<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg030.1st1K-grc1:1-10</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg030.1st1K-grc1:1-10</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg030.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΣΥΡΙΓΓΩΝ.</head><p>1. Σύριγγες γίνονται μὲν ὑπὸ φλασμάτων καὶ φυμάτων, γίνονται <lb/>δὲ καὶ ὑπὸ
                        ἐρεσίης, καὶ ἱππασίης, ὅταν ἀθροισθῇ ἐν τῷ γλουτῷ <lb/>αἷμα πλησίον τῆς
                        ἕδρης· σηπόμενον γὰρ νέμεται ἐς τὰ μαλθακὰ, <lb/>ἅτε ὑγροῦ ἐόντος τοῦ τε
                        ἀρχοῦ, καὶ τῆς σαρκὸς μαλθακῆς, ἐν ᾗ νέμεται, <lb/>ἔστ’ ἂν τὸ φῦμα ῥήξῃ καὶ
                        κάτω ἐς τὸν ἀρχὸν διασήψῃ. Ἐπὴν <lb/>δὲ τοῦτο γένηται, συριγγοῦται, καὶ ἰχὼρ
                        ῥέει, καὶ κόπρος ῥεῖ δι’ <lb/>αὐτῆς καὶ φῦσα καὶ βδελυγμίη πολλή. Ὑπὸ μὲν
                        οὖν τῶν φλασμάτων <lb/>γίνεται, ὁκόταν τι τῶν περὶ τὸν ἀρχὸν χωρίων φλασθῇ
                        ὑπὸ πληγῆς, <lb/>ἢ ὑπὸ πτώματος, ἢ ὑπὸ τρώματος, ἢ ἱππασίης, ἢ ἐρεσίης, ἢ
                        ὅσα <lb/>τοιουτότροπά ἐστι· ξυνίσταται γὰρ αἷμα· σηπόμενον δὲ ἐκπυΐσκεται·
                        <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ ἐκπυϊσκομένου πάσχει ἅπερ ἐπὶ τῶν φυμάτων εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Πρῶτον μὲν οὖν ὅταν τι τοιοῦτον αἴσθῃ φυόμενον φῦμα, τάμνειν <lb/>ὡς
                        τάχιστα ὠμὸν πρὶν ἢ διαπυῆσαι ἐς τὸν ἀρχόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἢν δὲ νοσέοντα ἤδη τὴν σύριγγα παραλάβῃς, λαβὼν σκορόδου <lb/>φύσιγγα
                        νεαρὴν, ἀνακλίνας τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον, τὰ σκέλεα διαγαγὼν <lb/>τὸ μὲν ἔνθα,
                        τὸ δὲ ἔνθα, τὴν φύσιγγα καθιέναι ἔστ’ ἂν προσκόψῃ, <lb/>μετρῆσαί τε τὸ βάθος
                        τῆς συρίγγος τῇ φύσιγγι, καὶ σεσέλιος <lb/>δὲ ῥίζαν κόψας ὡς λεπτοτάτην,
                        ὕδωρ ἐπιχέας, βρέχειν τέσσαρας <lb/>ἡμέρας· καὶ προνηστεύσας πινέτω μέλιτι
                        παραμίσγων τὸ ὕδωρ κατὰ <lb/>τρεῖς κυάθους· ἐν τούτῳ κάθαιρε καὶ τὰς
                        ἀσκαρίδας. Ὁκόσοι δ’ ἂν <lb/>καταλείφθωσιν ἀθεράπευτοι, θνήσκουσιν. Ἔπειτα
                        ὀθόνιον βύσσινον <lb/>τιθυμάλλου ὀπῷ τοῦ μεγάλου δεύσας, καταπάσσων ἄνθος
                        χαλκοῦ <lb/>ὀπτὸν τετριμμένον, στροβίλην ποιήσας ἴσην τῇ σύριγγι τὸ μῆκος,
                            <pb n="450"/> ῥάμμα διεὶς δι’ ἄκρας τῆς στροβίλης καὶ αὖθις διὰ τῆς
