<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:11-15</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:11-15</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἢν δὲ συνοιδήσωσιν αἱ ῥῖνες, καὶ φλέγματος ἔμπλεαι ἔωσιν
                        <lb/>συμπεπηγότος, τοῦτο χρὴ τὸ φλέγμα τὸ συμπεπηγὸς λεπτύνειν ἢ
                        <lb/>πυρίῃσιν, ἢ φαρμάκῳ, καὶ μὴ ἀποτρέπειν· ἢν γὰρ ἀποτρεφθὲν ἄλλῃ <lb/>πη
                        ῥεύσῃ, πάντη τὸ ῥέον μέζονα νόσον ποιέοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁπόταν δ’ ἐς τὰ ὦτα ῥέῃ, τὸ πρῶτον ὀδύνην παρέχει, βίῃ <lb/>γὰρ χωρέει·
                        πόνον δὲ παρέχει, ἔστ’ ἂν ἀποσυριγγωθῇ· ἐπὴν δὲ μάθῃ <lb/>ῥεῖν, οὐκέτι πόνον
                        ποιέει. Τῷ ὑπὸ τῆς ὀδύνης ἐχομένῳ φάρμακον <lb/>θερμὸν φύσει χλιαρὸν
                        ποιήσαντα, διέντα νετώπῳ, ἐγχεῖν, καὶ ὄπισθεν <lb/>σικύην προσβάλλειν, ἢν τὸ
                        ἀριστερὸν ἀλγέῃ, ἐς τὸ δεξιὸν, καὶ <pb n="298"/> ἢν τὸ δεξιὸν, ἐς τὸ σκαιόν·
                        μὴ κατακρούειν δὲ, ἀλλ’ ὡς ἂν ἕλκῃ <lb/>μοῦνον· ἢν δὲ μὴ πρὸς ταῦτα παύηται,
                        ψύχοντα ἐγχεῖν φύσει ψυχρὰ, <lb/>καὶ φάρμακον πίσαι ὅ τι ἂν κάτω ὑποχώρησιν
                        ποιέῃ, ἄνω δὲ μὴ, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἀρήγει ἐμέειν, καὶ τὰ ἄλλα ψύχειν. Καὶ
                        αἰεὶ δὲ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγιὲς μὴ ποιέοντος τρόπου μεταλλάσσειν· καὶ ἢν μὲν
                        κάκιον ποιέῃ, <lb/>ἔχον ἐς τὸ ὑπεναντίον· ἢν δὲ ῥέπῃ ἐς τὸ ὑγιὲς, τὸ πάμπαν
                        μὴ ἀφελεῖν <lb/>τι τῶν προσφερομένων, μηδ’ ἀποζευγῆσαι, μηδὲ προσθεῖναι
                        <lb/>ἄλλο τι. Ἢν δὲ σεσυριγγωμένον ἤδη ᾖ, καὶ πεπυωμένος ῥέῃ ἰχὼρ πουλὺς
                        <lb/>καὶ κακὸν ὀζόμενος, τοῦτο ὧδε ποιέειν· σπογγιὰν δεύων ξηραίνοντί
                        <lb/>τινι φαρμάκῳ [ξηρῷ] πρὸς τὴν ἀκοὴν ὡς πελαστάτω προσθεῖναι, <lb/>καὶ
                        πρὸς τὰς ῥῖνας καθαρτήριον, ὅπως, τοῦ ἐς τὰ ὦτα ῥέοντος, <lb/>πρόσθεν ἐς τὰς
                        ῥῖνας φέρηται, καὶ μὴ ἐς τὴν κεφαλὴν πάλιν ἀποχωρέῃ, <lb/>νοσηλὸν ἐόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὅταν δ’ ἐς ὀφθαλμοὺς ῥεῦμα ἴῃ, φλεγμαίνουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>καὶ
                        οἰδέουσιν· τοῦτον χρὴ φαρμάκῳ ἢ τῷ ὑγρῷ ἢ τῷ ξηρῷ ἐν παστῷ <lb/>ἰᾶσθαι· ἢν
