<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:16-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:16-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Χολῇ δὲ τάδ’ ἐστὶν ἐπικίνδυνα, ἴκτερος ἢν ἐπιγένηται, ἐν <lb/>τοῖσιν
                        ὀφθαλμοῖσι καὶ ἐν τοῖσιν ὄνυξι πελιδνὰ ὅταν γένωνται, καὶ ἐς <lb/>τὸ σῶμα
                        ὅταν ἔχῃ ἕλκεα καὶ τὰ περὶ τὰ ἕλκεα πελιδνὰ ᾖ, καὶ ὁ <lb/>ἱδρὼς ὁκόταν μὴ
                        κατ’ ὅλον τὸ σῶμα ἐκθύῃ, ἀλλὰ καθ’ ἓν μέρος τοῦ <lb/>σώματος, καὶ ὅταν τοῦ
                        πυρετοῦ ἔτι ὄντος ἐπαναχρέμπτηται χλωρὸν, <lb/>ἢ, ἐόντος ἐντὸς ἐν τῷ
                        πλεύμονι ἔτι τοῦ χλωροῦ, ἡ ἐπανάχρεμψις <lb/>παύσηται· τοῦτο δεῖ γινώσκειν
                        ὅταν ἐνῇ καὶ ὅταν μὴ ἐνῇ· ὅταν ἐνῇ, <lb/>ἐμψοφεῖ ἐν τῇ φάρυγγι ἀναπνέοντος,
                        καὶ πνεῦμα ἐπικίνδυνον, καὶ <lb/>λὺγξ, καὶ ὁ πυρετὸς ἔτι ὢν, ἀποχρέμματος
                        ἔτι ἐν τῷ πλεύμονι <lb/>ἐνεόντος, καὶ ἡ κοιλίη ἀσθενέος ἤδη ἐόντος
                        ὑποχωρέουσα· ταῦτα <lb/>πλευρίτιδος καὶ περιπλευμονίης ἐπικίνδυνα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Πλευρῖτιν ὧδε χρὴ ἰᾶσθαι· τὸν πυρετὸν μὴ παύειν ἑπτὰ <lb/>ἡμερέων, πότῳ
                        δὲ χρήσθω ἢ ὀξυμελικρήτῳ, ἢ ὄξει καὶ ὕδατι· ταῦτα <lb/>δὲ χρὴ προσφέρειν ὡς
                        πλεῖστα, ὡς ἐπίτεγξις γένηται καὶ γινομένη <pb n="310"/> ἐπανάχρεμψιν ποιέῃ·
                        καὶ τὴν ὀδύνην παύειν θερμαντηρίοισι φαρμάκοισι, <lb/>καὶ καταῤῥοφεῖν
                        διδόναι ὅ τι ἐπανάχρεμψιν ποιήσει, καὶ λουτροῖσι <lb/>χρῆσθαι τεταρταίοισιν·
                        τῇ δὲ πέμπτῃ καὶ τῇ ἕκτῃ χρίειν <lb/>ἐλαίῳ· τῇ δὲ ἑβδόμῃ λούειν, ἢν μὴ ὁ
                        πυρετὸς μέλλῃ ἀφιέναι, ὡς ὑπὸ <lb/>τοῦ λουτροῦ ὁ ἱδρὼς ἐγγένηται· καὶ ἔτι τῇ
                        πέμπτῃ καὶ τῇ ἕκτῃ ἰσχυροτάτοισι <lb/>χρῆσθαι τοῖσιν ἐπαναχρεμπτηρίοισι
                        φαρμάκοις, ὡς τὴν <lb/>ἑβδόμην ὅτι ῥήϊστα ἡμέρην ἀγάγῃ· ἢν δὲ μηδὲ τῇ ἑβδόμῃ
                        ἡμέρῃ <lb/>παύσηται, τῇ ἐννάτῃ παύσεται, ἢν μή τι ἄλλο τῶν ἐπικινδύνων
                        γένηται· <lb/>ἐπὴν δὲ ὁ πυρετὸς ἀφῇ, ῥοφήματα ὡς ἀσθενέστατα ποιέων
                        <lb/>προσφέρειν· ἢν δὲ ἰνηθμὸς ἐγγένηται, ἢν μὲν ἔτι θερμοῦ τοῦ σώματος
