<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:21-40</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:21-40</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ὁπότε δ’ ἐς τὴν σάρκα ὄπισθεν παρὰ τοὺς σπονδύλους ῥεῦσαν <lb/>ὕδρωπα
                        ποιήσῃ, ὧδε χρὴ ἰᾶσθαι· καίειν τὴν σάρκα τὴν ἐν τῷ τραχήλῳ <lb/>μεταξὺ τῶν
                        φλεβῶν ἐσχάρας τρεῖς, καὶ ἐπὴν καύσῃς, ξυνάγειν <lb/>καὶ ποιέειν ὡς
                        ἰσχνοτάτας οὐλάς· καὶ ἐπὴν ἀποφράξῃς, πρὸς τὰς <lb/>ῥῖνας φάρμακον πρόσφερε,
                        ὡς ἐκτρέπηται, καὶ ἀσθενὲς αὖθις καὶ <lb/>αὖθις, ἕως ἂν ἀποτρεφθῇ· καὶ τὰ
                        μὲν ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς θέρμαινε, <lb/>τὰ δ’ ὄπισθεν ψῦχε· καὶ ἐπήν σοι
                        ἐκτεθερμασμένος ᾖ τὰ ἔμπροσθεν <lb/>τῆς κεφαλῆς, σιτία ἐσθίειν τὰ
                        φλεγματωδέστατα καὶ ἥκιστα <pb n="314"/> διαχωρητικὰ, ὡς ὅτι μάλιστα
                        διευρυνθῶσιν αἱ ῥοιαὶ αἱ ἔμπροσθεν <lb/>τῆς κεφαλῆς· ἔπειτα δ’ ἐπὴν
                        ἀποφράξῃς καὶ ἀποτρέψῃς τὴν ἐπίῤῥυσιν, <lb/>ἤν τι πρὶν ἢ εὐτρεπίζειν τὸ
                        ῥεῦμα ἐς τὸ σῶμα ἔλθῃ, ὧδε χρὴ <lb/>ἰᾶσθαι· ἢν μὲν μᾶλλον πρὸς τὸ δέρμα
                        ἐκκεχωρηκὸς ᾖ, τὰ ἔξωθεν <lb/>πυριῶντα· ἢν δ’ ἔνδον πρὸς τὴν κοιλίην, ἔξωθεν
                        δὲ μὴ δῆλον ᾖ, <lb/>φάρμακον πιπίσκοντα· ἢν δ’ ἐπ’ ἀμφότερα, ἀμφοτέρων
                        ἀφαιρέειν· <lb/>ἐπιτηδεύειν δὲ χρὴ ἐγγυτάτην ἔξοδον ποιέειν, ἤν τε κάτω, ἤν
                        τε ἄνω, <lb/>ἤν τε ἄλλῃ ὅπη τοῦ σώματος ἔξοδοί εἰσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ὁπόταν ἰσχιὰς ἀπὸ ῥόου γένηται, σικύην χρὴ προσβάλλειν, <lb/>καὶ ἕλκειν
                        ἔξω, καὶ μὴ κατακρούειν, καὶ ἔνδοθεν θερμαντήρια φάρμακα <lb/>πιπίσκοντα
                        διαθερμαίνειν, ὅπως ἔξοδος ᾖ καὶ ἔξω ἐς, τὸ δέρμα <lb/>ὑπὸ τῆς ἑλκύσιος τῆς
                        σικύης, καὶ ἐντὸς πρὸς τὴν κοιλίην ὑπὸ τῆς <lb/>θερμασίης· ὁπόταν γὰρ
                        ἀποφραχθῇ καὶ μὴ ἔχῃ ὅπη ὁδοιπορέῃ, <lb/>ὁδοιπορέουσα ἐς τὰ ἄρθρα ῥέει ἐς τὸ
                        ὑπεῖκον, καὶ ἰσχίαδα ποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Ἡ ὄπισθεν φθίσις· τούτῳ τὴν κεφαλὴν καθαρτέον ἀσθενεῖ <lb/>φαρμάκῳ, ἕως
