<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg026.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΤΟΠΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ.</head><p>1. Ἐμοὶ δοκέει ἀρχὴ μὲν οὖν οὐδεμία εἶναι τοῦ σώματος, ἀλλὰ <lb/>πάντα ὁμοίως
                        ἀρχὴ καὶ πάντα τελευτή· κύκλου γὰρ γραφέντος ἀρχὴ <lb/>οὐχ εὑρέθη· καὶ τῶν
                        νοσημάτων ἀπὸ παντὸς ὁμοίως τοῦ σώματος· τὸ <lb/>μὲν ξηρότερον, πεφυκὸς
                        νόσους λάζεσθαι καὶ μᾶλλον πονέειν, τὸ δὲ <lb/>ὑγρὸν ἧσσον· τὸ μὲν γὰρ ἐν τῷ
                        ξηρῷ νόσημα πήγνυταί τε καὶ οὐ <lb/>διαπαύει, τὸ δ’ ἐν τῷ ὑγρῷ διαῤῥεῖ, καὶ
                        τοῦ σώματος ἄλλοτε ἄλλο <lb/>μάλιστα ἔχει, καὶ αἰεὶ μεταλλάσσον ἀνάπαυσιν
                        ποιέει, καὶ θᾶσσον <lb/>παύεται, ὥστε οὐ πεπηγός, Τοῦ δὲ σώματος τὰ μέλεα
                        ἕκαστα τὸ <lb/>ἕτερον τῷ ἑτέρῳ, ὁπόταν ἔνθα ἢ ἔνθα ὁρμήσῃ, νοῦσον παραυτίκα
                        <lb/>ποιέει, ἡ κοιλίη τῇ κεφαλῇ, καὶ ἡ κεφαλὴ τῇσι σαρξὶ καὶ τῇ κοιλίῃ,
                        <lb/>καὶ τἄλλα ἅπαντα οὕτω κατὰ λόγον, ὥσπερ ἡ κοιλίη τῇ κεφαλῇ, καὶ <lb/>ἡ
                        κεφαλὴ τῇσι σαρξὶ καὶ τῇ κοιλίῃ. Ἡ γὰρ κοιλίη ὁκόταν ὑπεκχώρησιν <lb/>μὴ
                        ποιέῃ τὴν μετρίην, καὶ ἐσίῃ ἐς αὐτὴν, ἄρδει τῇ ὑγρότητι <lb/>τὸ σῶμα τῇ ἀπὸ
                        τῶν σιτίων τῶν προσφερομένων· αὕτη δὲ ἡ <lb/>ὑγρότης ἀπὸ τῆς κοιλίης
                        ἀποφρασσομένη ἐς τὴν κεφαλὴν ὡδοιπόρησεν <lb/>ἀθρόη· καὶ ἐς τὴν κεφαλὴν ἐπὴν
                        ἀφίκηται, οὐ χωρευμένη ὑπὸ <lb/>τῶν τευχέων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ, ῥεῖ ᾗ ἂν τύχῃ,
                        καὶ πέριξ τῆς κεφαλῆς, <lb/>καὶ ἐς τὸν ἐγκέφαλον διὰ λεπτοῦ τοῦ ὀστέου· καὶ
                        ἡ μὲν ἐν τῷ ὀστέῳ <lb/>ἐνδέδυκεν, ἡ δὲ περὶ τὸν ἐγκέφαλον διὰ λεπτοῦ τοῦ
                        ὀστέου· καὶ ἢν μὲν <lb/>ἐς τὴν κοιλίην πάλιν ἀφίκηται, τῇ κοιλίῃ νοῦσον
                        ἐποίησεν· ἢν δ’ ἄλλῃ <lb/>πη τύχῃ, ἄλλῃ νοῦσον ποιέει, καὶ τἄλλα οὕτως,
                        ὥσπερ τοῦτο, τὸ <pb n="278"/> ἕτερον τῷ ἑτέρῳ νοῦσον ποιέει· καὶ κάλλιστον
                        οὕτως εὐτρεπίζειν τὰ <lb/>νοσεύμενα διὰ τῶν τὰς νούσους ποιεύντων· οὕτω γὰρ
                        ἂν κάλλιστα τὴν <lb/>ἀρχὴν τοῦ νοσευμένου τις ἰῷτο. Τὸ δὲ σῶμα αὐτὸ ἑωυτῷ
                        τωὐτόν <lb/>ἐστι καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν σύγκειται, ὁμοίως δὲ οὐκ ἐχόντων, καὶ τὰ
                        <lb/>σμικρὰ αὐτοῦ καὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ κάτω καὶ τὰ ἄνω· καὶ εἴ τις
                        <lb/>βούλεται τοῦ σώματος ἀπολαβὼν μέρος κακῶς ποιέειν τὸ σμικρότατον,
                        <lb/>πᾶν τὸ σῶμα αἰσθήσεται τὴν πεῖσιν, ὁποίη ἄν τις ᾖ, διὰ τόδε <lb/>ὅτι
