<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:12-13</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:12-13</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁπόταν δ’ ἐς τὰ ὦτα ῥέῃ, τὸ πρῶτον ὀδύνην παρέχει, βίῃ <lb/>γὰρ χωρέει·
                        πόνον δὲ παρέχει, ἔστ’ ἂν ἀποσυριγγωθῇ· ἐπὴν δὲ μάθῃ <lb/>ῥεῖν, οὐκέτι πόνον
                        ποιέει. Τῷ ὑπὸ τῆς ὀδύνης ἐχομένῳ φάρμακον <lb/>θερμὸν φύσει χλιαρὸν
                        ποιήσαντα, διέντα νετώπῳ, ἐγχεῖν, καὶ ὄπισθεν <lb/>σικύην προσβάλλειν, ἢν τὸ
                        ἀριστερὸν ἀλγέῃ, ἐς τὸ δεξιὸν, καὶ <pb n="298"/> ἢν τὸ δεξιὸν, ἐς τὸ σκαιόν·
                        μὴ κατακρούειν δὲ, ἀλλ’ ὡς ἂν ἕλκῃ <lb/>μοῦνον· ἢν δὲ μὴ πρὸς ταῦτα παύηται,
                        ψύχοντα ἐγχεῖν φύσει ψυχρὰ, <lb/>καὶ φάρμακον πίσαι ὅ τι ἂν κάτω ὑποχώρησιν
                        ποιέῃ, ἄνω δὲ μὴ, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἀρήγει ἐμέειν, καὶ τὰ ἄλλα ψύχειν. Καὶ
                        αἰεὶ δὲ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγιὲς μὴ ποιέοντος τρόπου μεταλλάσσειν· καὶ ἢν μὲν
                        κάκιον ποιέῃ, <lb/>ἔχον ἐς τὸ ὑπεναντίον· ἢν δὲ ῥέπῃ ἐς τὸ ὑγιὲς, τὸ πάμπαν
                        μὴ ἀφελεῖν <lb/>τι τῶν προσφερομένων, μηδ’ ἀποζευγῆσαι, μηδὲ προσθεῖναι
                        <lb/>ἄλλο τι. Ἢν δὲ σεσυριγγωμένον ἤδη ᾖ, καὶ πεπυωμένος ῥέῃ ἰχὼρ πουλὺς
                        <lb/>καὶ κακὸν ὀζόμενος, τοῦτο ὧδε ποιέειν· σπογγιὰν δεύων ξηραίνοντί
                        <lb/>τινι φαρμάκῳ [ξηρῷ] πρὸς τὴν ἀκοὴν ὡς πελαστάτω προσθεῖναι, <lb/>καὶ
                        πρὸς τὰς ῥῖνας καθαρτήριον, ὅπως, τοῦ ἐς τὰ ὦτα ῥέοντος, <lb/>πρόσθεν ἐς τὰς
                        ῥῖνας φέρηται, καὶ μὴ ἐς τὴν κεφαλὴν πάλιν ἀποχωρέῃ, <lb/>νοσηλὸν ἐόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὅταν δ’ ἐς ὀφθαλμοὺς ῥεῦμα ἴῃ, φλεγμαίνουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>καὶ
                        οἰδέουσιν· τοῦτον χρὴ φαρμάκῳ ἢ τῷ ὑγρῷ ἢ τῷ ξηρῷ ἐν παστῷ <lb/>ἰᾶσθαι· ἢν
                        δ’ εὐθέως φλεγμήνωσι, μὴ ἔγχριε μηδὲν, ἀλλ’ ἢ κλύσαι <lb/>κάτω τῷ