                        ἂν ἀποτρεφθῇ ὁ ῥόος, καὶ τῇ διαίτῃ ὥσπερ ἔμπροσθεν <lb/>χρῶ, φάρμακον δὲ
                        πίσον ἐλατήριον, καὶ κάτω γάλακτι κλύσον, <lb/>τὰ δ’ ἄλλα πυρίῃσιν ἰῶ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ἐπὴν ὁ σπλὴν ὑπὸ πυρετοῦ μέγας γένηται, γίνεται δὲ ὅταν <lb/>τὸ σῶμα
                        λεπτυνθῇ, τοῖσι γὰρ αὐτοῖσιν ὅ τε σπλὴν θάλλει καὶ τὸ <lb/>σῶμα φθίνει· ὅταν
                        δὲ τὸ σῶμα λεπτὸν ᾖ καὶ ὁ σπλὴν θάλλῃ καὶ τὸ <lb/>ἐπίπλοον ἅμα τῷ σώματι
                        λεπτυνθῇ, ἡ πιμελὴ ἡ ἐν τῷ ἐπιπλόῳ <lb/>ἐκτήκεται· ἐπὴν δὲ ταῦτά τε κενὰ
                        πιμελῆς γένηται καὶ ἀπὸ τοῦ <lb/>σπληνὸς θάλλοντος ἀποῤῥέῃ ἐς τὸ ἐπίπλοον,
                        ὡς ἐγγύτατα ἐὸν τὸ ἐπίπλοον, <lb/>ὥστε τεύχεα ἔχον καὶ ταῦτα κενεὰ,
                        ἐσδέχεται· καὶ ἐπὴν τὸ <pb n="316"/> νόσημα ἅπαξ ἐν τῷ σώματι γένηται, ἐς τὸ
                        νοσέον τρέπεται, ἢν μή <lb/>τις εὐτρεπίζῃ, ὡς καὶ τὸ εὐτρεπιζόμενον
                        ἐπικίνδυνον. Τοῦτον ὧδε <lb/>ἰᾶσθαι· φάρμακα πιπίσκειν ὑφ’ ὧν ὕδωρ
                        καθαιρεῖται, καὶ σιτία <lb/>τὰ φλεγματωδέστατα διδόναι· ἢν δὲ μηδ’ οὕτω ῥᾴων
                        γένηται, <lb/>καίειν ὡς λεπτότατα καὶ ὡς ἐπιπολαιότατα, ὅπως τὸ ὕδωρ ἴσχειν
                        <lb/>δύνῃ, πέριξ τοῦ ὀμφαλοῦ κύκλον, καὶ ἐς τὸν ὀμφαλὸν μὴ, <lb/>καὶ ἀφιέναι
                        ἑκάστης ἡμέρης. Τῶν νοσημάτων ὅ τι ἂν ἐπικινδυνότατόν <lb/>ἐστιν, ἐν
                        τούτοισι παρακινδυνεύειν χρή· ἐπιτυχὼν μὲν γὰρ <lb/>ὑγιᾶ ποιήσεις, ἀτυχήσας
                        δ’ ὅπερ καὶ ὡς ἔμελλε γίνεσθαι, τοῦτ’ <lb/>ἔπαθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Παιδίῳ δὲ χρὴ ὕδρωπα ὧδε ἰᾶσθαι· τὰ οἰδέοντα καὶ ὕδατος <lb/>ἔμπλεα
                        ἐξοίγειν μαχαιρίῳ πυκνὰ καὶ σμικρὰ ἐξοίγοντα, ἐξοίγειν <lb/>δ’ ἐν μέρει
                        ἑκάστῳ τοῦ σώματος, καὶ πυρίῃσι χρήσασθαι, καὶ αἰεὶ <lb/>τὸ ἐξοιγόμενον
                        χρίειν θερμαντηρίῳ φαρμάκῳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Πλευρῖτις ξηρὴ ἄνευ ῥόου γίνεται ὅταν ὁ πλεύμων λίην ξηρανθῇ <lb/>ὑπὸ