                        τοῦ σώματος τὸ σμικρότατον πάντα ἔχει, ὅσα περ καὶ τὸ μέγιστον· <lb/>τοῦτο
                        δ’ ὁποῖον ἄν τι πάθῃ, τὸ σμικρότατον ἐπαναφέρει πρὸς <lb/>τὴν ὁμοεθνίην
                        ἕκαστον πρὸς τὴν ἑωυτοῦ, ἤν τε κακὸν, ἤν τε ἀγαθὸν <lb/>ᾖ· καὶ ταῦτα καὶ
                        ἀλγέει καὶ ἥδεται ὑπὸ ἔθνεος τοῦ σμικροτάτου <lb/>τὸ σῶμα, ὅτι ἐν τῷ
                        σμικροτάτῳ πάντ’ ἔνι τὰ μέρεα, καὶ ταῦτα <lb/>ἐπαναφέρουσιν ἐς τὰ σφῶν αὐτῶν
                        ἕκαστα, καὶ ἐξαγγέλλουσι πάντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Φύσις δὲ τοῦ σώματος, ἀρχὴ τοῦ ἐν ἰητρικῇ λόγου· πρῶτον <lb/>διατέτρηται ᾗ
                        ἐσακούομεν· τὰ μὲν γὰρ περὶ τὰ ὦτα πέριξ κενεὰ, <lb/>οὐκ ἐσακούει ἄλλο ἢ
                        ψόφον καὶ ἰαχήν· ὅ τι δ’ ἂν διὰ τῆς μήνιγγος <lb/>ἐς τὸν ἐγκέφαλον ἐσέλθῃ,
                        τοῦτο διαφραδέως ἀκούεται ταύτῃ· καὶ μόνη <lb/>τρῆσις διὰ τῆς μήνιγγός ἐστι
                        τῆς περὶ τὸν ἐγκέφαλον περιτεταμένης. <lb/>Κατὰ δὲ τὰς ῥῖνας τρῆμα μὲν οὐκ
                        ἔνεστιν, σομφὸν δὲ, οἷον σπογγία· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο διὰ πλέονος ἀκούει ἢ
                        ὀσφραίνεται· κατὰ πολὺ γὰρ σκίδναται <lb/>ἡ ὀδμὴ τῆς ὀσφρήσιος. Καὶ ἐς τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς φλέβια λεπτὰ <lb/>ἐς τὴν ὄψιν ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου διὰ τῆς μήνιγγος
                        τῆς περιεχούσης φέρονται· <lb/>ταῦτα δὲ τὰ φλέβια τὴν ὄψιν τρέφουσι τῷ ὑγρῷ
                        τῷ καθαρωτάτῳ <lb/>τῷ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ἐς ὃ καὶ ἐμφαίνεται ἐν τοῖσιν <pb n="280"/> ὀφθαλμοῖσιν· ταῦτα δὲ τὰ φλέβια καὶ ἀποσβεννύασι τὰς ὄψεις
                        ὅταν <lb/>ξηρανθῶσιν. Μήνιγγες δὲ τρεῖς εἰσιν αἱ τοὺς ὀφθαλμοὺς φυλάσσουσαι,
                        <lb/>ἡ μὲν ἐπάνω παχυτέρη, ἡ δὲ διὰ μέσου λεπτοτέρη, ἡ δὲ τρίτη λεπτὴ <lb/>ἡ
                        τὸ ὑγρὸν φυλάσσουσα· τούτων ἡ μὲν ἐπάνω καὶ παχυτέρη, νοῦσος, <lb/>ἢν
                        κωφωθῇ· ἡ δὲ διὰ μέσου ἐπικίνδυνος αὕτη, καὶ ὅταν ῥαγῇ, ἐξίσχει <lb/>οἷον
                        κύστις· ἡ δὲ τρίτη ἡ λεπτοτάτη πάμπαν ἐπικίνδυνος, ἡ τὸ <lb/>ὑγρὸν
                        φυλάσσουσα. Μήνιγγες δὲ δύο εἰσὶ τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ μὲν ἐπάνω <lb/>παχυτέρη, ἡ
                        δὲ λεπτὴ τοῦ ἐγκεφάλου ἁπτομένη, οὐκ ἔτι ἡ αὐτὴ <lb/>ἐπὴν τρωθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Φλέβες δὲ περαίνουσι μὲν ἐς τὴν κορυφὴν διὰ τῆς σαρκὸς <lb/>ἔχουσαι πρὸς
                        τὸ ὀστέον, φέρονται δὲ διὰ τῆς σαρκὸς, δύο μὲν ἐκ τῆς <lb/>κορυφῆς κατ’ ἰθὺ
                        ᾗ αἱ ὀφρύες συγκλείονται καὶ τελευτῶσιν ἐς τὼς <lb/>κανθοὺς τῶν ὀφθαλμῶν,
