
                        δύο ἐτέων ἡ νοῦσος ὑπετροπίασεν· <lb/>ἀλλὰ χρὴ, ἢν ὑποτροπιάσῃ, τὴν αὐτὴν
                        ἴησιν ἰῆσθαι. Ἢν <lb/>δὲ τρίτον ὑποτροπιάσῃ, οἴδημα μὲν οὐκ ἐπιγίνεται,
                        λεπτὸς δὲ γίνεται <lb/>καὶ κάτισχνος· ἄρχεται δὲ λεπτύνεσθαι ἀπὸ τοῦ
                        προσώπου, καὶ <lb/>τὴν χροιὴν ἔκλευκος γίνεται μᾶλλον ἢ τὸ πρόσθεν. Τούτῳ
                        ὕδερος <lb/>ἐνίοτε ἐγένετο ἐν τῇ κοιλίῃ· ἢν οὖν ἐγγένηται, τάμνειν αὐτὸν οὐ
                        <lb/>χρή· ἀποθανέεται γάρ· θεραπεύειν δὲ τοῖσιν αὐτοῖσιν οἷσι καὶ τὸν
                        <lb/>ἀπὸ σπληνὸς ὑδεριῶντα. Τοῦτον μάλιστα μὲν κατ’ ἀρχὰς βούλεσθαι
                        <lb/>λαβὼν ἰῆσθαι, καὶ οὕτω ταχέως ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος δέεται
                        <lb/>μελέτης πολλῆς· χαλεπὴ γάρ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἄλλος εἰλεὸς ἰκτερώδης· ἐπιλαμβάνει μάλιστα μὲν θέρεος <lb/>ὥρην ἐν
                        ἑλώδεσι χωρίοισιν οὗτος, μᾶλλον δὲ ἀπὸ ὑδροποσίης· πολλοὶ <lb/>δὲ ἤδη καὶ
                        πρὸς τὸν ἥλιον εἱληθέντες τὸ νόσημα ἔλαβον, τὴν <lb/>κεφαλὴν ἀλγήσαν τες.
                        Ἀλλὰ παραπλήσια τοῖσι πρόσθεν πάσχουσι, <lb/>πλὴν τῆς χροιῆς, καὶ γὰρ ὠχρὸς
                        γίνεται οἷον σίδιον, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>ἔστιν ὅτε ἰκτέρου πίμπλανται.
                        Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, θεραπεύειν <lb/>χρὴ τοῖσιν αὐτοῖσιν οἷσι καὶ τὸν
                        πρόσθεν· διδόναι δὲ τὸ <lb/>ἀπ’ ἐρεβίνθων λευκῶν ὕδωρ ἐψῶν πίνειν, καὶ ἐν τῷ
                        οἴνῳ διακιρνᾷν <lb/>καὶ διδόναι, καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτέου καθαίρειν τῷ
                        τετραγώνῳ. <lb/>Οὗτος ἧσσον τοῦ προτέρου θανατώδης· καλέεται δὲ εἰλεὸς
                        <lb/>ἰκτερώδης. </p></div><pb n="280"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Εἰλεὸς αἱματίτης· τὰ μὲν ἄλλα πάσχει πλῆθος τὰ αὐτὰ τοῖσι <lb/>πρόσθεν·
                        ἄρχεται δὲ μετοπώρου γίνεσθαι τὸ νούσημα. Τάδε δὲ ἐν <lb/>τῷ νουσήματι