                        δίψης ἀναγκαίης· ὁ γὰρ πλεύμων, ἅτε ξηρὸς ἐὼν, ἐπήν τι <lb/>μᾶλλον ξηρανθῇ
                        τῆς φύσιος, ἰσχνὸς γίνεται, καὶ ἀκρατὴς γενόμενος, <lb/>κλιθεὶς ἐς τὸ
                        πλευρὸν ὑπ’ ἀκρασίης, ψαύει τοῦ πλευροῦ· καὶ ἐπὴν <lb/>θίγῃ ὑγροῦ ἐόντος,
                        ἅπτεται, καὶ πλευρῖτιν ποιέει· τότε δὲ καὶ ὀδύνη <lb/>γίνεται ἐς τὸ πλευρὸν
                        καὶ ἐς τὴν κληβδα, καὶ πυρετὸς, καὶ ἐπαναχρέμπτεται <lb/>λευκόν. Τοῦτον χρὴ
                        πολλοῖσι πότοισιν ἰᾶσθαι, καὶ λούειν, <lb/>καὶ τῆς ὀδύνης φάρμακον διδόναι
                        καὶ τἄλλα τὰ ἀνάχρεμψιν ποιεῦντα· <pb n="318"/> οὗτος ἐν ἡμέρῃσιν ἑπτὰ ὑγιὴς
                        γίνεται, καὶ τὸ νόσημα ἀκίνδυνόν <lb/>ἐστι, καὶ σιτία οὐ χρὴ διδόναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Πυρετοὶ διὰ τόδε γίνονται, ὅταν τοῦ σώματος ὑπερφλεγμήναντος <lb/>αἱ
                        σάρκες ἀνοιδήσωσιν, καὶ τὸ φλέγμα καὶ ἡ χολὴ κατακλεισθέντα <lb/>ἀτρεμίζωσι,
                        καὶ μὴ ἀναψύχηται μηδὲν μήτ’ ἐξιὸν μήτε <lb/>κινεύμενον, μήτ’ ἄλλου
                        ὑπιόντος. Ὁπόταν κόπος ἔχῃ καὶ πυρετὸς <lb/>καὶ πλησμονὴ, λούειν χρὴ πολλῷ,
                        καὶ χρίειν ὑγρῷ, καὶ θερμαίνειν <lb/>ὡς μάλιστα, ὡς ἡ θερμωλὴ, ἀνοιχθέντος
                        τοῦ σώματος, ὑπὸ τοῦ <lb/>ἱδρῶτος ἐξέλθῃ· ἑξῆς δὲ ταῦτα ποιέειν καὶ τρεῖς
                        καὶ τέσσαρας ἡμέρας· <lb/>καὶ ἢν μὴ παύηται, φάρμακον πίσαι χοληγαγικὸν, καὶ
                        [μὴ] <lb/>ψύχειν τὸν πυρετὸν, πρὶν ἢ τεταρταῖος ᾖ, μηδ’ ὡς ἂν τὸ σῶμα θάλλῃ,
                        <lb/>πιπίσκειν φάρμακον· οὐ γὰρ ἰνῶνται εἰ μὴ σμικρὸν, ὥστε συνοιδέοντος
                        <lb/>τοῦ σώματος· ἐπὴν δὲ ἰσχνὸς ᾖ, πιπίσκειν, καὶ ἰνήσεται. Πυρετῷ
                        <lb/>σιτίον μὴ προσφέρειν, μηδὲ ῥοφήμασιν ὑπεξάγειν, καὶ ποτὸν <lb/>ὕδωρ
                        θερμὸν καὶ μελίκρητον καὶ ὄξος σὺν ὕδατι, ταῦτα δὲ πιπίσκειν <lb/>ὡς
                        πλεῖστα· ἢν γὰρ μὴ ψυχρὸν ἐσίῃ, τὸ ποτὸν θερμὸν ἐὸν καὶ μένον <lb/>ἐκ τοῦ
                        σώματος τοῦ νοσέοντος ἀφαιρέει, ἤν τε διουρήσῃ, ἤν τε <lb/>διιδρώσῃ· πάντη
                        δὲ ἀνοιγόμενόν τε καὶ ἀναπνέον καὶ κινεύμενον τὸ <lb/>σῶμα συμφέρον ποιήσει.