                        μία δὲ ἀπὸ τῆς κορυφῆς ἐς τὴν ῥῖνα φέρεται <lb/>καὶ σχίζεται ἐς τὸν χόνδρον
                        τῆς ῥινὸς ἑκάτερον· ἄλλαι δύο φλέβες <lb/>παρὰ τοὺς κροτάφους φέρονται ἐν
                        μέσῳ τῶν κροτάφων καὶ τῶν ὤτων, <lb/>αἳ πιέζουσι τὰς ὄψεις καὶ σφύζουσιν
                        αἰεί· μοῦναι γὰρ αὗται οὐκ ἄρδουσι <lb/>τῶν φλεβῶν, ἀλλ’ ἀποτρέπεται ἐξ
                        αὐτῶν τὸ αἷμα· τὸ δ’ ἀποτρεπόμενον <lb/>ἀποσυμβουλεύει τῷ ἐπιῤῥέοντι· καὶ τὸ
                        μὲν ἀποτρεπόμενον <lb/>βουλόμενον ἀποχωρέειν, τὸ δ’ ἄνωθεν ἐπιῤῥέον
                        βουλόμενον <lb/>κάτω χωρέειν, ἐνταῦθα ὠθεύμενά τε καὶ ἀναχεόμενα πρὸς ἄλληλα
                        <lb/>καὶ κυκλούμενα, σφυγμὸν παρέχουσι τοῖσι φλεβίοισιν. Ἡ δὲ ὄψις <lb/>τῷ
                        ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου ὑγρῷ τρέφεται· ὅταν δέ τι τοῦ ἀπὸ τῶν φλεβῶν <lb/>λάβῃ, τῇ
                        ῥύσει ταράσσεται, καὶ οὐκ ἐμφαίνεται ἐς αὐτὸ, καὶ <lb/>προκινέεσθαι δοκέει
                        ἐν αὐτῷ τοτὲ μὲν οἷον εἴδωλον ὀρνίθων, τοτὲ δὲ <lb/>οἷον φακοὶ μέλανες, καὶ
                        τἄλλα οὐδὲν ἀτρεκέως κατ’ ἀληθείην δύναται <lb/>ὁρᾷν. Ἄλλαι δύο φλέβες ἐν
                        μέσῳ τῶν τε ὤτων καὶ τῶν ἄλλων φλεβῶν, <pb n="282"/> αἳ φέρονται ἐς τὰ ὦτα,
                        καὶ πιέζουσι, τὰ ὦτα· ἄλλαι δύο φλέβες <lb/>ἐκ τῆς συγκλείσεως τοῦ ὀστέου ἐς
                        τὰς ἀκοὰς φέρονται. Αἱ δὲ κάτω <lb/>τοῦ σώματος τετραμμέναι, δύο μὲν φλέβες
                        παρὰ τοὺς τένοντας τοῦ <lb/>τραχήλου, φέρονται δὲ καὶ παρὰ τοὺς σπονδύλους,
                        καὶ τελευτῶσιν <lb/>ἐς τοὺς νεφρούς· αὗται δὲ καὶ ἐς τοὺς ὄρχιας
                        περαίνουσιν, καὶ ὅταν <lb/>αὗται πονέσωσιν, αἷμα οὐρέει ὥνθρωπος. Ἄλλαι δύο
                        φλέβες ἀπὸ τῆς <lb/>κορυφῆς φέρονται ἐς τοὺς ὤμους, καὶ δὴ καὶ ὠμιαῖαι
                        καλέονται. <lb/>Ἄλλαι δύο φλέβες ἀπὸ τῆς κορυφῆς παρὰ τὰ ὦτα ἐν τοῖς
                        ἔμπροσθεν <lb/>τοῦ τραχήλου ἑκατέρωθεν ἐς τὴν κοίλην φλέβα καλεομένην
                        φέρονται. <lb/>Ἡ δὲ κοίλη φλὲψ περαίνεται μὲν ὡς ὁ οἰσοφάγος, πέφυκε δὲ
                        μεταξὺ <lb/>τοῦ τε βρόγχου καὶ τοῦ οἰσοφάγου· φέρεται δὲ διὰ τῶν φρενῶν καὶ
                        <lb/>διὰ τῆς καρδίης καὶ μεταξὺ τῶν φρενῶν, καὶ σχίζεται ἐς τοὺς βουβῶνας
                        <lb/>καὶ ἐς τοὺς μηροὺς ἐντὸς, καὶ τὰς διασφαγὰς ἐν τοῖσι μηροῖσι
                        <lb/>ποιέεται, καὶ ἐς τὰς κνήμας φέρεται ἐντὸς παρὰ τὰ σφυρά· αὗται <lb/>καὶ
                        ἄκαρπον ποιέουσι τὸν ἄνθρωπον ὅταν ἀποτμηθῶσιν, αἳ καὶ ἐς <lb/>τοὺς μεγάλους
                        δακτύλους τελευτῶσιν. Ἐκ δὲ τῆς κοίλης φλεβὸς ἀποπέφυκεν <lb/>ἐς τὴν χεῖρα
