<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:14-15</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:14-15</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὁπόταν δὲ ἐς τὸν κίθαρον ῥέῃ καὶ χολὴ ᾖ, τῷδε δῆλόν ἐστιν· <lb/>ὀδύνη
                        ἔχει ἐς τὴν λαπάρην καὶ ἐς τὴν κληβδα τὴν ἐς τὴν λαπάρην, <lb/>καὶ πυρετὸς,
                        καὶ ἡ γλῶσσα τὰ ἄνω χλωρὴ γίνεται, καὶ ἀποχρέμπτεται <lb/>ξυμπεπηγότα·
                        ταύτης τῆς νούσου ἑβδομαίῳ ὁ κίνδυνός ἐστιν <lb/>ἢ ἐνναταίῳ. Ὁκόταν ἀμφότερα
                        τὰ πλευρὰ ἀλγέῃ, τὰ δ’ ἄλλα ὅμοια <lb/>ᾖ τῇ ἑτέρῃ, αὕτη μὲν περιπλευμονίη
                        ἐστὶν, ἡ δ’ ἑτέρη πλευρῖτις· <lb/>αὗται δὲ γίνονται διὰ τόδε· ὅταν ἐς τὸν
                        πλεύμονα ῥεύσῃ ἐκ τῆς κεφαλῆς <pb n="304"/> διὰ τοῦ βρόγχου καὶ τῶν
                        ἀρτηριῶν, ὁ πλεύμων, ἅτε ψαφαρὸς <lb/>ἐὼν καὶ ξηρὸς φύσει, ἕλκει ἐφ’ ἑωυτὸν
                        τὸ ὑγρὸν ὅ τι ἂν δύνηται· καὶ <lb/>ἐπὴν εἰρύσῃ, μέζων γίνεται, καὶ ὅταν μὲν
                        ἐς ὅλον ῥεύσῃ, μέζων ὁ <lb/>λοβὸς γενόμενος ἀμφοτέρων ἔψαυσε τῶν πλευρέων,
                        καὶ περιπλευμονίην <lb/>ἐποίησεν· ὅταν δὲ τῆς ἑτέρης μοῦνον, πλευρῖτιν. Ἡ
                        περιπλευμονίη <lb/>πολὺ ἐπικινδυνοτέρη ἐστὶ, καὶ ὀδύναι πολὺ ἰσχυρότεραί
                        εἰσιν <lb/>αἱ ἐς τὰς λαπάρας καὶ ἐς τὰς κλὴβδας, καὶ ἡ γλῶσσα πολὺ ὠχροτέρη,
                        <lb/>καὶ τὴν φάρυγγα ἀλγέει ὑπὸ τοῦ ῥεύματος, καὶ κόπος ἔχει ἰσχυρὸς,
                        <lb/>καὶ πνεῦμα ἑκταῖον ἢ ἑβδομαῖον λάζεται. Τοῦτον ἢν μὴ ἑβδομαῖον ὁ
                        <lb/>πυρετὸς ἀφῇ, ἀποθνήσκει, ἢ ἀποπυΐσκεται, ἢ ἀμφότερον· ἢν δ’ ἐναταῖον
                        <lb/>δύο ἡμέρας διαλιπὼν λάζηται, ὡς τὰ πολλὰ καὶ οὗτος ἢ ἀποθνήσκει, <lb/>ἢ
                        ἔμπυος διαφεύγει· ἢν δὲ δωδεκαταῖον, ἔμπυος γίνεται· <lb/>ἢν δὲ
                        τεσσαρεσκαιδεκαταῖον, ὑγιὴς γίνεται. Καὶ ἔμπυοι ὅσοι ὑπὸ <lb/>περιπλευμονίης
                        ἢ πλευρίτιδος γίνονται, οὐκ ἀποθνήσκουσιν, ἀλλ’ <lb/>ὑγιέες γίνονται· ὡς τὰ
                        πολλὰ ἔμπυοι γίνονται, ὅταν ῥεῦμα ἐς τὸ αὐτὸ <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῇσι χολῇσι
                        γένηται· ἀλλὰ τῇσι μὲν χολῇσι πολὺ ἀποῤῥεῖ, <lb/>καὶ ἀποῤῥεῦσαν παύεται·
                        τοῖσι δ’ ἐμπύοισιν ἔλασσόν τε ῥεῖ καὶ <lb/>οὐ παύεται, καὶ ἔμπυοι γίνονται,
                        ὅταν ἔλασσον ἀποχρέμπτωνται <lb/>ἢ ἐπιῤῥεῖ ἐς τὸν πλεύμονα. Τοῦτο γὰρ, τὸ ἐν
                        τῷ πλεύμονι συνιστάμενόν <lb/>τε καὶ ἐπιῤῥέον, πῦον γίνεται· τὸ δὲ πῦον
                        συνιστάμενον ἐν τῷ <lb/>πλεύμονι καὶ ἐν τῷ κιθάρῳ ἑλκοῖ καὶ σήπει· καὶ ἐπὴν
                        ἑλκωθῇ, ἀπὸ <lb/>τοῦ ἡλκωμένου ἐπιῤῥεῖ καὶ ἐπαναχρεμπτομένου· ἅμα μὲν ἡ
                        κεφαλὴ <lb/>μᾶλλον ῥεῖ σειομένη, ἅμα δὲ ἐκ τοῦ ἡλκωμένου ἐν τῷ κιθάρῳ καὶ
                            <pb n="306"/> τῷ πλεύμονι μᾶλλον ῥεῖ, καὶ τὰ ἕλκεα κινεύμενα
                        ἐπαναῤῥήγνυται, <lb/>ὥστε καὶ εἰ παύσαιτο τὸ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ῥέον, τὸ ἀπ’