                        Ἐπὴν δὲ ἰσχνὸν ἐόντα καίῃ, δῆλον ὅτι οὐ <lb/>διὰ τὸ φλεγμαίνειν ὁ πυρετὸς
                        ἔχει· καὶ ἢν μὴ παύηται, τρέφειν, καὶ <lb/>φλεγμαίνειν ποιέειν· καὶ ἢν μηδ’
                        οὕτω ξυμέρῃ, δῆλον ὅτι οὐκ <lb/>ἐχρῆν τὸν πυρετὸν παρέχειν· τοῦτον χρὴ
                        φάρμακον πίσαι, ὡς ὑπεξάγῃ, <lb/>ὅπη ἂν μᾶλλον ὁ πυρετὸς ἔχῃ, ἤν τε κάτω, ἤν
                        τε ἄνω, ἢν <pb n="320"/> μὲν ἄνω, ἄνω, ἢν δὲ κάτω, κάτω. Οὐδὲν δ’ ἧσσον δεῖ
                        τοὺς ἀσθενέας <lb/>τῶν ἰσχυρῶν φάρμακον πιπίσκειν, ἀλλ’ ὁμοίως ἢ μοῦνον
                        οὕτω, <lb/>τοῖσι μὲν ἰσχυροῖς ἰσχυρὸν, τοῖσι δ’ ἀσθενέσιν ἀσθενές. Τὰς δὲ
                        πυρώσιας <lb/>ποτοῖσι καὶ ῥοφήμασιν, ὥστε τὸν πυρετὸν ψυκτηρίῳ φαρμάκῳ
                        <lb/>ἐκλύειν, καμμάρῳ ἢ ἄλλῳ τινὶ τοιούτῳ· καὶ ἐπὴν μὴ λύσῃς <lb/>τῷ
                        ψυκτηρίῳ, θερμαντηρίοισι χρῶ ἑξῆς· ἐπὴν δὲ μὴ παύηται, ψυκτηρίοισι
                        <lb/>πάλιν χρῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἴκτερον ὧδε χρὴ ἰῆσθαι· ἐπὴν παραλάβῃς, τρέφε, καὶ λουτροῖσι <lb/>καὶ
                        πιαντηρίοισι καὶ ποτοῖσι καὶ σιτίοισι καθυγραίνειν τρεῖς <lb/>ἢ τέσσαρας
                        ἡμέρας· ἐπὴν δ’ ὑγρανθῇ τὸ σῶμα, καθαίρειν καὶ ξηραίνειν <lb/>τὸ σῶμα,
                        λιπαρά τε ἐξαίφνης ἐξαρύσαι, πάντη προσφέρων φάρμακον <lb/>ᾗ δυνατὸν
                        ὑγρότητα ἐξάγειν· πρὸς δὲ τὴν κεφαλὴν καθαρτηρίῳ <lb/>ἀσθενεῖ· καὶ οὐρητικὰ
                        πιπίσκειν· καὶ πρὸ τῶν σιτίων τοῦτον <lb/>τὸν χρόνον, ὃν καθαίρεις τὴν
                        τεταραγμένην ὑγρότητα, κατάποτον <lb/>δίδου, ὡς μὴ τρέφηται ἀπὸ τούτου τοῦ
                        χρόνου τὸ σῶμα· ὅταν δὲ <pb n="322"/> ἰσχναίνηται, καὶ λουτροῖσι κάθαιρε·
                        τοῦ δὲ σικύου τοῦ ἀγρίου τὴν <lb/>ῥίζαν κόψας, ἐς ὕδωρ ἐμβαλὼν, ἀπὸ τούτου