                        τὴν ἀριστερήν· φέρεται δ’ ὑποκάτω τοῦ σπληνὸς <lb/>ἐς τὴν λαπάρην τὴν
                        ἀριστερὴν, ὅθεν ὁ σπλὴν ἀποπέφυκε διὰ τοῦ <lb/>ἐπιπλόου, καὶ τὴν
                        ἀποτελεύτησιν ἴσχει ἐς τὸν κίθαρον· ἀποπέφυκε <lb/>δὲ κατὰ τὰς φρένας, καὶ
                        ξυμβάλλει τῇ ὠμιαίῃ κάτω τοῦ ἄρθρου τοῦ <lb/>ἀγκῶνος, καὶ τοῦ σπληνὸς
                        τάμνεται αὕτη· καὶ ἄλλη ἐς τὴν δεξιὴν <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ἀποπέφυκεν ἀπὸ
                        τῆς κοίλης. Κοινωνέουσι δὲ πᾶσαι <lb/>αἱ φλέβες καὶ διαῤῥέουσιν ἐς ἑωυτάς·
                        αἱ μὲν γὰρ σφίσιν ἑωυταῖς <lb/>ξυμβάλλουσιν, αἱ δὲ διὰ τῶν φλεβίων τῶν
                        διατεταμένων ἀπὸ τῶν φλεβῶν, <lb/>αἳ τρέφουσι τὰς σάρκας, ταύτῃ διαῤῥέουσι
                        πρὸς ἑωυτάς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Καὶ ἀπὸ τῶν φλεβῶν ὅ τι ἂν νόσημα γένηται, ῥᾷόν ἐστιν ἢ <lb/>ἀπὸ τῶν
                        νεύρων· διαῤῥεῖ γὰρ σὺν τῷ ὑγρῷ τῷ ἐνεόντι ἐν τῇσι φλεψὶ, <lb/>καὶ οὐκ
                        ἀτρεμίζει· καὶ ἡ φύσις τῇσι φλεψὶν ἐν ὑγρῷ ἐστιν ἐν τῇσι <pb n="284"/>
                        σαρξί. Τὰ δὲ νεῦρα ξηρά τέ ἐστι καὶ ἀκοίλια, καὶ πρὸς τῷ ὀστέῳ
                        <lb/>πεφύκασιν, καὶ τρέφονται δὲ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τοῦ ὀστέου, τρέφονται
                        <lb/>δὲ καὶ ἀπὸ τῆς σαρκὸς, καὶ τὴν χροιὴν καὶ τὴν ἰσχὺν μεταξὺ τοῦ
                        <lb/>ὀστέου καὶ τῆς σαρκὸς πεφύκασι, καὶ ὑγρότερα μέν εἰσι τοῦ ὀστέου
                        <lb/>καὶ σαρκοειδέστερα, ξηρότερα δ’ εἰσὶν ἢ αἱ σάρκες καὶ ὀστοειδέστερα·
                        <lb/>νόσημα δ’ ὅ τι ἂν ἐς αὐτὰ ἔλθῃ, ῥώννυταί τε καὶ ἀτρεμίζει ἐν <lb/>τῷ
                        αὐτῷ, καὶ χαλεπόν ἐστιν ἐξάγειν· μάλιστα δ’ ἐσέρχονται τέτανοί <lb/>τε καὶ
                        ἄλλα, ἀφ’ ὧν τρόμος τὸ σῶμα λαμβάνει καὶ τρέμειν ποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τὰ δὲ νεῦρα πιέζουσι τὰ ἄρθρα, παρατεταμένα τέ εἰσι <lb/>παρ’ ὅλον τὸ
                        σῶμα· ἰσχύουσι δὲ μάλιστα ἐν ἐκείνοισι τοῦ σώματος <lb/>καὶ αἰεὶ παχύτατά
                        ἐστιν, ἐν οἷσι τοῦ σώματος αἱ σάρκες ἐλάχισταί <lb/>εἰσι. Καὶ τὸ μὲν σῶμα
                        πᾶν ἔμπλεον νεύρων· περὶ δὲ τὸ πρόσωπον <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν οὐκ ἔστι νεῦρα,
                        ἀλλὰ ἶνες παρόμοιαι νεύροις μεταξὺ <lb/>τοῦ τε ὀστέου καὶ τῆς σαρκὸς
                        λεπτότεραι καὶ στερεώτεραι, αἱ <lb/>δὲ νευροκοίλιοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Αἱ κεφαλαὶ ῥαφὰς ἔχουσιν, αἱ μὲν τρεῖς, αἱ δὲ τέσσαρας· αἱ <lb/>μὲν
                        τέσσαρας ἔχουσαι, κατὰ τὰ ὦτα ἑκατέρωθεν ῥαφὴ, ἄλλη ἔμπροσθεν, <lb/>ἄλλη
