<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg028.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΕΛΚΩΝ.</head><p>1. Ἕλκεα ξύμπαντα οὐ χρὴ τέγγειν, πλὴν οἴνῳ, ἢν μὴ ἐν ἄρθρῳ <lb/>ἔῃ τὸ ἕλκος·
                        τὸ γὰρ ξηρὸν τοῦ ὑγιέος ἐγγυτέρω ἐστὶ, καὶ τὸ ὑγρὸν <lb/>τοῦ μὴ ὑγιέος· τὸ
                        γὰρ ἕλκος ὑγρόν ἐστι, τὸ δὲ ὑγιὲς ξηρόν. Ἀνεπίδετον <lb/>δὲ ἐᾷν ἄμεινόν
                        ἐστιν, ὅ τι γε μὴ καταπλάσσεται· οὐδὲ καταπλάσσειν <lb/>ἐνδεχόμενόν ἐστιν
                        ἔνια τῶν ἑλκέων, μᾶλλον δὲ τὰ νεότρωτα <lb/>τῶν παλαιοτέρων, καὶ τὰ ἐν
                        τοῖσιν ἄρθροισιν. Ὀλιγοσιτέειν τε ὡς <lb/>μάλιστα καὶ ὕδωρ ξυμφέρει πᾶσι
                        τοῖσιν ἕλκεσι, μᾶλλον δὲ τοῖσι <lb/>νεοτρώτοισι τῶν παλαιοτέρων, καὶ ὅ τι
                        ἄλλο φλεγμαίνει ἕλκος ἢ μέλλει, <lb/>καὶ ὅ τι σφακελίσαι κίνδυνος, καὶ
                        τοῖσιν ἕλκεσι καὶ φλέγμασι <lb/>τοῖσιν ἐν τοῖσιν ἄρθροισι, καὶ ὅκου σπασμοὺς
                        κίνδυνος ἐπιγενέσθαι, <lb/>καὶ τοῖσιν ἐν κοιλίῃ τρώμασι, παντῶν δὲ μάλιστα
                        τοῖσιν ἐν κεφαλῇ <lb/>καὶ μηρῷ κατεαγεῖσι, καὶ ἄλλῳ ᾧ κάτηξις ἂν γένηται.
                        Ἑστάται <lb/>δ’ ἕλκεσι ἥκιστα ξυμφέρει, καὶ ἄλλως ἢν ἐν τῷ σκέλεϊ ἔχῃ τὸ
                        ἕλκος, <lb/>οὐδὲ καθῆσθαι οὐδὲ πορεύεσθαι· ἀλλ’ ἡσυχίη καὶ ἀτρεμίη ξυμφέρει
                        <lb/>μάλιστα. Τὰ δὲ νεότρωτα ἕλκεα πάντα ἥκιστα ἂν φλεγμήναιεν <lb/>αὐτά τε
                        καὶ τὰ περιέχοντα, εἴ τις διαπυΐσκοι ὡς τάχιστα, καὶ <lb/>τὸ πῦον μὴ
                        ἀπολαμβανόμενον ἀπὸ τοῦ ἕλκεος τοῦ στόματος ἴσχοιτο, <lb/>ἢ εἴ τις ἀποτρέποι
                        ὅκως μηδὲ μελλήσει διαπυῆσαι πλὴν τοῦ ἀναγκαίου <lb/>πύου ὀλιγίστου, ἀλλὰ
                        ξηρὸν εἶναι ὡς μάλιστα φαρμάκῳ μὴ <lb/>περισκελέϊ. Πυρῶδες γὰρ γίνεται, ἐπὴν
                        φρίκη ἐγγένηται καὶ σφυγμός· <pb n="402"/> φλεγμαίνει γὰρ τὰ ἕλκεα τότε,
                        ὁκόταν διαπυῆσαι μέλλῃ· <lb/>διαπυεῖ δὲ, ἀλλοιουμένου τοῦ αἵματος καὶ
                        θερμανθέντος, ἕως σαπὲν <lb/>πῦον γένηται. Τῶν τοιούτων ἑλκέων, ὅταν δοκέῃ
                        δεῖσθαι καταπλάσιος, <lb/>οὐ χρὴ αὐτὸ τὸ ἕλκος καταπλάσσειν, ἀλλὰ τὰ
                        περιέχοντα, ὅκως <lb/>τὸ πῦον ἀποχωρέῃ, καὶ τὰ σκληρυνόμενα μαλαχθῇ. Τῶν δὲ
                        ἑλκέων, <lb/>ὅπερ μὲν ἂν ὀξέϊ βέλεϊ διατμηθῇ ἢ διακοπῇ, ἐνδέχεται ἔναιμον
                        φάρμακον <lb/>καὶ τὸ κωλῦον διαπυεῖν ἀναξηραῖνόν τι. Ἥ τις δ’ ὑπὸ τοῦ
                        <lb/>βέλεος ἐφλάσθη καὶ ἐκόπη σὰρξ, ταύτην δὲ ἰητρεύειν, ὅκως διάπυος
                        <lb/>ὡς τάχιστα γένηται· ἧσσόν τε γὰρ φλεγμαίνει· καὶ ἀνάγκη τὰς σάρκας
                        <lb/>τὰς φλασθείσας καὶ κοπείσας σαπείσας καὶ πῦον γενομένας ἐκτακῆναι,
                        <lb/>ἔπειτα βλαστάνειν νέας σάρκας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἕλκεϊ νεοτρώτῳ παντὶ, πλὴν ἐν κοιλίῃ, ξυμφέρει ἐκ τοῦ <lb/>τρώματος αἷμα
                        ῥυῆναι αὐτίκα πλέον ἢ ἔλασσον· φλεγμαίνει γὰρ ἧσσον <lb/>αὐτὸ τὸ ἕλκος καὶ