                        δ’ εὐθέως φλεγμήνωσι, μὴ ἔγχριε μηδὲν, ἀλλ’ ἢ κλύσαι <lb/>κάτω τῷ
                        ἰσχυροτάτῳ, ἢ ἄλλῳ τινὶ ἀπισχνῆναι ὑποχωρητικῷ φαρμάκῳ, <lb/>φυλασσόμενος μὴ
                        ἔμετον ποίησῃς· ἢν δὲ οἷον λίθοι ὑποτρέχωσιν, <lb/>φάρμακον ἐγχρίειν ὅ τι
                        πλεῖστον ἄγειν δάκρυον μέλλει, <lb/>καὶ τὸ ἄλλο σῶμα ὑγραίνοντα καὶ
                        φλεγμαίνειν ποιέοντα, ὡς ὑγρότεροι <lb/>οἱ ὀφθαλμοὶ γένωνται καὶ
                        ἐκκεκλυσμένοι, ὡς τὸ δάκρυον συμπεπηγὸς <lb/>ὑποτρέχειν ποιέῃς. Ὅταν δ’ ἐς
                        τοὺς ὀφθαλμοὺς κατὰ σμικρὸν <pb n="300"/> ῥέῃ, καὶ κνιπότητα παρέχῃ, τοῦτον
                        ἐγχρίειν μαλθακώδει, ὅ τι <lb/>μέλλει ξηραίνειν ἅμα καὶ δάκρυον ὀλίγον
                        ἄγειν, καὶ πρὸς τὰς ῥῖνας <lb/>φάρμακον προσφέρειν ἢ ἑκάστης ἡμέρης, ἢ διὰ
                        τρίτης, γνώμῃ τῇ <lb/>αὐτῇ χρώμενος· τοιόνδε ἔστω τὸ φάρμακον, ὅ τι μὴ
                        πλεῖον ἢ ἐμβάφιον <lb/>ἀπάγειν μέλλει κατὰ τὰς ῥῖνας, ἀπάγειν δὲ κατὰ
                        σμικρὸν, τὸ <lb/>δὲ κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀποξηραίνειν, ὡς ὅ τι ἂν τὸ τῶν
                        ὀφθαλμῶν <lb/>φάρμακον ἀποξηρήνῃ καὶ ἀποφράξῃ, κατὰ τὰς ῥῖνας ἀποτράπηται.
                        <lb/>Τὰ δὲ φάρμακα τὰ τῆς κεφαλῆς καθαρτήρια, ἃ μὲν αὐτῶν ἰσχυρά <lb/>ἐστιν,
                        ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἄγουσιν ὅλης· ἅσσα δὲ ἀσθενέα, ἀπὸ τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν, καὶ
                        αὐτόθεν ἀπὸ τῶν πέλας τῆς ῥινός. Ἢν δ’ ἀπὸ τῆς <lb/>σαρκὸς καὶ τοῦ ὀστέου,
                        μύξης ὑποστάσης μεταξὺ τοῦ ὀστέου καὶ τῆς <lb/>σαρκὸς, ῥεῦμα ἐς τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς γένηται, τῷδε δῆλόν ἐστιν, ὅτι <lb/>ἐντεῦθεν ῥεῖ· τὸ δέρμα τὸ ἐπὶ
                        τῇ κεφαλῇ φλιβόμενον ὑπείκει, καὶ <lb/>ἕλκεα ἐς τὴν κεφαλὴν ἐκθύουσι, καὶ
                        κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς δακρύουσι, <lb/>καὶ οὐχ ἑλκοῦνται τὰ βλέφαρα, οὐδὲ
                        δάκνει, οὐδ’ ἀμβλυώσσειν <lb/>ποιέει, ἀλλ’ ὀξὺ ὁρῶν γίνεται· τὸ γὰρ ῥεῦμα
                        οὐχ ἁλμυρόν ἐστιν, <lb/>ὡς οὐκ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ μυξῶδες μᾶλλον.