                        ἐξόπισθεν τῆς κεφαλῆς, οὕτω μὲν ἡ τὰς τέσσαρας <lb/>ἔχουσα· ἡ δὲ τὰς τρεῖς,
                        κατὰ τὰ ὦτα ἑκατέρωθεν, καὶ ἔμπροσθεν· <lb/>ὥσπερ δὲ ἡ τὰς τέσσαρας ἔχουσα,
                        οὐ διαπέφυκεν οὐδὲ ταύτῃ ῥαρή· <lb/>ὑγιεινότεροι δ’ εἰσὶ τὴν κεφαλὴν οἱ τὰς
                        πλέονας ῥαφὰς ἔχοντες. Ἐν <lb/>τῇσιν ὀφρύσι διπλόον τὸ ὀστέον, καὶ ἡ
                        σύγκλεισις τῶν γενύων ἔν τε <pb n="286"/> τῷ γενείῳ μέσῳ καὶ ἄνω πρὸς τῇ
                        κεφαλῇ. Σπονδύλους οἱ μὲν πλέονας, <lb/>οἱ δὲ ἐλάσσονας ἔχουσιν· καὶ οἱ μὲν
                        πλέονας ἔχοντες, δυοῖν <lb/>δεόντοιν εἴκοσίν εἰσιν, ὧν οἱ μὲν ἄνω πρὸς τῇ
                        κεφαλῇ, οἱ δὲ κάτω <lb/>πρὸς τῇ ἕδρῃ. Πλευραὶ ἑπτά· τὰ μὲν ὄπισθεν τοῦ
                        σώματος πρὸς τοὺς <lb/>σπονδύλους, τὰ δ’ ἔμπροσθεν ἐν τῷ στέρνῳ πρὸς ἑωυτάς.
                        Κλεῖδες <lb/>ἄρθρα ἔχουσι, τὰ μὲν ἐν μέσῳ τοῦ στέρνου κατὰ τὸν βρόγχον, κατὰ
                        <lb/>ταῦτα ἤρθρωνται· τὰ δὲ πρὸς ποὺς ὤμους κεκλιμένα πρὸς τὰς πλάτας,
                        <lb/>αἳ ἐπὶ τοῖς ὤμοις αἰεὶ πεφύκασιν. Αἱ δὲ πλάται πρὸς τὰ <lb/>γυῖα
                        ἤρθρωνται, ἐπιβάλλουσαι ἐπὶ τὸ ὀστέον τὸ ἐν τῷ γυίῳ. <lb/>Παρὰ δὲ τὸ ὀστέον
                        περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἔνδοθεν, ἡ δὲ <lb/>ἐκτὸς, αἳ πρὸς τὰς πλάτας
                        τῷ ὀστέῳ προσπεφυκυῖαι ἤρθρωνται. <lb/>Κάτω δ’ ἐν τῷ ἀγκῶνι, κάτω μὲν περόνῃ
                        ἤρθρωνται κατὰ τὸ πεφυκὸς <lb/>κοιλανῶδες, ἄνω δὲ σμικρῷ τῆς περόνης ἐς τὸν
                        ἀγκῶνα τό τε <lb/>ὀστέον καὶ ἡ πέρονη ἐς τὸ αὐτὸ συμβάλλοντα ἄρθρον ἐν τῷ
                        κυβίτῳ <lb/>ποιέουσιν. Παρὰ δὲ τὸν πῆχυν περόναι παρήκουσι λεπταὶ πάνυ
                        τέσσαρες, <lb/>αἱ μὲν δύο ἄνω, αἱ δὲ δύο κάτω· καὶ πρὸς μὲν τὸν ἀγκῶνα
                        <lb/>δύο περόναι πεφυκυῖαι ἄνω ἐκ τοῦ ὀστέου πεφύκασιν, αὗται σὺν τῷ
                        <lb/>ὀστέῳ πεφυκυῖαι παρὰ τὸ τοῦ ὀστέου ἄρθρον ἤρθρωνται ἐς τὸ κύβιτον·
                        <lb/>αἱ δὲ κάτω κείμεναι καὶ ἐντὸς κεκλιμέναι, αὗται ἀμφότεραι
                        <lb/>ξυμβάλλουσαι πρὸς τὴν περόνην τὴν ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ γυίου φερομένην, <pb n="288"/> ἐντὸς τοῦ γυίου ἤρθρωνται, καὶ πέρονην καλευμένην ποιέουσιν,
                        <lb/>αὗται ἑωυταῖς ξυμβάλλουσαι ἐν τῷ κυβίτῳ ἐντός. Κάτω δὲ πρὸς τὴν
                        <lb/>χεῖρα τὸ ὀστέον ἄρθρον ἔχει· αἱ δὲ περόναι ταύτῃ ἁπαλῇ ἐούσῃ, αἱ
                        <lb/>μὲν δύο οὐκ ἐξήκουσιν ἐς τὸ ἄρθρον, ἡ δ’ ἄνω καὶ ἡ κάτω σὺν τῷ
                        <lb/>ὀστέῳ ἤρθρωνται πρὸς τὴν χεῖρα. Αἱ δὲ χεῖρες ἄρθρα ἔχουσι πολλά·
                        <lb/>ὅσα γὰρ ὀστέα πρὸς ἑωυτὰ συμβάλλουσι, πάντα ἄρθρα ποιέουσιν.