                        προσγίνεται· ἐκ τοῦ στόματος κακὸν ὄζει, καὶ ἀπὸ <lb/>τῶν ὀδόντων τὰ οὖλα
                        ἀφίσταται, καὶ ἀπὸ τῶν ῥινῶν αἷμα ῥέει. <lb/>Ἐνίοτε δὲ καὶ ἐκ τῶν σκελέων
                        ἕλκεα ἐκφλυνδάνει, καὶ τὰ μὲν ὑγιαίνεται, <lb/>τὰ δὲ ἄλλα προσγίνεται, καὶ ἡ
                        χροιὴ μέλαινα, καὶ λεπτόδερμος· <lb/>περιφοιτῇν δὲ καὶ ταλαιπωρέειν οὐ
                        πρόθυμος. Τοῦτον, ὁκόταν <lb/>οὕτως ἔχῃ, τούτοισιν ἰῆσθαι οἷσι καὶ τοὺς
                        πρόσθεν, καὶ κλύζειν <lb/>τοῖσδε· σικύου τοῦ ἀγρίου πέντε φύλλα τρῖψαι λεῖα,
                        καὶ παραμῖξαι <lb/>μέλιτος ἡμικοτύλιον, καὶ ἁλῶν δραξάμενος τῇ μιῇ χειρὶ,
                        καὶ ἐλαίου <lb/>ἡμικοτύλιον, καὶ ἀπὸ τεύτλων ἑφθῶν τοῦ χυλοῦ τέσσαρας
                        κοτύλας· <lb/>διδόναι δὲ ἐς ὑποκάθαρσιν ὀνείου γάλακτος ἑφθοῦ κοτύλας ὀκτὼ
                        μέλι <lb/>παραχέων· πινέτω δὲ καὶ βόειον τὴν ὥρην, τεσσαράκοντα ἡμέρας·
                        <lb/>πινέτω δὲ καὶ τὸ ἕωθεν τοῦ βοείου γάλακτος δύο κοτύλας, τρίτον
                        μελικρήτου <lb/>παραμίσγων τὰς μεταξὺ τῶν ἡμερέων. Αὕτη ἡ νοῦσος δέεται
                        <lb/>πολλῆς ἰήσιος· εἰ δὲ μὴ, οὐκ ἐξέρχεται, ἀλλὰ ξυναποθνήσκει τῷ
                        <lb/>ἀνθρώπῳ· καλέεται δὲ εἰλεὸς αἱματίτης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Τὰ παχέα καλούμενα νοσήματα· ἐκ δὲ τῶν παχέων καλουμένων <lb/>νουσημάτων
                        τάδε μάλιστα γίνεται· ὁκόταν φλέγμα καὶ χολὴ <lb/>μιχθῇ κατὰ τὸ σῶμα,
                        συῤῥέει ἐς τὴν κοιλίην, καὶ ὁκόταν ἁλισθῇ ἐν <lb/>τῇ κοιλίῃ, ἀείρεται, ἄνω
                        τε καὶ κάτω ἀνατρέχει ὥσπερ κῦμα, καὶ <lb/>ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει,
                        καὶ ἐν τῇ κεραλῇ ἡ ὀδύνη καθέστηκε, <lb/>καὶ ὁκόταν πρὸς τὰ σπλάγχνα ἡ ὀδύνη
                        καταστῇ, πνίγα παρέχει· <pb n="282"/> ἐνίοτε δὲ ἐμέει λάπην ὀξείην, ἐνίοτε
                        δὲ καὶ ἁλμυρὴν, καὶ ὁκόταν <lb/>ἀπεμέσῃ, πικρὸν τὸ στόμα δοκέει αὐτῷ εἶναι.
