<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1:37-42</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1:37-42</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ἄλλος ἴκτερος· ἐπιδήμιος οὗτος καλέεται, διότι πᾶσαν ὥρην
                        <lb/>ἐπιλαμβάνει· γίνεται δὲ ἀπὸ πλησμονῆς μάλιστα καὶ μέθης, καὶ
                        <lb/>ἐπειδὰν ῥιγώσῃ. Εὐθέως οὖν τὸ σῶμα ἀλλοιοτροπέει καὶ γίνεται
                        <lb/>ὠχρὸν, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ σφόδρα ὠχροὶ, καὶ ὑπὸ τὰς τρίχας καὶ ὑπὸ
                        <lb/>τοὺς ὄνυχας ἡ νοῦσος ὑπέρχεται, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς βληχρὸς ἔχει,
                        <lb/>καὶ ἀσθενέει τὸ σῶμα, καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ ὀδύνη ἔχει, καὶ οὐρέει
                        <lb/>ὠχρὸν καὶ παχύ. Οὗτος ὁ ἴκτερος ἧσσον θανατώδης τῶν πρόσθεν, καὶ
                        <lb/>θεραπεύεται μελετώμενος ἐν τάχει. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>σχάσαι
                        αὐτοῦ τοὺς ἀγκῶνας καὶ ἀφαιρέειν τοῦ αἵματος, ἔπειτα πυριήσας <pb n="260"/>
                        πῖσαι ἐλατήριον· κάτω δὲ αὖθις ὑποκαθῆραι τῇ τρίτῃ ὀνείῳ <lb/>γάλακτι. Τὰ δὲ
                        ἄλλα ῥοφήματά τε καὶ πόματα καὶ ἐδέσματα τὰ <lb/>αὐτὰ διδόναι ἃ καὶ τῷ
                        πρόσθεν, καὶ καθαίρειν αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν <lb/>θαμινὰ, καὶ ἀπὸ χαραδρίου
                        πίνειν, καὶ λούειν αὐτὸν πολλῷ καὶ <lb/>θερμῷ, καὶ ξύων τὴν σάρκα ἐν οἴνῳ
                        λευκῷ διδόναι πίνειν, καὶ ἐς <lb/>τὰ ἄλλα πάντα τοῖσιν αὐτοῖσι χρεέσθω, καὶ
                        ἐν τάχει ὑγιὴς ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ἄλλος ἴκτερος· γίνεται μὲν ἀπὸ φλέγματος, ἐπὶ δὲ χειμῶνος <lb/>μάλιστα
                        ἐπιλαμβάνει, καὶ ἡ χροιὴ αὐτέου λευκὴ, καὶ τὰ στήθεα <lb/>αὐτέου πλήρεα
                        γίνεται φλέγματος, καὶ ἀποπτύει τὸ σίαλον πουλὺ, <lb/>καὶ ὁκόταν
                        ἀποχρέμπτηται, λυγμὸς αὐτῷ γίνεται, καὶ οὐρέει λευκὸν <lb/>καὶ παχὺ, καὶ ὑπ’
                        αὐτῷ ὑφίσταται ὁκοῖον ἄλευρον. Οὗτος ὁ ἴκτερος <lb/>οὐκ ἔστι θανατώδης καὶ
                        ἐν τάχει ὑγιαίνεται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, πῖσαι κνίδιον κόκκον,
                        καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν πτισάνης χυλὸν, <lb/>μέλι παραχέας, δοῦναι ἐκροφέειν
                        τέσσαρας κοτύλας· τὴν δὲ ἄνω <lb/>κοιλίην ἐμετοποιεύμενος καθαρὴν παρεχέτω
                        ὡς ἐν τῇσι πρόσθεν· οὕτω <lb/>γὰρ ἂν ῥήϊστα τὸ φλέγμα ἀπαγάγοι τοῦ πλεύμονος
                        καὶ τῶν ἀρτηριῶν· <lb/>καὶ ἀναγαργαρισμὸν σκευάζειν αὐτῷ θαμινά. Οὗτος