                        φύσιγγος, <lb/>ὕπτιον κατακλίνας τὸν ἄνθρωπον, κατοπτῆρι κατιδὼν τὸ
                        διαβεβρωμένον <lb/>τοῦ ἀρχοῦ, ταύτῃ τὴν φύσιγγα διεῖναι· καὶ ὁκόταν παρακύψῃ
                        <lb/>ἐς τὸν ἀοχὸν, ἐπιλαμβανόμενος ἕλκειν, ἄχρις οὗ ἡ στροβίλη διωσθῇ
                        <lb/>καὶ ἰσωθῇ τῷ τε ἄνω καὶ τῷ κάτω· ἐπὴν δὲ ἐσωσθῇ, βάλανον ἐνθεὶς
                        <lb/>κερατίνην ἐς τὸν ἀρχὸν, γῆ διαχρίσας σμηκτρίδι, τὸν ἀρχὸν ἐᾷν· ἐπὴν
                        <lb/>δὲ ἀποπατέη, ἐξαιρέειν, καὶ αὖθις προστιθέναι, ἕως ἂν πεμπταίη
                        <lb/>γένηται· ἕκτῃ δὲ ἡμέρῃ ἐξαιρέειν, ἕλκων τὴν στροβίλην ἔξω τῆς
                        <lb/>σαρκός· καὶ τρίψαι στυπτηρίην μετὰ ταῦτα, καὶ πλήσας τὴν βάλανον
                        <lb/>καὶ ἐς τὸν ἀρχὸν ἐμβαλὼν, ἐᾷν ἄχρις οὗ ἡ στυπτηρίη ὑγρὴ γένηται·
                        <lb/>τὸν δὲ ἀρχὸν σμύρνῃ ἀλείφειν, ἄχρις οὗ ἂν δοκέῃ <lb/>ξυμπεφυκέναι· </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἑτέρη θεραπείη· ὠμόλινον λαβὼν ὡς λεπτότατον, συμβάλλειν <lb/>ὅσον
                        σπιθαμιαῖον πεντάπλουν, καὶ ξυμπεριλαβεῖν ἱππείην τρίχα· <lb/>ἔπειτα
                        ποιησάμενος μήλην κασσιτερίνην ἐπ’ ἄκρου τετρημένην, <lb/>ἐνείρας ἐς τὴν
                        μήλην τὴν ἀρχὴν τοῦ ὠμολίνου συμβεβλημένου, καθιέναι <lb/>τὴν μήλην ἐς τὴν
                        σύριγγα, καὶ ἅμα τῆς ἀριστερῆς χειρὸς τὸν <lb/>δάκτυλον τὸν λιχανὸν καθιέναι
                        ἐς τὴν ἕδρην· ἐπὴν δὲ ψαύσῃ ἡ μήλη <lb/>τοῦ δακτύλου, ἄγειν ἕξω τῷ δακτύλῳ,
                        ἀποκάμψας τῆς μήλης τὸ <lb/>ἄκρον καὶ τὴν ἀρχὴν τὴν ἐν τῇ μήλῃ· καὶ τὴν μὲν
                        μήλην πάλιν <lb/>ἐξαιρέειν, τοῦ δὲ ὠμολίνου τὰς ἀρχὰς ἀφάψαι δὶς ἢ τρίς· καὶ
                        τὸ λοιπὸν <lb/>τοῦ ὠμολίνου ἐπιστρέψας, ἐπιδῆσαι πρὸς τὸ ἄμμα· ἔπειτα
                        κελεύειν <lb/>ἀπελθόντα διαπρήσσεσθαι τὰ ἑωυτοῦ. Ὁκόσον δὴ, σηπομένης
                        <lb/>τῆς σύριγγος, χαλᾶται τοῦ ὠμολίνου, τοῦτο ἐπιτείνειν καὶ ἐπιστρέφειν
                        <lb/>αἰεὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέρην· ἢν δέ σοι τὸ ὠμόλινον διασαπῇ <lb/>πρόσθεν ἢ
                        τὴν σύριγγα διαβρωθῆναι, πρὸς τὴν τρίχα προσάψας ἕτερον <lb/>ὠμόλινον
                        διεῖναι καὶ ἀφάψαι (ἡ γὰρ θρὶξ διὰ τοῦτο παραβάλλεται <pb n="452"/> τῷ
                        ὠμολίνῳ ὅτι ἄσηπτός ἐστιν)· ἐπὴν δὲ διασαπῇ ἡ σύριγξ, τάμνεσθαι <lb/>χρὴ
