<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1:13-18</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1:13-18</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Αὐαίνεται μυελὸς ὁ κατὶ τὴν ῥάχιν μάλιστα, ὁκόταν τὰ <pb n="200"/> φλέβια
                        ἀποφραχθῇ τὰ ἐς τὸν μυελὸν τείνοντα καὶ ἡ ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ἔφοδος. Διὰ
                        κάκωσιν δὲ τοῦ σώματος τάδε πάσχει καὶ νοσέει· αὐαίνεται <lb/>μάλιστα καὶ
                        ἀπὸ λαγνείης· τάδε οὖν πάσχει· ὀδύνη ὀξέη ἐμπίπτει <lb/>αὐτῷ ἐς τὴν κεφαλὴν,
                        καὶ ἐς τὸν τράχηλον, καὶ ἐς τὴν <lb/>ὀσφῦν, καὶ ἐς τοὺς μύας τῆς ὀσφύος, καὶ
                        ἐς τὰ ἄρθρα τῶν σκελέων, <lb/>ὥστε ἐνίοτε οὐ δύναται ξυγκάμπτειν· καὶ ἡ
                        κόπρος οὐ διαχωρέει, <lb/>ἀλλ’ ἵσταται καὶ δυσουρέεται. Οὗτος κατ’ ἀρχὰς μὲν
                        τῆς νούσου <lb/>ἡσυχαίτερον διάγει· ὁκόσῳ δ’ ἂν ὁ χρόνος τῇ νούσῳ
                        ἀπομηκύνηται, <lb/>πονέει ἅπαντα μᾶλλον, καὶ τὰ σκέλεα οἰδέει ὡς ἀπὸ ὑδέρου,
                        καὶ <lb/>ἕλκεα ἐκφλυνδάνει ἀπὸ τῆς ὀσφύος, καὶ τὰ μὲν ἄλλα ὑγιαίνεται, τὰ
                        <lb/>δὲ ἄλλα παραφύεται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, πυριήσας τὴν κεφαλὴν,
                        <lb/>τῷ ἱππόφεω ὀπῷ ἢ τῷ κνιδίῳ κόκκῳ καθῆραι πρῶτον τὸ <lb/>σῶμα εὖ μάλα·
                        τῆς δὲ ἑσπέρης μετὰ τὴν κάθαρσιν πτισάνης δύο <lb/>τρυβλία ῥοφεέτω μέλι
                        παραχέας· οἶνον δὲ λευκὸν πινέτω μαλθακόν. <lb/>Τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀνείου
                        γάλακτος διδόναι αὐτῷ ἑφθοῦ, μέλι παραχέας, <lb/>ὀκτὼ κοτύλας ἐκπιεῖν· ἢν δὲ
                        μὴ ὄνειον ἔχῃς, βοείου ἢ αἰγείου <lb/>ἑφθοῦ τρία ἡμιχόεα, παραχέας μέλι· καὶ
                        τὴν ὥρην γαλακτοποτεέτω <lb/>ἐν ὀῤῥῷ καὶ γάλακτι, πέντε καὶ τεσσαράκοντα
                        ἡμέρας. Σιτίοισι δὲ <lb/>καὶ ὄψοισι χρεέσθω ὡς διαχωρητικωτάτοισιν· οἶνον δὲ
                        πινέτω λευκὸν, <lb/>μαλθακὸν, Μενδήσιον. Ὁκόταν δὲ παχύτατος ᾖ, καῦσαι αὐτοῦ
                        ἐς <lb/>τὴν ὀσφῦν ἑκατέρωθεν τῶν σπονδύλων τέσσαρας ἐσχάρας, καὶ ἐς τὸ
                        <lb/>μετάφρενον δεκαπέντε ἑκατέρωθεν, καὶ ἐς τὸν αὐχένα δύο μεταξὺ τῶν