                        λοῦε· χοληγαγὰ δὲ φάρμακα <lb/>μὴ πίπισκε, ὡς μὴ ταράσσῃ μᾶλλον τὸ σῶμα
                        τοῦτον· ἐπὴν <lb/>δὲ ξηρὸν ᾖ τὸ τεταραγμένον, τρέφε, μηδενὶ ὑποχωρητικῷ
                        φαρμάκῳ, <lb/>μηδὲ διουρητικῷ, ἄλλ’ οἴνῳ οἰνώδει καὶ ἅσσα ἐρυθρότερον ποιέει
                        <lb/>τὸν ἄνθρωπον, τούτοισιν· ἢν δὲ χλωρὸς ᾖ, πάλιν ἐξαρύσαι, ξηραίνειν
                        <lb/>δὲ μηδαμᾶ, ὡς μὴ παγῇ χλωρὸς ἐών. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Θηρίον ἐπέρχεται ἐπὶ τὸ σῶμα διὰ τόδε· ἐπὴν φλεγμαίνῃ <lb/>ἡ σὰρξ ἡ
                        πέριξ, καὶ οἱ κρημνοὶ μεγάλοι ἔωσι τοῦ ἕλκεος, καὶ τὸ ἕλκος <lb/>ὑγρὸν, καὶ
                        ἐπὶ τοῦ ἕλκεος ἐξηρασμένος ἐπῇ ἰχὼρ, ἢ τὸ ἕλκος <lb/>συμπεπηγὸς ᾖ ἢ
                        ξυνσεσηπὸς, ὁ ἰχὼρ ὁ ἀπὸ τοῦ ἕλκεος ἀποῤῥέων <lb/>κωλύεται ἔξω χωρέειν ὑπὸ
                        τοῦ ἐπιπεπηγότος ἐπὶ τοῦ ἕλκεος πρὸς <lb/>τὴν σάρκα· ἡ δὲ σὰρξ ὑποδέχεται,
                        ὥστε μετέωρός γ’ ἐοῦσα αὐτὴ <lb/>ὑπὸ φλεγμασίης, καὶ ὅταν ἀφίκηται ὁ ἰχὼρ
                        ὑποῤῥέων, σήπει καὶ <lb/>μετεωρίζει. Τοῦτον φαρμάκοισιν ὑγραίνοντας αὐτὸ τὸ
                        ἕλκος χρίειν, <lb/>ὡς ὑγραινομένου ἔξω τὸ ῥεῦμα ῥέῃ ἐκ τοῦ ἕλκεος, καὶ μὴ
                        ὑπὸ τὴν <lb/>σάρκα, καὶ τὰ κατάῤῥοα τὸν ἕλκεος ψύχουσι φαρμάκοισιν, ὡς
                        χειμιοῦσα <lb/>συμπιλῆται ἡ σὰρξ καὶ μὴ διαῤῥαγεῖσα ἀντεπιῤῥέῃ· καὶ
                        <lb/>τἄλλα δὲ ἕλκεα ψύχουσι περιχρίειν, καὶ ἐπ’ αὐτὰ τὰ ὑγραίνοντα
                        <lb/>ἐπιτιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Κύναγχος ἀπὸ αἷματος γίνεται, ὅταν τὸ αἷμα παγῇ τὸ ἐν <lb/>τῇσι φλεψὶ
                        τῇσιν ἐν τῷ τραχήλῳ· τούτων ἀπὸ τῶν ἐν τοῖσι γυίοισι <lb/>φλεβῶν αἷμα
                        ἀφαιρέειν, καὶ ἅμα κάτω ὑπεξάγειν, ὡς τὸ τὴν νοῦσον <lb/>παρέχον τοῦτο
                        κατασπασθῇ· καὶ γλῶσσαν, ὁπόταν ἕλκεα μεγάλα <lb/>σχῇ, ὡσαύτως εὐτρεπιστέον.
