<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:27-33</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:27-33</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Πυρετοὶ διὰ τόδε γίνονται, ὅταν τοῦ σώματος ὑπερφλεγμήναντος <lb/>αἱ
                        σάρκες ἀνοιδήσωσιν, καὶ τὸ φλέγμα καὶ ἡ χολὴ κατακλεισθέντα <lb/>ἀτρεμίζωσι,
                        καὶ μὴ ἀναψύχηται μηδὲν μήτ’ ἐξιὸν μήτε <lb/>κινεύμενον, μήτ’ ἄλλου
                        ὑπιόντος. Ὁπόταν κόπος ἔχῃ καὶ πυρετὸς <lb/>καὶ πλησμονὴ, λούειν χρὴ πολλῷ,
                        καὶ χρίειν ὑγρῷ, καὶ θερμαίνειν <lb/>ὡς μάλιστα, ὡς ἡ θερμωλὴ, ἀνοιχθέντος
                        τοῦ σώματος, ὑπὸ τοῦ <lb/>ἱδρῶτος ἐξέλθῃ· ἑξῆς δὲ ταῦτα ποιέειν καὶ τρεῖς
                        καὶ τέσσαρας ἡμέρας· <lb/>καὶ ἢν μὴ παύηται, φάρμακον πίσαι χοληγαγικὸν, καὶ
                        [μὴ] <lb/>ψύχειν τὸν πυρετὸν, πρὶν ἢ τεταρταῖος ᾖ, μηδ’ ὡς ἂν τὸ σῶμα θάλλῃ,
                        <lb/>πιπίσκειν φάρμακον· οὐ γὰρ ἰνῶνται εἰ μὴ σμικρὸν, ὥστε συνοιδέοντος
                        <lb/>τοῦ σώματος· ἐπὴν δὲ ἰσχνὸς ᾖ, πιπίσκειν, καὶ ἰνήσεται. Πυρετῷ
                        <lb/>σιτίον μὴ προσφέρειν, μηδὲ ῥοφήμασιν ὑπεξάγειν, καὶ ποτὸν <lb/>ὕδωρ
                        θερμὸν καὶ μελίκρητον καὶ ὄξος σὺν ὕδατι, ταῦτα δὲ πιπίσκειν <lb/>ὡς
                        πλεῖστα· ἢν γὰρ μὴ ψυχρὸν ἐσίῃ, τὸ ποτὸν θερμὸν ἐὸν καὶ μένον <lb/>ἐκ τοῦ
                        σώματος τοῦ νοσέοντος ἀφαιρέει, ἤν τε διουρήσῃ, ἤν τε <lb/>διιδρώσῃ· πάντη
                        δὲ ἀνοιγόμενόν τε καὶ ἀναπνέον καὶ κινεύμενον τὸ <lb/>σῶμα συμφέρον ποιήσει.