                        <lb/>Δάκτυλοι ἄρθρα ἔχουσι πολλὰ, ἕκαστος τρία, ἓν μὲν ὑπὸ τῷ ὄνυχι <lb/>ἐν
                        μέσῳ τοῦ τε ὄνυχος καὶ τοῦ κονδύλου, ἄλλο ἐν τῷ κονδύλῳ, ᾗ <lb/>καὶ
                        ξυγκάμπτουσι τοὺς δακτύλους, ἄλλο τρίτον, ᾗ ὁ δάκτυλος ἀπὸ <lb/>τῆς χειρὸς
                        ἀποπέφυκεν. Ἐν δὲ τοῖσιν ἰσχίοισιν ἄρθρα δύο εἰσὶν αἱ <lb/>κοτύλαι
                        καλεύμεναι, καὶ οἱ μηροὶ ἐς ταῦτα ἐνήρθρωνται· παρὰ δὲ <lb/>τοὺς μηροὺς
                        περόναι δύο παρήκουσιν, ἡ μὲν ἐντὸς, ἡ δ’ ἐκτὸς, καὶ ἐς <lb/>τὸ ἄρθρον
                        οὐδετέρη ἐξήκει οὐδ’ ἑτέρωθεν, ἀλλὰ πρὸς τῷ ὀστέῳ προσπεφύκασι <lb/>πρὸς τῷ
                        μηρῷ. Ὁ δὲ μηρὸς ἄνωθεν μὲν, ᾗ ἐς τὴν κοτύλην <lb/>ἐμβάλλει, δίκραιός ἐστι
                        τοιῇδε δικραιότητι· ἐπὶ μὲν τοῦ ἐντὸς κεκλιμένου <lb/>τῶν δικραίων ἐπὶ τοῦ
                        ἄκρου ἐπιπέφυκεν στρογγύλον καὶ λεῖον, <lb/>ὃ καὶ ἐς τὴν κοτύλην ἐμβάλλει,
                        τὸ δ’ ἕτερον τὸ ἔλασσον τῶν δικραίων <lb/>τὸ ἐκτὸς μᾶλλον ἔξω ἐξέχει, καὶ
                        φαίνεται ἐν τῷ πυγαίῳ κάτω, καὶ <lb/>ἰσχίον καλέεται. Πρὸς δὲ τὸ γόνυ τὸ
                        ὀστέον τοῦ μηροῦ τοιόνδ’ ἐστὶ <lb/>δίκραιον· τῷ δὲ δικραίῳ τούτῳ τὸ ὀστέον ἡ
                        κνήμη καλεομένη οἷον <lb/>ἐν γιγγλύμῳ ἐνήρμοσται· ἄνωθεν δὲ τοῦ ἐνηρμοσμένου
                        ἡ μύλη ἐπίκειται, <lb/>ἣ ἀποκωλύει ἐς τὸ ἄρθρον ἀναπεπτάμενον ἐσβῆναι τὴν
                        ὑγρότητα <lb/>τὴν ἀπὸ τῆς σαρκός. Παρὰ δὲ τὴν κνήμην περόναι δύο παρήκουσιν,
                        <lb/>αἳ κάτωθεν μὲν πρὸς τοῦ ποδὸς ἐς τὰ σφυρὰ τελευτῶσιν, <lb/>ἄνωθεν δὲ
                        πρὸς τοῦ γόνατος οὐκ ἐξήκουσι πρὸς τὸ ἄρθρον. Πρὸς δὲ <lb/>τὸν πόδα ἡ κνήμη
                        κατὰ τὰ σφυρὰ ἄρθρον ἔχει, καὶ ἄλλο κατώτερον <pb n="290"/> τῶν σφυρῶν, καὶ
                        ἐν τοῖσι ποσὶν ἄρθρα πολλὰ, ὥσπερ καὶ ἐν τῇσι <lb/>χερσίν· ὅσα γὰρ ὀστέα,
                        τοσαῦτα καὶ ἄρθρα, καὶ ἐν τοῖσι δακτύλοισι <lb/>τῶν ποδῶν τὸν ἀριθμὸν ἴσα
                        κατὰ τὰ αὐτά. Ἄρθρα δὲ πολλὰ <lb/>ἐν τῷ σώματι σμικρὰ, οὐχ ὁμοίως πᾶσιν,
                        ἀλλὰ ἄλλα ἄλλοις· ταῦτα <lb/>δὲ τὰ γεγραμμένα πᾶσιν ὁμοίως εἰσὶν, καὶ φλέβες
                        αἱ γεγραμμέναι <lb/>πᾶσιν ὁμοίως εἰσὶν, ἄλλα τε φλέβιά εἰσιν ἄλλοις, ἀλλ’