                        τὰ περιέχοντα. Καὶ ἀπὸ τῶν πεπαλαιωμένων <lb/>ἑλκέων ξυμφέρει αἷμα ποιέειν
                        ἀποῤῥέειν πυκνὰ, ὅκως ἂν δοκέῃ <lb/>καιρὸς εἶναι, καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἑλκέων
                        καὶ τῶν περιεχόντων τὸ <lb/>ἕλκος, ἄλλως τε καὶ ἢν ἐν κνήμῃ ἔῃ τὸ ἕλκος ἢ ἐν
                        δακτύλῳ ποδὸς ἢ <lb/>χειρὸς, μᾶλλον ἤ κου ἄλλοθι τοῦ σώματος· γίνεται γὰρ,
                        ἀποῤῥέοντος <lb/>τοῦ αἵματος, ξηρότερα καὶ μείονα ἰσχναινόμενα· κωλύει γὰρ
                        <lb/>μάλιστα μὲν τὰ τοιαῦτα ἕλκεα ὑγιαίνεσθαι, ἔπειτα δὲ καὶ τἄλλα ξύμπαντα
                        <lb/>αἵματος σηπεδὼν, καὶ ὅ τι ἐξ αἵματος μεταστάσιος γεγένηται. <pb n="404"/> Ξυμφέρει δὲ μετὰ τὴν τοῦ αἵματος ἀποῤῥοὴν ἐπὶ τῶν τοιούτων <lb/>ἑλκέων
                        καὶ σπόγγον ἐπιδεῖν πυκνὸν καὶ μαλθακὸν, τετμημένον, ξηρότερον <lb/>ἢ
                        ὑγρότερον, καὶ ἐπὶ τῷ σπόγγῳ ἄνωθεν φύλλα συχνὰ τίθεσθαι. <lb/>Ἔλαιον δὲ καὶ
                        ὅσα μαλθακώδεα ἢ ἐλαιώδεά ἐστι φάρμακα, <lb/>οὐ ξυμφέρει τοῖσι τοιούτοισιν
                        ἕλκεσιν, ἢν μὴ πάνυ ἤδη πρὸς ὑγιείην <lb/>τείνῃ. Οὐδὲ τοῖσι νεοτρώτοισιν
                        ἕλκεσι ξυμφέρει ἔλαιον, οὐδὲ μαλθακώδεα <lb/>οὐδὲ στεατώδεα φάρμακα, ἄλλως
                        τε καὶ ὅ τι ἂν δέηται ἕλκος <lb/>πλείονος καθάρσιος· τὸ δὲ ξύμπαν εἰπεῖν,
                        ἐλαίῳ τὴν χρῆσιν ποιέεσθαι <lb/>καὶ ἐν θέρει καὶ ἐν χειμῶνι, πρὸς ἃ τῶν
                        τοιούτων φαρμάκων <lb/>δεόμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ὑποκάθαρσις τῆς κάτω κοιλίης ξυμφέρει τοῖσι πλείστοισι τῶν <lb/>ἑλκέων καὶ
                        ἐν τρώμασιν ἐν κεφαλῇ ἐοῦσι, καὶ ἐν κοιλίῃ, καὶ ἐν <lb/>ἄρθροισι, καὶ ὅσα
                        σφακελίσαι κίνδυνος, καὶ ὅσα ῥαπτὰ, καὶ τοῖσιν <lb/>ἐσθιομένοισι καὶ
                        ἑρπυστικοῖσι, καὶ τοῖσιν ἄλλως πεπαλαιωμένοισιν <lb/>ἕλκεσι, καὶ ὅκη ἂν
                        μέλλῃ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Οὐ χρὴ οὐδ’ ἐμπλάσσειν τὰ φάρμακα, πρὶν ἂν πάνυ ξηρὸν <lb/>ποιήσῃς τὸ
                        ἕλκος· τότε δὲ δεῖ προστιθέναι, ἀνασπογγίζειν δὲ τὸ ἕλκος <lb/>πολλάκις
                        σπόγγῳ, καὶ αὖθις ὀθόνιον ξηρὸν καὶ καθαρὸν προσίσχων <lb/>πολλάκις, οὕτω δὲ
                        ἐπιθεὶς τὸ φάρμακον τὸ δοκέον ξυμφέρειν, <lb/>ἐπιδεῖν ἢ μὴ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἕλκεσι τοῖσι πλείστοισιν ὥρη ἡ θερμοτέρη ξυμφορωτέρη τοῦ <lb/>χειμῶνος,
                        πλὴν τοῖσιν ἐν κεφαλῇ καὶ κοιλίῃ, μᾶλλον δὲ ἡ ἰσημερινή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Τὰ ἕλκεα ὁκόσα μὴ καλῶς καθαρθέντα ἐς τὸ δέον ἀεὶ πρότερον <lb/>ἄρξεται
                        βλαστάνειν, ταῦτα ὑπερσαρκέει μάλιστα· ὁκόσα δ’ ἂν καθαρθέντα <pb n="406"/>
                        καλῶς τε καὶ ἐς τὸ δέον ἀεὶ ἐπὶ τὸ ξηρότερον θεραπεύηται, <lb/>πλὴν εἰ
                        θλασθῇ, ταῦτα δὲ οὐχ ὑπερσαρκέει ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὁκοθενοῦν ὀστέον ἀφιστῆται ἢ καυθὲν ἢ πρισθὲν ἢ ἄλλῳ τῳ <lb/>τρόπῳ, τῶν