                        Ἐν δὲ τῇσι πλευρῇσιν <lb/>ἐρυθήματα καταχεῖται· ἅτε γὰρ τοῦ φλέγματος ἐν τῇ
                        κοιλίῃ ἐόντος, <lb/>τὸ αἷμα ὑπὸ θερμασίης ἁλισθὲν προσέπεσιν ἐς τὰ πλευρὰ,
                        καὶ <lb/>ἐρυθήματα ἐκχεῖται ἐν τῇσι πλευρῇσι, καὶ θερμασίη ἔχει μάλιστα
                        <lb/>τὰς πλευράς· καὶ τὸ μετάφρενον αὐτοῦ ἔγκυρτον γίνεται· καὶ ὁκόταν
                        <lb/>πονέῃ μάλιστα, οὐκ ἀνέχεται ψαυόμενος τοῦ σώματος· ἀλγέει γὰρ
                        <lb/>ὁκοῖόν περ ἕλκος· καὶ αἱ σάρκες πάλλονται ὑπὸ τῆς ἀλγηδόνος, καὶ
                        <lb/>οἱ ὄρχιες ἕλκονται, καὶ ἐς τὴν καθέδρην καὶ ἐς τὴν κύστιν θέρμη
                        <lb/>τις καὶ ὀδύνη ἐμπίπτει, καὶ οὐρέει παχὺ ὁκοῖόν περ ὕδρωπα, καὶ ἐκ
                        <lb/>τῆς κεφαλῆς αἱ τρίχες ἐκρέουσι, καὶ τὰ σκέλεα καὶ οἱ πόδες αἰεὶ
                        <lb/>ψυχροὶ, καὶ ἡ ὀδύνη πιέζει μάλιστα τὰς πλευρὰς καὶ τὸ μετάφρενον
                        <lb/>καὶ τὸν τράχηλον· πρὸς δὲ τῷ δέρματι δοκέει οἵ τι προσέρπειν. Ἡ <lb/>δὲ
                        νοῦσος ὁτὲ μὲν πιέζει, ὁτὲ δὲ ἀνίησι· προϊούσης δὲ τῆς νούσου
                        <lb/>συνεχέστερον πιέζει, καὶ τῆς κεφαλῆς τὸ δέρμα παχὺ καὶ ἐρυθρόν
                        <lb/>ἐστιν. Οὗτος μέχρι μὲν ἓξ ἐτέων τοιαῦτα πάσχων διατελέει· ἔπειτα
                        <lb/>ἱδρώς τε πουλὺς καταχέεται καὶ κάκοδμος· πολλάκις δὲ καὶ ὀνειρώσσει,
                        <lb/>τὸ δὲ λάγνευμα ὕφαιμον προέρχεται ὑποπέλιδνον. Τοῦτο <lb/>τὸ νούσημα
                        γίνεται διὰ θερμασίην τοῦ ἡλίου καὶ ὑδροποσίην. Τοῦτον <lb/>τοιγαροῦν ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ, τοῦ κνεώρου διδοὺς ὑποκαθαίρειν ἢ τοῦ <lb/>κνιδίου κόκκου ἢ τοῦ
                        ἱππόφεω· δίδου δὲ πίνειν καὶ γάλα ὄνειον, <lb/>ἑφήσας ὀκτὼ κοτύλας, μέλι
                        παραχέων· τῇ δὲ ὑστεραίῃ μετὰ τὴν <lb/>κάθαρσιν τὰ αὐτὰ προσφέρειν ἃ καὶ
                        τοῖσιν ἄλλοισι· τὰς δὲ πρώτας <pb n="284"/> ἡμέρας εὐωχεέσθω τὰ αὐτὰ ἃ καὶ
                        ὅστις ὑπὸ ὑδέρου ἑάλω· καὶ πονεέτω <lb/>περιόδοισιν, ἢν δυνατὸς ᾖ· ἢν δὲ
                        ἀδύνατος ᾖ ὑπὸ τῶν πυρετῶν <lb/>καὶ ἐσθίειν μὴ δύνηται τὰ σιτία, χρεέσθω
                        ῥοφήματι φακῇ· ποτῷ <lb/>δὲ οἴνῳ μέλανι ὡς αὐστηροτάτῳ. Αὕτη ἡ νοῦσος
                        ἐπιλαμβάνει μάλιστα <lb/>μετοπώρου καὶ ὀπώρης ἐούσης. Οὗτος ἢν μὴ ἰηθῇ ἐν
                        τοῖσιν ἓξ ἔτεσιν, <lb/>προσίσχει ἡ νοῦσος καὶ ἄχρι τῶν δέκα ἐνιαυτῶν·