                        <lb/>τενόντων· ἢν γὰρ τύχῃς καύσας, ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><pb n="202"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Αἱ τέσσἆρες νοῦσοι αἱ ἀπὸ τῶν νεφρῶν γινόμεναι ἀπὸ τῆς <lb/>πρώτης τάδε
                        πάσχει ὀδύνη ὀξείη ἐμπίπτει ἐς τὸν νεφρὸν καὶ ἐς τὴν <lb/>ὀσφῦν καὶ ἐς τὸν
                        κενεῶνα καὶ ἐς τὸν ὄρχιν τὸν κατὰ τὸν νεφρὸν, καὶ <lb/>οὐρέει πυκινὰ, καὶ
                        στύφει κατ’ ὀλίγον τὸ οὖρον, καὶ ἅμα τῷ οὔρῳ <lb/>προέρχεται ψάμμος, καὶ
                        ὁκόταν ἐξίῃ διὰ τῆς οὐρήθρῃς ἡ ψάμμος, <lb/>ὀδύνην πάρέχει ἰσχυρῂν ἐν τῇ
                        οὐρήθρῃ· δκόταν δὲ διεξουρήσῃ, ἡ <lb/>ὀδύνη ἀνίησιν· ἔπειτα αὖθις ἐν τοῖσιν
                        αὐτοῖσιν ἄλγεσκ κέεται· ὁκόταν <lb/>δὲ οὐρέῃ, καὶ τὸν καυλὸν ὑπὸ τῆς ὀδύνης
                        τρίβεῖβ Πολλοὶ δὲ τῶν ἰητρῶν <lb/>οἱ μὴ συνιέντες τὴν νοῦσον, ὁκόταν ἴδωσι
                        τὴν ψάμμον, δοκέουσι <lb/>λιθιῇν τὴν κύστιν, καὶ ταύτην μὲν οὒ, τὸν δὲ
                        νεφρὸν λιθιῇ. Αὕτη <lb/>ἡ νοῦσος γίνεται ἀπὸ φλέγματος, ὁκότανς ὁ νεφρὸς ἐς
                        ἑωυτὸν ἀναλαβὼν <lb/>φλέγμα μὴ ἀφίῃ πάλιγ, ἀλλ’ αὐτοῦ ξυμπωρωθῇ· τοῦτο
                        γίνεται <lb/>λίθοι λεπτοὶ οἷον ψάμμος. Τοῦτον, ὁκόταν, οὕτως ἔχη, τῷ ὀπῷ
                        <lb/>τῆς σκαμμωνίης ἢ αὐτῇ τῇ ῥίζῃ, πυριήσας πρόσθεν ἅπαν τὸ σῶμα
                        <lb/>ὑποκαθῆραι τῇ δὲ ὑστεραίῃ τῷ ἀπὸ ἐρεβινθων λευκῶν χυλῷ ὑποβ
                        <lb/>καθῆραι δύο χοεῦσιν; ἅλας δὲ παρεμβαλῲν διδόναι πίνειν· μετὰ δὲ
                        <lb/>ταῦτα ποιοῖσι καὶ βρωτοῖσι καὶ λουτροῖσι μελετῇν, διδοὺς τὰ αὐτὰ <lb/>ἃ
                        τῷ στραγγουριῶντι δίδοιαι φάρμακα. Ὁκόταν δὲ ἡ ὀδύνη πιέσῃ, <lb/>λούειν
                        πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ χλιάσματα προστιθέναι ὅπη πονέει <lb/>μάλιστα. Ὁκόταν
                        δὲ ἀποιδήσῃ καὶ ἐξαρθῇ, ὑπὸ τοῦτον τὸν χρόνον <lb/>τάμνειν κατὰ τὸν νεφρὸν,
                        καὶ ἐξελὼν τὸ πῦος, τὴν ψάμμον διουρητικοῖσιν <lb/>ἰῆσθαι· ἢν μὲν γὰρ τμηθῇ,
                        ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ μὴ, ἡ <lb/>νοῦσος τῷ ἀνθρῴπῳ συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Δευτέρη νοῦσος νεφρῶν· αἱ μὲν ὀδύναι ἰσχυρῶς πιέζουσιν ὡς, <pb n="204"/>
                        ἐν τῇ πρόσθεν. Γίνεται δὲ τὸ νούσημα ἀπὸ ταλαιπωρίης, ὁκόταν <lb/>ῥαγῇ τὰ
                        φλέβια τὰ ἐς τὸν νεφρὸν τείνοντα, ἔπειτα ὁ νεφρὸς αἵματος <lb/>ἐμπλησθῇ.
