<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:6-7</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:6-7</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Αἱ κεφαλαὶ ῥαφὰς ἔχουσιν, αἱ μὲν τρεῖς, αἱ δὲ τέσσαρας· αἱ <lb/>μὲν
                        τέσσαρας ἔχουσαι, κατὰ τὰ ὦτα ἑκατέρωθεν ῥαφὴ, ἄλλη ἔμπροσθεν, <lb/>ἄλλη
                        ἐξόπισθεν τῆς κεφαλῆς, οὕτω μὲν ἡ τὰς τέσσαρας <lb/>ἔχουσα· ἡ δὲ τὰς τρεῖς,
                        κατὰ τὰ ὦτα ἑκατέρωθεν, καὶ ἔμπροσθεν· <lb/>ὥσπερ δὲ ἡ τὰς τέσσαρας ἔχουσα,
                        οὐ διαπέφυκεν οὐδὲ ταύτῃ ῥαρή· <lb/>ὑγιεινότεροι δ’ εἰσὶ τὴν κεφαλὴν οἱ τὰς
                        πλέονας ῥαφὰς ἔχοντες. Ἐν <lb/>τῇσιν ὀφρύσι διπλόον τὸ ὀστέον, καὶ ἡ
                        σύγκλεισις τῶν γενύων ἔν τε <pb n="286"/> τῷ γενείῳ μέσῳ καὶ ἄνω πρὸς τῇ
                        κεφαλῇ. Σπονδύλους οἱ μὲν πλέονας, <lb/>οἱ δὲ ἐλάσσονας ἔχουσιν· καὶ οἱ μὲν
                        πλέονας ἔχοντες, δυοῖν <lb/>δεόντοιν εἴκοσίν εἰσιν, ὧν οἱ μὲν ἄνω πρὸς τῇ
                        κεφαλῇ, οἱ δὲ κάτω <lb/>πρὸς τῇ ἕδρῃ. Πλευραὶ ἑπτά· τὰ μὲν ὄπισθεν τοῦ
                        σώματος πρὸς τοὺς <lb/>σπονδύλους, τὰ δ’ ἔμπροσθεν ἐν τῷ στέρνῳ πρὸς ἑωυτάς.
                        Κλεῖδες <lb/>ἄρθρα ἔχουσι, τὰ μὲν ἐν μέσῳ τοῦ στέρνου κατὰ τὸν βρόγχον, κατὰ
                        <lb/>ταῦτα ἤρθρωνται· τὰ δὲ πρὸς ποὺς ὤμους κεκλιμένα πρὸς τὰς πλάτας,
                        <lb/>αἳ ἐπὶ τοῖς ὤμοις αἰεὶ πεφύκασιν. Αἱ δὲ πλάται πρὸς τὰ <lb/>γυῖα
                        ἤρθρωνται, ἐπιβάλλουσαι ἐπὶ τὸ ὀστέον τὸ ἐν τῷ γυίῳ. <lb/>Παρὰ δὲ τὸ ὀστέον
                        περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἔνδοθεν, ἡ δὲ <lb/>ἐκτὸς, αἳ πρὸς τὰς πλάτας
                        τῷ ὀστέῳ προσπεφυκυῖαι ἤρθρωνται. <lb/>Κάτω δ’ ἐν τῷ ἀγκῶνι, κάτω μὲν περόνῃ
                        ἤρθρωνται κατὰ τὸ πεφυκὸς <lb/>κοιλανῶδες, ἄνω δὲ σμικρῷ τῆς περόνης ἐς τὸν
                        ἀγκῶνα τό τε <lb/>ὀστέον καὶ ἡ πέρονη ἐς τὸ αὐτὸ συμβάλλοντα ἄρθρον ἐν τῷ
                        κυβίτῳ <lb/>ποιέουσιν. Παρὰ δὲ τὸν πῆχυν περόναι παρήκουσι λεπταὶ πάνυ
                        τέσσαρες, <lb/>αἱ μὲν δύο ἄνω, αἱ δὲ δύο κάτω· καὶ πρὸς μὲν τὸν ἀγκῶνα