                        ἐνίοτε καὶ <lb/>πυρεταίνει βληχρῷ πυρετῷ, καὶ φρίκη λεπτὴ ἐπιγίνεται. Καὶ
                        τἄλλα <lb/>μελετῇν οἷσι καὶ τοὺς πρόσθεν ἰκτέρους, καὶ φαρμάκοισι καὶ
                        πυρίῃσι <lb/>καὶ λουτροῖσι καὶ ἐδέσμασι καὶ ποτοῖσι καὶ ῥοφήμασιν· οὕτω γὰρ
                        <lb/>ἂν μάλιστα ὑγιέα ποιήσειας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Νούσημα ὅπερ καλεῖται τῦφος· τῦφος μὲν τοῦτο τὸ νούσημα <lb/>καλέεται·
                        ἐπιλαμβάνει δὲ θέρεος ἐν ὥρῃ, ὁκόταν ὁ κύων τὸ ἄστρον <lb/>ἐπιτέλλῃ, χολῆς
                        κινηθείσης ἀνὰ τὸ σῶμα. Εὐθέως οὖν αὐτὸν πυρετοὶ <pb n="262"/> ἔχουσιν
                        ἰσχυροὶ καὶ καῦμα ὀξὺ, καὶ ὑπὸ τοῦ βάρεος ἀσθενείη <lb/>καὶ ἀκρησίη τῶν
                        σκελέων, καὶ ἐκ τῶν χειρῶν ἄχρειος μάλιστα γίνεται· <lb/>καὶ ἡ γαστὴρ
                        ταράσσεται, καὶ τὰ ὑποχωρέοντα δυσώδεα, <lb/>καὶ στρόφος ἰσχυρὸς ἐπιγίνευαι.
                        Ταῦτά τε πάσχει, καὶ ἤν τις ἀνεστῆσαι <lb/>θέλῆ αὐτὸν, οὐ δύνατωι ὀρθοῦσθαι,
                        οὐδὲ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν <lb/>ἀνερῇν δύναται ὑπὸ τοῦ καύματος, καὶ ἤν τις
                        αὐτὸν ἐρωτᾷ, ὑπὸ τοῦ <lb/>πόνου ἀκούων οὐ δύνατια ἀποκρίνασθαι, Ὁκόταν δὲ
                        μέλλῃ ἀπεθνήσκειν, <lb/>ὀξύτερά τε ὁρῇ καὶ φθέγγεται θαρσαλέως, καὶ πιέειν
                        καὶ <lb/>φαγέειν αἰτέει, καὶ ἢν δῷ τις καὶ φάγῃ, ἐν τάχει ἀφῆκε τὴν ψυχὴν,
                        <lb/>ἢν μὴ ἐξεμέσῃ. Τούτῳ ἡ νοῦσος αὕτη κρίνεται ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν <lb/>ἢ
                        δεκατέσσαρσι· πολλοὶ δὲ διατρέχουσι καὶ ἐς τὰς εἰκοσιτέσσαρας· <lb/>ἢν γοῦν
                        ταύτας διέλθῃ, ὑγιὴς ἔσται· καὶ γὰρ ἐν ταύτῃσι <lb/>τῇσιν ἡμέρῃσι δηλοῦται
                        εἰ θανάσιμος ἢ οὔ. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχη, ὧδε ἰῆσθαι· ἐν τῇσι
                        πρώτῃσι τῶν ἡμερέων λουτροῦ μὲν ἀπέχεσθαι, <lb/>ἀλείφειν δὲ οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ
                        χλιαίνων ἐς κοίτην, καὶ σιτίων <lb/>ἀπέχεσθαι· ῥοφήματα δὲ λεπτὰ ψυχρὰ
                        διδόναι· οἶνον δὲ πινέτω <lb/>μέλανα, αὐστηρὸν, ἢν ξυμφέρῃ αὐτῷ· ἢν δὲ μὴ,
                        λευκὸν, αὐστηρὸν, <lb/>ὑδαρέστερον· ἢν δὲ δίψα ἰσχυρὴ πιέζῃ, τοῦ ὕδατος
                        ἀθρόον διδοὺς <lb/>πίνειν, κέλευε ἐξεμέειν, ταῦτα δὶς ἢ τρὶς ἐφεξῆς ποιήσας,
                        καὶ ὁκόταν <lb/>τὸ καῦμα ἔχῃ, ῥάκεα βάπτων ὕδατι ψυχρῷ προστιθέναι, ᾗ ἂν
                        μάλιστα <lb/>φῇ καίεσθαι· ἢν δὲ φρίκην ἔχῃ τὸ σῶμα, ἀνιέναι τὰ ψύγματα.