                        Ἐπὴν δὲ ἰσχνὸν ἐόντα καίῃ, δῆλον ὅτι οὐ <lb/>διὰ τὸ φλεγμαίνειν ὁ πυρετὸς
                        ἔχει· καὶ ἢν μὴ παύηται, τρέφειν, καὶ <lb/>φλεγμαίνειν ποιέειν· καὶ ἢν μηδ’
                        οὕτω ξυμέρῃ, δῆλον ὅτι οὐκ <lb/>ἐχρῆν τὸν πυρετὸν παρέχειν· τοῦτον χρὴ
                        φάρμακον πίσαι, ὡς ὑπεξάγῃ, <lb/>ὅπη ἂν μᾶλλον ὁ πυρετὸς ἔχῃ, ἤν τε κάτω, ἤν
                        τε ἄνω, ἢν <pb n="320"/> μὲν ἄνω, ἄνω, ἢν δὲ κάτω, κάτω. Οὐδὲν δ’ ἧσσον δεῖ
                        τοὺς ἀσθενέας <lb/>τῶν ἰσχυρῶν φάρμακον πιπίσκειν, ἀλλ’ ὁμοίως ἢ μοῦνον
                        οὕτω, <lb/>τοῖσι μὲν ἰσχυροῖς ἰσχυρὸν, τοῖσι δ’ ἀσθενέσιν ἀσθενές. Τὰς δὲ
                        πυρώσιας <lb/>ποτοῖσι καὶ ῥοφήμασιν, ὥστε τὸν πυρετὸν ψυκτηρίῳ φαρμάκῳ
                        <lb/>ἐκλύειν, καμμάρῳ ἢ ἄλλῳ τινὶ τοιούτῳ· καὶ ἐπὴν μὴ λύσῃς <lb/>τῷ
                        ψυκτηρίῳ, θερμαντηρίοισι χρῶ ἑξῆς· ἐπὴν δὲ μὴ παύηται, ψυκτηρίοισι
                        <lb/>πάλιν χρῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἴκτερον ὧδε χρὴ ἰῆσθαι· ἐπὴν παραλάβῃς, τρέφε, καὶ λουτροῖσι <lb/>καὶ
                        πιαντηρίοισι καὶ ποτοῖσι καὶ σιτίοισι καθυγραίνειν τρεῖς <lb/>ἢ τέσσαρας
                        ἡμέρας· ἐπὴν δ’ ὑγρανθῇ τὸ σῶμα, καθαίρειν καὶ ξηραίνειν <lb/>τὸ σῶμα,
                        λιπαρά τε ἐξαίφνης ἐξαρύσαι, πάντη προσφέρων φάρμακον <lb/>ᾗ δυνατὸν
                        ὑγρότητα ἐξάγειν· πρὸς δὲ τὴν κεφαλὴν καθαρτηρίῳ <lb/>ἀσθενεῖ· καὶ οὐρητικὰ
                        πιπίσκειν· καὶ πρὸ τῶν σιτίων τοῦτον <lb/>τὸν χρόνον, ὃν καθαίρεις τὴν
                        τεταραγμένην ὑγρότητα, κατάποτον <lb/>δίδου, ὡς μὴ τρέφηται ἀπὸ τούτου τοῦ
                        χρόνου τὸ σῶμα· ὅταν δὲ <pb n="322"/> ἰσχναίνηται, καὶ λουτροῖσι κάθαιρε·
                        τοῦ δὲ σικύου τοῦ ἀγρίου τὴν <lb/>ῥίζαν κόψας, ἐς ὕδωρ ἐμβαλὼν, ἀπὸ τούτου
                        λοῦε· χοληγαγὰ δὲ φάρμακα <lb/>μὴ πίπισκε, ὡς μὴ ταράσσῃ μᾶλλον τὸ σῶμα
                        τοῦτον· ἐπὴν <lb/>δὲ ξηρὸν ᾖ τὸ τεταραγμένον, τρέφε, μηδενὶ ὑποχωρητικῷ
                        φαρμάκῳ, <lb/>μηδὲ διουρητικῷ, ἄλλ’ οἴνῳ οἰνώδει καὶ ἅσσα ἐρυθρότερον ποιέει
                        <lb/>τὸν ἄνθρωπον, τούτοισιν· ἢν δὲ χλωρὸς ᾖ, πάλιν ἐξαρύσαι, ξηραίνειν