                        ἑλκέων τούτων αἱ οὐλαὶ κοιλότεραι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἕλκεα οὐ κεκαθαρμένα οὐκ ἐθέλει ξυνιέναι ξυναγόμενα, οὐδ’ <lb/>αὐτόματα
                        ξυνέρχεται. Ὧν τὰ περιέχοντα φλεγμαίνει τοῦ ἕλκεος, <lb/>ἔστ’ ἂν μὴ παύσηται
                        τῆς φλεγμασίης, οὐκ ἐθέλει ξυνιέναι· οὐδὲ <lb/>ὧν τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος
                        μελανθῇ αἵματος σηπεδόνι, ἢ καὶ <lb/>κιρσοῦ παρέχοντος τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ
                        αἵματος, οὐδὲ ταῦτα ἐθέλει ξυνιέναι, <lb/>ἢν μὴ τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος
                        ὑγιέα ποιήσῃς. Τῶν ἑλκέων <lb/>τὰ κυκλοτερέα ἢν ὑπόκοιλα ᾖ, ἐν κύκλῳ πάντη
                        ἐπιτάμνειν χρὴ <lb/>τὰ ἀφεστεῶτα, ἢ πάντα, ἢ τὰ ἡμίσεα τοῦ κύκλου, κατὰ
                        μῆκος τῆς <lb/>φύσιος τοῦ ἀνθρώπου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἐπὶ παντὶ ἕλκεϊ ἐρυσιπέλατος ἐπιγενομένου, κάθαρσιν δεῖ <lb/>ποιέεσθαι τοῦ
                        σώματος, ἐφ’ ὁκότερα ἂν ξυμφέρῃ τῷ ἕλκεϊ, εἴτε ἄνω, <lb/>εἴτε κάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὅτῳ ἂν οἴδημα γένηται παρὰ τὸ ἕλκος, ἀφλεγμάντου ἐόντος <lb/>τοῦ ἕλκεος,
                        χρόνῳ ὕστερον πύου ὑπόστασιν ἴσχει τὸ οἴδημα. Καὶ ὅ <lb/>τι ἂν τῇ φλεγμασίῃ
                        οἰδῆσαν μὴ καθιστῆται, τῶν ἄλλων καθισταμένων, <lb/>ὅσα ἅμα ἤρξατο
                        φλεγμαίνειν καὶ οἰδίσκεσθαι, καὶ τοῦτο κίνδυνος <lb/>μηδ’ ἅμα ξυνιέναι. Ὅσα
                        δὲ πιπτόντων ἢ ἄλλῳ τῳ τρόπῳ διακόπτεται <lb/>καὶ φλᾶται, καὶ ἀνοιδίσκεται
                        τὰ περιέχοντα τὸ ἕλκος, <pb n="408"/> καὶ, διαπυήσαντα, πῦον ἀπὸ τῶν
                        οἰδημάτων ἀποχωρέει κατὰ τὸ ἕλκος, <lb/>τῶν τοιούτων ὅ τι ἂν δοκέῃ δεῖσθαι
                        καταπλάσιος, οὐ χρὴ αὐτὸ <lb/>τὸ ἕλκος καταπλάσσειν, ἀλλὰ τὰ περιέχοντα,
                        ὅκως τὸ πῦον ἀποχωρέῃ, <lb/>καὶ τὰ σκληρυνόμενα λαπαχθῇ ἐπειδὰν δὲ λαπαχθῇ,
                        καὶ ἡ <lb/>φλεγμασίη παύσηται, ἐπὶ τὰ ἀφεστηκότα σπόγγους ἐπιδέων
                        προσιστάναι, <lb/>ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ ὑγίεος ὀλίγον προσχωρέων· ἐπὶ δὲ τῷ
                        <lb/>σπόγγῳ ἄνωθεν φύλλα ἐπέστω συχνά. Ὅ τι δ’ ἂν μὴ δύνηται προστῆναι,
                        <lb/>ἡ σὰρξ ὑγρὴ ἐοῦσα αἰτίη ἐστίν· ταύτην ἐκβάλλειν. Ἢν ὑπὸ <lb/>βαθείῃ
                        σαρκὶ τὸ ἕλκος ἔῃ, κατ’ ἄμφω κἀκ τῆς ἐπιδέσιος κἀκ τοῦ <lb/>προσπιέζοντος
                        ὑποκιρσοῦται· τὸ δὴ τοιοῦτον ἤν τις τάμνῃ, πρὸς <lb/>μήλην, ἢν ἐνδέχηται,
                        εὔροον ἀπὸ τοῦ στόματος τὸ ἕλκος ἀνατάμνειν, <lb/>ὅπη ἂν δοκέῃ καιρὸς εἶναι,
                        καὶ οὕτως ἰητρείην προσφέρειν, ὁκοίης <lb/>ἂν δοκέῃ προσδεῖσθαι. Ὡς δὲ τὰ
                        πολλὰ ἐπὶ παντὶ ἕλκει, ὅ τι ἂν κοιλίην <lb/>ἔχῃ πρὸς τὸ ἰθὺ, καταφανὲς
                        ἰδεῖν, οἰδήματος μὴ προσεόντος· <lb/>[ὅ τι δ’ ἂν κοιλίην ἔχῃ μὴ πρὸς τὸ ἰθὺ