                        σπόγγον μαλακὸν ὡς λεπτότατον προστεθέντα· ἔπειτα ἐς <lb/>μὲν τὴν σύριγγα
                        ἄνθος χαλκοῦ ὀπτὸν συχνὸν τῇ μήλῃ ἐνθεῖναι, τὸν δὲ <lb/>σπόγγον ἀλεῖψαι
                        μέλιτι, καὶ ὑποβαλὼν μέσον τῷ λιχανῷ δακτύλῳ <lb/>τῆς ἀριστερῆς χειρὸς ὦσαι
                        πρόσω, καὶ προσθεὶς ἕτερον σπόγγον <lb/>ἀναδῆσαι τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅν περ
                        καὶ ἐπὶ τῇσιν αἱμοῤῥοΐσιν· τῇ δὲ <lb/>αὔριον ἀπολύσας, περινίψαι ὕδατι
                        θερμῷ, καὶ σπόγγῳ τῷ δακτύλῳ <lb/>τῆς ἀριστερῆς χειρὸς πειρᾷν διακαθαίρειν
                        τὴν σύριγγα, καὶ αὖθις <lb/>πάλιν τὸ ἄνθος ἐπιδῆσαι· ταῦτα ποιέειν ἑπτὰ
                        ἡμέρας, ἐν ταύτῃσι <lb/>γὰρ μάλιστα ὁ χιτὼν τῆς σύριγγος ἐκσήπεται· τὸ δὲ
                        λοιπὸν, ἔστ’ ἂν <lb/>ὑγιανθῇ, τουτέῳ ἐπιδεῖν· κατὰ γὰρ τοῦτον τὸν τρόπον ὑπὸ
                        τοῦ σπόγγου <lb/>διαναγκαζομένη καὶ ἀναπτυσσομένη ἡ σύριγξ οὔτε πάλιν
                        ξυμπέσοι <lb/>ἂν, οὔτε τὸ μὲν αὐτῆς ὑγιανθείη ἂν, τὸ δὲ πάλιν ξυμπληρωθείη,
                        <lb/>ἀλλ’ ἐν ἑωυτῇ πᾶσα ὑγιὴς ἔσται. Ἐν τῇ θεραπείῃ δὲ προσαιονᾷν ὕδατι
                        <lb/>πολλῷ θερμῷ, καὶ λιμοκτονέειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἢν δὲ μὴ διαβεβρώκῃ ἡ σύριγξ, προμηλώσας μήλῃ, τέμνε <lb/>ἕως ἂν διέλθῃ,
                        καὶ ἐπίπασσε ἄνθος χαλκοῦ, καὶ ἐᾷν ἐπὶ πέντε ἡμέρας· <lb/>κατάχεε δὲ ὕδωρ
                        θερμόν· καὶ ἐπάνω ὕδατι φυρῶν ἄλφιτον <lb/>κατάπασσε, καὶ φύλλα τεύτλων
                        ἐπίδει· ἐπὴν δὲ ἐκπέσῃ τὸ ἄνθος <lb/>τοῦ χαλκοῦ, καὶ καθαρὸν ᾖ τὸ ἕλκος τῆς
                        σύριγγος, ἰῶ ὥσπερ τὴν <lb/>ἔμπροσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν δὲ ἐν χωρίῳ ᾖ, ὃ μὴ οἷόν τε τάμνειν, βαθείη δὲ καὶ ἡ <lb/>σύριγξ, ἄνθει
                        χαλκοῦ καὶ σμύρνῃ καὶ λίτρῳ οὔρῳ διεὶς, κλύζειν, <lb/>καὶ ἐς τὸ στόμα τῆς
                        σύριγγος μολύβδιον ἐντιθέναι, ὅπως μὴ ξυμφύηται· <lb/>κλύζειν δὲ πτεροῦ
                        σύριγγα προσδήσας πρὸς κύστιν, καὶ <pb n="454"/> καθεὶς ἐς τὴν σύριγγα, πρὸς
                        τοῦτο διάγειν κλύζων. Ὑγιὴς δὲ οὐ γίνεται, <lb/>ἢν μὴ τμηθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὁ ἀρχὸς φλεγμήνῃ, καὶ ὀδύνη ἔχῃ καὶ πυρετὸς, καὶ ἐς <lb/>ἄφοδον θαμινὰ
                        καθίζῃ, καὶ μηδὲν ὑποχωρέῃ, καὶ ὑπὸ τοῦ φλέγματος <lb/>δοκέῃ ἐξιέναι ἡ ἕδρη,