                        <lb/>Οὗτος ὁκόταν μάλιστα πονέῃ, ὑπὸ τῆς ὀδύνης αἴφνης κινδυνεύσει <lb/>τότε
                        ἀφεῖναι τὴν ψυχήν· ἀλλὰ διδόναι χρὴ αὐτῷ τῆς ὀδύνης τὰ <pb n="264"/> φάρμακα
                        μετὰ σπουδῆς τὰ αὐτὰ ἃ καὶ τῷ ὑπὸ τῆς πλευρίτιδος ἐχομένῳ. <lb/>Ὁκόταν δὲ
                        ἐξαναστῇ, ἀνακομίζειν σιτίῳ καὶ ποτῷ καὶ λουτροῖσιν <lb/>ὡς τάχιστα· ἡ γὰρ
                        νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι <lb/>διαφεύγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἄλλος τῦφος· ἐπιλαμβάνει μὲν τὸ νούσημα πάσην ὤρην· <lb/>γίνεται δὲ δι’
                        ὑγρασίην τοῦ σώματος, ὁκόταν τὰ σιτία ὑγρὰ ἐόντα <lb/>καὶ τὸ ποτὸν πουλὺ αἱ
                        σάρκες ἀναπίωσι καὶ πλαδαραὶ γίνωνται· <lb/>ἀπὸ τούτων τὸ νούσημα γίνεται
                        μάλιστα. Ἄρχεται οὖν ὁ πυρετὸς <lb/>τριταῖος ἢ τεταρταῖος κατ’ ἀρχὰς
                        γινόμενος, καὶ πόνος ἰσχυρὸς ἐν τῇ <lb/>κεφαλῇ ἐνίσταται, ἐνίοτε. δὲ καὶ ἐν
                        τῷ σώματι διαλείπων· καὶ ἐμέει <lb/>σίαλον, καὶ ἐρεύγεται πυκινὰ, καὶ ἀλγέει
                        τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν, <lb/>καὶ τὸ πρόσωπον ἀφύει, καὶ ἐς τοὺς πόδας οἴδημα
                        κατέρχεται· <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ ὅλον τὸ σῶμα ἀποιδέει, καὶ ἐς τὰ στήθεα καὶ
                        ἐς τὸ <lb/>μετάφρενον ἐνίοτε ἡ ὀδύνη τρέχει, καὶ ἡ γαστὴρ τετάρακται, καὶ
                        <lb/>τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν ἐσορᾷ ἰσχυρῶς, καὶ τὸ σίαλον ἀποπτύει πολλὸν
                        <lb/>καὶ ἀφρῶδες, καὶ ἐν τῇ φάρυγγι δοκέει ἐνέχεσθαι, καὶ κέρχνει αὐτόν·
                        <lb/>πολλάκις δὲ καὶ φλεγμαίνει ὁ φάρυγξ. Τοῦτον ὁκόταν οὕτως <lb/>ὁ πόνος
                        πιέζῃ, ἔστιν ὅτε καὶ ὀρθοπνοίη ἰσχυρὴ ἐμπίπτει, καὶ πολλάκις <lb/>ἐξαπίνης
                        ὑπὸ τοῦ πόνου τὴν ψυχὴν ἀφῆκεν ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν <lb/>ἢ ἐν δεκατέσσαρσι·
                        πολλοὶ δὲ διαφέρουσι καὶ ἕως τῶν εἰκοσιτεσσάρων <lb/>ἡμερέων. Πολλάκις δὲ
                        καὶ ἐξαπίνης ἡ νοῦσος ἀνῆκε, καὶ δοκέει <lb/>ὑγιὴς εἶναι· ἀλλὰ φυλάσσεσθαι
                        χρὴ, ἄχρις ἂν αἱ τέσσαρες καὶ <lb/>εἴκοσιν ἡμέραι παρέλθωσιν· ἢν γὰρ ταύτας
                        διαφύγῃ, οὐ μάλα θνήσκει. <lb/>Τούτῳ, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, ἐν τῇσι πρώτῃσι τῶν
                        ἡμερέων χρὴ <pb n="266"/> ῥόφημα διδόναι ἄλητον κάθεφθον, μέλι λεπτὸν
                        παραχέων· πίνειν δὲ <lb/>διδόναι μέλανα οἶνον κατ’ ὀλίγον, ὅκως ἂν βούληται
                        κεκρημένον· <lb/>σιτία δὲ μὴ προσφέρειν, πρὶν ἂν αἱ ἡμέραι παρέλθωσι·