                        ἢ οἰδήματος προσεόντος,] ἢν <lb/>μὲν ἔῃ ἐν αὐτῷ σηπεδὼν, ἢ ἡ σὰρξ ὑπέῃ
                        μυδῶσα καὶ σαπρὴ, ἔσται <pb n="410"/> τοῦτο τὸ ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τὸ
                        ἕλκος ἰδεῖν μέλανα ὑποπέλια· <lb/>καὶ τῶν ἐσθιομένων ἑλκέων, ὅπη ἂν
                        φαγέδαινα ἐνέῃ, ἰσχυρότατά τε <lb/>νέμηται καὶ ἐσθίῃ, ταύτῃ τοῦ ἕλκεος τὸ
                        περιέχον χροιὴν ἕξει μέλαιναν <lb/>ὑποπέλιον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Καταπλάσματα οἰδημάτων καὶ φλεγμασίης τῆς ἐν τοῖσι περιέχουσιν· <lb/>ἡ
                        ἑφθὴ φλόμος, καὶ τῆς τριφύλλου τὰ φύλλα ὠμὰ, καὶ <lb/>τοῦ ἐπιπέτρου τὰ φύλλα
                        ἑφθὰ, καὶ τὸ πόλιον· ἢν δὲ καὶ καθαίρεσθαι <lb/>δέῃ τὸ ἕλκος, παντὰ μὲν καὶ
                        ταῦτα καθαίρει· ἀτὰρ καὶ τῆς συκῆς τὰ <lb/>φύλλα καὶ τῆς ἐλαίης, καὶ τὸ
                        πράσιον. Ἕψειν δὲ ταῦτα πάντα, <lb/>μάλιστα δὲ τούτων ἕψειν τὸν ἄγνον, καὶ
                        τὴν συκῆν, καὶ τὴν ἐλαίην, <lb/>καὶ τῆς σίδης τὰ φύλλα ὡσαύτως ἕψειν. Ὠμοῖσι
                        δὲ τοῖσίδε χρέεσθαι, <lb/>τῆς μαλάχης τὰ φύλλα τρίβων ξὺν οἴνῳ, καὶ τοῦ
                        πηγάνου τὰ φύλλα <lb/>καὶ τῆς ὀριγάνου χλωρῆς· πᾶσι τούτοισι χρὴ τοῦ λίνου
                        τὸν καρπὸν <lb/>φρύξαντα καὶ κόψαντα ὡς λειότατον μιγνύναι. Ὅκου δὲ
                        ἐρυσίπελας <lb/>κίνδυνος ἐφ’ ἕλκεσι γενέσθαι, τῆς ἰσάτιδος τὰ φύλλα τρίβων
                        ὠμὰ <lb/>καταπλάσσειν σὺν τῷ λίνῳ, ἢ τὸ λίνον δεύων στρύχνου χυλῷ ἢ ἰσάτιδος
                        <lb/>καταπλάσσειν. Ὅταν δὲ τὸ ἕλκος καθαρὸν μὲν ἔῃ, φλεγμαίνῃ <lb/>δὲ τό τε
                        ἕλκος καὶ τὰ περιέχοντα τοῦ ἕλκεος, φακὸν ἐν οἴνῳ ἑψήσας <lb/>καὶ τρίψας
                        λεῖον, ἐλαίῳ ὀλίγῳ φυρήσας, καταπλάσας, ἐπιδεῖν· καὶ <lb/>τοῦ κυνοσβάτου
                        ἑψήσας τὰ φύλλα ἐν ὕδατι, τρίψας λεῖα, καταπλάσσειν, <lb/>ὀθόνιον ὑποτείνας
                        λεπτὸν καθαρὸν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ τέγξας· <lb/>καὶ ὅταν ξυνάγειν βούλῃ, τοῦ
                        κυνοσβάτου τὰ φύλλα, ὥσπερ τὸν φακὸν <lb/>σκευάζειν. Σαυρίδιον, οἶνος καὶ
                        λίνου καρπὸς παραμίγνυται <pb n="412"/> λεπτός· καὶ τόδε, ὁ τοῦ λίνου
                        καρπὸς, καὶ ἄγνος ὠμὸς, καὶ μηλεία <lb/>στυπτηρίη, ὄξει ταῦτα δευθέντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὄμφακα λευκὴν ἐς χαλκεῖον θλίψας ἐρυθρὸν δι’ ἠθμοῦ, πρὸς <lb/>ἥλιον
                        τιθέναι τὰς ἡμέρας, τὰς δὲ νύκτας αἴρειν, ὅκως μὴ δροσίζηται,
                        <lb/>ἀνατρίβειν δὲ τῆς ἡμέρης ἀπαύστως, ὡς ὁμαλῶς ξηραίνηται, καὶ <lb/>ἀπὸ
                        τοῦ χαλκείου ὡς ὅτι πλεῖστον ἀναλαμβάνῃ, τιθέναι δὲ ἐς τὸν <lb/>ἥλιον
                        τοσοῦτον χρόνον, ἔστ’ ἂν παχὺ γένηται ὥσπερ μέλι· ἔπειτα ἐς <lb/>χύτρην
                        χαλκῆν ἐγχέαι, καὶ μέλι ὡς κάλλιστον, καὶ οἶνον γλυκὺν, <lb/>ἐναφεψήσας
                        πρότερον ῥητίνην τερμινθίνη, ἕψειν δὲ τὴν ῥητίνην ἐν <lb/>τῷ οἴνῳ, ἕως ἂν