                        πολλοῖσι δὲ καὶ <lb/>ξυναποθνήσκει, ἢν μὴ παραχρῆμα μελετηθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ἄλλο παχύ· γίνεται μὲν ἀπὸ χολῆς, ὁκόταν χολὴ ἐπὶ τὸ <lb/>ἧπαρ ἐπιῤῥυῇ
                        καὶ κατὰ τὴν κεφαλὴν καταστῇ. Τάδε οὖν πάσχει· <lb/>τὸ ἧπαρ οἰδέει, καὶ
                        ἀναπτύσσεται πρὸς τὰς φρένας ὑπὸ τοῦ οἰδήματος, <lb/>καὶ εὐθὺς ἐς τὴν
                        κεφαλὴν ὀδύνη ἐμπίπτει, μάλιστα δὲ ἐς τοὺς <lb/>κροτάφους· καὶ τοῖσιν ὠσὶν
                        οὐκ ὀξὺ ἀκούει, πολλάκις δὲ καὶ τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσιν οὐχ ὁρᾷ· καὶ φρίκη
                        καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει. Ταῦτα μὲν <lb/>καταρχὰς τοῦ νουσήματος αὐτῷ
                        γίνεται, γίνεται δὲ διαλιμπάνοντα, <lb/>ὁτὲ μὲν σφόδρα, ὁτὲ δὲ ἧσσον· ὁκόσῳ
                        δ’ ἂν ὁ χρόνος τῇ νούσῳ προΐῃ, <lb/>ὅ τε πόνος πλείων ἐν τῷ σώματι, καὶ αἱ
                        κόραι σκίδνανται τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν, καὶ σκιαυγέει, καὶ ἢν προσφέρῃς τὸν
                        δάκτυλον πρὸς τοὺς <lb/>ὀφθαλμοὺς, οὐκ αἰσθήσεται διὰ τὸ μὴ ὁρῇν· τούτῳ δ’
                        ἂν γνοίης ὅτι <lb/>οὐχ ὁρῇ, ὅτι οὐ σκαρδαμύσσει προσφερομένου τοῦ δακτύλου.
                        Καὶ <lb/>τὰς κροκίδας ἀφαιρέει τοῦ ἱματίου, ἤν περ ἴδῃ, δοκέων φθεῖρας αὐτὰς
                        <lb/>εἶναι. Καὶ ὁκόταν τὸ ἧπαρ μᾶλλον ἀναπτυγῇ πρὸς τὰς φρένας,
                        <lb/>παραφρονέει· καὶ προφαίνεσθαί οἱ δοκέει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἑρπετὰ <pb n="286"/> καὶ ἄλλα παντοδαπὰ θηρία καὶ ὁπλῖται μαχόμενοι, καὶ αὐτὸς ἐν
                        <lb/>αὐτοῖς δοκέει μάχεσθαι, καὶ τοιαῦτα λέγει ὡς ὁρέων μάχας καὶ πολέμους,
                        <lb/>καὶ ἐπέρχεται, καὶ ἀπειλέει, ἢν μή τις αὐτὸν ἐῇ ἐξιέναι· <lb/>κἢν
                        ἀναστῇ, οὐ δύναται ἀείρειν τὰ σκέλεα, ἀλλὰ καταπίπτει· καὶ <lb/>οἱ πόδες
                        αὐτοῦ αἰεὶ ψυχροί· καὶ ὁκόταν καθεύδῃ, ἀναΐσσει ἀπὸ τοῦ <lb/>ὕπνου, καὶ
                        φοβέεται, ὁκόταν ἐνύπνια ἴδῃ φοβερά. Τῷδε δὲ γινώσκομεν, <lb/>ὅτι ἀπὸ
                        ἐνυπνίων ἀΐσσει καὶ φοβέεται ὁκόταν ἔννοος γένηται, <lb/>ἀφηγεῖται τὰ
                        ἐνύπνια, ὁκοῖα καὶ τῷ σώματι ἐποίεε καὶ τῇ <lb/>γλώσσῃ ἔλεγε. Ταῦτα μὲν οὕτω
                        πάσχει. Ἔστι δ’ ὅτε καὶ κίεται <lb/>ἄφωνος ὅλην τὴν ἡμέρην καὶ τὴν νύκτα
                        ἀναπνέων πολλὸν τὸ πνεῦμα <lb/>ἀθρόον. Ὁκόταν δὲ παύσηται παραφρονέων, εὐθὺς
