<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:6-12</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:6-12</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Αἱ κεφαλαὶ ῥαφὰς ἔχουσιν, αἱ μὲν τρεῖς, αἱ δὲ τέσσαρας· αἱ <lb/>μὲν
                        τέσσαρας ἔχουσαι, κατὰ τὰ ὦτα ἑκατέρωθεν ῥαφὴ, ἄλλη ἔμπροσθεν, <lb/>ἄλλη
                        ἐξόπισθεν τῆς κεφαλῆς, οὕτω μὲν ἡ τὰς τέσσαρας <lb/>ἔχουσα· ἡ δὲ τὰς τρεῖς,
                        κατὰ τὰ ὦτα ἑκατέρωθεν, καὶ ἔμπροσθεν· <lb/>ὥσπερ δὲ ἡ τὰς τέσσαρας ἔχουσα,
                        οὐ διαπέφυκεν οὐδὲ ταύτῃ ῥαρή· <lb/>ὑγιεινότεροι δ’ εἰσὶ τὴν κεφαλὴν οἱ τὰς
                        πλέονας ῥαφὰς ἔχοντες. Ἐν <lb/>τῇσιν ὀφρύσι διπλόον τὸ ὀστέον, καὶ ἡ
                        σύγκλεισις τῶν γενύων ἔν τε <pb n="286"/> τῷ γενείῳ μέσῳ καὶ ἄνω πρὸς τῇ
                        κεφαλῇ. Σπονδύλους οἱ μὲν πλέονας, <lb/>οἱ δὲ ἐλάσσονας ἔχουσιν· καὶ οἱ μὲν
                        πλέονας ἔχοντες, δυοῖν <lb/>δεόντοιν εἴκοσίν εἰσιν, ὧν οἱ μὲν ἄνω πρὸς τῇ
                        κεφαλῇ, οἱ δὲ κάτω <lb/>πρὸς τῇ ἕδρῃ. Πλευραὶ ἑπτά· τὰ μὲν ὄπισθεν τοῦ
                        σώματος πρὸς τοὺς <lb/>σπονδύλους, τὰ δ’ ἔμπροσθεν ἐν τῷ στέρνῳ πρὸς ἑωυτάς.
                        Κλεῖδες <lb/>ἄρθρα ἔχουσι, τὰ μὲν ἐν μέσῳ τοῦ στέρνου κατὰ τὸν βρόγχον, κατὰ
                        <lb/>ταῦτα ἤρθρωνται· τὰ δὲ πρὸς ποὺς ὤμους κεκλιμένα πρὸς τὰς πλάτας,
                        <lb/>αἳ ἐπὶ τοῖς ὤμοις αἰεὶ πεφύκασιν. Αἱ δὲ πλάται πρὸς τὰ <lb/>γυῖα
                        ἤρθρωνται, ἐπιβάλλουσαι ἐπὶ τὸ ὀστέον τὸ ἐν τῷ γυίῳ. <lb/>Παρὰ δὲ τὸ ὀστέον
                        περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἔνδοθεν, ἡ δὲ <lb/>ἐκτὸς, αἳ πρὸς τὰς πλάτας
                        τῷ ὀστέῳ προσπεφυκυῖαι ἤρθρωνται. <lb/>Κάτω δ’ ἐν τῷ ἀγκῶνι, κάτω μὲν περόνῃ
                        ἤρθρωνται κατὰ τὸ πεφυκὸς <lb/>κοιλανῶδες, ἄνω δὲ σμικρῷ τῆς περόνης ἐς τὸν
                        ἀγκῶνα τό τε <lb/>ὀστέον καὶ ἡ πέρονη ἐς τὸ αὐτὸ συμβάλλοντα ἄρθρον ἐν τῷ
                        κυβίτῳ <lb/>ποιέουσιν. Παρὰ δὲ τὸν πῆχυν περόναι παρήκουσι λεπταὶ πάνυ
                        τέσσαρες, <lb/>αἱ μὲν δύο ἄνω, αἱ δὲ δύο κάτω· καὶ πρὸς μὲν τὸν ἀγκῶνα
                        <lb/>δύο περόναι πεφυκυῖαι ἄνω ἐκ τοῦ ὀστέου πεφύκασιν, αὗται σὺν τῷ
                        <lb/>ὀστέῳ πεφυκυῖαι παρὰ τὸ τοῦ ὀστέου ἄρθρον ἤρθρωνται ἐς τὸ κύβιτον·
                        <lb/>αἱ δὲ κάτω κείμεναι καὶ ἐντὸς κεκλιμέναι, αὗται ἀμφότεραι
                        <lb/>ξυμβάλλουσαι πρὸς τὴν περόνην τὴν ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ γυίου φερομένην, <pb n="288"/> ἐντὸς τοῦ γυίου ἤρθρωνται, καὶ πέρονην καλευμένην ποιέουσιν,
                        <lb/>αὗται ἑωυταῖς ξυμβάλλουσαι ἐν τῷ κυβίτῳ ἐντός. Κάτω δὲ πρὸς τὴν
                        <lb/>χεῖρα τὸ ὀστέον ἄρθρον ἔχει· αἱ δὲ περόναι ταύτῃ ἁπαλῇ ἐούσῃ, αἱ
                        <lb/>μὲν δύο οὐκ ἐξήκουσιν ἐς τὸ ἄρθρον, ἡ δ’ ἄνω καὶ ἡ κάτω σὺν τῷ
                        <lb/>ὀστέῳ ἤρθρωνται πρὸς τὴν χεῖρα. Αἱ δὲ χεῖρες ἄρθρα ἔχουσι πολλά·
                        <lb/>ὅσα γὰρ ὀστέα πρὸς ἑωυτὰ συμβάλλουσι, πάντα ἄρθρα ποιέουσιν.
