<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1:7-12</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1:7-12</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὁκοθενοῦν ὀστέον ἀφιστῆται ἢ καυθὲν ἢ πρισθὲν ἢ ἄλλῳ τῳ <lb/>τρόπῳ, τῶν
                        ἑλκέων τούτων αἱ οὐλαὶ κοιλότεραι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἕλκεα οὐ κεκαθαρμένα οὐκ ἐθέλει ξυνιέναι ξυναγόμενα, οὐδ’ <lb/>αὐτόματα
                        ξυνέρχεται. Ὧν τὰ περιέχοντα φλεγμαίνει τοῦ ἕλκεος, <lb/>ἔστ’ ἂν μὴ παύσηται
                        τῆς φλεγμασίης, οὐκ ἐθέλει ξυνιέναι· οὐδὲ <lb/>ὧν τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος
                        μελανθῇ αἵματος σηπεδόνι, ἢ καὶ <lb/>κιρσοῦ παρέχοντος τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ
                        αἵματος, οὐδὲ ταῦτα ἐθέλει ξυνιέναι, <lb/>ἢν μὴ τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος
                        ὑγιέα ποιήσῃς. Τῶν ἑλκέων <lb/>τὰ κυκλοτερέα ἢν ὑπόκοιλα ᾖ, ἐν κύκλῳ πάντη
                        ἐπιτάμνειν χρὴ <lb/>τὰ ἀφεστεῶτα, ἢ πάντα, ἢ τὰ ἡμίσεα τοῦ κύκλου, κατὰ
                        μῆκος τῆς <lb/>φύσιος τοῦ ἀνθρώπου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἐπὶ παντὶ ἕλκεϊ ἐρυσιπέλατος ἐπιγενομένου, κάθαρσιν δεῖ <lb/>ποιέεσθαι τοῦ
                        σώματος, ἐφ’ ὁκότερα ἂν ξυμφέρῃ τῷ ἕλκεϊ, εἴτε ἄνω, <lb/>εἴτε κάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὅτῳ ἂν οἴδημα γένηται παρὰ τὸ ἕλκος, ἀφλεγμάντου ἐόντος <lb/>τοῦ ἕλκεος,
                        χρόνῳ ὕστερον πύου ὑπόστασιν ἴσχει τὸ οἴδημα. Καὶ ὅ <lb/>τι ἂν τῇ φλεγμασίῃ
                        οἰδῆσαν μὴ καθιστῆται, τῶν ἄλλων καθισταμένων, <lb/>ὅσα ἅμα ἤρξατο
                        φλεγμαίνειν καὶ οἰδίσκεσθαι, καὶ τοῦτο κίνδυνος <lb/>μηδ’ ἅμα ξυνιέναι. Ὅσα
                        δὲ πιπτόντων ἢ ἄλλῳ τῳ τρόπῳ διακόπτεται <lb/>καὶ φλᾶται, καὶ ἀνοιδίσκεται
                        τὰ περιέχοντα τὸ ἕλκος, <pb n="408"/> καὶ, διαπυήσαντα, πῦον ἀπὸ τῶν
                        οἰδημάτων ἀποχωρέει κατὰ τὸ ἕλκος, <lb/>τῶν τοιούτων ὅ τι ἂν δοκέῃ δεῖσθαι
                        καταπλάσιος, οὐ χρὴ αὐτὸ <lb/>τὸ ἕλκος καταπλάσσειν, ἀλλὰ τὰ περιέχοντα,
                        ὅκως τὸ πῦον ἀποχωρέῃ, <lb/>καὶ τὰ σκληρυνόμενα λαπαχθῇ ἐπειδὰν δὲ λαπαχθῇ,
                        καὶ ἡ <lb/>φλεγμασίη παύσηται, ἐπὶ τὰ ἀφεστηκότα σπόγγους ἐπιδέων
                        προσιστάναι, <lb/>ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ ὑγίεος ὀλίγον προσχωρέων· ἐπὶ δὲ τῷ
                        <lb/>σπόγγῳ ἄνωθεν φύλλα ἐπέστω συχνά. Ὅ τι δ’ ἂν μὴ δύνηται προστῆναι,