                        <lb/>δὲ μηδαμᾶ, ὡς μὴ παγῇ χλωρὸς ἐών. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Θηρίον ἐπέρχεται ἐπὶ τὸ σῶμα διὰ τόδε· ἐπὴν φλεγμαίνῃ <lb/>ἡ σὰρξ ἡ
                        πέριξ, καὶ οἱ κρημνοὶ μεγάλοι ἔωσι τοῦ ἕλκεος, καὶ τὸ ἕλκος <lb/>ὑγρὸν, καὶ
                        ἐπὶ τοῦ ἕλκεος ἐξηρασμένος ἐπῇ ἰχὼρ, ἢ τὸ ἕλκος <lb/>συμπεπηγὸς ᾖ ἢ
                        ξυνσεσηπὸς, ὁ ἰχὼρ ὁ ἀπὸ τοῦ ἕλκεος ἀποῤῥέων <lb/>κωλύεται ἔξω χωρέειν ὑπὸ
                        τοῦ ἐπιπεπηγότος ἐπὶ τοῦ ἕλκεος πρὸς <lb/>τὴν σάρκα· ἡ δὲ σὰρξ ὑποδέχεται,
                        ὥστε μετέωρός γ’ ἐοῦσα αὐτὴ <lb/>ὑπὸ φλεγμασίης, καὶ ὅταν ἀφίκηται ὁ ἰχὼρ
                        ὑποῤῥέων, σήπει καὶ <lb/>μετεωρίζει. Τοῦτον φαρμάκοισιν ὑγραίνοντας αὐτὸ τὸ
                        ἕλκος χρίειν, <lb/>ὡς ὑγραινομένου ἔξω τὸ ῥεῦμα ῥέῃ ἐκ τοῦ ἕλκεος, καὶ μὴ
                        ὑπὸ τὴν <lb/>σάρκα, καὶ τὰ κατάῤῥοα τὸν ἕλκεος ψύχουσι φαρμάκοισιν, ὡς
                        χειμιοῦσα <lb/>συμπιλῆται ἡ σὰρξ καὶ μὴ διαῤῥαγεῖσα ἀντεπιῤῥέῃ· καὶ
                        <lb/>τἄλλα δὲ ἕλκεα ψύχουσι περιχρίειν, καὶ ἐπ’ αὐτὰ τὰ ὑγραίνοντα
                        <lb/>ἐπιτιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Κύναγχος ἀπὸ αἷματος γίνεται, ὅταν τὸ αἷμα παγῇ τὸ ἐν <lb/>τῇσι φλεψὶ
                        τῇσιν ἐν τῷ τραχήλῳ· τούτων ἀπὸ τῶν ἐν τοῖσι γυίοισι <lb/>φλεβῶν αἷμα
                        ἀφαιρέειν, καὶ ἅμα κάτω ὑπεξάγειν, ὡς τὸ τὴν νοῦσον <lb/>παρέχον τοῦτο
                        κατασπασθῇ· καὶ γλῶσσαν, ὁπόταν ἕλκεα μεγάλα <lb/>σχῇ, ὡσαύτως εὐτρεπιστέον.
                    </p></div><pb n="324"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Τὰ νοσήματα χρὴ ἀπ’ ἀρχῆς ἰᾶσθαι· ὅσα μὲν ἀπὸ <lb/>τῶν ῥόων γίνεται, τοὺς
                        ῥόους παύειν πρῶτον· ὅσα δ’ ἀπ’ ἄλλου, <lb/>παύειν τὴν ἀρχὴν τοῦ νοσήματος,
                        καὶ εὐτρεπίζειν· ἔπειτα τὸ συνεῤῥυηκὸς, <lb/>ἢν μὲν πολὺ ᾖ, ἐξάγειν· ἢν δὲ
                        ὀλίγον, διαιτῶν καθιστάναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Κεφαλῆς κατάγματα· ἢν μὲν τὸ ὀστέον καταγῇ καὶ ξυντριβῇ, <lb/>ἀκίνδυνον·
                        καὶ ἰᾶσθαι χρὴ τοῦτον ὑγραίνουσι φαρμάκοισιν· ἢν δὲ ῥαγῇ <lb/>καὶ ῥωγμὴ