                        <lb/>Δάκτυλοι ἄρθρα ἔχουσι πολλὰ, ἕκαστος τρία, ἓν μὲν ὑπὸ τῷ ὄνυχι <lb/>ἐν
                        μέσῳ τοῦ τε ὄνυχος καὶ τοῦ κονδύλου, ἄλλο ἐν τῷ κονδύλῳ, ᾗ <lb/>καὶ
                        ξυγκάμπτουσι τοὺς δακτύλους, ἄλλο τρίτον, ᾗ ὁ δάκτυλος ἀπὸ <lb/>τῆς χειρὸς
                        ἀποπέφυκεν. Ἐν δὲ τοῖσιν ἰσχίοισιν ἄρθρα δύο εἰσὶν αἱ <lb/>κοτύλαι
                        καλεύμεναι, καὶ οἱ μηροὶ ἐς ταῦτα ἐνήρθρωνται· παρὰ δὲ <lb/>τοὺς μηροὺς
                        περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἐντὸς, ἡ δ’ ἐκτὸς, καὶ ἐς <lb/>τὸ ἄρθρον
                        οὐδετέρη ἐξήκει οὐδ’ ἑτέρωθεν, ἀλλὰ πρὸς τῷ ὀστέῳ προσπεφύκασι <lb/>πρὸς τῷ
                        μηρῷ. Ὁ δὲ μηρὸς ἄνωθεν μὲν, ᾗ ἐς τὴν κοτύλην <lb/>ἐμβάλλει, δίκραιός ἐστι
                        τοιῇδε δικραιότητι· ἐπὶ μὲν τοῦ ἐντὸς κεκλιμένου <lb/>τῶν δικραίων ἐπὶ τοῦ
                        ἄκρου ἐπιπέφυκεν στρογγύλον καὶ λεῖον, <lb/>ὃ καὶ ἐς τὴν κοτύλην ἐμβάλλει,
                        τὸ δ’ ἕτερον τὸ ἔλασσον τῶν δικραίων <lb/>τὸ ἐκτὸς μᾶλλον ἔξω ἐξέχει, καὶ
                        φαίνεται ἐν τῷ πυγαίῳ κάτω, καὶ <lb/>ἰσχίον καλέεται. Πρὸς δὲ τὸ γόνυ τὸ
                        ὀστέον τοῦ μηροῦ τοιόνδ’ ἐστὶ <lb/>δίκραιον· τῷ δὲ δικραίῳ τούτῳ τὸ ὀστέον ἡ
                        κνήμη καλεομένη οἷον <lb/>ἐν γιγγλύμῳ ἐνήρμοσται· ἄνωθεν δὲ τοῦ ἐνηρμοσμένου
                        ἡ μύλη ἐπίκειται, <lb/>ἣ ἀποκωλύει ἐς τὸ ἄρθρον ἀναπεπτάμενον ἐσβῆναι τὴν
                        ὑγρότητα <lb/>τὴν ἀπὸ τῆς σαρκός. Παρὰ δὲ τὴν κνήμην περόναι δύο παρήκουσιν,
                        <lb/>αἳ κάτωθεν μὲν πρὸς τοῦ ποδὸς ἐς τὰ σφυρὰ τελευτῶσιν, <lb/>ἄνωθεν δὲ
                        πρὸς τοῦ γόνατος οὐκ ἐξήκουσι πρὸς τὸ ἄρθρον. Πρὸς δὲ <lb/>τὸν πόδα ἡ κνήμη
                        κατὰ τὰ σφυρὰ ἄρθρον ἔχει, καὶ ἄλλο κατώτερον <pb n="290"/> τῶν σφυρῶν, καὶ
                        ἐν τοῖσι ποσὶν ἄρθρα πολλὰ, ὥσπερ καὶ ἐν τῇσι <lb/>χερσίν· ὅσα γὰρ ὀστέα,
                        τοσαῦτα καὶ ἄρθρα, καὶ ἐν τοῖσι δακτύλοισι <lb/>τῶν ποδῶν τὸν ἀριθμὸν ἴσα
                        κατὰ τὰ αὐτά. Ἄρθρα δὲ πολλὰ <lb/>ἐν τῷ σώματι σμικρὰ, οὐχ ὁμοίως πᾶσιν,
                        ἀλλὰ ἄλλα ἄλλοις· ταῦτα <lb/>δὲ τὰ γεγραμμένα πᾶσιν ὁμοίως εἰσὶν, καὶ φλέβες
