<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:36-40</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:36-40</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Τῶν δὲ νοσημάτων ἅσσα μὲν ἕλκεα ἐόντα ὑπερέχοντα τοῦ <lb/>ἄλλου σώματός
                        εἰσιν, ἅμα τοῖσι φαρμάκοισι καὶ λιμῷ χρὴ ἰῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ῥόου ξυμφέρον ἐκ κεφαλῆς ῥέοντος, ἔμετος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Τὰ παλαιὰ νοσήματα χαλεπώτερον ἰᾶσθαι τῶν νέων· ἀλλὰ <lb/>νοσήματα τὰ
                        παλαιὰ νέα πρῶτον ποιέειν· ἕλκος πεπωρωμένον, ἐκβάλλοντα <lb/>τὸ σκληρὸν
                        σηπτηρίῳ φαρμάκῳ, ἔπειτα συνάγειν. Τῶν <lb/>φαρμάκων ὅσα φλεγμαίνειν ποιέει
                        μάλιστα, ταῦτα συνάγουσι τὰ <lb/>καθαρά· τὰ δ’ ἰσχναίνοντα, ταῦτα δὲ
                        καθαίρουσιν. Ἢν δέ τις συνάγῃ <lb/>τὰ μήπω ὡραῖα ἐόντα, τὸ νοσέον τρέφει
                        σῶμα ὃ ἂν ἕλκος ἔχῃ· <lb/>καὶ ἢν μὲν συνάγειν δέῃ τὸ ἕλκος καὶ ἐμπλῆσαι,
                        φλεγμαίνειν ἀρήγει, <lb/>καὶ ἢν ἐν κεφαλῇ σάρκα βούλῃ· ἐπαναφερομένη γὰρ ἡ
                        σὰρξ ὑπὸ <lb/>τῶν σιτίων ὠθέει τὴν ὑπὸ τοῦ φαρμάκου σηπομένην καὶ ξυμμαχεῖ·
                        <lb/>ἢν δὲ μετέωρον ᾖ λίην, ἰσχναίνειν τοῖσι σιτίοισι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Τοὺς ἀνιωμένους καὶ νοσέοντας καὶ ἀπάγχεσθαι βουλομένους,
                        <lb/>μανδραγόρου ῥίζαν πρωῒ πιπίσκειν ἔλασσον ἢ ὡς μαίνεσθαι. Σπασμὸν
                        <lb/>ὧδε χρὴ ἰᾶσθαι· πῦρ παρακαίειν ἑκατέρωθεν τῆς κλίνης, καὶ
                        <lb/>μανδραγόρου ῥίζαν πιπίσκειν ἔλασσον ἢ ὡς μαίνεσθαι, καὶ πρὸς τοὺς
                        <lb/>τένοντας τοὺς ὀπισθίους σακκία προστιθέναι θερμά. Ἀπὸ σπασμοῦ
                        <lb/>πυρετὸς ἢν ἐπιλάβῃ, παύεται αὐθημερὸν ἢ τῇ ὑστεραίῃ ἢ τῇ τρίτῃ <pb n="330"/> ἡμέρῃ. Ἀπὸ ῥήγματος πυρετὸς οὐ λάζεται πλεῖον ἢ τρεῖς ἢ
                        τέσσαρας <lb/>ἡμέρας· ἢν δὲ λάζηται, οἰόμενος ἀπὸ ῥήγματος ἔχειν, ἀπ’ ἄλλου
                        <lb/>τινὸς λάζοιτο ἂν, καὶ οὐ χρὴ ὡς ἂν ἀπὸ ῥήγματος εὐτρεπίζειν. Ὁπόταν
                        <lb/>ἄνθρωπος συντεταμένος ᾖ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας, μανίην <lb/>ἑωυτῷ
                        ποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Φλέβα δὲ ὧδε χρὴ καίειν ἐπιτήδειον, ὥστε τὸ νόσημα ὃ ἂν <lb/>καὶ ᾖ
                        νοσέων· ἢν κεκαυμένος ᾖ ὥνθρωπος, ῥέῃ δέ τι τοῦ αἵματος, <lb/>ὡς μὴ
                        ἐπικίνδυνον ᾖ τοῦτο αὐτῷ, ἀμφότερα ταῦτ’ ἐστὶ ποιέειν· ἢν <lb/>[μὴ]
                        διακαύσῃς, ταύτῃ ἐν τῷ πόνῳ, οὗ εἵνεκα ἐκαίετο, οὐ ξυμφύεται, <lb/>ὠφέλησε
                        δὲ τῷ ῥόῳ· ἢν γὰρ διακαῇ, οὐ ῥέει· ἐπὴν γὰρ διακαῇ, <lb/>τὸ ἄκρον ἑκάτερον
                        ἀνατρέχει τῆς φλεβὸς, ἣ διεκάη, καὶ συναυαίνεται· <lb/>ἢν δὲ καταλελειμμένον
                        ᾖ, ὑπὸ τοῦ καταλελειμμένου, διαῤῥέοντος <lb/>τοῦ αἵματος, ὑγραίνεται· ἢν δὲ
                        αἷμα ῥέῃ ἐκ φλεβὸς, διακαίειν <lb/>ἐπικαρσίην· ἢν δὲ μὴ παύηται πρὸς ταῦτα,
                        ἄνω καὶ κάτω ἑκατέρωθεν <lb/>διατάμνειν, ὡς ἀποτρεφθῇ τὸ αἷμα ῥέον·
                        διαλελαμμένον γὰρ <lb/>φαρμάκῳ ῥᾷον παύειν ἢ τὸ ἀθρόον. Ὀδύνης ἐν κεφαλῇ τοῦ
                        αἵματος <lb/>ἀφαιρέειν ἀπὸ τῶν φλεβῶν· ἢν δὲ μὴ παύηται, ἀλλὰ πολυχρόνιον ᾖ,
                        <lb/>διάκαιε τὰς φλέβας, καὶ ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ κεφαλὴν καθήρῃς, μᾶλλον
                        <lb/>πονέεις. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>