                        Οὗτος ὁκόταν ταῦτα πάθῃ, ἐξουρέει ἅμα τῷ οὔρῳ αἷμα <lb/>κατ’ ἀρχὰς τοῦ
                        νουσήματος, ἔπειτα πῦον προϊόντος τοῦ χρόνου. <lb/>Οὗτος ἢν ἡσυχίην ἔχῃ τῷ
                        σώματι, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἢν γάρ τι <lb/>πονήσῃ, αἱ ὀδύναι πολλῷ μᾶλλον
                        ἕξουσιν. Ὁκόταν γοῦν ἔμπυος ᾖ <lb/>ὁ νεφρὸς, ἀποιδέει παρὰ τὴν ῥάχιν·
                        τοῦτον, ὅταν οὕτως ἔχῃ, τάμνειν <lb/>κατὰ τὸ ἀποιδέον, μάλιστα μὲν βαθείην
                        τομὴν κατὰ τὸν νεφρόν· κἢν <lb/>μὲν τύχῃς ταμὼν, παραχρῆμα ὑγιέα ποιήσεις·
                        ἢν δὲ ἁμάρτῃς, κίνδυνος <lb/>ἕλκος ἔμμοτον γενέσθαι. Ἢν δὲ ξυμφυῇ τὸ ἕλκος,
                        ἐμπυοῦται <lb/>εἴσωθεν ἡ κοιλίη ἡ ἀπὸ τοῦ νεφροῦ· κἢν μὲν ῥαγῇ ἔσωθεν καὶ
                        χωρήσῃ <lb/>κατὰ τὸν ἀρχὸν τὰ πῦα, ἐλπὶς ἐκφυγέειν· ἢν δὲ ψαύσῃ τοῦ ἑτέρου
                        <lb/>νεφροῦ, κινδυνεύσει καταφθαρῆναι. Μελετῇν δὲ φαρμάκοισι καὶ <lb/>τοῖσιν
                        αὐτοῖσι πᾶσιν, οἷσι καὶ τὸν πρόσθεν, καὶ τὴν δίαιταν τὴν αὐτὴν <lb/>ἐχέτω·
                        αὕτη δὲ ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ πολλοὶ ἐκ ταύτης τῆς <lb/>νούσου ἐς φθίσιν
                        νεφρίτιδα κατέστησαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Τρίτη νοῦσος νεφρῶν· τὸ μὲν οὖρον προέρχεται οἷον ἀπὸ <lb/>κρεῶν βοείων
                        ὀπτῶν χυλός. Γίνεται δὲ τὸ νούσημα ἀπὸ χολῆς μελαίνης, <lb/>ὁκόταν χολὴ ἐς
                        τὰ φλέβια συῤῥῇ τὰ τείνοντα ἐς τὸν νεφρὸν, <lb/>καὶ ὁκόταν στῇ, ἑλκοῖ τὰ
                        φλέβια καὶ τὸν νεφρόν· ὑπὸ οὖν τῆς ἑλκώσιος <lb/>τοιοῦτον ὑποχωρέει ἅμα τῷ
                        οὔρῳ. Αἱ δὲ ὀδύναι ἔχουσιν ἐν τῇ <lb/>ὀσφύϊ καὶ ἐν τῇ κύστει καὶ ἐν τῷ
                        περινέῳ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νεφρῷ, <lb/>ἐπ’ ὀλίγον χρόνον· ἔπειτα ἀνῆκεν ὁ πόνος
                        καὶ αὖθις ἐπέλαβεν ὀξὺς δι’ <lb/>ὀλίγου· καὶ ἐς τὸ λεπτὸν τῆς γαστρὸς ἔστιν
                        ὅτε ὀδύνη ἐμπίπτει. <lb/>Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, ὑποκαθῆραι τὴν κοιλίην