                        σκληρὴ γένηται ὥσπερ μέλι ἑφθόν· ἔπειτα τὴν μὲν <lb/>ῥητίνη ἐξελεῖν, τὸν δὲ
                        οἶνον ξυγχέαι· ἔστω δὲ πλεῖστος μὲν ὁ χυλὸς <lb/>τῆς ὄμφακος, δεύτερον δὲ ὁ
                        οἶνος, τρίτον δὲ τὸ μέλι· καὶ σμύρναν <lb/>τὴν στακτὴν καὶ ἄλλως ὡς
                        βελτίστην τρίψας λείην, δίεσθαι τοῦ οἴνου <lb/>τοῦ αὐτοῦ παρεγχέοντα κατ’
                        ὀλίγον· ἔπειτα ἕψειν αὐτὴν ἐφ’ ἑωυτῆς <lb/>τὴν σμύρναν ξὺν τῷ οἴνῳ
                        ἀνακινέονται, ὅταν δὲ δοκέῃ ἤδη καλῶς <lb/>ἔχειν τὸ πάχος, ξυγχέαι ἐς τὸν
                        χυλὸν τῆς ὄμφακος, καὶ νίτρον ὡς <lb/>ἄριστον φρύξας, ἡσύχως μιγνύναι ἐς τὸ
                        φάρμακον, καὶ ἄνθος χαλκοῦ <lb/>ἔλασσον τοῦ νίτρου· ταῦτα δὲ ἐπειδὰν μίξῃς,
                        ἕψειν μὴ ἔλασσον <lb/>τριῶν ἡμερέων, ξύλοισι συκίνοισιν ὡς ὀλίγον ὑποκαίοντα
                        ἢ ἄνθραξιν, <lb/>ὡς μὴ φρύγηται· καὶ ἐμβαλλόμενα πάντα ἄνυδρα ἔστω, καὶ τὰ
                        ἑλκεα <lb/>μὴ τεγγέσθω, ὅκη ἂν ἐπαλείφηται τοῦτο τὸ φάρμακον· χρῆσθαι δὲ
                        <lb/>τούτῳ τῷ φαρμάκῳ πρὸς τὰ πεπαλαιωμένα ἕλκεα, καὶ πρὸς τὰ νεότρωτα,
                        <lb/>καὶ ἐς πόσθιον, καὶ ἐς κεφαλῆς ἕλκεα καὶ ὠτός.— Φάρμακον <lb/>ἕτερον
                        τῶν αὐτέων ἑλκέων· χολὴ βοὸς ξηρὴ, μέλι ὡς κάλλιστον, οἶνος <pb n="414"/>
                        λευκός· ἐναφεψῆσαι δὲ ἐν αὐτῷ λωτοῦ τορνεύματα· λιβανωτὸς, <lb/>σμύρνα ἴση,
                        κρόκος ἴσος, ἄνθος χαλκοῦ· ὁμοίως δὲ ὑγρῶν, οἶνος <lb/>πλεῖστος, μέλι
                        δεύτερον, ὀλίγιστον ἡ χολή.—Ἕτερον· οἶνος, μέλι <lb/>κέδρινον, ὀλίγον· τὰ δὲ
                        ξηρὰ, ἄνθος χαλκοῦ, σμύρνα, σίδιον αὖον.—Ἕτερον· <lb/>ἄνθος χαλκοῦ ὀπτὸν
                        ἡμιμοίριον, σμύρνης δύο ἡμιμοίρια, <lb/>κρόκου τρεῖς μοῖραι, μέλι ὀλίγον,
                        σὺν οἴνῳ ὐπτώμενα.—Ἕτερον· <lb/>λιβανωτοῦ μοῖρα, σμύρνης μοῖρα, κηκίδος
                        μοῖρα, κρόκου τρεῖς <lb/>μοῖραι·τούτων ἕκαστον ξηρὸν τρίψας ὡς λειότατον,
                        ἔπειτα μίξας, <lb/>τρίβειν ἐν ἡλίῳ ὡς θερμοτάτῳ, παραχέων χυλὸν ὄμφακος ἕως
                        ἂν <lb/>ἰξῶδες γένηται, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας· ἔπειτα οἴνῳ αὐστηρῷ μέλανι
                        <lb/>εὐώδεϊ παραχέων κατ’ ὀλίγον δίεσθαι.—Ἕτερον· ἐν οἴνῳ γλυκέϊ <lb/>ἕψειν
                        λευκῷ πρίνου ῥίζας· ἐπειδὰν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν, ἀποχέας, <lb/>τοῦ οἴνου
                        δύο μοίρας ποιῆσαι τοῦδε καὶ ἀμόργης ἐλαίου ὡς ἀνυδροτάτου <lb/>μοῖραν μίαν,
                        ἔπειτα ἕψειν, ἀνακινέων ὡς μὴ φρυγῇ, μαλθακῷ <lb/>πυρὶ, ἕως ἂν δοκέῃ τοῦ
                        πάχεος καλῶς ἔχειν.—Ἕτερον· τὰ μὲν <lb/>ἄλλα, τὰ αὐτά· ἀντὶ δὲ τοῦ οἴνου,
                        ὄξος ὡς ὀξύτατον ἔστω λευκόν· <lb/>ἐμβάψαι δὲ ἐς αὐτὸ εἴρια ὡς οἰσυπώδεα·
                        κἄπειτα δεύσας τῇ ἀμόργῃ <lb/>ἕψειν· καὶ ὀπὸν ἐρινεοῦ ξυγχέαι, καὶ
                        στυπτηρίην μηλείην, καὶ νίτρον <lb/>καὶ ἄνθος χαλκοῦ μῖξαι ὀπτὰ ἀμφότερα.