                        ἰσχυροτάτῳ, ἢ ἄλλῳ τινὶ ἀπισχνῆναι ὑποχωρητικῷ φαρμάκῳ, <lb/>φυλασσόμενος μὴ
                        ἔμετον ποίησῃς· ἢν δὲ οἷον λίθοι ὑποτρέχωσιν, <lb/>φάρμακον ἐγχρίειν ὅ τι
                        πλεῖστον ἄγειν δάκρυον μέλλει, <lb/>καὶ τὸ ἄλλο σῶμα ὑγραίνοντα καὶ
                        φλεγμαίνειν ποιέοντα, ὡς ὑγρότεροι <lb/>οἱ ὀφθαλμοὶ γένωνται καὶ
                        ἐκκεκλυσμένοι, ὡς τὸ δάκρυον συμπεπηγὸς <lb/>ὑποτρέχειν ποιέῃς. Ὅταν δ’ ἐς
                        τοὺς ὀφθαλμοὺς κατὰ σμικρὸν <pb n="300"/> ῥέῃ, καὶ κνιπότητα παρέχῃ, τοῦτον
                        ἐγχρίειν μαλθακώδει, ὅ τι <lb/>μέλλει ξηραίνειν ἅμα καὶ δάκρυον ὀλίγον
                        ἄγειν, καὶ πρὸς τὰς ῥῖνας <lb/>φάρμακον προσφέρειν ἢ ἑκάστης ἡμέρης, ἢ διὰ
                        τρίτης, γνώμῃ τῇ <lb/>αὐτῇ χρώμενος· τοιόνδε ἔστω τὸ φάρμακον, ὅ τι μὴ
                        πλεῖον ἢ ἐμβάφιον <lb/>ἀπάγειν μέλλει κατὰ τὰς ῥῖνας, ἀπάγειν δὲ κατὰ
                        σμικρὸν, τὸ <lb/>δὲ κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀποξηραίνειν, ὡς ὅ τι ἂν τὸ τῶν
                        ὀφθαλμῶν <lb/>φάρμακον ἀποξηρήνῃ καὶ ἀποφράξῃ, κατὰ τὰς ῥῖνας ἀποτράπηται.
                        <lb/>Τὰ δὲ φάρμακα τὰ τῆς κεφαλῆς καθαρτήρια, ἃ μὲν αὐτῶν ἰσχυρά <lb/>ἐστιν,
                        ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἄγουσιν ὅλης· ἅσσα δὲ ἀσθενέα, ἀπὸ τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν, καὶ
                        αὐτόθεν ἀπὸ τῶν πέλας τῆς ῥινός. Ἢν δ’ ἀπὸ τῆς <lb/>σαρκὸς καὶ τοῦ ὀστέου,
                        μύξης ὑποστάσης μεταξὺ τοῦ ὀστέου καὶ τῆς <lb/>σαρκὸς, ῥεῦμα ἐς τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς γένηται, τῷδε δῆλόν ἐστιν, ὅτι <lb/>ἐντεῦθεν ῥεῖ· τὸ δέρμα τὸ ἐπὶ
                        τῇ κεφαλῇ φλιβόμενον ὑπείκει, καὶ <lb/>ἕλκεα ἐς τὴν κεφαλὴν ἐκθύουσι, καὶ
                        κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς δακρύουσι, <lb/>καὶ οὐχ ἑλκοῦνται τὰ βλέφαρα, οὐδὲ
                        δάκνει, οὐδ’ ἀμβλυώσσειν <lb/>ποιέει, ἀλλ’ ὀξὺ ὁρῶν γίνεται· τὸ γὰρ ῥεῦμα
                        οὐχ ἁλμυρόν ἐστιν, <lb/>ὡς οὐκ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ μυξῶδες μᾶλλον.