                        ἐπιθύμῳ ἢ τῆς <lb/>σκαμμωνίης ῥίζῃ· πίνειν διδόναι τὰ αὐτὰ ἃ καὶ τῷ
                        στραγγουριῶντι, <pb n="206"/> καὶ ὁκόταν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, λούειν πολλῷ καὶ
                        θερμῷ, χλιάσματα προστιθέντα <lb/>πρὸς τὸ πονέον μάλιστα, καὶ ῥοφήματι
                        χρεέσθω ἀλεύρῳ <lb/>ἑφθῷ, μέλι παραχέας, καὶ τῇ ἄλλῃ διαίτῃ χρεέσθω ὡς
                        διαχωρητικωτάτῃ, <lb/>καὶ οἶνον πινέτω λευκὸν Μένδαιον μελίχρουν, ἢ ἄλλον
                        λευκὸν <lb/>τὸν ἥδιστον καλῶς κεκρημένον. Αὕτη ἡ νοῦσος οὐ μάλα ἐκλείπει·
                        <lb/>καὶ τὴν ὥρην ὀῤῥοποτεέτω καὶ γαλακτοποτεέτω, ἐς κάθαρσιν μὲν τῷ
                        <lb/>ὀῤῥῷ, τὴν δὲ γαλακτοποσίην ποιεέσθω ἐν ὥρῃ, πέντε καὶ τεσσαράκοντα
                        <lb/>ἡμέρας. Ταῦτ’ ἢν οὕτω ποιέῃς, ἐπὶ τὸ κρέσσον διαθήσεις <lb/>τὴν νοῦσον.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τετάρτη νοῦσος νεφρῶν· τὸ μὲν νούσημα γίνεται ἀπὸ χολῆς <lb/>καὶ
                        φλέγματος, ἐν καιρῷ δὲ τοῦ θέρεος μάλιστα· γίνεται δὲ καὶ ἀπὸ <lb/>λαγνείης
                        ἡ νοῦσος. Οὗτος τάδε πάσχει· ὀδύναι πιέζουσιν αὐτὸν ἐς <lb/>τὴν λαπᾴρην καὶ
                        ἐς τὸν κενεῶνα καὶ ἐς τὴν ὀσφῦν καὶ ἐς τοὺς μύας <lb/>τῆς ὀσφύος, καὶ πάσχει
                        ὑκοῖα γυνὴ ᾠδίνουσα, καὶ οὐκ ἀνέχεται ἐπὶ <lb/>τοῦ ὑγιέος κατακείμενος, ἀλλ’
                        ἄγαν πονέει, καὶ τοῦ κενεῶνος δοκέει <lb/>κατακρέμασθαι ὡς ἀποῤῥησσόμενα·
                        ἐπὶ δὲ τὰ πρηνέα ἢν κατακέηται, <lb/>οὐκ ἀλγέει· οἱ δὲ πόδες καὶ αἱ κνῆμαι
                        αὐτοῦ ἀεὶ ψυχρά· τὸ δὲ <lb/>οὖρον μολις προέρχεται ὑπὸ τῆς θερμασίης καὶ
                        παχύτητος τοῦ οὔρου· <lb/>κἢν μὲν ἐάσῃς αὐτὸ ὀλίγον χρόνον, καταθεὶς ἕως ἂν
                        καταστῇ, ὄψει <lb/>τὸ ὑφεστηκὸς παχὺ, οἷόν περ ἄλευρον· κἢν μὲν χολὴ
                        ἑπικρατέη, <lb/>ὑπόπυῤῥον αὐτὸ ὄψει· ἢν δὲ ἀπὸ φλέγματος ᾖ τὸ νούσημα,
                        λευκὸν <lb/>καὶ παχὺ ἔσται. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐς ἐνιαυτὸν ἢ ὀλίγῳ πλέονα ἢ