                        ἐγγένηται, ἐπικίνδυνον· τοῦτον πρίειν, ὡς μὴ κατὰ τὴν <lb/>ῥωγμὴν τοῦ ὀστέου
                        ἰχὼρ ῥέων τὴν μήνιγγα σήπῃ· ὥστε γὰρ κατὰ <lb/>στενὸν ἐσιὼν μὲν, ἐξιὼν δὲ
                        οὒ, λυπέει καὶ μαίνεσθαι ποιέει τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τοῦτον χρὴ πρίειν, ὡς
                        ἔξοδος ᾖ τῷ ἰχῶρι, μὴ μοῦνον ἔσοδος, <lb/>εὐρέως διαπρισθέντος, καὶ
                        φαρμάκοισι χρῆσθαι, ἅσσα ἐφ’ <lb/>ἑωυτὰ τὸ ὑγρὸν ἕλκουσι, καὶ λούειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Πυρεταίνοντι κεφαλὴν μὴ κάθαιρε, ὡς μὴ μαίνηται· θερμαίνουσι <lb/>γὰρ τὰ
                        τὴν κεφαλὴν καθαίροντα φάρμακα· πρὸς δὴ τὸ ἀπὸ <lb/>τοῦ πυρετοῦ θερμὸν τὸ
                        ἀπὸ τοῦ φαρμάκου προσελθὸν μανίην ποιέει. <lb/>Θανάσιμα τρώματα· ἐφ’ ᾧ ἄν
                        τινι κακῶς ἔχοντι χολὴν μέλαιναν <lb/>ἀπεμέσῃ, ἀποθνήσκει ὁ τὸ τρῶμα ἔχων.
                        Καὶ ὑπὸ ἰνηθμοῦ ὃς ἂν <lb/>ἐχόμενος καὶ ἔχων ἀσθενέως καὶ λεπτὸς ἐὼν
                        ἐξαπίνης [ἐς] ξηρὸν <lb/>καθίζῃ, ἀποθνήσκει. Ἐπὴν ὑπὸ θερμωλῆς ἐχομένῳ
                        ἑλκύδρια ἐκθύωσιν <lb/>ἀσθενεῖ ἐόντι πέριξ πελιδνὰ, ἀποθνήσκει. Ἐπὴν ὑπό
                        τινος νοσήματος <lb/>ἐχομένῳ ἀσθενεῖ ἤδη ἐόντι πελιδνὰ ἐκθύῃ, θανάσιμον.
                        Ἐπὴν <lb/>φάρμακόν τις πιὼν ὑπέρινος ᾖ καὶ κάτω καὶ ἄνω ὑπεκχωρέῃ, οἶνον
                        <lb/>καταῤῥοφεῖν τὸ μὲν πρῶτον κεκρημένον, ἔπειτα ἄκρητον θαμινὰ διδόναι,
                            <pb n="326"/> καὶ παύεται. Φάρμακον δὲ μήτ’ ἰνηθμῷ μήτ’ ἐμετήριον,
                        <lb/>χολὴ δ’, ἐπὴν αὐτομάτη ῥαγῇ ἢ κάτω ἢ ἄνω, χαλεπωτέρα παύειν· ἡ <lb/>γὰρ
                        αὐτομάτη ὑπὸ βίης γινομένης τῷ σώματι βιᾶται· ἢν δ’ ὑπὸ <lb/>φαρμάκου ῥέῃ,
                        οὐχ ὑπὸ συγγενέος βιᾶται· ἐπὴν παραλάβῃς ἰνώμενόν <lb/>τε καὶ ἐμεῦντα, μὴ
                        παύειν τὸν ἔμετον· ὁ γὰρ ἔμετος τὸν ἰνηθμὸν <lb/>παύει· ῥᾴων δὲ ὁ ἔμετος
                        ὕστερον παύσαιτο ἄν· ἢν δ’ ἀσθενὴς <lb/>ᾖ ὁ ταῦτα πάσχων, ὕπνου φάρμακον
                        ἐμετηρίσας διδόναι. Τὸ μὲν <lb/>αἷμα ὁπόταν νοῦσον ποιέῃ, ὀδύνην παρέχει, τὸ
                        δὲ φλέγμα βάρος, ὡς <lb/>τὰ πολλά. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>