                        αἱ γεγραμμέναι <lb/>πᾶσιν ὁμοίως εἰσὶν, ἄλλα τε φλέβιά εἰσιν ἄλλοις, ἀλλ’
                        οὐκ ἄξια <lb/>λόγου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Μύξα πᾶσίν ἐστι φύσει, καὶ ὅταν αὕτη καθαρὴ ᾖ, ὑγιαίνουσι <lb/>τὰ ἄρθρα,
                        καὶ διὰ τοῦτο εὐκίνητά ἐστιν, ὥστε ὀλισθαίνοντα πρὸς <lb/>ἑωυτά. Πόνος δὲ
                        καὶ ὀδύνη γίνεται, ὅταν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ὑγρασίη <lb/>ῥυῇ πονησάσης τι· πρῶτον
                        μὲν πήγνυται τὸ ἄρθρον, οὐ γὰρ ὀλισθηρὴ <lb/>ἡ ὑγρότης ἡ ἐπεῤῥυηκυῖα ἀπὸ τῆς
                        σαρκός· ἔπειτα, ὥστε πολλὴ λίην <lb/>γενομένη, καὶ οὐκ ἀρδομένη ἐκ τῆς
                        σαρκὸς αἰεὶ, ξηραίνεται, καὶ <lb/>ὥστε πολλὴ ἐοῦσα καὶ οὐ χωρεῦντος τοῦ
                        ἄρθρου ἐκρεῖ, κακῶς τε <lb/>πεπηγυῖα μετεωρίζει τὰ νεῦρα, οἷσι τὸ ἄρθρον
                        συνδέδεται, καὶ ἄδετα <lb/>ποιέει καὶ διαλελυμένα, καὶ διὰ τοῦτο χωλοὶ
                        γίνονται, καὶ ὅταν μὲν <lb/>τοῦτο μᾶλλον γίνηται, μᾶλλον, ὅταν δὲ ἧσσον,
                        ἧσσον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἐς δὲ τὴν κοιλίην καὶ τὰ ἐσθιόμενα καὶ τὰ πινόμενα χωρέουσιν, <lb/>ἐκ δὲ
                        τῆς κοιλίης ἶνες ἐς τὴν κύστιν, ἣ διηθεῖ τὸ ὑγρὸν, τεταμέναι <lb/>εἰσίν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ῥόοι δὲ γίνονται καὶ διαψυχομένης τῆς σαρκὸς λίην, καὶ διαθερμαινομένης
                            <pb n="292"/> καὶ ὑποφλεγμαινούσης. Ῥόοι δὲ διὰ μὲν τὸ ψῦχος γίνονται,
                        <lb/>ὁπόταν τόδε γίνηται, ὅταν ἡ σὰρξ ἡ ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ αἱ <lb/>φλέβες
                        τεταμέναι ἔωσιν· αὗται, φριξάσης τῆς σαρκὸς καὶ ἐς μικρὸν <lb/>ἀφικνουμένης
                        καὶ ἐκφλιψάσης, ἐκθλίβουσι τὴν ὑγρότητα, καὶ αἱ <lb/>σάρκες ἅμα αὗται
                        ἀντεκθλίβουσιν ἐς μικρὸν ἀφικνούμεναι, καὶ αἱ <lb/>τρίχες ἄνω ὀρθαὶ γίνονται
                        ὥστε πάντοθεν ἅμα ἰσχυρῶς πιεζόμεναι· <lb/>ἐντεῦθεν ὅ τι ἂν ἐκφλιβῇ, ῥεῖ ᾗ
                        ἂν τύχῃ. Ῥεῖ δὲ καὶ διὰ τὴν θερμότητα, <lb/>ὅταν αἱ σάρκες ἀραιαὶ γινόμεναι
                        διόδους ποιήσωσι, καὶ τὸ <lb/>ὑγρὸν θερμανθὲν λεπτότερον γένηται· πᾶν γὰρ τὸ
                        ὑγρὸν θερμαινόμενον <lb/>λεπτότερον γίνεται, καὶ πᾶν ἐς τὸ ὑπεῖκον ῥεῖ·