                        <lb/>ὀλίγῳ ἐλάσσονα χρόνον τοιαῦτα πάσχων διατελέει· ἢν δὲ ἐπιμηκύνηται
                        <lb/>ἡ νοῦσος, πονέει τε μᾶλλον καὶ ἐμπυοῦται, καὶ ὁκόταν ἔμπυος <pb n="208"/> γενόμενος ἀποιδέῃ, ὅκου ἂν μάλιστα ἀποιδέῃ τάμνειν ἐς τὸν νεφρὸν,
                        <lb/>καὶ ἀφιέναι τὰ πῦα· καὶ ἢν μὲν τύχῃς ταμὼν, παραχρῆμα ὑγιέα
                        <lb/>ποιήσεις. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, τοῖσιν αὐτοῖσι πᾶσι θεραπεύειν,
                        <lb/>οἷσι κατὰ τὸ πρόσθεν· καὶ κατ’ ἀρχὰς τῆς νούσου δεῖ τε καθῆραι <lb/>καὶ
                        πρὸ τῆς ὑποκαθάρσιος πυριῆσαι· καὶ τοῖσι λουτροῖσι. μὴ <lb/>πυκινὰ λουέσθω,
                        ἀλειφέσθω δὲ μᾶλλον, μηδὲ ῥιγούτω, καὶ τοῦ ἡλίου <lb/>ἀπεχέσθω, καὶ μὴ
                        λαγνευέτω. Ταῦτα ἢν ποιέῃ καὶ μὴ τάχιστα <lb/>ὑγιαίνῃ, οὐ καινόν· ἡ νοῦσος
                        γὰρ ὡς χαλεπή. Ἢν δὲ βούλῃ ἄνευ <lb/>φαρμάκων ἰῆσθαι, χρὴ παχὺν ποιῆσαι ἀπὸ
                        δισίτης ἤν τε ταύτην <lb/>τὴν νοῦσον κάμνοντα, ἤν τε τῶν προτέρων τινὰ, τὰ
                        σιτία διελὼν, <lb/>ἃ μεμαθήκει ἐσθίειν, ἤγουν δέκα μερίδας· ἔπειτα μίην
                        ἀφελὼν μερίδα, <lb/>τὰ λοιπὰ καταφαγέτω, ὄψον δὲ ἐχέτω κρέας ὑὸς
                        τετριμμένον, <lb/>καὶ περιπατεέτω δέκα σταδίους ταύτης τῆς ἡμέρης· τῇ δὲ
                        ὑστεραίῃ <lb/>καὶ τῇ τρίτῃ μέχρι τῶν δέκα ἡμερέων ὑποβαίνων μερίδα, ἐλάσσω
                        <lb/>ἐσθιέτω, καὶ περιπατεέτω δέκα σταδίους αἰεὶ πλείω ἑκάστης ἡμέρης·
                        <lb/>ὁκόταν δὲ ἐς τὴν ἐσχάτην μερίδα ἀφίκηται τοῦ σιτίου καὶ ἐς <lb/>τοὺς
                        ἑκατὸν σταδίους, ἐσθιέτω τὴν μίην μερίδα μούνην, καὶ ταύτης <lb/>τῆς ἡμέρης
                        περιπατησάτω τοὺς ἑκατὸν σταδίους, πρὸ τοῦ δείπνου <lb/>τεσσαράκοντα, μετὰ
                        δὲ τὸ δεῖπνον εἴκοσιν, ὄρθρου δὲ τεσσαράκοντα· <lb/>οἶνον δὲ πινέτω
                        Μένδαιον, λευκὸν, αὐστηρόν. Ταῦτα δὲ ποιεέτω <lb/>τρεῖς ἡμέρας· ἔπειτα τὸν
                        λοιπὸν χρόνον ὑποβαίνων τῶν περιπάτων, <lb/>τῶν σιτίων πλείω ἐσθιέτω, τὸν