                        Τοῦτον ὧδε χρὴ <lb/>ἰᾶσθαι· φαρμάκῳ καθαίρειν χρὴ τὴν κεφαλὴν μὴ ἰσχυρῷ, καὶ
                        τὸ <lb/>σῶμα ἰσχναίνειν καὶ σιτίοισι καὶ φαρμάκοισι κάτω ὑπάγοντα, ὡς
                        <lb/>ἀποξηρανθῇ ἰσχναινομένου τοῦ σώματος, ἢ ἐκτρεφθῇ τῷ κατὰ τὰς <lb/>ῥῖνας
                        προστιθεμένῳ φαρμάκῳ· πρὸς δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς οὐδὲν δεῖ φάρμακον
                        <lb/>προσφέρειν. Ἢν δὲ δὴ μηδ’ οὕτως ὑγιὴς γίνηται, τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>κατατάμνειν ἔστ’ ἂν πρὸς τὸ ὀστέον ἴῃς, μὴ μετεώρους μηδ’ ἐπικαρσίους
                        <lb/>τὰς τομὰς ποιέειν· τάμνειν δὲ ἄχρι τούτου, ἄχρις ἂν τοῦ ὀστέου
                        <lb/>θίγῃς· τάμνειν δὲ πυκνὰ, ὡς ἂν τὸ συνεστηκὸς ἐξέλθῃ θᾶσσον διὰ τῶν
                        <lb/>ἑλκέων ἀποῤῥέον, ἅμα δὲ αἱ τομαὶ πυκναὶ ἐοῦσαι πρόστασιν ποιέωσι <pb n="302"/> τῇ σαρκὶ πρὸς τὸ ὀστέον. Οὕτως ἰᾶσθαι δεῖ· τούτῳ τοιάδε ἡ
                        ἀποτελεύτησις <lb/>γίνεται, ἢν μή τις εὐτρεπίσῃ· οὐκ ἐκκέκλυσται, ὥστ’
                        ἐκκλυσόμενον <lb/>ὀξὺ ὁρᾷν ποιέειν, αἰεὶ τῷ ἐφισταμένῳ μαρμαρυγώδης
                        <lb/>μᾶλλον γίνεται, καὶ τὸ ὀξὺ ὁρῶν τοῦ ἀνθρώπου ἀποσβέννυται. Ἢν <lb/>δ’
                        ἐς τὴν ὄψιν ἐς τὸ ὑγρὸν καθαρὸν αἱματῶδές τι ἐσέλθῃ ὑγρὸν, τούτῳ <lb/>ἡ ὄψις
                        ἔνδον ἐμφαίνεται τοῦ ὀφθαλμοῦ οὐ στρογγύλον ἐὸν διὰ τόδε· <lb/>ἐν ᾧ ἂν τὸ
                        αἱματῶδες ἐνῇ, τοῦτο οὐκ ἐμφαίνεται, τούτῳ δὴ ἐλλείπει <lb/>τὸ φαινόμενον
                        περιφερὲς εἶναι, καὶ προκινέεσθαι αὐτῷ δοκέει <lb/>πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ
                        οὐδὲν κατ’ ἀλήθειαν ὁρᾷ. Τούτου χρὴ τὰς <lb/>φλέβας ἀποκαίειν τὰς πιεζούσας
                        τὰς ὄψιας, αἳ σφύζουσιν αἰεὶ καὶ <lb/>μεταξὺ τοῦ τε ὠτὸς καὶ τοῦ κροτάφου
                        πεφύκασιν· καὶ ἐπειδὰν ταύτας <lb/>ἀποφράξῃς, πρὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς φάρμακα,
                        ὅσα ὑγραίνει, πρόσφερε, <lb/>καὶ δάκρυον ἄπαγε ὡς πλεῖστον, ὅπως τὸ