                        κουλύποδας <lb/>δὲ ἐν οἴνῳ ἑφθοὺς διδόναι ἐσθίειν, καὶ τὸν ζωμὸν ῥοφάνειν,
                        καὶ ῥαφανῖδας <lb/>τρώγειν πολλάς· καὶ καρδάμου καρπὸν φώσας, ἀλέσαι καὶ
                        <lb/>σῆσαι λεπτά· ἔπειτα ἐπ’ οἶνον ἐπιβαλὼν μέλανα στρυφνὸν καὶ <lb/>ἄλφιτα
                        λεπτὰ ὀλίγα διδόναι πίνειν ἕωθεν· λουτροῦ δὲ ἀπεχέσθω, <lb/>μέχρις ἂν αἱ
                        ἡμέραι παρέλθωσιν· οἴνῳ δὲ καὶ ἐλαίῳ χλιήνας ἀλείφειν <lb/>ἐς κοίτην καὶ
                        ἐκμάσσειν· καὶ γλυκυσίδης καρποῦ δέκα κόκκους <lb/>ἑψῶν ἐν οἴνῳ μέλανι,
                        διδόναι πίνειν· καὶ γογγυλίδας διέφθους ποιέων <lb/>ῥοφανέτω τοῦ χυλοῦ,
                        ἀρτύσας τυρῷ ἀνάλτῳ καὶ μήκωνι καὶ ἁλὶ καὶ <lb/>ἐλαίῳ καὶ σιλφίῳ καὶ ὄξει.
                        Ἢν δὲ καὶ φάρμακον βούλῃ πῖσαι, τοῦ <lb/>κνιδίου κόκκου πῖσαι, καὶ μετὰ τὴν
                        κάθαρσιν ἀλεύρου ἑφθοῦ καὶ <lb/>λιπαροῦ δοῦναι δύο τρυβλία ἐκροφέειν· οἶνον
                        δὲ πινέτω τὸν αὐτόν. <lb/>Τούτων τῶν φαρμάκων καὶ ῥοφημάτων καὶ ποτῶν ὅ τι
                        ἂν διδῷς ὀνήσεις, <lb/>ἤν τε κατὰ ἓν, τε κατὰ πλείω προσφέρῃς, καὶ οὕτω
                        τάχιστα <lb/>ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι
                        <lb/>διαφυγγάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν καὶ οὗτος διὰ τόδε, ὁκόταν ἡ χολὴ <lb/>σαπεῖσα
                        μιγῇ τῷ αἵματι ἀνὰ τὰς φλέβας καὶ τὰ ἄρθρα, καὶ ὁκόταν <lb/>στῇ, οἴδημα
                        ἀνίσταται μάλιστα μὲν ἐν τοῖσιν ἄρθροισι καὶ καταστηρίζεται, <lb/>ἐνίοτε δὲ
                        καὶ ἐς τὸ ἄλλο πᾶν σῶμα, καὶ ὀδύνας παρέχει <lb/>ὀξείας· καὶ οἱ πολλοὶ ἐκ
                        ταύτης τῆς νούσου χωλοὶ γίνονται, ὁκόταν <lb/>ἀποληφθεῖσα ἐν τοῖσιν
                        ἄρθροισιν ἡ χολὴ πωρωθῇ· ἡ δὲ ὀδύνη διαλείπουσα <lb/>ἐπιλαμβάνει καὶ διὰ
                        τριῶν ἡμερέων καὶ διὰ τεσσάρων. <pb n="268"/> Τοῦτον, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ,
                        μελετῇν οὕτως· ὁκόταν μὲν ἡ ὀδύνη ἕνῃ <lb/>ἐν τῷ· σώματι, χλιάσματα χρὴ
                        ποιέειν καὶ προστιθέναι, ἐλαίῳ ὁπαλείψας· <lb/>ὁκόταν δὲ ἀνῇ, δοῦναι αὐτῷ
                        ἐλλέβορον πυριήσας πρόσθεν <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀῤῥὸν αἰγὸς
                        ἑψήσας, δοῦναι πιεῖν <lb/>δύο χοέας, παρὰ τὸν ἕτερον χοέα μέλι παραχέας,
                        παρὰ δὲ τὸν ἕτερον <lb/>ἅλας παραβαλών· εἶτα κύλικα παρὰ κύλικα παραλλάσσων
                        πινέτω <lb/>ἕως ἂν ἐκπίῃ ἅπαν· ἐς ἑσπέρην δὲ μετὰ τὴν κάθαρσιν φακῆς
                        τρυβλίον <lb/>ῥοφεέτω, καὶ τεύτλων τρυβλίον λιπαρῶν ἄλφιτα παραπάσας
