<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1:14-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1:14-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἕτερον ἔναιμον· σμύρνα, λιβανωτὸς, κηκὶς, ἰὸς, ἄνθος <lb/>χαλκοῦ ὀπτὸν,
                        στυπτηρίη αἰγυπτίη ὀπτὴ, οἰνάνθη, οἰσυπίδες, μολύβδαινα, <lb/>τούτων ἴσον
                        ἑκάστου, ἡ δίεσις οἴνῳ ὥσπερ τὸ πρότερον, <lb/>καὶ ἄλλη ἐργασίη κατὰ τὰ
                        αὐτά.—Ὄξος ὡς ὀξύτατον λευκὸν, μέλι, <lb/>στυπτηρίην αἰγυπτίην, νίτρον ὡς
                        ἄριστον ἡσύχως φρύξας, χολῆς <pb n="418"/> ὀλίγον συνέψει· τοῦτο τὰ
                        ὑπερσαρκέοντα καθαίρει καὶ κοιλαίνει, καὶ <lb/>οὐ δάκνει.—Ἄλλο· ποίη ἡ
                        μικρόφυλλος, ᾗ ὄνομα παρθένιον τὸ <lb/>μικρόφυλλον, ἣ τὰ θύμια τὰ ἀπὸ τοῦ
                        ποσθίου ἀφαιρεῖ, καὶ στυπτηρίη <lb/>ἡ χαλκῖτις· καὶ μηλίαδος ὠμῆς· ἐλατήριον
                        λεπτὸν ξηρὸν προστεῖλαι, <lb/>καὶ τὸ σίδιον λεπτὸν ξηρὸν ὡσαύτως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Πληροῖ δὲ μάλιστα τὰ κοῖλα τὰ καθαρὰ, ποίη, ᾗ λαγώπυρος <lb/>οὔνομα· ἐστὶ
                        δὲ πιτύροισιν ὁμοίη ὅταν αὐαίνηται, μικρὸν τὸ φύλλον, <lb/>ὥσπερ καὶ τὸ τῆς
                        ἐλαίης, καὶ μακρότερον· καὶ πρασίου τὸ φύλλον, <lb/>σὺν ἐλαίῳ.—Ἕτερον·
                        ἰσχάδος τὸ εἴσω, τὸ πῖαρ, τὸ μελιτοειδὲς, <lb/>ὡς ξηροτάτης, ὕδατος δύο
                        μοίρας, καὶ λίνου καρποῦ φρύξας μὴ σφόδρα <lb/>ὡς λεπτοτάτου μοίραν
                        μίαν.—Ἄλλο· τῆς ἰσχάδος, καὶ ἄνθος <lb/>χαλκοῦ ὀλίγον λεπτὸν, καὶ συκῆς
                        ὀπόν.—Τὸ δ’ ἐκ τῆς ἰσχάδος, <lb/>χαμαιλέων μέλας, χολὴ βοὸς ξηρή· τὰ μὲν
                        ἄλλα τὰ αὐτά. Τὰ δὲ <lb/>ξηρά.—Κάρδαμον λεπτὸν, ὠμὸν, ἐρύσιμον, ἑκατέρου
                        ἴσον, τῆς δὲ <lb/>ἰσχάδος δύο μέρη, λίνου καρποῦ δύο μοίρας, ὀπὸν συκῆς.
                        Ὅταν τούτων <lb/>τινὶ χρέῃ τῶν φαρμάκων, σπλῆνας ἄνωθεν ὀξηροὺς ἐπιθεὶς,
                        <lb/>σπόγγον ἄνωθεν τῶν σπληνῶν ἐπίθες, καὶ ἐπίδει, καὶ προσπίεσαι
                        <lb/>ὀλίγῳ μᾶλλον· τὰ δὲ περιέχοντα ἢν φλεγμαίνῃ, ὅ τι ἂν δοκέῃ ξυμφέρειν,
                        <lb/>περιπλάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἢν βούλῃ ὑγρῷ χρέεσθαι, καὶ τὸ καρικὸν φάρμακον ἐπαλείφειν, <lb/>ἐπιδεῖν
                        δὲ ὥσπερ τὰ πρότερα γέγραπται κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον. Ἐστὶ δὲ ἐκ τῶνδε τὸ
                        φάρμακον ποιεύμενον· ἐλλεβόρου μέλανος, <lb/>σανδαράχης, λεπίδος, μολίβδου
                        κεκαυμένου σὺν πολλῷ θείῳ, <pb n="420"/> ἀῤῥενικοῦ, κανθαρίδος· τούτῳ ὁποίῳ
                        δοκέει συντεθέντι χρῆσθαι· ἡ <lb/>δὲ δίεσις, κεδρίνῳ ἐλαίῳ· ἐπειδὰν δὲ ἅλις
                        ἔχῃ ἐπαλείφοντι, ἐκβάλλειν <lb/>τὸ φάρμακον, ἐπιπάσσων ἄρον ἑφθὸν λεῖον, ἢ
                        τρίβων ξηρὸν τῷ <lb/>μέλιτι δεύων· καὶ ἢν ξηρῷ χρῇ τῷ καρικῷ τούτῳ, χρὴ
                        ἀφιστάναι <lb/>τὸ φάρμακον ἐπιπάσσων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ποέει δὲ τὸ ξηρὸν ἀπὸ τοῦ ἐλλεβόρου μόνον καὶ τῆς σανδαράχης.—Ἕτερον
                        <lb/>ὑγρόν· ποίη, ἧς τὸ φύλλον ὅμοιον ἄρῳ τὴν φύσιν, <lb/>λευκὸν δὲ;