                        συνεστηκὸς ἐν τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσιν ἐκκλυσθῇ τὸ τὴν νοῦσον παρέχον. Ἢν δὲ
                        ὁ ὀφθαλμὸς <lb/>ῥαγῇ, μαλθακοῖσι φαρμάκοισι χρῆσθαι καὶ στρυφνοῖσιν, ὡς
                        στυφόμενον <lb/>τὸ ἕλκος ἐς σμικρὸν συνίῃ, καὶ ἡ οὐλὴ λεπτὴ ᾖ. Ὅταν δ’
                        ἄργεμον <lb/>ᾖ, δακρύειν τῷ ὀφθαλμῷ ἀρήγει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὁπόταν δὲ ἐς τὸν κίθαρον ῥέῃ καὶ χολὴ ᾖ, τῷδε δῆλόν ἐστιν· <lb/>ὀδύνη
                        ἔχει ἐς τὴν λαπάρην καὶ ἐς τὴν κληβδα τὴν ἐς τὴν λαπάρην, <lb/>καὶ πυρετὸς,
                        καὶ ἡ γλῶσσα τὰ ἄνω χλωρὴ γίνεται, καὶ ἀποχρέμπτεται <lb/>ξυμπεπηγότα·
                        ταύτης τῆς νούσου ἑβδομαίῳ ὁ κίνδυνός ἐστιν <lb/>ἢ ἐνναταίῳ. Ὁκόταν ἀμφότερα
                        τὰ πλευρὰ ἀλγέῃ, τὰ δ’ ἄλλα ὅμοια <lb/>ᾖ τῇ ἑτέρῃ, αὕτη μὲν περιπλευμονίη
                        ἐστὶν, ἡ δ’ ἑτέρη πλευρῖτις· <lb/>αὗται δὲ γίνονται διὰ τόδε· ὅταν ἐς τὸν
                        πλεύμονα ῥεύσῃ ἐκ τῆς κεφαλῆς <pb n="304"/> διὰ τοῦ βρόγχου καὶ τῶν
                        ἀρτηριῶν, ὁ πλεύμων, ἅτε ψαφαρὸς <lb/>ἐὼν καὶ ξηρὸς φύσει, ἕλκει ἐφ’ ἑωυτὸν
                        τὸ ὑγρὸν ὅ τι ἂν δύνηται· καὶ <lb/>ἐπὴν εἰρύσῃ, μέζων γίνεται, καὶ ὅταν μὲν
                        ἐς ὅλον ῥεύσῃ, μέζων ὁ <lb/>λοβὸς γενόμενος ἀμφοτέρων ἔψαυσε τῶν πλευρέων,
                        καὶ περιπλευμονίην <lb/>ἐποίησεν· ὅταν δὲ τῆς ἑτέρης μοῦνον, πλευρῖτιν. Ἡ
                        περιπλευμονίη <lb/>πολὺ ἐπικινδυνοτέρη ἐστὶ, καὶ ὀδύναι πολὺ ἰσχυρότεραί
                        εἰσιν <lb/>αἱ ἐς τὰς λαπάρας καὶ ἐς τὰς κλὴβδας, καὶ ἡ γλῶσσα πολὺ ὠχροτέρη,
                        <lb/>καὶ τὴν φάρυγγα ἀλγέει ὑπὸ τοῦ ῥεύματος, καὶ κόπος ἔχει ἰσχυρὸς,
                        <lb/>καὶ πνεῦμα ἑκταῖον ἢ ἑβδομαῖον λάζεται. Τοῦτον ἢν μὴ ἑβδομαῖον ὁ
                        <lb/>πυρετὸς ἀφῇ, ἀποθνήσκει, ἢ ἀποπυΐσκεται, ἢ ἀμφότερον· ἢν δ’ ἐναταῖον
                        <lb/>δύο ἡμέρας διαλιπὼν λάζηται, ὡς τὰ πολλὰ καὶ οὗτος ἢ ἀποθνήσκει, <lb/>ἢ
                        ἔμπυος διαφεύγει· ἢν δὲ δωδεκαταῖον, ἔμπυος γίνεται· <lb/>ἢν δὲ