                        <lb/>ἐόντος, τῶν ποτῶν ἀφαιρέειν· ἢν δὲ τοῦ πυρετοῦ ἀφεικότος, <lb/>πυρίνοις
                        τοῖσι ῥοφήμασι χρῶ. Καὶ τὴν περιπλευμονίην τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον ἰῶ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τοὺς ἐμπύους καθαίρειν τὴν κεφαλὴν μὴ ἰσχυροῖσι φρμάκοισιν, <lb/>ἀλλὰ
                        κατὰ μικρὸν ἀποτρέπειν ἐς τὰς ῥῖνας, καὶ ἅμα διαχωρητικοῖσι <lb/>σιτίοισι
                        χρῆσθαι· καὶ ἐπὴν ἡ ἀρχὴ τοῦ νοσήματος μηκέτι <lb/>ᾖ, ἀλλ’ ἐκτρέπηται ὁ
                        ῥόος, ἐπανάχρεμψιν ποιέεσθαι, καὶ βῆχα <lb/>ποιέειν, καὶ ἐγχύτοισι
                        φαρμάκοισι χρῆσθαι καὶ σιτίοισιν ἅμα· ὁπόταν <lb/>δὲ δέῃ ἀπόχρεμψιν
                        ποιέεσθαι, καὶ πλέοσι σιτίοισι καὶ ἁλυκοῖσι <lb/>χρῆσθαι καὶ λιπαροῖσι, καὶ
                        οἴνῳ αὐστηρῷ, καὶ βῆχα ποιέειν ὅταν <lb/>ὧδε ἔχῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Καὶ τοὺς ὑπὸ τῆς φθίσιος τὸν αὐτὸν τρόπον τἄλλα, πλὴν τὰ <lb/>σιτία μὴ
                        πολλὰ ἅμα, καὶ τὰ ὄψα μὴ πλέονα ἢ τὰ σιτία, καὶ τῷ <pb n="312"/> οἴνῳ ὑδαρεῖ
                        χρῷ ἐπὶ τῷ σιτίῳ, ὡς μὴ θερμαίνῃ, καὶ τῷ σώματι <lb/>ἀσθενεῖ ἐόντι θερμότητα
                        παρέχῃ, καὶ ἅμα ἀμφότερα θερμαίνωσιν ἐν <lb/>τῷ αὐτῷ χρόνῳ καὶ θερμωλὴν
                        ποιέωσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ῥεῦμα πουλὺ ὁπόταν διὰ τοῦ οἰσοφάγου ἐς τὴν κοιλίην <lb/>ῥεύσῃ, ἴνησις
                        γίνεται κάτω, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἄνω· τούτῳ ἢν μὲν <lb/>ὀδύνη ἐνῇ ἐν τῇ γαστρὶ,
                        ὑπεξάγειν πρῶτον φαρμάκῳ ἢ χυλῷ, ἔπειτα <lb/>φαρμάκῳ ἰσχητηρίῳ χρῆσθαι,
                        τοῖσι δὲ σιτίοισι διαχωρητικοῖσιν <lb/>ἕως ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· ἐπὴν δὲ παύσηται
                        ἡ ὀδύνη, καὶ τοῖσι σιτίοισιν <lb/>ἰσχητηρίοισι χρῆσθαι· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον
                        καὶ ἐπὴν πολλὰς ἡμέρας <lb/>ἴνησις ἔχῃ, ἰᾶσθαι· ἢν δὲ ἀσθενὴς ᾖ καὶ μὴ
                        δύνηται προσφέρεσθαι <lb/>ὑπὸ ἀσθενείης, κλύζειν πρῶτον μὲν χρὴ χυλῷ
                        πτισάνης, ἔπειτα ἐπὴν <lb/>τούτῳ καθήρῃς, τῶν στυφόντων τινί. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>