                        Τοῦτο μᾶλλον τοῦ προτέρου <lb/>καθαίρει τὰ ἕλκεα, ξηραίνει δὲ τὸ πρότερον
                        οὐχ ἧσσον.—Ἕτερον· <lb/>τὰ εἴρια βάψαι ὡς ἐν ὀλιγίστῳ ὕδατι, ἔπειτα οἶνον
                        ξυγχέας <lb/>μέρος τρίτον, ἕψειν ἕως ἂν καλῶς ἔχῃ τὸ πάχος. Ἀπὸ τῶνδε
                        διαπυΐσκεσθαι <pb n="416"/> ἐξέσται τὰ νεότρωτα τάχιστα.—Ἄλλο· ἄρον ξηρὸν
                        ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ στέλλειν.—Κράδης ἐν ὀπῷ φλοιὸν χλωρὸν τρίβων ἐν
                        <lb/>οἴνῳ ἐνστέλλειν, καὶ ἄνευ οἴνου αὐτὸν καὶ ξὺν μέλιτι.—Ἕτερον·
                        <lb/>ὄξος, ἐναφεψῶν λωτοῦ τορνεύματα, ἔστω δὲ λευκὸν τὸ ὄξος, κἄπειτα
                        <lb/>μῖξαι ἀμόργην ἐλαιέων καὶ ὀῤῥὸν πίσσης, τοῦτο ὠμόν· καὶ ἐπαλείφειν,
                        <lb/>καὶ καταστάζειν, καὶ ἐπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ξηρὰ ἀποτρέπει τὰ νεότρωτα διαπυΐσκεσθαι, ἢ ὄξει ἀπονίψας, <lb/>ἢ οἴνῳ
                        ἀποσπογγίσας. Τὸν μόλιβον τὸν λεῖον ξὺν τῇ σποδῷ τῇ <lb/>κυπρίῃ λεανθέντα
                        ἐπιπάσσειν· καὶ τοῦ λωτοῦ τὰ ἰχθυήματα ἐπιπάσσειν, <lb/>καὶ τὴν λεπίδα τοῦ
                        χαλκοῦ, καὶ τὴν στυπτηρίην, καὶ τὴν <lb/>χαλκῖτιν μετὰ τοῦ χαλκοῦ, καὶ
                        μόνην, καὶ μετὰ τῶν τοῦ λωτοῦ <lb/>ἰχθυημάτων. Καὶ ἄλλως, ὅταν δέηται,
                        ξηροῖσι τοῖσι τοιούτοισι <lb/>χρέεσθαι, καὶ τῇ σποδῷ τῇ ἰλλυριώτιδι λείῃ
                        μετὰ τῶν ἰχθυημάτων, <lb/>καὶ αὐτοῖσι μόνοισιν ἰχθυήμασι, καὶ ἄνθει ἀργύρου
                        μόνῳ ὡς λειοτάτῳ· <lb/>καὶ τὴν ἀριστολοχίην ξύων τε καὶ τρίβων λείην
                        ἐπιπάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἕτερον ἔναιμον· σμύρνα, λιβανωτὸς, κηκὶς, ἰὸς, ἄνθος <lb/>χαλκοῦ ὀπτὸν,
                        στυπτηρίη αἰγυπτίη ὀπτὴ, οἰνάνθη, οἰσυπίδες, μολύβδαινα, <lb/>τούτων ἴσον
                        ἑκάστου, ἡ δίεσις οἴνῳ ὥσπερ τὸ πρότερον, <lb/>καὶ ἄλλη ἐργασίη κατὰ τὰ
                        αὐτά.—Ὄξος ὡς ὀξύτατον λευκὸν, μέλι, <lb/>στυπτηρίην αἰγυπτίην, νίτρον ὡς
                        ἄριστον ἡσύχως φρύξας, χολῆς <pb n="418"/> ὀλίγον συνέψει· τοῦτο τὰ
                        ὑπερσαρκέοντα καθαίρει καὶ κοιλαίνει, καὶ <lb/>οὐ δάκνει.—Ἄλλο· ποίη ἡ
                        μικρόφυλλος, ᾗ ὄνομα παρθένιον τὸ <lb/>μικρόφυλλον, ἣ τὰ θύμια τὰ ἀπὸ τοῦ
                        ποσθίου ἀφαιρεῖ, καὶ στυπτηρίη <lb/>ἡ χαλκῖτις· καὶ μηλίαδος ὠμῆς· ἐλατήριον
                        λεπτὸν ξηρὸν προστεῖλαι, <lb/>καὶ τὸ σίδιον λεπτὸν ξηρὸν ὡσαύτως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Πληροῖ δὲ μάλιστα τὰ κοῖλα τὰ καθαρὰ, ποίη, ᾗ λαγώπυρος <lb/>οὔνομα· ἐστὶ