                        <lb/>ἡ σὰρξ ὑγρὴ ἐοῦσα αἰτίη ἐστίν· ταύτην ἐκβάλλειν. Ἢν ὑπὸ <lb/>βαθείῃ
                        σαρκὶ τὸ ἕλκος ἔῃ, κατ’ ἄμφω κἀκ τῆς ἐπιδέσιος κἀκ τοῦ <lb/>προσπιέζοντος
                        ὑποκιρσοῦται· τὸ δὴ τοιοῦτον ἤν τις τάμνῃ, πρὸς <lb/>μήλην, ἢν ἐνδέχηται,
                        εὔροον ἀπὸ τοῦ στόματος τὸ ἕλκος ἀνατάμνειν, <lb/>ὅπη ἂν δοκέῃ καιρὸς εἶναι,
                        καὶ οὕτως ἰητρείην προσφέρειν, ὁκοίης <lb/>ἂν δοκέῃ προσδεῖσθαι. Ὡς δὲ τὰ
                        πολλὰ ἐπὶ παντὶ ἕλκει, ὅ τι ἂν κοιλίην <lb/>ἔχῃ πρὸς τὸ ἰθὺ, καταφανὲς
                        ἰδεῖν, οἰδήματος μὴ προσεόντος· <lb/>[ὅ τι δ’ ἂν κοιλίην ἔχῃ μὴ πρὸς τὸ ἰθὺ
                        ἢ οἰδήματος προσεόντος,] ἢν <lb/>μὲν ἔῃ ἐν αὐτῷ σηπεδὼν, ἢ ἡ σὰρξ ὑπέῃ
                        μυδῶσα καὶ σαπρὴ, ἔσται <pb n="410"/> τοῦτο τὸ ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τὸ
                        ἕλκος ἰδεῖν μέλανα ὑποπέλια· <lb/>καὶ τῶν ἐσθιομένων ἑλκέων, ὅπη ἂν
                        φαγέδαινα ἐνέῃ, ἰσχυρότατά τε <lb/>νέμηται καὶ ἐσθίῃ, ταύτῃ τοῦ ἕλκεος τὸ
                        περιέχον χροιὴν ἕξει μέλαιναν <lb/>ὑποπέλιον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Καταπλάσματα οἰδημάτων καὶ φλεγμασίης τῆς ἐν τοῖσι περιέχουσιν· <lb/>ἡ
                        ἑφθὴ φλόμος, καὶ τῆς τριφύλλου τὰ φύλλα ὠμὰ, καὶ <lb/>τοῦ ἐπιπέτρου τὰ φύλλα
                        ἑφθὰ, καὶ τὸ πόλιον· ἢν δὲ καὶ καθαίρεσθαι <lb/>δέῃ τὸ ἕλκος, παντὰ μὲν καὶ
                        ταῦτα καθαίρει· ἀτὰρ καὶ τῆς συκῆς τὰ <lb/>φύλλα καὶ τῆς ἐλαίης, καὶ τὸ
                        πράσιον. Ἕψειν δὲ ταῦτα πάντα, <lb/>μάλιστα δὲ τούτων ἕψειν τὸν ἄγνον, καὶ
                        τὴν συκῆν, καὶ τὴν ἐλαίην, <lb/>καὶ τῆς σίδης τὰ φύλλα ὡσαύτως ἕψειν. Ὠμοῖσι
                        δὲ τοῖσίδε χρέεσθαι, <lb/>τῆς μαλάχης τὰ φύλλα τρίβων ξὺν οἴνῳ, καὶ τοῦ
                        πηγάνου τὰ φύλλα <lb/>καὶ τῆς ὀριγάνου χλωρῆς· πᾶσι τούτοισι χρὴ τοῦ λίνου
                        τὸν καρπὸν <lb/>φρύξαντα καὶ κόψαντα ὡς λειότατον μιγνύναι. Ὅκου δὲ
                        ἐρυσίπελας <lb/>κίνδυνος ἐφ’ ἕλκεσι γενέσθαι, τῆς ἰσάτιδος τὰ φύλλα τρίβων
                        ὠμὰ <lb/>καταπλάσσειν σὺν τῷ λίνῳ, ἢ τὸ λίνον δεύων στρύχνου χυλῷ ἢ ἰσάτιδος
                        <lb/>καταπλάσσειν. Ὅταν δὲ τὸ ἕλκος καθαρὸν μὲν ἔῃ, φλεγμαίνῃ <lb/>δὲ τό τε
                        ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος, φακὸν ἐν οἴνῳ ἑψήσας <lb/>καὶ τρίψας
                        λεῖον, ἐλαίῳ ὀλίγῳ φυρήσας, καταπλάσας, ἐπιδεῖν· καὶ <lb/>τοῦ κυνοσβάτου