                    </p></div><pb n="324"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Τὰ νοσήματα χρὴ ἀπ’ ἀρχῆς ἰᾶσθαι· ὅσα μὲν ἀπὸ <lb/>τῶν ῥόων γίνεται, τοὺς
                        ῥόους παύειν πρῶτον· ὅσα δ’ ἀπ’ ἄλλου, <lb/>παύειν τὴν ἀρχὴν τοῦ νοσήματος,
                        καὶ εὐτρεπίζειν· ἔπειτα τὸ συνεῤῥυηκὸς, <lb/>ἢν μὲν πολὺ ᾖ, ἐξάγειν· ἢν δὲ
                        ὀλίγον, διαιτῶν καθιστάναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Κεφαλῆς κατάγματα· ἢν μὲν τὸ ὀστέον καταγῇ καὶ ξυντριβῇ, <lb/>ἀκίνδυνον·
                        καὶ ἰᾶσθαι χρὴ τοῦτον ὑγραίνουσι φαρμάκοισιν· ἢν δὲ ῥαγῇ <lb/>καὶ ῥωγμὴ
                        ἐγγένηται, ἐπικίνδυνον· τοῦτον πρίειν, ὡς μὴ κατὰ τὴν <lb/>ῥωγμὴν τοῦ ὀστέου
                        ἰχὼρ ῥέων τὴν μήνιγγα σήπῃ· ὥστε γὰρ κατὰ <lb/>στενὸν ἐσιὼν μὲν, ἐξιὼν δὲ
                        οὒ, λυπέει καὶ μαίνεσθαι ποιέει τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τοῦτον χρὴ πρίειν, ὡς
                        ἔξοδος ᾖ τῷ ἰχῶρι, μὴ μοῦνον ἔσοδος, <lb/>εὐρέως διαπρισθέντος, καὶ
                        φαρμάκοισι χρῆσθαι, ἅσσα ἐφ’ <lb/>ἑωυτὰ τὸ ὑγρὸν ἕλκουσι, καὶ λούειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Πυρεταίνοντι κεφαλὴν μὴ κάθαιρε, ὡς μὴ μαίνηται· θερμαίνουσι <lb/>γὰρ τὰ
                        τὴν κεφαλὴν καθαίροντα φάρμακα· πρὸς δὴ τὸ ἀπὸ <lb/>τοῦ πυρετοῦ θερμὸν τὸ
                        ἀπὸ τοῦ φαρμάκου προσελθὸν μανίην ποιέει. <lb/>Θανάσιμα τρώματα· ἐφ’ ᾧ ἄν
                        τινι κακῶς ἔχοντι χολὴν μέλαιναν <lb/>ἀπεμέσῃ, ἀποθνήσκει ὁ τὸ τρῶμα ἔχων.
                        Καὶ ὑπὸ ἰνηθμοῦ ὃς ἂν <lb/>ἐχόμενος καὶ ἔχων ἀσθενέως καὶ λεπτὸς ἐὼν
                        ἐξαπίνης [ἐς] ξηρὸν <lb/>καθίζῃ, ἀποθνήσκει. Ἐπὴν ὑπὸ θερμωλῆς ἐχομένῳ
                        ἑλκύδρια ἐκθύωσιν <lb/>ἀσθενεῖ ἐόντι πέριξ πελιδνὰ, ἀποθνήσκει. Ἐπὴν ὑπό
                        τινος νοσήματος <lb/>ἐχομένῳ ἀσθενεῖ ἤδη ἐόντι πελιδνὰ ἐκθύῃ, θανάσιμον.
                        Ἐπὴν <lb/>φάρμακόν τις πιὼν ὑπέρινος ᾖ καὶ κάτω καὶ ἄνω ὑπεκχωρέῃ, οἶνον
                        <lb/>καταῤῥοφεῖν τὸ μὲν πρῶτον κεκρημένον, ἔπειτα ἄκρητον θαμινὰ διδόναι,
                            <pb n="326"/> καὶ παύεται. Φάρμακον δὲ μήτ’ ἰνηθμῷ μήτ’ ἐμετήριον,
                        <lb/>χολὴ δ’, ἐπὴν αὐτομάτη ῥαγῇ ἢ κάτω ἢ ἄνω, χαλεπωτέρα παύειν· ἡ <lb/>γὰρ
                        αὐτομάτη ὑπὸ βίης γινομένης τῷ σώματι βιᾶται· ἢν δ’ ὑπὸ <lb/>φαρμάκου ῥέῃ,
                        οὐχ ὑπὸ συγγενέος βιᾶται· ἐπὴν παραλάβῃς ἰνώμενόν <lb/>τε καὶ ἐμεῦντα, μὴ
                        παύειν τὸν ἔμετον· ὁ γὰρ ἔμετος τὸν ἰνηθμὸν <lb/>παύει· ῥᾴων δὲ ὁ ἔμετος
                        ὕστερον παύσαιτο ἄν· ἢν δ’ ἀσθενὴς <lb/>ᾖ ὁ ταῦτα πάσχων, ὕπνου φάρμακον
                        ἐμετηρίσας διδόναι. Τὸ μὲν <lb/>αἷμα ὁπόταν νοῦσον ποιέῃ, ὀδύνην παρέχει, τὸ
                        δὲ φλέγμα βάρος, ὡς <lb/>τὰ πολλά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Τῶν νοσημάτων ὧν μὴ ἐπίστηταί τις, φάρμακον πίσαι μὴ <lb/>ἰσχυρόν· ἢν δὲ
                        ῥᾴων γένηται, δέδεικται ὁδὸς, εὐτρεπιστέον ἐστὶν <lb/>ἰσχνήναντα· ἢν δὲ μὴ
                        ῥᾴων ᾖ, ἀλλὰ χαλεπώτερον ἔχῃ, τἀναντία. <lb/>Ἢν μὴ ἰσχναίνειν ξυμφέρῃ,
                        φλεγμαίνειν συνοίσει καὶ θαμινὰ μεταλλάσσειν, <lb/>ταύτῃ τῇ γνώμῃ χρώμενος.
