<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:32-33</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:32-33</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Κεφαλῆς κατάγματα· ἢν μὲν τὸ ὀστέον καταγῇ καὶ ξυντριβῇ, <lb/>ἀκίνδυνον·
                        καὶ ἰᾶσθαι χρὴ τοῦτον ὑγραίνουσι φαρμάκοισιν· ἢν δὲ ῥαγῇ <lb/>καὶ ῥωγμὴ
                        ἐγγένηται, ἐπικίνδυνον· τοῦτον πρίειν, ὡς μὴ κατὰ τὴν <lb/>ῥωγμὴν τοῦ ὀστέου
                        ἰχὼρ ῥέων τὴν μήνιγγα σήπῃ· ὥστε γὰρ κατὰ <lb/>στενὸν ἐσιὼν μὲν, ἐξιὼν δὲ
                        οὒ, λυπέει καὶ μαίνεσθαι ποιέει τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τοῦτον χρὴ πρίειν, ὡς
                        ἔξοδος ᾖ τῷ ἰχῶρι, μὴ μοῦνον ἔσοδος, <lb/>εὐρέως διαπρισθέντος, καὶ
                        φαρμάκοισι χρῆσθαι, ἅσσα ἐφ’ <lb/>ἑωυτὰ τὸ ὑγρὸν ἕλκουσι, καὶ λούειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Πυρεταίνοντι κεφαλὴν μὴ κάθαιρε, ὡς μὴ μαίνηται· θερμαίνουσι <lb/>γὰρ τὰ
                        τὴν κεφαλὴν καθαίροντα φάρμακα· πρὸς δὴ τὸ ἀπὸ <lb/>τοῦ πυρετοῦ θερμὸν τὸ
                        ἀπὸ τοῦ φαρμάκου προσελθὸν μανίην ποιέει. <lb/>Θανάσιμα τρώματα· ἐφ’ ᾧ ἄν
                        τινι κακῶς ἔχοντι χολὴν μέλαιναν <lb/>ἀπεμέσῃ, ἀποθνήσκει ὁ τὸ τρῶμα ἔχων.
                        Καὶ ὑπὸ ἰνηθμοῦ ὃς ἂν <lb/>ἐχόμενος καὶ ἔχων ἀσθενέως καὶ λεπτὸς ἐὼν
                        ἐξαπίνης [ἐς] ξηρὸν <lb/>καθίζῃ, ἀποθνήσκει. Ἐπὴν ὑπὸ θερμωλῆς ἐχομένῳ
                        ἑλκύδρια ἐκθύωσιν <lb/>ἀσθενεῖ ἐόντι πέριξ πελιδνὰ, ἀποθνήσκει. Ἐπὴν ὑπό
                        τινος νοσήματος <lb/>ἐχομένῳ ἀσθενεῖ ἤδη ἐόντι πελιδνὰ ἐκθύῃ, θανάσιμον.
                        Ἐπὴν <lb/>φάρμακόν τις πιὼν ὑπέρινος ᾖ καὶ κάτω καὶ ἄνω ὑπεκχωρέῃ, οἶνον
                        <lb/>καταῤῥοφεῖν τὸ μὲν πρῶτον κεκρημένον, ἔπειτα ἄκρητον θαμινὰ διδόναι,
                            <pb n="326"/> καὶ παύεται. Φάρμακον δὲ μήτ’ ἰνηθμῷ μήτ’ ἐμετήριον,
                        <lb/>χολὴ δ’, ἐπὴν αὐτομάτη ῥαγῇ ἢ κάτω ἢ ἄνω, χαλεπωτέρα παύειν· ἡ <lb/>γὰρ
                        αὐτομάτη ὑπὸ βίης γινομένης τῷ σώματι βιᾶται· ἢν δ’ ὑπὸ <lb/>φαρμάκου ῥέῃ,
                        οὐχ ὑπὸ συγγενέος βιᾶται· ἐπὴν παραλάβῃς ἰνώμενόν <lb/>τε καὶ ἐμεῦντα, μὴ
                        παύειν τὸν ἔμετον· ὁ γὰρ ἔμετος τὸν ἰνηθμὸν <lb/>παύει· ῥᾴων δὲ ὁ ἔμετος
                        ὕστερον παύσαιτο ἄν· ἢν δ’ ἀσθενὴς <lb/>ᾖ ὁ ταῦτα πάσχων, ὕπνου φάρμακον
                        ἐμετηρίσας διδόναι. Τὸ μὲν <lb/>αἷμα ὁπόταν νοῦσον ποιέῃ, ὀδύνην παρέχει, τὸ
                        δὲ φλέγμα βάρος, ὡς <lb/>τὰ πολλά. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>