                        οὐκ ἄξια <lb/>λόγου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Μύξα πᾶσίν ἐστι φύσει, καὶ ὅταν αὕτη καθαρὴ ᾖ, ὑγιαίνουσι <lb/>τὰ ἄρθρα,
                        καὶ διὰ τοῦτο εὐκίνητά ἐστιν, ὥστε ὀλισθαίνοντα πρὸς <lb/>ἑωυτά. Πόνος δὲ
                        καὶ ὀδύνη γίνεται, ὅταν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ὑγρασίη <lb/>ῥυῇ πονησάσης τι· πρῶτον
                        μὲν πήγνυται τὸ ἄρθρον, οὐ γὰρ ὀλισθηρὴ <lb/>ἡ ὑγρότης ἡ ἐπεῤῥυηκυῖα ἀπὸ τῆς
                        σαρκός· ἔπειτα, ὥστε πολλὴ λίην <lb/>γενομένη, καὶ οὐκ ἀρδομένη ἐκ τῆς
                        σαρκὸς αἰεὶ, ξηραίνεται, καὶ <lb/>ὥστε πολλὴ ἐοῦσα καὶ οὐ χωρεῦντος τοῦ
                        ἄρθρου ἐκρεῖ, κακῶς τε <lb/>πεπηγυῖα μετεωρίζει τὰ νεῦρα, οἷσι τὸ ἄρθρον
                        συνδέδεται, καὶ ἄδετα <lb/>ποιέει καὶ διαλελυμένα, καὶ διὰ τοῦτο χωλοὶ
                        γίνονται, καὶ ὅταν μὲν <lb/>τοῦτο μᾶλλον γίνηται, μᾶλλον, ὅταν δὲ ἧσσον,
                        ἧσσον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἐς δὲ τὴν κοιλίην καὶ τὰ ἐσθιόμενα καὶ τὰ πινόμενα χωρέουσιν, <lb/>ἐκ δὲ
                        τῆς κοιλίης ἶνες ἐς τὴν κύστιν, ἣ διηθεῖ τὸ ὑγρὸν, τεταμέναι <lb/>εἰσίν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ῥόοι δὲ γίνονται καὶ διαψυχομένης τῆς σαρκὸς λίην, καὶ διαθερμαινομένης
                            <pb n="292"/> καὶ ὑποφλεγμαινούσης. Ῥόοι δὲ διὰ μὲν τὸ ψῦχος γίνονται,
                        <lb/>ὁπόταν τόδε γίνηται, ὅταν ἡ σὰρξ ἡ ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ αἱ <lb/>φλέβες
                        τεταμέναι ἔωσιν· αὗται, φριξάσης τῆς σαρκὸς καὶ ἐς μικρὸν <lb/>ἀφικνουμένης
                        καὶ ἐκφλιψάσης, ἐκθλίβουσι τὴν ὑγρότητα, καὶ αἱ <lb/>σάρκες ἅμα αὗται
                        ἀντεκθλίβουσιν ἐς μικρὸν ἀφικνούμεναι, καὶ αἱ <lb/>τρίχες ἄνω ὀρθαὶ γίνονται
                        ὥστε πάντοθεν ἅμα ἰσχυρῶς πιεζόμεναι· <lb/>ἐντεῦθεν ὅ τι ἂν ἐκφλιβῇ, ῥεῖ ᾗ
                        ἂν τύχῃ. Ῥεῖ δὲ καὶ διὰ τὴν θερμότητα, <lb/>ὅταν αἱ σάρκες ἀραιαὶ γινόμεναι
                        διόδους ποιήσωσι, καὶ τὸ <lb/>ὑγρὸν θερμανθὲν λεπτότερον γένηται· πᾶν γὰρ τὸ
                        ὑγρὸν θερμαινόμενον <lb/>λεπτότερον γίνεται, καὶ πᾶν ἐς τὸ ὑπεῖκον ῥεῖ·
                        μάλιστα δ’ ὅταν <lb/>λίην ὑπερφλεγμήνῃ, διὰ τόδε ῥεῖ· αἱ σάρκες λίην ἔμπλεαι
                        γινόμεναι <lb/>ὅ τι ἂν μὴ δύνωνται χωρέειν, ῥεῖ τὸ ὑγρὸν τὸ μὴ δυνάμενον