                        αὐτὸν τρόπον ὥσπερ ἀφῄρει, οὕτω <pb n="210"/> δὴ προστιθείς· τῶν δὲ
                        περιπάτων ἀφαιρείτω μέχρι τῶν δέκα ἠμερέων· <lb/>ἔπειτα ἡσυχίην ἐχέτω ὡς
                        μάλιστα, καὶ εὐωχεέσθω σιτία τε <lb/>καθαρὰ καὶ ὄψα ὡς πιότατα, καὶ τὰ
                        γλυκέα πάντα ξύμφορα αὐτῷ· <lb/>λαχάνων δὲ καὶ ὀξέων πάντων ἀπεχέσθω καὶ τῶν
                        δριμέων, καὶ <lb/>ὁκόσα φῦσαν παρέχει· λουέσθω τε πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ μὴ
                        ῥιγούτω. <lb/>Ταῦτ’ ἢν ποιέῃ, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἀπὸ δὲ νεφρίτιδος ἐπιλαμβάνει ἥδε ἡ νοῦσος μεγάλη τῶν <lb/>φλεβῶν τῶν
                        κοίλων, αἳ τείνουσιν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς παρὰ τὰς σφαγὰς <lb/>διὰ τῆς ῥάχιος ἐς
                        τὸ σφυρὸν τὸ ἐκτὸς τοῦ ποδὸς καὶ ἐς τὸ μεταξὺ <lb/>τοῦ μεγάλου δακτύλου. Τὸ
                        δὲ νούσημα γίνεται μὲν ἀπὸ φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς, ὁκόταν ἐς τὰς φλέβας
                        συῤῥυῇ· αἱ δὲ φλέβες αὗται αἵματός <lb/>εἰσι πλήρεες· ἢν οὖν τι παρέλθῃ
                        ἀλλοῖον ἐς αὐτὰς, νοσοῦσι. Τάδε <lb/>οὖν πάσχει· ἢν ἐπὶ τὰ δεξιὰ νοσέῃ,
                        ἄρχεται τὴν ὀδύνην παρέχουσα <lb/>ἐκ τῆς κοτυληδόνος τοῦ ἰσχίου κατ’ ἀρχάς·
                        ὁκόσῳ δ’ ἂν πλείων <lb/>χρόνος προΐῃ καὶ ἀπομηκύνηται, ἥ τε ὀδύνη ὀξυτέρη
                        καὶ κατέρχεται <lb/>κατωτέρω, καὶ ὁκόταν ἐς τὸ σφυρὸν ἀφίκηται τὸ ἐκτὸς τοῦ
                        ποδὸς <lb/>καὶ τὸ μεταξὺ τοῦ μεγάλου δακτύλου, ἄρχεται πάλιν ἐς τὴν
                        <lb/>κεφαλὴν ἔρχεσθαι, καὶ ὁκόταν ἐν τῇ κεφαλῇ στῇ τὸ ἄλγος, πιέζει
                        <lb/>ἰσχυρῶς, καὶ δοκέει ὁ ἄνθρωπος διαῤῥήγνυσθαι τὴν κεφαλὴν, καὶ οἱ
                        <lb/>ὀφθαλμοὶ φλέγματος πληροῦνται καὶ τὸ πᾶν σῶμα. Τοῦτον, ὅταν <lb/>οὕτως
                        ἔχῃ, ἐλατήριον πῖσαι ἢ θαψίης ῥίζαν ἢ ἐλλέβορον ἢ ὀπὸν <pb n="212"/>
                        σκαμμωνίης· μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν ταὐτὰ προσφέρειν, ἃ καὶ τοῖσι <lb/>πρόσθεν.