                        <lb/>δύο περόναι πεφυκυῖαι ἄνω ἐκ τοῦ ὀστέου πεφύκασιν, αὗται σὺν τῷ
                        <lb/>ὀστέῳ πεφυκυῖαι παρὰ τὸ τοῦ ὀστέου ἄρθρον ἤρθρωνται ἐς τὸ κύβιτον·
                        <lb/>αἱ δὲ κάτω κείμεναι καὶ ἐντὸς κεκλιμέναι, αὗται ἀμφότεραι
                        <lb/>ξυμβάλλουσαι πρὸς τὴν περόνην τὴν ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ γυίου φερομένην, <pb n="288"/> ἐντὸς τοῦ γυίου ἤρθρωνται, καὶ πέρονην καλευμένην ποιέουσιν,
                        <lb/>αὗται ἑωυταῖς ξυμβάλλουσαι ἐν τῷ κυβίτῳ ἐντός. Κάτω δὲ πρὸς τὴν
                        <lb/>χεῖρα τὸ ὀστέον ἄρθρον ἔχει· αἱ δὲ περόναι ταύτῃ ἁπαλῇ ἐούσῃ, αἱ
                        <lb/>μὲν δύο οὐκ ἐξήκουσιν ἐς τὸ ἄρθρον, ἡ δ’ ἄνω καὶ ἡ κάτω σὺν τῷ
                        <lb/>ὀστέῳ ἤρθρωνται πρὸς τὴν χεῖρα. Αἱ δὲ χεῖρες ἄρθρα ἔχουσι πολλά·
                        <lb/>ὅσα γὰρ ὀστέα πρὸς ἑωυτὰ συμβάλλουσι, πάντα ἄρθρα ποιέουσιν.
                        <lb/>Δάκτυλοι ἄρθρα ἔχουσι πολλὰ, ἕκαστος τρία, ἓν μὲν ὑπὸ τῷ ὄνυχι <lb/>ἐν
                        μέσῳ τοῦ τε ὄνυχος καὶ τοῦ κονδύλου, ἄλλο ἐν τῷ κονδύλῳ, ᾗ <lb/>καὶ
                        ξυγκάμπτουσι τοὺς δακτύλους, ἄλλο τρίτον, ᾗ ὁ δάκτυλος ἀπὸ <lb/>τῆς χειρὸς
                        ἀποπέφυκεν. Ἐν δὲ τοῖσιν ἰσχίοισιν ἄρθρα δύο εἰσὶν αἱ <lb/>κοτύλαι
                        καλεύμεναι, καὶ οἱ μηροὶ ἐς ταῦτα ἐνήρθρωνται· παρὰ δὲ <lb/>τοὺς μηροὺς
                        περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἐντὸς, ἡ δ’ ἐκτὸς, καὶ ἐς <lb/>τὸ ἄρθρον
                        οὐδετέρη ἐξήκει οὐδ’ ἑτέρωθεν, ἀλλὰ πρὸς τῷ ὀστέῳ προσπεφύκασι <lb/>πρὸς τῷ
                        μηρῷ. Ὁ δὲ μηρὸς ἄνωθεν μὲν, ᾗ ἐς τὴν κοτύλην <lb/>ἐμβάλλει, δίκραιός ἐστι
                        τοιῇδε δικραιότητι· ἐπὶ μὲν τοῦ ἐντὸς κεκλιμένου <lb/>τῶν δικραίων ἐπὶ τοῦ
                        ἄκρου ἐπιπέφυκεν στρογγύλον καὶ λεῖον, <lb/>ὃ καὶ ἐς τὴν κοτύλην ἐμβάλλει,
                        τὸ δ’ ἕτερον τὸ ἔλασσον τῶν δικραίων <lb/>τὸ ἐκτὸς μᾶλλον ἔξω ἐξέχει, καὶ
                        φαίνεται ἐν τῷ πυγαίῳ κάτω, καὶ <lb/>ἰσχίον καλέεται. Πρὸς δὲ τὸ γόνυ τὸ
                        ὀστέον τοῦ μηροῦ τοιόνδ’ ἐστὶ <lb/>δίκραιον· τῷ δὲ δικραίῳ τούτῳ τὸ ὀστέον ἡ