                        Τῶν δὲ νοσημάτων ἤν τις, <lb/>ἰσχύοντος μὲν τοῦ ἀλγέοντος, παραλήψηται, τοῦ
                        δὲ νοσήματος ἀσθενέος, <lb/>ἐνταῦθα μὲν ἰσχυροτέρῳ θαρσεῦντα τῷ φαρμάκῳ τοῦ
                        νοσήματος <lb/>χρῆσθαι, ὥστε καὶ ἤν τι τοῦ ὑγιαίνοντος ᾖ ἀπάγειν σὺν τῷ
                        ἀσθενέοντι, <lb/>οὐδεμία βλάβη ἐστίν· ἐπὴν δὲ τὸ μὲν νόσημα ἰσχυρότερον,
                        <lb/>τὸν δὲ νοσέοντα ἀσθενέα λάβῃς, ἀσθενέσι τοῖσι φαρμάκοισιν εὐτρεπίζειν,
                        <lb/>ἅσσα αὐτοῦ τοῦ νοσήματος περιέσονται καὶ ἀπάξουσιν, ἀσθενέστερον
                        <lb/>δὲ μηδὲν ποιήσουσι τὸν ἀλγέοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Γυμναστικὴ δὲ καὶ ἰητρικὴ ὑπεναντία πέφυκεν, ἡ μὲν γὰρ <lb/>γυμναστικὴ οὐ
                        δεῖται μεταλλαγὰς ποιέειν, ἀλλ’ ἡ ἰητρική· τῷ μὲν <pb n="328"/> γὰρ
                        ὑγιαίνοντι οὐκ ἀρήγει ἐκ τοῦ παρεόντος μεταλλάσσειν, τῷ δὲ <lb/>ἀλγέοντι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Τῶν δὲ νοσημάτων ἅσσα μὲν ἕλκεα ἐόντα ὑπερέχοντα τοῦ <lb/>ἄλλου σώματός
                        εἰσιν, ἅμα τοῖσι φαρμάκοισι καὶ λιμῷ χρὴ ἰῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ῥόου ξυμφέρον ἐκ κεφαλῆς ῥέοντος, ἔμετος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Τὰ παλαιὰ νοσήματα χαλεπώτερον ἰᾶσθαι τῶν νέων· ἀλλὰ <lb/>νοσήματα τὰ
                        παλαιὰ νέα πρῶτον ποιέειν· ἕλκος πεπωρωμένον, ἐκβάλλοντα <lb/>τὸ σκληρὸν
                        σηπτηρίῳ φαρμάκῳ, ἔπειτα συνάγειν. Τῶν <lb/>φαρμάκων ὅσα φλεγμαίνειν ποιέει
                        μάλιστα, ταῦτα συνάγουσι τὰ <lb/>καθαρά· τὰ δ’ ἰσχναίνοντα, ταῦτα δὲ
                        καθαίρουσιν. Ἢν δέ τις συνάγῃ <lb/>τὰ μήπω ὡραῖα ἐόντα, τὸ νοσέον τρέφει
                        σῶμα ὃ ἂν ἕλκος ἔχῃ· <lb/>καὶ ἢν μὲν συνάγειν δέῃ τὸ ἕλκος καὶ ἐμπλῆσαι,
                        φλεγμαίνειν ἀρήγει, <lb/>καὶ ἢν ἐν κεφαλῇ σάρκα βούλῃ· ἐπαναφερομένη γὰρ ἡ
                        σὰρξ ὑπὸ <lb/>τῶν σιτίων ὠθέει τὴν ὑπὸ τοῦ φαρμάκου σηπομένην καὶ ξυμμαχεῖ·
                        <lb/>ἢν δὲ μετέωρον ᾖ λίην, ἰσχναίνειν τοῖσι σιτίοισι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Τοὺς ἀνιωμένους καὶ νοσέοντας καὶ ἀπάγχεσθαι βουλομένους,