                        μάλιστα δ’ ὅταν <lb/>λίην ὑπερφλεγμήνῃ, διὰ τόδε ῥεῖ· αἱ σάρκες λίην ἔμπλεαι
                        γινόμεναι <lb/>ὅ τι ἂν μὴ δύνωνται χωρέειν, ῥεῖ τὸ ὑγρὸν τὸ μὴ δυνάμενον
                        <lb/>χωρέεσθαι, ῥεῖ δὲ ᾗ ἂν τύχῃ· ἐπὴν δὲ ἅπαξ εὔροοι αἱ ῥοιαὶ γένωνται,
                        <lb/>ῥεῖ ἐς τὸ χωρίον ᾗ ἂν τύχῃ, ἔστ’ ἂν συμπιεχθῶσιν αἱ δίοδοι <lb/>τοῦ
                        ῥόου δι’ ἰσχνότητα ὅταν τὸ σῶμα ξηρανθῇ· ὥστε γὰρ τὸ σῶμα <lb/>κοινωνέον
                        αὐτὸ ἑωυτῷ διαλαμβάνει καὶ ἄγει, καθ’ ὅ τι ἂν ὑγρὸν <lb/>ἐπιτύχῃ, ἐς ἑωυτὸ
                        τὸ ξηρόν· ἄγειν δὲ οὐ χαλεπὸν αὐτό ἐστιν, ὥστε <lb/>τοῦ σώματος κενοῦ τε καὶ
                        οὐ συνοιδέοντος ὑπὸ ἰσχνότητος. Ὅταν δὲ <lb/>τὰ κάτω ξηρὰ γένωνται, τὰ δ’
                        ἄνω ὑγρὰ (μᾶλλον δὲ τὰ ἄνω ὑγρά <lb/>ἐστι τεύχεα, αἱ γὰρ φλέβες ἄνω πλέονές
                        εἰσιν ἢ κάτω, καὶ αἱ σάρκες <lb/>ἐλάττονος ὑγρότητος δεόμεναι αἱ ἐν τῇ
                        κεφαλῇ), ἄγει δὴ τὸ ξηρὸν <lb/>τοῦ σώματος τὸ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑγρόν· καὶ ἅμα
                        καὶ δίοδοί εἰσι τῷ <lb/>ἄγοντι μᾶλλον, ἢ τῷ ἀγομένῳ· καὶ γὰρ αὗται
                        κερδαίνουσιν ὥστε ξηραὶ <lb/>ἐοῦσαι, καὶ ἅμα καὶ τὰ ὑγρὰ πέφυκε κάτω
                        χωρέειν, καὶ ἢν <lb/>βραχέη τις ἀνάγκη γένηται. </p></div><pb n="294"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ῥόοι δὲ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἑπτά· ὁ μὲν κατὰ τὰς ῥῖνας, ὁ δὲ <lb/>κατὰ τὰ
                        ὦτα, ὁ δὲ κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς· οὗτοι οἱ ῥόοι καταφανέες <lb/>ἐκ τῆς κεφαλῆς
                        τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν. Ἐπὴν δ’ ἐς τὸν κίθαρον ῥυῇ <lb/>ὑπὸ ψύχους, χολὴ
                        γίνεται, μᾶλλον δὲ ῥεῖ ἐς τὸν κίθαρον ὑπὸ ψύχους <lb/>διὰ τόδε, ὅτι εὔροον
                        γίνεται ἐς τὸν βρόγχον, ὥστε οὐδὲ ξυγκεκαλυμμένον· <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ ψύχους
                        καὶ κόπος ἔχει διὰ τοῦτο τοὺς ὑπὸ τῆς χολῆς <lb/>ἐχομένους, ὅτι αἱ σάρκες,
                        ὅταν χειμίη ᾖ, οὐκ ἀτρεμίζουσιν, <lb/>ἀλλὰ σείονται, καὶ σειόμεναι
                        μοχθέουσι, καὶ κοπιῶσιν, ὥστε σειόμεναι <lb/>ὥσπερ ἐν τῇσιν ὁδοιπορίῃσιν·