                        ἑψήσας τὰ φύλλα ἐν ὕδατι, τρίψας λεῖα, καταπλάσσειν, <lb/>ὀθόνιον ὑποτείνας
                        λεπτὸν καθαρὸν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ τέγξας· <lb/>καὶ ὅταν ξυνάγειν βούλῃ, τοῦ
                        κυνοσβάτου τὰ φύλλα, ὥσπερ τὸν φακὸν <lb/>σκευάζειν. Σαυρίδιον, οἶνος καὶ
                        λίνου καρπὸς παραμίγνυται <pb n="412"/> λεπτός· καὶ τόδε, ὁ τοῦ λίνου
                        καρπὸς, καὶ ἄγνος ὠμὸς, καὶ μηλεία <lb/>στυπτηρίη, ὄξει ταῦτα δευθέντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὄμφακα λευκὴν ἐς χαλκεῖον θλίψας ἐρυθρὸν δι’ ἠθμοῦ, πρὸς <lb/>ἥλιον
                        τιθέναι τὰς ἡμέρας, τὰς δὲ νύκτας αἴρειν, ὅκως μὴ δροσίζηται,
                        <lb/>ἀνατρίβειν δὲ τῆς ἡμέρης ἀπαύστως, ὡς ὁμαλῶς ξηραίνηται, καὶ <lb/>ἀπὸ
                        τοῦ χαλκείου ὡς ὅτι πλεῖστον ἀναλαμβάνῃ, τιθέναι δὲ ἐς τὸν <lb/>ἥλιον
                        τοσοῦτον χρόνον, ἔστ’ ἂν παχὺ γένηται ὥσπερ μέλι· ἔπειτα ἐς <lb/>χύτρην
                        χαλκῆν ἐγχέαι, καὶ μέλι ὡς κάλλιστον, καὶ οἶνον γλυκὺν, <lb/>ἐναφεψήσας
                        πρότερον ῥητίνην τερμινθίνη, ἕψειν δὲ τὴν ῥητίνην ἐν <lb/>τῷ οἴνῳ, ἕως ἂν
                        σκληρὴ γένηται ὥσπερ μέλι ἑφθόν· ἔπειτα τὴν μὲν <lb/>ῥητίνη ἐξελεῖν, τὸν δὲ
                        οἶνον ξυγχέαι· ἔστω δὲ πλεῖστος μὲν ὁ χυλὸς <lb/>τῆς ὄμφακος, δεύτερον δὲ ὁ
                        οἶνος, τρίτον δὲ τὸ μέλι· καὶ σμύρναν <lb/>τὴν στακτὴν καὶ ἄλλως ὡς
                        βελτίστην τρίψας λείην, δίεσθαι τοῦ οἴνου <lb/>τοῦ αὐτοῦ παρεγχέοντα κατ’
                        ὀλίγον· ἔπειτα ἕψειν αὐτὴν ἐφ’ ἑωυτῆς <lb/>τὴν σμύρναν ξὺν τῷ οἴνῳ
                        ἀνακινέονται, ὅταν δὲ δοκέῃ ἤδη καλῶς <lb/>ἔχειν τὸ πάχος, ξυγχέαι ἐς τὸν
                        χυλὸν τῆς ὄμφακος, καὶ νίτρον ὡς <lb/>ἄριστον φρύξας, ἡσύχως μιγνύναι ἐς τὸ
                        φάρμακον, καὶ ἄνθος χαλκοῦ <lb/>ἔλασσον τοῦ νίτρου· ταῦτα δὲ ἐπειδὰν μίξῃς,
                        ἕψειν μὴ ἔλασσον <lb/>τριῶν ἡμερέων, ξύλοισι συκίνοισιν ὡς ὀλίγον ὑποκαίοντα
                        ἢ ἄνθραξιν, <lb/>ὡς μὴ φρύγηται· καὶ ἐμβαλλόμενα πάντα ἄνυδρα ἔστω, καὶ τὰ
                        ἑλκεα <lb/>μὴ τεγγέσθω, ὅκη ἂν ἐπαλείφηται τοῦτο τὸ φάρμακον· χρῆσθαι δὲ
                        <lb/>τούτῳ τῷ φαρμάκῳ πρὸς τὰ πεπαλαιωμένα ἕλκεα, καὶ πρὸς τὰ νεότρωτα,
                        <lb/>καὶ ἐς πόσθιον, καὶ ἐς κεφαλῆς ἕλκεα καὶ ὠτός.— Φάρμακον <lb/>ἕτερον
                        τῶν αὐτέων ἑλκέων· χολὴ βοὸς ξηρὴ, μέλι ὡς κάλλιστον, οἶνος <pb n="414"/>