                        καὶ ἐνίοτε στραγγουρίη ἐπιλαμβάνῃ, τοῦτο τὸ <lb/>νόσημα γίνεται, ὅταν φλέγμα
                        ἐς τὸν ἀρχὸν καταστηρίξῃ ἐκ τοῦ σώματος. <lb/>Ξυμφέρει δὲ τὰ θερμά· δύναται
                        γὰρ τάδε προσφερόμενα λεπτύνειν <lb/>καὶ ἐκτήκειν τὸ φλέγμα, καὶ ἅμα τῷ
                        δριμεῖ τὸ ἁλμυρὸν ἐξυδατοῦν, <lb/>ὥστε μὴ εἶναι τὸ καῦμα μηδὲ δῆξίν τινα ἐν
                        τῷ ἐντέρῳ. <lb/>Θεραπεύειν οὖν χρὴ ὧδε· καθίζειν ἐς ὕδωρ θερμὸν, καὶ
                        τρίψαντα <lb/>τοῦ κόκκου τοῦ κνιδίου ἑξήκοντα κόκκους διεῖναι ἐν οἴνου
                        κοτύλῃ καὶ <lb/>ἐλαίου ἡμικοτυλίῳ, χλιήνας, κλύσον. Ἄγει δὲ ταῦτα φλέγμα καὶ
                        <lb/>κόπρον. Ὅταν δὲ μὴ ἐν τῷ ὕδατι καθίζῃ, ὠὰ ἑψήσας ἐν οἴνῳ μέλανι
                        <lb/>εὐώδει προστιθέναι πρὸς τὴν ἕδρην, ὑποπετάσας τι κάτωθεν <lb/>θερμὸν, ἢ
                        κύστιν ὕδατος θερμοῦ πλήσας, ἢ λίνου σπέρμα πεφωσμένον <lb/>ἀλέσας, τρίψας
                        καὶ μίξας ἴσον ἄλητον ἐν οἴνῳ μέλανι καὶ εὐώδει <lb/>καὶ ἐλαίῳ, καταπλάσσειν
                        ὡς θερμοτάτῳ· ἢ κριθὰς μίξας, ἢ στυπτηρίην <lb/>αἰγυπτίην τετριμμένην,
                        καταπλάσσειν τε καὶ πυριῇν· ἔπειτα <lb/>πλάσας βάλανον μακρὴν, καὶ χλιαίνων
                        πρὸς πυρὸς, τοῖσι δακτύλοισι <lb/>προσπλάσσειν· ἔπειτα ἀκροχλίηρον ποιέων
                        ἐντιθέναι ἐς τὴν ἕδρην· τὰ <lb/>ἔξωθεν δὲ κηρωτῇ περιαλεῖψαι, καὶ
                        καταπλάσσειν σκορόδοισιν <lb/>ἑφθοῖσιν ἐν οἴνῳ μέλανι κεκρημένῳ. Ἐπὴν δὲ
                        ἐξαιρέῃς, ἐς ὕδωρ θερμὸν <lb/>ἐφίζειν, καὶ συμμίξας χυλὸν στρύχνου καὶ χηνὸς
                        καὶ ὑὸς στέαρ <lb/>καὶ χρυσοκόλλαν καὶ ῥητίνην καὶ κηρὸν λευκὸν, ἔπειτα
                        διατήξας ἐν <lb/>τῷ αὐτῷ, καὶ ξυμμίξας, τούτοισιν ἐγχρίειν, καὶ ἕως ἂν
                        φλεγμαίνῃ, <pb n="456"/> καταπλάσσειν τοῖσι σκορόδοισι θερμοῖσι. Καὶ ἢν μὲν
                        πρὸς ταῦτα ἀπαλλάσσηται <lb/>τῆς ὀδύνης, ἀρκείτω· ἢν δὲ μὴ, πίσαι τὸ
                        μηκώνιον τὸ <lb/>λευκόν· ἢν δὲ μὴ, ἄλλο ὅ τι φλέγμα καθαίρει· διαιτᾷν δὲ,
                        ἕως ἂν <lb/>φλεγμαίνῃ, ῥυφήμασι κούφοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἡ δὲ στραγγουρίη ἐπιπίπτει ἐκ τῶνδε· θερμαινομένη ἡ κύστις <lb/>ἐκ τοῦ
                        ἀρχοῦ προσάγεται τῇ θερμότητι φλέγμα· ὑπὸ δὲ τοῦ φλέγματος <lb/>στραγγουρίη
                        γίνεται. Ἢν μὲν οὖν ἅμα τῇ νούσῳ παύηται, φιλέει <lb/>γὰρ ὡς τὰ πολλὰ οὕτω