                        <lb/>μανδραγόρου ῥίζαν πρωῒ πιπίσκειν ἔλασσον ἢ ὡς μαίνεσθαι. Σπασμὸν
                        <lb/>ὧδε χρὴ ἰᾶσθαι· πῦρ παρακαίειν ἑκατέρωθεν τῆς κλίνης, καὶ
                        <lb/>μανδραγόρου ῥίζαν πιπίσκειν ἔλασσον ἢ ὡς μαίνεσθαι, καὶ πρὸς τοὺς
                        <lb/>τένοντας τοὺς ὀπισθίους σακκία προστιθέναι θερμά. Ἀπὸ σπασμοῦ
                        <lb/>πυρετὸς ἢν ἐπιλάβῃ, παύεται αὐθημερὸν ἢ τῇ ὑστεραίῃ ἢ τῇ τρίτῃ <pb n="330"/> ἡμέρῃ. Ἀπὸ ῥήγματος πυρετὸς οὐ λάζεται πλεῖον ἢ τρεῖς ἢ
                        τέσσαρας <lb/>ἡμέρας· ἢν δὲ λάζηται, οἰόμενος ἀπὸ ῥήγματος ἔχειν, ἀπ’ ἄλλου
                        <lb/>τινὸς λάζοιτο ἂν, καὶ οὐ χρὴ ὡς ἂν ἀπὸ ῥήγματος εὐτρεπίζειν. Ὁπόταν
                        <lb/>ἄνθρωπος συντεταμένος ᾖ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας, μανίην <lb/>ἑωυτῷ
                        ποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Φλέβα δὲ ὧδε χρὴ καίειν ἐπιτήδειον, ὥστε τὸ νόσημα ὃ ἂν <lb/>καὶ ᾖ
                        νοσέων· ἢν κεκαυμένος ᾖ ὥνθρωπος, ῥέῃ δέ τι τοῦ αἵματος, <lb/>ὡς μὴ
                        ἐπικίνδυνον ᾖ τοῦτο αὐτῷ, ἀμφότερα ταῦτ’ ἐστὶ ποιέειν· ἢν <lb/>[μὴ]
                        διακαύσῃς, ταύτῃ ἐν τῷ πόνῳ, οὗ εἵνεκα ἐκαίετο, οὐ ξυμφύεται, <lb/>ὠφέλησε
                        δὲ τῷ ῥόῳ· ἢν γὰρ διακαῇ, οὐ ῥέει· ἐπὴν γὰρ διακαῇ, <lb/>τὸ ἄκρον ἑκάτερον
                        ἀνατρέχει τῆς φλεβὸς, ἣ διεκάη, καὶ συναυαίνεται· <lb/>ἢν δὲ καταλελειμμένον
                        ᾖ, ὑπὸ τοῦ καταλελειμμένου, διαῤῥέοντος <lb/>τοῦ αἵματος, ὑγραίνεται· ἢν δὲ
                        αἷμα ῥέῃ ἐκ φλεβὸς, διακαίειν <lb/>ἐπικαρσίην· ἢν δὲ μὴ παύηται πρὸς ταῦτα,
                        ἄνω καὶ κάτω ἑκατέρωθεν <lb/>διατάμνειν, ὡς ἀποτρεφθῇ τὸ αἷμα ῥέον·
                        διαλελαμμένον γὰρ <lb/>φαρμάκῳ ῥᾷον παύειν ἢ τὸ ἀθρόον. Ὀδύνης ἐν κεφαλῇ τοῦ
                        αἵματος <lb/>ἀφαιρέειν ἀπὸ τῶν φλεβῶν· ἢν δὲ μὴ παύηται, ἀλλὰ πολυχρόνιον ᾖ,
                        <lb/>διάκαιε τὰς φλέβας, καὶ ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ κεφαλὴν καθήρῃς, μᾶλλον
                        <lb/>πονέεις. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>