                        τεσσαρεσκαιδεκαταῖον, ὑγιὴς γίνεται. Καὶ ἔμπυοι ὅσοι ὑπὸ <lb/>περιπλευμονίης
                        ἢ πλευρίτιδος γίνονται, οὐκ ἀποθνήσκουσιν, ἀλλ’ <lb/>ὑγιέες γίνονται· ὡς τὰ
                        πολλὰ ἔμπυοι γίνονται, ὅταν ῥεῦμα ἐς τὸ αὐτὸ <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῇσι χολῇσι
                        γένηται· ἀλλὰ τῇσι μὲν χολῇσι πολὺ ἀποῤῥεῖ, <lb/>καὶ ἀποῤῥεῦσαν παύεται·
                        τοῖσι δ’ ἐμπύοισιν ἔλασσόν τε ῥεῖ καὶ <lb/>οὐ παύεται, καὶ ἔμπυοι γίνονται,
                        ὅταν ἔλασσον ἀποχρέμπτωνται <lb/>ἢ ἐπιῤῥεῖ ἐς τὸν πλεύμονα. Τοῦτο γὰρ, τὸ ἐν
                        τῷ πλεύμονι συνιστάμενόν <lb/>τε καὶ ἐπιῤῥέον, πῦον γίνεται· τὸ δὲ πῦον
                        συνιστάμενον ἐν τῷ <lb/>πλεύμονι καὶ ἐν τῷ κιθάρῳ ἑλκοῖ καὶ σήπει· καὶ ἐπὴν
                        ἑλκωθῇ, ἀπὸ <lb/>τοῦ ἡλκωμένου ἐπιῤῥεῖ καὶ ἐπαναχρεμπτομένου· ἅμα μὲν ἡ
                        κεφαλὴ <lb/>μᾶλλον ῥεῖ σειομένη, ἅμα δὲ ἐκ τοῦ ἡλκωμένου ἐν τῷ κιθάρῳ καὶ
                            <pb n="306"/> τῷ πλεύμονι μᾶλλον ῥεῖ, καὶ τὰ ἕλκεα κινεύμενα
                        ἐπαναῤῥήγνυται, <lb/>ὥστε καὶ εἰ παύσαιτο τὸ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ῥέον, τὸ ἀπ’
                        αὐτέων τῶν <lb/>ἑλκέων ἱκανὸν ἔσται νοῦσον παρασχεῖν. Γίνεται δὲ καὶ ἀπὸ
                        ἕλκους <lb/>ἔμπυος, καὶ ῥᾴων αὕτη ἡ νοῦσος· γίνεται δὲ καὶ ἐκτὸς τοῦ
                        πλεύμονος <lb/>μάλοστα μὲν ἀπὸ ῥήγματος, καὶ ὅταν ἡ σὰρξ φλασθῇ· κατὰ
                        <lb/>τοῦτο γὰρ πῦον ξυνίσταται, καὶ ξυνιστάμενον, εἴ τις σείοι τὸ σῶμα,
                        <lb/>κλυδάζεται, καὶ ψόφον παρέχει, καὶ καίονται ταῦτα. Φθίσις δὲ γίνεται,
                        <lb/>ὅταν ἐς τὸ αὐτὸ, ὥσπερ τῷ ἐμπύῳ, ὁ ῥόος γένηται διὰ τοῦ <lb/>βρόγχου
                        καὶ τῶν ἀορτρέων, αἳ ξυνέχουσι τὸν πλεύμονα καὶ τὸν <lb/>βρόγχον· ἐς δὲ τὸν
                        πλεύμονα ῥέει θαμινὰ κατ’ ὀλίγον, καὶ ὑγρότητα <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι οὐ ποιέει
                        πολλήν· ξηραινόμενον γὰρ τὸ ἐπιῤῥέον ἐν <lb/>τῷ βρόγχῳ πεπηγὸς, ὥστε οὐκ