                        <lb/>ἐκπιέτω, καὶ νεοσσοῦ ἀλεκτορίδος κρέας ἢ τρυγόνος ἢ <lb/>ὄϊος ἢ ὑὸς
                        πίονος τρωγέτω. Τὸν δὲ ἐλλέβορον δι’ ἕκτης ἡμέρης διδόναι, <lb/>καὶ ἤν κου
                        τῶν ἄρθρων ἀποιδίσκηται καὶ μὴ θέλῃ ἀφίστασθαι, <lb/>σικύην προσβαλὼν
                        ἀφαιρέειν τοῦ αἵματος, κατακεντῶν ἀκίδι τριγώνῳ <lb/>ἐς τὰ γούνατα, ἢν ἐν
                        τοῖσι γούνασιν ἐνῇ τὸ οἴδημα, τῶν δὲ ἄλλων <lb/>ἄρθρων μηδὲν κεντριώσῃς. Τὰς
                        δὲ μεταξὺ τῶν ἡμερέων σιτίον <lb/>προσφερέσθω ἄρτον μὲν ὡς ὀπτότατον, μᾶζαν
                        δὲ ψαιστὴν ὡς μάλιστα· <lb/>ὄψον δὲ ἐχέτω μάλιστα μὲν ὄρνιθα ὀπτὴν ἄναλτον·
                        εἰ δὲ μὴ, καὶ <lb/>ἑφθὴν, ἐζωμευμένην, πλὴν ἄνευ τυροῦ καὶ σησάμου καὶ ἁλός·
                        ἰχθύσι <lb/>δὲ χρεέσθω τοῖσι σαρκωδεστάτοισιν, ὀπτοῖσι δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον
                        <lb/>τοῖσι κρέασιν, ἢ ἑψῶν δι’ ὀριγάνου παστὰ, ἐλαίῳ αὐτὰ ὑποχρίσας,
                        <lb/>οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, ἢν ξυμφέρῃ· εἰ δὲ μὴ, μέλανα· καὶ ἐν
                        <lb/>περιόδοισι ταλαιπωρεέτω δι’ ἡμέρης καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον καὶ ὄρθριος,
                        <lb/>ὀῤῥὸν δὲ καὶ γάλα τὴν ὥρην πινέτω αἰεί· ἢν δέ σοι δοκέῃ, καὶ ὄνειον
                        <lb/>γάλα διδόναι ἀφεψήσας. Καὶ ἢν ὑγιὴς γένηται, ἐν φυλακῇ αὐτὸν <pb n="270"/> εἶναι τοῦ ψύχεος καὶ τοῦ πνίγεος, καὶ τῶν σιτίων μὴ λίην
                        ἐμπιπλάσθω· <lb/>κίνδυνος γὰρ αὖθις ὑποτροπιάσαι τὴν νοῦσον. Αὅτη τοιγαροῦν
                        <lb/>ἡ νοῦσος οὕτω θεραπευομένη ἐν ἓξ μησὶν ὑγιὴς γίνεται· οὗτοι <lb/>γὰρ
                        κρίνουσιν, ἤν τε θανάσιμος, ἤν τε μὴ, ἢν καὶ παραχρῆμα <lb/>θεραπεύηται·
                        πλὴν ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ τοῖσι πλείστοισι <lb/>συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν τὸ νούσημα ἐν ὀπώρης καιρῷ, <lb/>ὁκόταν τις
                        πλησθῇ παντοίης ὀπώρης. Τοῖσι δὲ πολλοῖσι καὶ ἀπὸ <lb/>τῶνδε ἐγένετο τὸ
                        νόσημα· φαγόντες πλακοῦντος καὶ σησάμης καὶ <lb/>τῶν ἄλλων μελιτωθέντων
                        ἀπλήστως. Τὸ γὰρ μέλι τὸ ἑφθὸν καυματῶδές <lb/>ἐστι καὶ προσπλάσσεται τῇ
                        κοιλίῃ· ἔπειτα ὁκόταν καθεψηθῇ <lb/>ἐν τῇ κοιλίῃ, ἀναζέεται, καὶ ἐξαπίνης ἡ
                        γαστὴρ ἀείρεται καὶ πίμπραται, <lb/>καὶ δοκέει διαῤῥήσσεσθαι· ἔπειτα δὲ
                        ἐξαπίνης διάῤῥοια <lb/>ἐπεγένετο, καὶ ὁκόταν ἅπαξ ἄρξηται χωρέειν, πολλὰς
                        ἡμέρας καθαίρεται, <lb/>καὶ πολλοὶ μετὰ ταύτην τὴν κάθαρσιν ὑγιέες ἐγένοντο.