                        δὲ πιτύροισιν ὁμοίη ὅταν αὐαίνηται, μικρὸν τὸ φύλλον, <lb/>ὥσπερ καὶ τὸ τῆς
                        ἐλαίης, καὶ μακρότερον· καὶ πρασίου τὸ φύλλον, <lb/>σὺν ἐλαίῳ.—Ἕτερον·
                        ἰσχάδος τὸ εἴσω, τὸ πῖαρ, τὸ μελιτοειδὲς, <lb/>ὡς ξηροτάτης, ὕδατος δύο
                        μοίρας, καὶ λίνου καρποῦ φρύξας μὴ σφόδρα <lb/>ὡς λεπτοτάτου μοίραν
                        μίαν.—Ἄλλο· τῆς ἰσχάδος, καὶ ἄνθος <lb/>χαλκοῦ ὀλίγον λεπτὸν, καὶ συκῆς
                        ὀπόν.—Τὸ δ’ ἐκ τῆς ἰσχάδος, <lb/>χαμαιλέων μέλας, χολὴ βοὸς ξηρή· τὰ μὲν
                        ἄλλα τὰ αὐτά. Τὰ δὲ <lb/>ξηρά.—Κάρδαμον λεπτὸν, ὠμὸν, ἐρύσιμον, ἑκατέρου
                        ἴσον, τῆς δὲ <lb/>ἰσχάδος δύο μέρη, λίνου καρποῦ δύο μοίρας, ὀπὸν συκῆς.
                        Ὅταν τούτων <lb/>τινὶ χρέῃ τῶν φαρμάκων, σπλῆνας ἄνωθεν ὀξηροὺς ἐπιθεὶς,
                        <lb/>σπόγγον ἄνωθεν τῶν σπληνῶν ἐπίθες, καὶ ἐπίδει, καὶ προσπίεσαι
                        <lb/>ὀλίγῳ μᾶλλον· τὰ δὲ περιέχοντα ἢν φλεγμαίνῃ, ὅ τι ἂν δοκέῃ ξυμφέρειν,
                        <lb/>περιπλάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἢν βούλῃ ὑγρῷ χρέεσθαι, καὶ τὸ καρικὸν φάρμακον ἐπαλείφειν, <lb/>ἐπιδεῖν
                        δὲ ὥσπερ τὰ πρότερα γέγραπται κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον. Ἐστὶ δὲ ἐκ τῶνδε τὸ
                        φάρμακον ποιεύμενον· ἐλλεβόρου μέλανος, <lb/>σανδαράχης, λεπίδος, μολίβδου
                        κεκαυμένου σὺν πολλῷ θείῳ, <pb n="420"/> ἀῤῥενικοῦ, κανθαρίδος· τούτῳ ὁποίῳ
                        δοκέει συντεθέντι χρῆσθαι· ἡ <lb/>δὲ δίεσις, κεδρίνῳ ἐλαίῳ· ἐπειδὰν δὲ ἅλις
                        ἔχῃ ἐπαλείφοντι, ἐκβάλλειν <lb/>τὸ φάρμακον, ἐπιπάσσων ἄρον ἑφθὸν λεῖον, ἢ
                        τρίβων ξηρὸν τῷ <lb/>μέλιτι δεύων· καὶ ἢν ξηρῷ χρῇ τῷ καρικῷ τούτῳ, χρὴ
                        ἀφιστάναι <lb/>τὸ φάρμακον ἐπιπάσσων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ποέει δὲ τὸ ξηρὸν ἀπὸ τοῦ ἐλλεβόρου μόνον καὶ τῆς σανδαράχης.—Ἕτερον
                        <lb/>ὑγρόν· ποίη, ἧς τὸ φύλλον ὅμοιον ἄρῳ τὴν φύσιν, <lb/>λευκὸν δὲ;
                        χνοῶδες, κατὰ κισσοῦ φύλλον τὸ μέγεθος· αὕτη ἡ <lb/>ποίη ξὺν οἴνῳ
                        ἐπιπλάσσεται.—Ἢ τοῦ πρίνου τὸ περὶ τὸ στέλεχος <lb/>τρίψας ἐν οἴνῳ,
                        ἐπίπλασσε.—Ἕτερον· ὄμφακος χυλὸς, ὄξος ὡς <lb/>ὀξύτατον, ἄνθος χαλκοῦ,
                        νίτρον, ὀπὸς ἐρινεοῦ.—Ἐς ὄμφακος χυλὸν <lb/>στυπτηρίην ἐμβάλλειν ὡς
                        λειοτάτην, καὶ θεῖναι ἐν χαλκῷ ἐρυθρῷ <lb/>ἐς ἥλιον, καὶ ἀνακινέειν, καὶ
                        ἀνελεῖν ὅταν δοκέῃ καλῶς ἔχειν τὸ πάχος.—Ἕτερον· <lb/>ἑλλέβορος μέλας ὡς