                        καὶ ἔμπυοι γίνονται, ὅταν ἐς <lb/>τὸν κίθαρον ῥέῃ, καὶ φθισιῶντες. Ὅταν δ’
                        ἐς τὸν μύελον ῥόος γένηται, <lb/>φθίσις ἀλαΐα γίνεται. Ὅταν δ’ ὄπισθεν ἐς
                        τοὺς σπονδύλους, καὶ <lb/>ἐς τὰς σάρκας ῥυῇ, ὕδρωψ γίνεται, καὶ τῷδ’ ἐστὶ
                        γιγνώσκειν, ξηρὰ <lb/>τὰ ἔμπροσθεν, ἡ κεφαλὴ καὶ αἱ ῥῖνες καὶ οἱ ὀφθαλμοί·
                        καὶ τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσι γίνεται ἀμβλυώσσειν, καὶ χλωροὶ γίνονται καὶ τὸ
                        ἄλλο <lb/>σῶμα, καὶ οὐκ ἀποπτύει οὐδὲν, οὐδ’ ἤν πουλὺ ῥέῃ· ὅδε γὰρ ὁ ῥόος,
                        <lb/>διὰ τῆς σαρκὸς μέσης ῥέων, τῆς ὄπισθεν καὶ τῆς ἔμπροσθεν ἀπεστραμμένος,
                        <lb/>ξηρὰ τὰ ἔμπροσθεν ποιέει, τὴν δ’ ὄπισθεν ἄρδει σάρκα, καὶ <lb/>τὴν
                        ἐντὸς μᾶλλον πρὸς τὴν κοιλίην, ἢ ἐκτὸς πρὸς τὴν ῥινόν· διὰ <lb/>τοῦτο δὲ
                        ἐκτὸς μᾶλλον ἢ ἐντὸς στερεώτερον τὸ σῶμα, καὶ στενωτέρας <lb/>διατρήσιας
                        ἔχει· ὥστε δὲ λεπταὶ ἐοῦσαι ξυμπιλέονται, καὶ ἀκέουσιν <lb/>αὗται σφίσιν
                        ἑωυταῖς, καὶ ῥόος οὐ δύναται ταύτῃ ἰέναι οὐδείς· <lb/>αἱ δ’ εὐρύτεραί τέ
                        εἰσιν αἱ ἐντὸς καὶ λεπτότερα τὰ μεταξὺ ἔχουσαι. <pb n="296"/> Ὁ δὲ ῥόος,
                        ὥστε ἀφ’ ὑψηλοτέρων, καὶ λεπτὰ τὰ ἀντικωλύοντα ἔχων, <lb/>ῥεῖ καὶ πίμπλησιν
                        ὑγρότητος τὰς σάρκας· καὶ ἀπὸ τῶν σιτίων ἐς τὸ <lb/>αὐτὸ χωρέουσα ἡ ὑγρότης
                        διέφθαρται· διεφθαρμένη δ’ αὐτὴ ὑπὸ τῆς <lb/>συμμίξιος, καὶ τὸ ῥέον σὺν αὐτῇ
                        ἀπὸ τῆς κεφαλῆς, τρέφει τὸ σῶμα· <lb/>λίην δὲ πολλῷ ὑγρῷ αἱ σάρκες
                        τρεφόμεναι καὶ νοσηλῷ θάλλουσαί τε <lb/>λίην ὕδρωπος ἔμπλεαί εἰσιν. Ἢν δ’
                        ὀλίγον ῥεύσῃ, ἰσχιάδα καὶ κέδματα <lb/>ἐποίησεν, ἐπὴν ῥέον παύσηται· ὥστε
                        γὰρ ὀλίγον ἐῤῥυηκὸς, καὶ <lb/>πάντοθεν ὠθεύμενον, καὶ ὑπὸ παντὸς κρέσσονος
                        ἐόντος ὥστε ὀλίγον <lb/>ἐὸν, καὶ οὐκ ἔχον ἐπιῤῥοὴν [καὶ] ὥστε πάντοθεν
                        ὠθεύμενον, ἐς τὰ ἄρθρα <lb/>ἀποφυγὴν ποιέεται. Γίνεται δὲ κέδματα καὶ
                        ἰσχιάδες καὶ ἀπὸ <lb/>τοιούτων νοσημάτων ὑγιῶν γιγνομένων· ὅταν τὸ μὲν