                        χνοῶδες, κατὰ κισσοῦ φύλλον τὸ μέγεθος· αὕτη ἡ <lb/>ποίη ξὺν οἴνῳ
                        ἐπιπλάσσεται.—Ἢ τοῦ πρίνου τὸ περὶ τὸ στέλεχος <lb/>τρίψας ἐν οἴνῳ,
                        ἐπίπλασσε.—Ἕτερον· ὄμφακος χυλὸς, ὄξος ὡς <lb/>ὀξύτατον, ἄνθος χαλκοῦ,
                        νίτρον, ὀπὸς ἐρινεοῦ.—Ἐς ὄμφακος χυλὸν <lb/>στυπτηρίην ἐμβάλλειν ὡς
                        λειοτάτην, καὶ θεῖναι ἐν χαλκῷ ἐρυθρῷ <lb/>ἐς ἥλιον, καὶ ἀνακινέειν, καὶ
                        ἀνελεῖν ὅταν δοκέῃ καλῶς ἔχειν τὸ πάχος.—Ἕτερον· <lb/>ἑλλέβορος μέλας ὡς
                        λειότατος ἐπιπάσσεται, ἕως <lb/>ἄν τι τοῦ ὑγροῦ ἐνέῃ καὶ νεμομένου· ἐπίδεσις
                        δὲ ἡ αὐτὴ, ἥπερ ἐπὶ <lb/>τοῖσιν ἐμπλάστροισιν.—Ἕτερον· ἁλὸς χόνδρους ὡς
                        ξηροτάτους ἐς <lb/>χυτρίδιον χάλκεον ἢ κεραμεοῦν καινὸν ἐμβαλεῖν, ἴσους ὡς
                        μάλιστα <lb/>τὸ μέγεθος, μὴ ἁδρούς· καὶ μέλι ὡς κάλλιστον διπλάσιον τῶν ἁλῶν
                        <lb/>εἰκάσας ἐπιχέαι ἐπὶ τοὺς ἅλας· ἔπειτα ἐπιθεῖναι ἐπὶ τοὺς ἄνθρακας
                        <lb/>τὸ χυτρίδιον, καὶ ἐᾷν ἕως ἂν κατακαυθῇ πᾶν· ἔπειτα ἀνασπογγίσας <lb/>τὸ
                        ἕλκος καὶ ἐκκαθήρας, ἐπιδῆσαι ὥσπερ τὸ πρότερον, καὶ πιέσαι <lb/>ὀλίγῳ
                        μᾶλλον· τῇ δ’ ὕστεραίῃ, ὅπη ἂν μὴ λάβηται τὸ φάρμακον, <pb n="422"/>
                        ἐπιπάσας προσπιέζειν καὶ ἐπιδεῖν· ὅταν δὲ βούλῃ ἀφιστάναι τὸ φάρμακον,
                        <lb/>ὄξος θερμὸν ἐπιχέειν, ἕως ἂν ἀποστῇ, καὶ αὖθις τὰ αὐτὰ <lb/>ποιέειν, ἢν
                        δέηται, ἀνασπογγίσας.—Ἄλλο ξηρὸν δάκνον ὡς. οἰσυπωδέστατα <lb/>εἴρια ἐπ’
                        ὀστράκου κατακαῦσαι δαιδίῳ προσίσχων ἕως <lb/>ἂν πάντα κατακαύσῃς· τοῦτο
                        λεῖον τρίβων, ἐπιπάσας τὴν αὐτὴν <lb/>ἐπιδεῖν ἐπίδεσιν.—Ἄλλο ξηρὸν ὁμοίως
                        δάκνον· μίσυος ὡς λειοτάτου <lb/>ἐπιπάσσειν ἐπὶ τὰ ὑγρὰ καὶ σαπρὰ, καὶ ἄνθος
                        λεπτὸν μὴ παντελῶς <lb/>λεῖον.—Ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἑλκέων· χαμαιλέων μέλας,
                        στυπτηρίη <lb/>ἡ τῷ ὀπῷ τῆς συκῆς δεδευμένη, δεύειν δὲ ὀπτὴν, καὶ ἄγχουσαν
                        <lb/>μίσγειν.—Ἀναγαλλὶς, καὶ στυπτηρίη αἰγυπτίη ὀπτὴ, ἐπίπαστον
                        <lb/>ὀρχομένιον ἐπιπάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Πρὸς δὲ τὰς νόμας· στυπτηρίη, ἥ τε αἰγυπτίη ὀπτὴ, <lb/>καὶ ἡ μηλείη,
                        πρότερον δὲ ἀπονιτρῶσαι ὀπτῷ καὶ ἀνασπογγίσαι. <lb/>Καὶ ἡ χαλκῖτις στυπτηρίη
                        ὀπτή ὀπτᾶν δὲ ἕως ἂν φλογοειδὴς <lb/>γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Τῶν παλαιῶν ἑλκέων τῶν ἐν τοῖσιν ἀντικνημίοισι γινομένων, <lb/>αἱματώδεα
                        δέ ποι γίνεται καὶ μέλανα μελιλώτου ἄνθος τρίψας, <lb/>μέλιτι φυρῶν,
                        ἐπιπλάστῳ χρῆσθαι. </p></div><pb n="424"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἐπὶ νεῦρα δὲ διατμηθέντα ἐπιδεῖν μυῤῥίνης ἀγρίης ῥίζας <lb/>κόψας καὶ
                        διαττήσας, φυρήσας ἐλαίῳ. Καὶ τὴν ποίην τὴν πεντάφυλλον, <lb/>λευκὴ δέ ἐστι
                        καὶ χνοώδης, καὶ ὑψηλοτέρη ἀπὸ τῆς γῆς ἢ <lb/>τὸ μέλαν πεντάφυλλον, ταύτην
                        τρίψας ἐν ἐλαίῳ ἐπιδεῖν, ἀπολύειν δὲ <lb/>τριταῖον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>