                        κνήμη καλεομένη οἷον <lb/>ἐν γιγγλύμῳ ἐνήρμοσται· ἄνωθεν δὲ τοῦ ἐνηρμοσμένου
                        ἡ μύλη ἐπίκειται, <lb/>ἣ ἀποκωλύει ἐς τὸ ἄρθρον ἀναπεπτάμενον ἐσβῆναι τὴν
                        ὑγρότητα <lb/>τὴν ἀπὸ τῆς σαρκός. Παρὰ δὲ τὴν κνήμην περόναι δύο παρήκουσιν,
                        <lb/>αἳ κάτωθεν μὲν πρὸς τοῦ ποδὸς ἐς τὰ σφυρὰ τελευτῶσιν, <lb/>ἄνωθεν δὲ
                        πρὸς τοῦ γόνατος οὐκ ἐξήκουσι πρὸς τὸ ἄρθρον. Πρὸς δὲ <lb/>τὸν πόδα ἡ κνήμη
                        κατὰ τὰ σφυρὰ ἄρθρον ἔχει, καὶ ἄλλο κατώτερον <pb n="290"/> τῶν σφυρῶν, καὶ
                        ἐν τοῖσι ποσὶν ἄρθρα πολλὰ, ὥσπερ καὶ ἐν τῇσι <lb/>χερσίν· ὅσα γὰρ ὀστέα,
                        τοσαῦτα καὶ ἄρθρα, καὶ ἐν τοῖσι δακτύλοισι <lb/>τῶν ποδῶν τὸν ἀριθμὸν ἴσα
                        κατὰ τὰ αὐτά. Ἄρθρα δὲ πολλὰ <lb/>ἐν τῷ σώματι σμικρὰ, οὐχ ὁμοίως πᾶσιν,
                        ἀλλὰ ἄλλα ἄλλοις· ταῦτα <lb/>δὲ τὰ γεγραμμένα πᾶσιν ὁμοίως εἰσὶν, καὶ φλέβες
                        αἱ γεγραμμέναι <lb/>πᾶσιν ὁμοίως εἰσὶν, ἄλλα τε φλέβιά εἰσιν ἄλλοις, ἀλλ’
                        οὐκ ἄξια <lb/>λόγου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Μύξα πᾶσίν ἐστι φύσει, καὶ ὅταν αὕτη καθαρὴ ᾖ, ὑγιαίνουσι <lb/>τὰ ἄρθρα,
                        καὶ διὰ τοῦτο εὐκίνητά ἐστιν, ὥστε ὀλισθαίνοντα πρὸς <lb/>ἑωυτά. Πόνος δὲ
                        καὶ ὀδύνη γίνεται, ὅταν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ὑγρασίη <lb/>ῥυῇ πονησάσης τι· πρῶτον
                        μὲν πήγνυται τὸ ἄρθρον, οὐ γὰρ ὀλισθηρὴ <lb/>ἡ ὑγρότης ἡ ἐπεῤῥυηκυῖα ἀπὸ τῆς
                        σαρκός· ἔπειτα, ὥστε πολλὴ λίην <lb/>γενομένη, καὶ οὐκ ἀρδομένη ἐκ τῆς
                        σαρκὸς αἰεὶ, ξηραίνεται, καὶ <lb/>ὥστε πολλὴ ἐοῦσα καὶ οὐ χωρεῦντος τοῦ
                        ἄρθρου ἐκρεῖ, κακῶς τε <lb/>πεπηγυῖα μετεωρίζει τὰ νεῦρα, οἷσι τὸ ἄρθρον
                        συνδέδεται, καὶ ἄδετα <lb/>ποιέει καὶ διαλελυμένα, καὶ διὰ τοῦτο χωλοὶ
                        γίνονται, καὶ ὅταν μὲν <lb/>τοῦτο μᾶλλον γίνηται, μᾶλλον, ὅταν δὲ ἧσσον,
                        ἧσσον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>