                        ἐκκλυζόμενον, ἀλλὰ κατ’ ὀλίγον <lb/>ἐπιῤῥέον καὶ ἐνεχόμενον βῆχα ποιέει· ἔν
                        τε τῇσιν ἀορτρῇσιν ἐνεχόμενον <lb/>τὸ ῥέον, ὥστε στενὰς διατρήσιας ἐχούσας
                        τὰς ἀορτρὰς, στενοχωρίην <lb/>τῷ πνεύματι παρέχει, καὶ τοῦτο ποιέει πνεῦμα
                        ἔχειν· <lb/>ὥστε γὰρ αἰεὶ λειπόμενον αἰεὶ ἐπιθυμέει ἀναπνεῖν, καὶ ἐν τῷ
                        πλεύμονι, <lb/>ὥστε οὐκ ἰσχυρῶς ὑγρῷ ἐόντι, ξυσμὸς ἐγγίνεται· ὅταν δὲ πολὺ
                        <lb/>ἀποῤῥυῇ τῆς κεφαλῆς, οὔτ’ ἐν τῷ πλεύμονι ξυσμὸς γίνεται· πολὺ γὰρ
                        <lb/>αὐτέῳ τὸ ἐπιῤῥέον ἐστὶ, καὶ ἔμπυοι ἐκ τῶν φθισίων τούτων γίνονται,
                        <lb/>ὅταν ὑγρότερον τὸ σῶμα γένηται· καὶ ὅταν ξηρότερον γένηται, <lb/>ἐκ τῶν
                        ἐμπύων φθισιῶντες. Ἔμπυοι τῷδε δῆλοι γίνονται· τὴν λαπάρην <lb/>ἀρχομένων
                        πόνος ἔχει· ἐπὴν δὲ πῦον ξυνεστήκῃ, ὅ τε πόνος <lb/>ὁμοίως ἔχει, βήξ τε
                        γίνεται, καὶ ἐπαναχρέμπτεται πῦον, καὶ πνεῦμα <pb n="308"/> ἔχει. Ἢν δὲ μήπω
                        ἐῤῥώγῃ, ἐν τῇ λαπάρῃ σείεται καὶ ψοφέει οἷον ἐν <lb/>ἀσκῷ· ἢν δὲ τούτων
                        μηδὲν προσημήνῃ, ἔμπυος δὲ ᾖ, τοισίδε χρὴ <lb/>τεκμαίρεσθαι· πνεῦμα πουλὺ
                        ἔχει, φθέγγεταί τε ὑποβραγχότερον, <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ
                        γούνατα, μᾶλλον δὲ κατὰ τὴν λαπάρην, <lb/>ἐν ᾗ τὸ πῦον ἔνεστι· καὶ ὁ κίθαρος
                        συγκεκαμμένος ἐστὶ, καὶ λυσιγυῖα <lb/>γίνεται, καὶ ἱδρὼς περιχεῖται ὅλον τὸ
                        σῶμα, καὶ τοτὲ μὲν δοκέει <lb/>θερμὸς αὐτὸς ἑωυτῷ εἶναι, τοτὲ δὲ ψυχρός· καὶ
                        οἱ ὄνυχες περιτέταμένοι <lb/>εἰσὶ, καὶ ἡ κοιλίη θερμὴ γίνεται· τούτοισι χρὴ
                        γινώσκειν τοὺς <lb/>ἐμπύους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὅταν δ’ ὄπισθεν ῥεύσῃ ἐς τὴν ῥάχιν, φθίσις γίνεται τούτῳ <lb/>τοιάδε· τὴν
                        ὀσφὺν ἀλγέει, καὶ τὰ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς κενὰ δοκέουσιν <lb/>αὐτῷ εἶναι.
                    </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>