                        παραχρῆμα ἔννοος <lb/>γίνεται, καὶ ἢν ἐρωτῇ τις αὐτὸν, ὀρθῶς ἀποκρίνεται,
                        καὶ γινώσκει <lb/>πάντα τὰ λεγόμενα· εἶτ’ αὖθις ὕστερον ὀλίγῳ χρόνῳ ἐν
                        τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσιν ἄλγεσι κεῖται. Αὕτη ἡ νοῦσος προσπίπτει μάλιστα ἐν
                        ἀλλοδημίῃ, <lb/>καὶ ἤν κου ἐρήμην ὁδὸν βαδίζῃ καὶ ὁ φόβος αὐτὸν λάβῃ <lb/>ἐκ
                        φάσματος· λαμβάνει δὲ καὶ ἄλλως. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>πῖσαι τοῦ
                        μέλανος ἐλλεβόρου πέντε ὀβολοὺς στήσας, διδόναι δὲ ἐν <lb/>οἴνῳ γλυκεῖ, ἢ
                        κλύζειν αὐτὸν ἐν τούτοισι· νίτρου Αἰγυπτίου ὁκόσον <lb/>ἀστράγαλον ὄϊος,
                        τοῦτο τρῖψαι λεῖον, καὶ παραμῖξαι μέλιτος καλίστου <lb/>ἡμικοτύλιον, ἑψήσας,
                        ἐν θυείῃ, καὶ ἡμικοτύλιον ἐλαίου καὶ <lb/>ἀπὸ τεύτλων ἑφθῶν ὕδατος τέσσαρας
                        κοτύλας ἐξαιθριάσας· ἢν δὲ <lb/>βούλῃ, ἀντὶ τεύτλου ὄνειον γάλα ἑψήσας
                        παραμῖξαι· ταῦτα μίξας <lb/>κλύζειν, ἤν τε πυρετὸς ἔχῃ ἤν τε μή. Ῥοφήμασι δὲ
                        χρεέσθω πτισάνῃ <lb/>καθέφθῳ, μέλι παραχέων· πινέτω δὲ μέλι καὶ ὕδωρ καὶ
                        ὄξος <lb/>συγκεράσας ἅμα, ἕως ἂν κριθῇ ἡ νοῦσος· κρίνεται δὲ ἐν
                        δεκατέσσαρσιν <pb n="288"/> ἡμέρῃσι τὸ μακρότατον, ἤν τε θανάσιμον ἤν τε οὔ.
                        Πολλοῖσι <lb/>δὲ ἤδη ἡ τοιαύτη νοῦσος πεπαυμένη πάλιν ὑπετροπίασεν· ἢν
                        <lb/>οὖν ὑποτροπιάσῃ, κίνδυνος αὐτὸν διαφθαρῆναι· κρίνεται δὲ ἡ νοῦσος
                        <lb/>ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν, ἢν θανάσιμος ἢ οὔ· ἢν δὲ ταύτας ἐκφύγῃ, οὐ <lb/>μάλα
                        θνήσκει, ἀλλὰ τοῖσι πολλοῖσι μελεδαινομένη ἐξέρχεται. Ὁκόταν <lb/>δὲ
                        παύσηται ἡ νοῦσος, διαίτῃ χρεέσθω καλῇ, ἡσύχως προσάγων <lb/>ὁκόσα ἂν ἡ
                        κοιλίη προσδέξηται καὶ μὴ ξυγκαυθῇ, μήτε διάῤῥοια ἐπιγίνηται· <lb/>ἀμφότερα
                        γὰρ δοκέει κινδυνώδεα εἶναι· λουέσθω δὲ ἑκάστης <lb/>ἡμέρης, καὶ περιπατεέτω
                        μετὰ τὰ σιτία ὀλίγα· ἐσθῆτα δὲ ἐνείσθω <lb/>κούφην καὶ μαλθακήν· καὶ.
                        γαλακτοποτεέτω τὴν ὥρην καὶ ὀῤῥοποτεέτω <lb/>πέντε καὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας.
                        Ταῦτα ἢν ποιέῃ, τάχιστα <lb/>ὑγιὴς ἔσται· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπὴ καὶ δέεται
                        μελέτης πολλῆς. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>