                        γίνεσθαι· ἢν δὲ μὴ, δίδου τῶν φαρμάκων <lb/>τῶν στραγγουρικῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν δὲ ὁ ἀρχὸς ἐκπίπτῃ, ἀνώσας σπόγγῳ μαλθακῷ, καὶ καταχρίσας <lb/>κοχλίῃ,
                        τῶν χειρῶν δήσας, ἐκκρέμασον ὀλίγον χρόνον, <lb/>καὶ εἴσεισιν. Ἢν δὲ μεῖζον
                        ἐκπέσῃ καὶ μὴ μένῃ ἔνδον, διαζώσας ἐν <lb/>τῇσι λαγόσι, καὶ ὑφεὶς ὄπισθεν ἐκ
                        τοῦ διαζώματος ταινίην, ὤσας <lb/>ἔσω τὸν ἀρχὸν, προσθεῖναι σπόγγον μαλθακὸν
                        βρέξας ὕδατι θερμῷ, <lb/>ἐνεψήσας λωτοῦ πρίσματα· καταχέαι δὲ καὶ κατὰ τοῦ
                        ἀρχοῦ ἀπ’ <lb/>αὐτοῦ τοῦ ὕδατος, τὸν δὲ σπόγγον ἐκπιέσαι· ἔπειτα ὑποτείνας
                        τὴν <lb/>ταινίην διὰ μέσων τῶν σκελέων, ἀναδῆσαι περὶ τὸν ὀμφαλόν. Ὅταν
                        <lb/>δὲ θέλῃ ἀφοδεύειν, ἐπὶ λασάνοισιν ὡς στενοτάτοισιν ἀφοδευέτω· <lb/>ἢν
                        δὲ παιδίον ᾖ, ἐπὶ γυναικὸς τῶν ποδῶν, πρὸς τὰ γούνατα προσκλιθείς. <lb/>Ὅταν
                        δὲ ἀφοδεύῃ, τὰ σκέλεα ἐκτεινάτω· οὕτω γὰρ ἂν <lb/>ἥκιστα ἐκπίπτοι ἡ ἕδρη. Ἢν
                        δὲ ὑγραίνηται ὁ ἀρχὸς, καὶ ἰχὼρ ἀποῤῥέῃ, <lb/>περινίψαι τρυγὶ κεκαυμένῃ καὶ
                        ὕδατι ἀπὸ μυρσίνης, καὶ ἀδίαντον <lb/>ξηρήνας καὶ κόψας, διασήσας,
                        κατάπασσε. Ἢν δὲ αἱμοῤῥοῇ, <lb/>περινίψας τοῖσιν αὐτοῖσι, χαλκῖτιν καὶ
                        πρίσμα κυπαρίσσου ἢ κέδρου <pb n="458"/> ἢ πίτυος ἢ τερμίνθου τρίψας,
                        συμμίξας τῇ χαλκίτιδι ἴσον, καταπλάσσειν, <lb/>τὰ ἔξωθεν δὲ κηρωτῇ παχείῃ
                        περιαλείφειν. Ὁκόταν ἀρχὸς <lb/>ἐκπίπτῃ καὶ μὴ θέλῃ κατὰ χώρην μένειν,
                        σίλφιον ὅτι ἄριστον καὶ <lb/>πυκνότατον ξύσας λεπτὸν καταπλάσσειν. Καὶ τοῦ
                        πταρμικοῦ φαρμάκου <lb/>πρὸς τὴν ῥῖνα προστιθέναι καὶ παροξύνειν τὸν
                        ἄνθρωπον. Ἢ <lb/>ὕδατι θερμῷ περιπλύνας σίδια, καὶ στυπτηρίην τρίψας ἐν οἴνῳ
                        λευκῷ, <lb/>καταχέαι τοῦ ἀρχοῦ, ἔπειτα ῥάκεα ἐμβαλεῖν, καὶ τοὺς μηροὺς
                        <lb/>ξυνδῆσαι ἡμέρας τρεῖς, καὶ νηστευέτω, οἶνον δὲ πινέτω γλυκύν. Ἢν
                        <lb/>δὲ μηδὲ οὕτω διαχωρέῃ, μίλτον μίξας ὁμοῦ μέλιτι διαχριέτω. Ἀρχὸς
                        <lb/>ἢν ἐκπίπτῃ καὶ αἱμοῤῥοῇ· ἄρου ῥίζης περιελὼν τὸν φλοιὸν, ἑψεῖν ἐν
                        <lb/>ὕδατι· ἔπειτα τρίβειν ἄλητον ξυμμίσγων, καὶ καταπλάσσειν θερμόν.