                        νόσημα ποιέον <lb/>ὑγιὲς γένηται, καταλειφθῇ δέ τι ἐν τῇ σαρκὶ καὶ μὴ ᾖ αὐτῷ
                        ἡ ἔξοδος, <lb/>μήτ’ αὖ ἔσω μήτε ἐς τὸ δέρμα φῦμα ποιήσῃ ἐξιὸν, φεύγει ἐς τὸ
                        <lb/>ὑπεῖκον, ἐς τὰ ἄρθρα, καὶ ἢ κέδματα ἢ ἰσχιάδα ἐποίησεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἢν δὲ συνοιδήσωσιν αἱ ῥῖνες, καὶ φλέγματος ἔμπλεαι ἔωσιν
                        <lb/>συμπεπηγότος, τοῦτο χρὴ τὸ φλέγμα τὸ συμπεπηγὸς λεπτύνειν ἢ
                        <lb/>πυρίῃσιν, ἢ φαρμάκῳ, καὶ μὴ ἀποτρέπειν· ἢν γὰρ ἀποτρεφθὲν ἄλλῃ <lb/>πη
                        ῥεύσῃ, πάντη τὸ ῥέον μέζονα νόσον ποιέοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁπόταν δ’ ἐς τὰ ὦτα ῥέῃ, τὸ πρῶτον ὀδύνην παρέχει, βίῃ <lb/>γὰρ χωρέει·
                        πόνον δὲ παρέχει, ἔστ’ ἂν ἀποσυριγγωθῇ· ἐπὴν δὲ μάθῃ <lb/>ῥεῖν, οὐκέτι πόνον
                        ποιέει. Τῷ ὑπὸ τῆς ὀδύνης ἐχομένῳ φάρμακον <lb/>θερμὸν φύσει χλιαρὸν
                        ποιήσαντα, διέντα νετώπῳ, ἐγχεῖν, καὶ ὄπισθεν <lb/>σικύην προσβάλλειν, ἢν τὸ
                        ἀριστερὸν ἀλγέῃ, ἐς τὸ δεξιὸν, καὶ <pb n="298"/> ἢν τὸ δεξιὸν, ἐς τὸ σκαιόν·
                        μὴ κατακρούειν δὲ, ἀλλ’ ὡς ἂν ἕλκῃ <lb/>μοῦνον· ἢν δὲ μὴ πρὸς ταῦτα παύηται,
                        ψύχοντα ἐγχεῖν φύσει ψυχρὰ, <lb/>καὶ φάρμακον πίσαι ὅ τι ἂν κάτω ὑποχώρησιν
                        ποιέῃ, ἄνω δὲ μὴ, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἀρήγει ἐμέειν, καὶ τὰ ἄλλα ψύχειν. Καὶ
                        αἰεὶ δὲ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγιὲς μὴ ποιέοντος τρόπου μεταλλάσσειν· καὶ ἢν μὲν
                        κάκιον ποιέῃ, <lb/>ἔχον ἐς τὸ ὑπεναντίον· ἢν δὲ ῥέπῃ ἐς τὸ ὑγιὲς, τὸ πάμπαν
                        μὴ ἀφελεῖν <lb/>τι τῶν προσφερομένων, μηδ’ ἀποζευγῆσαι, μηδὲ προσθεῖναι
                        <lb/>ἄλλο τι. Ἢν δὲ σεσυριγγωμένον ἤδη ᾖ, καὶ πεπυωμένος ῥέῃ ἰχὼρ πουλὺς
                        <lb/>καὶ κακὸν ὀζόμενος, τοῦτο ὧδε ποιέειν· σπογγιὰν δεύων ξηραίνοντί
                        <lb/>τινι φαρμάκῳ [ξηρῷ] πρὸς τὴν ἀκοὴν ὡς πελαστάτω προσθεῖναι, <lb/>καὶ
                        πρὸς τὰς ῥῖνας καθαρτήριον, ὅπως, τοῦ ἐς τὰ ὦτα ῥέοντος, <lb/>πρόσθεν ἐς τὰς
                        ῥῖνας φέρηται, καὶ μὴ ἐς τὴν κεφαλὴν πάλιν ἀποχωρέῃ, <lb/>νοσηλὸν ἐόν. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>