                        λευκός· ἐναφεψῆσαι δὲ ἐν αὐτῷ λωτοῦ τορνεύματα· λιβανωτὸς, <lb/>σμύρνα ἴση,
                        κρόκος ἴσος, ἄνθος χαλκοῦ· ὁμοίως δὲ ὑγρῶν, οἶνος <lb/>πλεῖστος, μέλι
                        δεύτερον, ὀλίγιστον ἡ χολή.—Ἕτερον· οἶνος, μέλι <lb/>κέδρινον, ὀλίγον· τὰ δὲ
                        ξηρὰ, ἄνθος χαλκοῦ, σμύρνα, σίδιον αὖον.—Ἕτερον· <lb/>ἄνθος χαλκοῦ ὀπτὸν
                        ἡμιμοίριον, σμύρνης δύο ἡμιμοίρια, <lb/>κρόκου τρεῖς μοῖραι, μέλι ὀλίγον,
                        σὺν οἴνῳ ὐπτώμενα.—Ἕτερον· <lb/>λιβανωτοῦ μοῖρα, σμύρνης μοῖρα, κηκίδος
                        μοῖρα, κρόκου τρεῖς <lb/>μοῖραι·τούτων ἕκαστον ξηρὸν τρίψας ὡς λειότατον,
                        ἔπειτα μίξας, <lb/>τρίβειν ἐν ἡλίῳ ὡς θερμοτάτῳ, παραχέων χυλὸν ὄμφακος ἕως
                        ἂν <lb/>ἰξῶδες γένηται, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας· ἔπειτα οἴνῳ αὐστηρῷ μέλανι
                        <lb/>εὐώδεϊ παραχέων κατ’ ὀλίγον δίεσθαι.—Ἕτερον· ἐν οἴνῳ γλυκέϊ <lb/>ἕψειν
                        λευκῷ πρίνου ῥίζας· ἐπειδὰν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν, ἀποχέας, <lb/>τοῦ οἴνου
                        δύο μοίρας ποιῆσαι τοῦδε καὶ ἀμόργης ἐλαίου ὡς ἀνυδροτάτου <lb/>μοῖραν μίαν,
                        ἔπειτα ἕψειν, ἀνακινέων ὡς μὴ φρυγῇ, μαλθακῷ <lb/>πυρὶ, ἕως ἂν δοκέῃ τοῦ
                        πάχεος καλῶς ἔχειν.—Ἕτερον· τὰ μὲν <lb/>ἄλλα, τὰ αὐτά· ἀντὶ δὲ τοῦ οἴνου,
                        ὄξος ὡς ὀξύτατον ἔστω λευκόν· <lb/>ἐμβάψαι δὲ ἐς αὐτὸ εἴρια ὡς οἰσυπώδεα·
                        κἄπειτα δεύσας τῇ ἀμόργῃ <lb/>ἕψειν· καὶ ὀπὸν ἐρινεοῦ ξυγχέαι, καὶ
                        στυπτηρίην μηλείην, καὶ νίτρον <lb/>καὶ ἄνθος χαλκοῦ μῖξαι ὀπτὰ ἀμφότερα.
                        Τοῦτο μᾶλλον τοῦ προτέρου <lb/>καθαίρει τὰ ἕλκεα, ξηραίνει δὲ τὸ πρότερον
                        οὐχ ἧσσον.—Ἕτερον· <lb/>τὰ εἴρια βάψαι ὡς ἐν ὀλιγίστῳ ὕδατι, ἔπειτα οἶνον
                        ξυγχέας <lb/>μέρος τρίτον, ἕψειν ἕως ἂν καλῶς ἔχῃ τὸ πάχος. Ἀπὸ τῶνδε
                        διαπυΐσκεσθαι <pb n="416"/> ἐξέσται τὰ νεότρωτα τάχιστα.—Ἄλλο· ἄρον ξηρὸν
                        ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ στέλλειν.—Κράδης ἐν ὀπῷ φλοιὸν χλωρὸν τρίβων ἐν
                        <lb/>οἴνῳ ἐνστέλλειν, καὶ ἄνευ οἴνου αὐτὸν καὶ ξὺν μέλιτι.—Ἕτερον·
                        <lb/>ὄξος, ἐναφεψῶν λωτοῦ τορνεύματα, ἔστω δὲ λευκὸν τὸ ὄξος, κἄπειτα
                        <lb/>μῖξαι ἀμόργην ἐλαιέων καὶ ὀῤῥὸν πίσσης, τοῦτο ὠμόν· καὶ ἐπαλείφειν,
                        <lb/>καὶ καταστάζειν, καὶ ἐπιδεῖν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>