                        λειότατος ἐπιπάσσεται, ἕως <lb/>ἄν τι τοῦ ὑγροῦ ἐνέῃ καὶ νεμομένου· ἐπίδεσις
                        δὲ ἡ αὐτὴ, ἥπερ ἐπὶ <lb/>τοῖσιν ἐμπλάστροισιν.—Ἕτερον· ἁλὸς χόνδρους ὡς
                        ξηροτάτους ἐς <lb/>χυτρίδιον χάλκεον ἢ κεραμεοῦν καινὸν ἐμβαλεῖν, ἴσους ὡς
                        μάλιστα <lb/>τὸ μέγεθος, μὴ ἁδρούς· καὶ μέλι ὡς κάλλιστον διπλάσιον τῶν ἁλῶν
                        <lb/>εἰκάσας ἐπιχέαι ἐπὶ τοὺς ἅλας· ἔπειτα ἐπιθεῖναι ἐπὶ τοὺς ἄνθρακας
                        <lb/>τὸ χυτρίδιον, καὶ ἐᾷν ἕως ἂν κατακαυθῇ πᾶν· ἔπειτα ἀνασπογγίσας <lb/>τὸ
                        ἕλκος καὶ ἐκκαθήρας, ἐπιδῆσαι ὥσπερ τὸ πρότερον, καὶ πιέσαι <lb/>ὀλίγῳ
                        μᾶλλον· τῇ δ’ ὕστεραίῃ, ὅπη ἂν μὴ λάβηται τὸ φάρμακον, <pb n="422"/>
                        ἐπιπάσας προσπιέζειν καὶ ἐπιδεῖν· ὅταν δὲ βούλῃ ἀφιστάναι τὸ φάρμακον,
                        <lb/>ὄξος θερμὸν ἐπιχέειν, ἕως ἂν ἀποστῇ, καὶ αὖθις τὰ αὐτὰ <lb/>ποιέειν, ἢν
                        δέηται, ἀνασπογγίσας.—Ἄλλο ξηρὸν δάκνον ὡς. οἰσυπωδέστατα <lb/>εἴρια ἐπ’
                        ὀστράκου κατακαῦσαι δαιδίῳ προσίσχων ἕως <lb/>ἂν πάντα κατακαύσῃς· τοῦτο
                        λεῖον τρίβων, ἐπιπάσας τὴν αὐτὴν <lb/>ἐπιδεῖν ἐπίδεσιν.—Ἄλλο ξηρὸν ὁμοίως
                        δάκνον· μίσυος ὡς λειοτάτου <lb/>ἐπιπάσσειν ἐπὶ τὰ ὑγρὰ καὶ σαπρὰ, καὶ ἄνθος
                        λεπτὸν μὴ παντελῶς <lb/>λεῖον.—Ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἑλκέων· χαμαιλέων μέλας,
                        στυπτηρίη <lb/>ἡ τῷ ὀπῷ τῆς συκῆς δεδευμένη, δεύειν δὲ ὀπτὴν, καὶ ἄγχουσαν
                        <lb/>μίσγειν.—Ἀναγαλλὶς, καὶ στυπτηρίη αἰγυπτίη ὀπτὴ, ἐπίπαστον
                        <lb/>ὀρχομένιον ἐπιπάσσειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Πρὸς δὲ τὰς νόμας· στυπτηρίη, ἥ τε αἰγυπτίη ὀπτὴ, <lb/>καὶ ἡ μηλείη,
                        πρότερον δὲ ἀπονιτρῶσαι ὀπτῷ καὶ ἀνασπογγίσαι. <lb/>Καὶ ἡ χαλκῖτις στυπτηρίη
                        ὀπτή ὀπτᾶν δὲ ἕως ἂν φλογοειδὴς <lb/>γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Τῶν παλαιῶν ἑλκέων τῶν ἐν τοῖσιν ἀντικνημίοισι γινομένων, <lb/>αἱματώδεα
                        δέ ποι γίνεται καὶ μέλανα μελιλώτου ἄνθος τρίψας, <lb/>μέλιτι φυρῶν,
                        ἐπιπλάστῳ χρῆσθαι. </p></div><pb n="424"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἐπὶ νεῦρα δὲ διατμηθέντα ἐπιδεῖν μυῤῥίνης ἀγρίης ῥίζας <lb/>κόψας καὶ
                        διαττήσας, φυρήσας ἐλαίῳ. Καὶ τὴν ποίην τὴν πεντάφυλλον, <lb/>λευκὴ δέ ἐστι
                        καὶ χνοώδης, καὶ ὑψηλοτέρη ἀπὸ τῆς γῆς ἢ <lb/>τὸ μέλαν πεντάφυλλον, ταύτην
                        τρίψας ἐν ἐλαίῳ ἐπιδεῖν, ἀπολύειν δὲ <lb/>τριταῖον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>