                        Ὁκόταν <lb/>οὖν παύσηται αὐτόματος καθαιρόμενος, φακῶν χυμοῦ ἀναγκάσαι
                        <lb/>αὐτὸν ἐκπιεῖν τρία ἡμίχοα, ἅλας παραβάλλων· μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν
                        <lb/>τοῦ χυμοῦ ἐς ἑσπέρην, φακῆς τρυβλίον ῥοφεέτω ψυχρῆς ἀνάλτου,
                        <lb/>σίλφιον δὲ ἐπιξύσθω πουλὺ, καὶ τεύτλου τρυβλίον ἀνηδύντου <lb/>λιπαροῦ,
                        ἄλφιτα παραπάσσων φαγέτω· οἶνον δὲ πινέτω μέλανα αὐστηρὸν <lb/>κατ’ ὀλίγον.
                        Τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ χρόνου τὰ αὐτὰ ποιεέτω, καὶ <lb/>σῖτα προσφερέσθω ἄρτον
                        ἔξοπτον, μᾶζάν τε ψαιστὴν ὡς μάλιστα· <lb/>τὰς δὲ πρώτας τῶν ἡμερέων ἄλευρον
                        φαγέτω-κάθεφθον, ἀποψύχων <lb/>καὶ μέλι παραχέων· οἶνον δὲ πινέτω μἔλανα
                        στρυφνὸν, ἕως ἂν καταστῇ <pb n="272"/> ἡ νοῦσος, ταῦτα προσφερέσθω. Ὁ δὲ ὑπὸ
                        τῆς ὀπώρης ληφθεὶς <lb/>τῇ νούσῳ φῦσαν παρέχει καὶ στρόφον καὶ ὀδύνην, καὶ
                        τὰ σιτία οὐκ <lb/>ἐθέλει διαχωρέειν, καὶ ἡ γαστὴρ μεγάλη καὶ σκληρὴ αὐτοῦ
                        ἐστι, <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἔχει. Τούτῳ ἢν μὲν αὐτομάτη ταραχθῇ ἡ
                        κοιλίη, <lb/>ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι τὸ ἐλάχιστον καθαίρεται, καὶ ὁκόταν παύσηται
                        <lb/>καθαιρόμενος, ὑγιὴς παραχρῆμα ἔσται· ἢν δὲ μὴ αὐτομάτη <lb/>ταραχθῇ,
                        καθαίρειν αὐτὸν τῷ τοῦ ἱππόφεω ὀπῷ ἢ τῷ κνιδίῳ κόκκῳ· <lb/>ἐς ἑσπέρην δὲ
                        ταῦτα διδόναι ἃ καὶ τῷ αὐτομάτῳ καθαιρομένῳ· τῇ <lb/>δ’ ὑστεραίῃ, ἢν μὲν
                        πορετὸς ἔχῃ, ἡσυχίην ἐχέτω, διδόναι δὲ αὐτῷ <lb/>πίνειν τοῦ αὐτοῦ οἴνου ὡς
                        ἐν ψυχροτάτῳ ὕδατι· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ πυρετὸς, <lb/>διαιτήσθω δίαιταν μὴ ὑγρὴν,
                        ἀλλ’ ἰσχυροτέρην, καὶ περιπατεέτω <lb/>πρὸς τὰ σιτία τεκμαιρόμενος. Ὑπὸ
                        τουτέου τοῦ νοσήματος <lb/>πολλοῖσιν ἤδη ὕδερος ἐξεγένετο, καὶ ἢν δοκέῃ σοι
                        κλύζειν, τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι κλύσον οἷσι καὶ τὸν ὑδεριῶντα. Ἢν δὲ βούλῃ,
                        τοισίδε κλύζειν· <lb/>ἐν μελικρήτου κοτύλῃ ποίην θαψίης ἐγξύσαι, εἶτα οὕτως
                        <lb/>ἐγκλύσαι. Οὗτος οὕτω θεραπευόμενος τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>