                        Ἢν δὲ μὴ ὑπὸ ταύτης τῆς θεραπείης παύηται, γάλακτι <lb/>παχύνας καῦσαι κάτω
                        τὴν ὠμοπλάτην τὴν δεξιὴν τέσσαρας ἐσχάρας, <lb/>καὶ ἐς τὴν κοτυλίδα τοῦ
                        ἰσχίου τοῦ δεξιοῦ τρεῖς, καὶ ὑπὸ τὸν γλουτὸν <lb/>δύο, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ
                        μηροῦ δύο, καὶ ὑπὲρ τοῦ γούνατος <lb/>μίην, καὶ ὑπὲρ τοῦ σφυροῦ μίην. Οὗτος,
                        ἢν οὕτω καυθῇ, οὐκ ἀφίησιν <lb/>οὔτε ἄνω οὔτε κάτω τὴν νοῦσον διαχωρέειν. Ἢν
                        δέ κου ἡ ὀδύνη <lb/>φθῇ ῥαγεῖσα, ἢν μὲν στηρίξῃ ἐς τὸ σκέλος πρὶν ἢ
                        καυθῆναι, χωλὸς <lb/>ἔσται· ἢν δὲ ἐς τὴν κεφαλὴν, κωφὸς ἢ τυφλός· ἢν δὲ ἐς
                        τὴν κύστιν, <lb/>προχωρέει ἅμα τῷ οὔρῳ αἵματος μάλιστα τεσσαράκοντα ἡμέρας.
                        <lb/>Ἀλλὰ χρὴ, ἢν ἐς τὴν κύστιν ῥαγῇ, διδόναι τὰ αὐτὰ φάρμακα, ἃ <lb/>καὶ τῷ
                        στραγγουριῶντι· καὶ ἤν κου ἄλλῃ ἡ ὀδύνη στῇ, καῦσαι· <lb/>καίειν δὲ χρὴ τὰ
                        μὲν σαρκώδεα σιδηρίοισι, τὰ δὲ ὀστώδεα καὶ νευρώδεα <lb/>μύκησι. Πλὴν τάδε
                        πρότερον τούτων χρὴ ποιῆσαι· ἢν κατ’ <lb/>ἀρχὰς τῇ νούσῳ παραγένῃ, εἰς μὲν
                        τὸ ποτὸν χρὴ διδόναι οἶνον <lb/>λευκὸν Μένδαιον ὑδαρέστερον ὡς πλεῖστον μεθ’
                        ἡμέρην, καὶ μεθυσκέσθω <lb/>ἄχρις ἂν αἱμοῤῥαγήσῃ κατὰ τὰς ῥῖνας· ὁκόταν δὲ
                        ἄρξηται, <lb/>ἐᾷν ῥυῆναι ἡμέρας τὸ ἐλάχιστον δέκα καὶ τρεῖς· ὅταν δὲ αὗται
                        αἱ <lb/>ἡμέραι διέλθωσι, μηκέτι μεθυσκέσθω, μηδὲ ὅταν ἄρξηται ἅπαξ
                        <lb/>ῥεῖν· πινέτω μέντοι ὀλίγῳ πλείονα τὸν οἶνον ἐπὶ σιτίῳ, ὅκως ἂν ῥέῃ
                        <lb/>τὸ αἷμα. Ἤδη δέ τισι παυσαμένου τοῦ αἵματος, ἐῤῥάγη ἐς τὴν κύστιν
                        <lb/>καὶ ἐχώρησεν αἷμα καὶ πῦα· ἢν γοῦν ῥαγῇ, διδόναι τὰ αὐτὰ <pb n="214"/>
                        φάρμακα, ἃ καὶ τῷ στραγγουριῶντι, καὶ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ οἴνου διδόναι <lb/>πλέον
                        πιεῖν. Οὗτος οὕτω μελετώμενος καὶ τὰ σιτία προσφερόμενος <lb/>διαχωρητικὰ
                        καὶ τὰ ὄψα, τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἡ δὲ νοῦσος <lb/>χαλεπή. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>