                        <lb/>Ἄλλο· τῆς ἀμπέλου τῆς ἀγρίης, ἣν ἔνιοι καλέουσι ψιλώθριον, <lb/>ταύτης
                        τὰς ῥίζας τὰς ἀπαλωτάτας περιξέσαντα ἑψῆσαι ἐν οἴνῳ μέλανι
                        <lb/>ἀκρήτῳαὐστηρῷ· ἔπειτα τρίψαντα καταπλάσσειν χλιηρόν· ξυμμίσγειν <lb/>δὲ
                        καὶ ἄλευρα, καὶ φυρῇν ἐν οἴνῳ λευκῷ καὶ ἐλαίῳ χλιηρῶς. <lb/>Ἄλλο· κωνείου
                        καρπὸν τρίβοντα, παραστάζειν οἶνον λευκὸν εὐώδεα, <lb/>ἔπειτα καταπλάσσειν
                        χλιηρόν. Ἢν δὲ φλεγμαίνῃ, κισσοῦ ῥίζαν ἑψήσας <lb/>ἐν ὕδατι, τρίψας λεῖον,
                        ἄλευρον ξυμμίσγων ὡς κάλλιστον, ἐν <lb/>οἴνῳ λευκῷ φυρήσας, καταπλάσσειν,
                        καὶ ἄλειφα πρὸς τούτοις ξυμμίξας. <lb/>Ἄλλο· μανδραγόρου ῥίζαν μάλιστα μὲν
                        χλωρὴν, εἰ δὲ μὴ, ξηρὴν, <lb/>τὴν μὲν οὖν χλωρὴν ἀποπλύναντα καὶ ταμόντα,
                        ἑψῆσαι ἐν οἴνῳ κεκρημένῳ, <lb/>καὶ καταπλάσσειν· τὴν δέ γε ξηρὴν τρίψαντα
                        καταπλάσσειν <lb/>ὁμοίως. Ἄλλο· σικύου πέπονος τὸ ἔνδον τρίψας λεῖον
                        καταπλάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἢν δὲ γένηται ὀδύνη καὶ μὴ φλεγμήνῃ, λίτρον ὀπτήσας <pb n="460"/>
                        ἐρυθρὸν, καὶ τρίψας λεῖον, καὶ στυπτηρίην, καὶ ἅλας φώξας, καὶ <lb/>τρίψας
                        λείους, συμμίξαι ἴσον ἑκάστου· εἶτα πίσσῃ ξυμμίξας ὡς <lb/>βελτίστῃ, ἐς
                        ῥάκος ἐναλείψας, ἐντιθέναι καὶ καταδεῖν. Ἄλλο· καππάριος <lb/>φύλλα χλωρὰ
                        τρίψας, ἐς μαρσίπιον ἐμβαλὼν, προσκαταδεῖν· <lb/>καὶ ἐπὴν καίειν δοκέῃ,
                        ἀφαιρέειν καὶ αὖθις προστιθέναι. Ἢν δὲ μὴ <lb/>ᾖ φύλλα καππάριος, τὸν φλοιὸν
                        τῆς ῥίζης κόψας, φυρήσας οἴνῳ <lb/>μέλανι, τὸν αὐτὸν τρόπον καταδεῖν. Τοῦτο
                        καὶ πρὸς σπληνῶν ὀδύνην <lb/>ἀγαθόν. Τούτων τῶν καταπλασμάτων δύναται τὰ μὲν
                        ψύχοντα <lb/>κωλύειν ῥεῖν, τὰ δὲ μαλθάσσοντα καὶ θερμαίνοντα διαχεῖν, τὰ δὲ
                        ἐς <lb/>ἑωυτὰ ἕλκοντα ξηραίνειν καὶ ἰσχναίνειν. Τοῦτο δὲ τὸ νούσημα γίνεται,
                        <lb/>ὅταν χολὴ καὶ φλέγμα ἐς τοὺς τόπους καταστηρίξῃ. Ἀρχοῦ δὲ
                        <lb/>φλεγμήναντος, διαχρίειν τῷ φαρμάκῳ, ὅπη ἡ ῥητίνη καὶ τὸ ἔλαιον <lb/>καὶ
                        ὁ κηρὸς καὶ ἡ μολύβδαινα καὶ τὸ στέαρ· ὡς θερμότατα διεῤῥήθησαν
                        <lb/>καταπλάττεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>