                        αὐτέων τῶν <lb/>ἑλκέων ἱκανὸν ἔσται νοῦσον παρασχεῖν. Γίνεται δὲ καὶ ἀπὸ
                        ἕλκους <lb/>ἔμπυος, καὶ ῥᾴων αὕτη ἡ νοῦσος· γίνεται δὲ καὶ ἐκτὸς τοῦ
                        πλεύμονος <lb/>μάλοστα μὲν ἀπὸ ῥήγματος, καὶ ὅταν ἡ σὰρξ φλασθῇ· κατὰ
                        <lb/>τοῦτο γὰρ πῦον ξυνίσταται, καὶ ξυνιστάμενον, εἴ τις σείοι τὸ σῶμα,
                        <lb/>κλυδάζεται, καὶ ψόφον παρέχει, καὶ καίονται ταῦτα. Φθίσις δὲ γίνεται,
                        <lb/>ὅταν ἐς τὸ αὐτὸ, ὥσπερ τῷ ἐμπύῳ, ὁ ῥόος γένηται διὰ τοῦ <lb/>βρόγχου
                        καὶ τῶν ἀορτρέων, αἳ ξυνέχουσι τὸν πλεύμονα καὶ τὸν <lb/>βρόγχον· ἐς δὲ τὸν
                        πλεύμονα ῥέει θαμινὰ κατ’ ὀλίγον, καὶ ὑγρότητα <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι οὐ ποιέει
                        πολλήν· ξηραινόμενον γὰρ τὸ ἐπιῤῥέον ἐν <lb/>τῷ βρόγχῳ πεπηγὸς, ὥστε οὐκ
                        ἐκκλυζόμενον, ἀλλὰ κατ’ ὀλίγον <lb/>ἐπιῤῥέον καὶ ἐνεχόμενον βῆχα ποιέει· ἔν
                        τε τῇσιν ἀορτρῇσιν ἐνεχόμενον <lb/>τὸ ῥέον, ὥστε στενὰς διατρήσιας ἐχούσας
                        τὰς ἀορτρὰς, στενοχωρίην <lb/>τῷ πνεύματι παρέχει, καὶ τοῦτο ποιέει πνεῦμα
                        ἔχειν· <lb/>ὥστε γὰρ αἰεὶ λειπόμενον αἰεὶ ἐπιθυμέει ἀναπνεῖν, καὶ ἐν τῷ
                        πλεύμονι, <lb/>ὥστε οὐκ ἰσχυρῶς ὑγρῷ ἐόντι, ξυσμὸς ἐγγίνεται· ὅταν δὲ πολὺ
                        <lb/>ἀποῤῥυῇ τῆς κεφαλῆς, οὔτ’ ἐν τῷ πλεύμονι ξυσμὸς γίνεται· πολὺ γὰρ
                        <lb/>αὐτέῳ τὸ ἐπιῤῥέον ἐστὶ, καὶ ἔμπυοι ἐκ τῶν φθισίων τούτων γίνονται,
                        <lb/>ὅταν ὑγρότερον τὸ σῶμα γένηται· καὶ ὅταν ξηρότερον γένηται, <lb/>ἐκ τῶν
                        ἐμπύων φθισιῶντες. Ἔμπυοι τῷδε δῆλοι γίνονται· τὴν λαπάρην <lb/>ἀρχομένων
                        πόνος ἔχει· ἐπὴν δὲ πῦον ξυνεστήκῃ, ὅ τε πόνος <lb/>ὁμοίως ἔχει, βήξ τε
                        γίνεται, καὶ ἐπαναχρέμπτεται πῦον, καὶ πνεῦμα <pb n="308"/> ἔχει. Ἢν δὲ μήπω
                        ἐῤῥώγῃ, ἐν τῇ λαπάρῃ σείεται καὶ ψοφέει οἷον ἐν <lb/>ἀσκῷ· ἢν δὲ τούτων
                        μηδὲν προσημήνῃ, ἔμπυος δὲ ᾖ, τοισίδε χρὴ <lb/>τεκμαίρεσθαι· πνεῦμα πουλὺ
                        ἔχει, φθέγγεταί τε ὑποβραγχότερον, <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ
                        γούνατα, μᾶλλον δὲ κατὰ τὴν λαπάρην, <lb/>ἐν ᾗ τὸ πῦον ἔνεστι· καὶ ὁ κίθαρος
                        συγκεκαμμένος ἐστὶ, καὶ λυσιγυῖα <lb/>γίνεται, καὶ ἱδρὼς περιχεῖται ὅλον τὸ
                        σῶμα, καὶ τοτὲ μὲν δοκέει <lb/>θερμὸς αὐτὸς ἑωυτῷ εἶναι, τοτὲ δὲ ψυχρός· καὶ
                        οἱ ὄνυχες περιτέταμένοι <lb/>εἰσὶ, καὶ ἡ κοιλίη θερμὴ γίνεται· τούτοισι χρὴ
                        γινώσκειν τοὺς <lb/>ἐμπύους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὅταν δ’ ὄπισθεν ῥεύσῃ ἐς τὴν ῥάχιν, φθίσις γίνεται τούτῳ <lb/>τοιάδε· τὴν
                        ὀσφὺν ἀλγέει, καὶ τὰ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς κενὰ δοκέουσιν <lb/>αὐτῷ εἶναι.
                    </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>