                        Τοῦτον ὧδε χρὴ <lb/>ἰᾶσθαι· φαρμάκῳ καθαίρειν χρὴ τὴν κεφαλὴν μὴ ἰσχυρῷ, καὶ
                        τὸ <lb/>σῶμα ἰσχναίνειν καὶ σιτίοισι καὶ φαρμάκοισι κάτω ὑπάγοντα, ὡς
                        <lb/>ἀποξηρανθῇ ἰσχναινομένου τοῦ σώματος, ἢ ἐκτρεφθῇ τῷ κατὰ τὰς <lb/>ῥῖνας
                        προστιθεμένῳ φαρμάκῳ· πρὸς δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς οὐδὲν δεῖ φάρμακον
                        <lb/>προσφέρειν. Ἢν δὲ δὴ μηδ’ οὕτως ὑγιὴς γίνηται, τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>κατατάμνειν ἔστ’ ἂν πρὸς τὸ ὀστέον ἴῃς, μὴ μετεώρους μηδ’ ἐπικαρσίους
                        <lb/>τὰς τομὰς ποιέειν· τάμνειν δὲ ἄχρι τούτου, ἄχρις ἂν τοῦ ὀστέου
                        <lb/>θίγῃς· τάμνειν δὲ πυκνὰ, ὡς ἂν τὸ συνεστηκὸς ἐξέλθῃ θᾶσσον διὰ τῶν
                        <lb/>ἑλκέων ἀποῤῥέον, ἅμα δὲ αἱ τομαὶ πυκναὶ ἐοῦσαι πρόστασιν ποιέωσι <pb n="302"/> τῇ σαρκὶ πρὸς τὸ ὀστέον. Οὕτως ἰᾶσθαι δεῖ· τούτῳ τοιάδε ἡ
                        ἀποτελεύτησις <lb/>γίνεται, ἢν μή τις εὐτρεπίσῃ· οὐκ ἐκκέκλυσται, ὥστ’
                        ἐκκλυσόμενον <lb/>ὀξὺ ὁρᾷν ποιέειν, αἰεὶ τῷ ἐφισταμένῳ μαρμαρυγώδης
                        <lb/>μᾶλλον γίνεται, καὶ τὸ ὀξὺ ὁρῶν τοῦ ἀνθρώπου ἀποσβέννυται. Ἢν <lb/>δ’
                        ἐς τὴν ὄψιν ἐς τὸ ὑγρὸν καθαρὸν αἱματῶδές τι ἐσέλθῃ ὑγρὸν, τούτῳ <lb/>ἡ ὄψις
                        ἔνδον ἐμφαίνεται τοῦ ὀφθαλμοῦ οὐ στρογγύλον ἐὸν διὰ τόδε· <lb/>ἐν ᾧ ἂν τὸ
                        αἱματῶδες ἐνῇ, τοῦτο οὐκ ἐμφαίνεται, τούτῳ δὴ ἐλλείπει <lb/>τὸ φαινόμενον
                        περιφερὲς εἶναι, καὶ προκινέεσθαι αὐτῷ δοκέει <lb/>πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ
                        οὐδὲν κατ’ ἀλήθειαν ὁρᾷ. Τούτου χρὴ τὰς <lb/>φλέβας ἀποκαίειν τὰς πιεζούσας
                        τὰς ὄψιας, αἳ σφύζουσιν αἰεὶ καὶ <lb/>μεταξὺ τοῦ τε ὠτὸς καὶ τοῦ κροτάφου
                        πεφύκασιν· καὶ ἐπειδὰν ταύτας <lb/>ἀποφράξῃς, πρὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς φάρμακα,
                        ὅσα ὑγραίνει, πρόσφερε, <lb/>καὶ δάκρυον ἄπαγε ὡς πλεῖστον, ὅπως τὸ
                        συνεστηκὸς ἐν τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσιν ἐκκλυσθῇ τὸ τὴν νοῦσον παρέχον. Ἢν δὲ
                        ὁ ὀφθαλμὸς <lb/>ῥαγῇ, μαλθακοῖσι φαρμάκοισι χρῆσθαι καὶ στρυφνοῖσιν, ὡς
                        στυφόμενον <lb/>τὸ ἕλκος ἐς σμικρὸν συνίῃ, καὶ ἡ οὐλὴ λεπτὴ ᾖ. Ὅταν δ’
                        ἄργεμον <lb/>ᾖ, δακρύειν τῷ ὀφθαλμῷ ἀρήγει. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>