                        <lb/>χωρέεσθαι, ῥεῖ δὲ ᾗ ἂν τύχῃ· ἐπὴν δὲ ἅπαξ εὔροοι αἱ ῥοιαὶ γένωνται,
                        <lb/>ῥεῖ ἐς τὸ χωρίον ᾗ ἂν τύχῃ, ἔστ’ ἂν συμπιεχθῶσιν αἱ δίοδοι <lb/>τοῦ
                        ῥόου δι’ ἰσχνότητα ὅταν τὸ σῶμα ξηρανθῇ· ὥστε γὰρ τὸ σῶμα <lb/>κοινωνέον
                        αὐτὸ ἑωυτῷ διαλαμβάνει καὶ ἄγει, καθ’ ὅ τι ἂν ὑγρὸν <lb/>ἐπιτύχῃ, ἐς ἑωυτὸ
                        τὸ ξηρόν· ἄγειν δὲ οὐ χαλεπὸν αὐτό ἐστιν, ὥστε <lb/>τοῦ σώματος κενοῦ τε καὶ
                        οὐ συνοιδέοντος ὑπὸ ἰσχνότητος. Ὅταν δὲ <lb/>τὰ κάτω ξηρὰ γένωνται, τὰ δ’
                        ἄνω ὑγρὰ (μᾶλλον δὲ τὰ ἄνω ὑγρά <lb/>ἐστι τεύχεα, αἱ γὰρ φλέβες ἄνω πλέονές
                        εἰσιν ἢ κάτω, καὶ αἱ σάρκες <lb/>ἐλάττονος ὑγρότητος δεόμεναι αἱ ἐν τῇ
                        κεφαλῇ), ἄγει δὴ τὸ ξηρὸν <lb/>τοῦ σώματος τὸ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑγρόν· καὶ ἅμα
                        καὶ δίοδοί εἰσι τῷ <lb/>ἄγοντι μᾶλλον, ἢ τῷ ἀγομένῳ· καὶ γὰρ αὗται
                        κερδαίνουσιν ὥστε ξηραὶ <lb/>ἐοῦσαι, καὶ ἅμα καὶ τὰ ὑγρὰ πέφυκε κάτω
                        χωρέειν, καὶ ἢν <lb/>βραχέη τις ἀνάγκη γένηται. </p></div><pb n="294"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ῥόοι δὲ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἑπτά· ὁ μὲν κατὰ τὰς ῥῖνας, ὁ δὲ <lb/>κατὰ τὰ
                        ὦτα, ὁ δὲ κατὰ τοὺς ὀφθαλμούς· οὗτοι οἱ ῥόοι καταφανέες <lb/>ἐκ τῆς κεφαλῆς
                        τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν. Ἐπὴν δ’ ἐς τὸν κίθαρον ῥυῇ <lb/>ὑπὸ ψύχους, χολὴ
                        γίνεται, μᾶλλον δὲ ῥεῖ ἐς τὸν κίθαρον ὑπὸ ψύχους <lb/>διὰ τόδε, ὅτι εὔροον
                        γίνεται ἐς τὸν βρόγχον, ὥστε οὐδὲ ξυγκεκαλυμμένον· <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ ψύχους
                        καὶ κόπος ἔχει διὰ τοῦτο τοὺς ὑπὸ τῆς χολῆς <lb/>ἐχομένους, ὅτι αἱ σάρκες,
                        ὅταν χειμίη ᾖ, οὐκ ἀτρεμίζουσιν, <lb/>ἀλλὰ σείονται, καὶ σειόμεναι
                        μοχθέουσι, καὶ κοπιῶσιν, ὥστε σειόμεναι <lb/>ὥσπερ ἐν τῇσιν ὁδοιπορίῃσιν·
                        καὶ ἔμπυοι γίνονται, ὅταν ἐς <lb/>τὸν κίθαρον ῥέῃ, καὶ φθισιῶντες. Ὅταν δ’
                        ἐς τὸν μύελον ῥόος γένηται, <lb/>φθίσις ἀλαΐα γίνεται. Ὅταν δ’ ὄπισθεν ἐς
                        τοὺς σπονδύλους, καὶ <lb/>ἐς τὰς σάρκας ῥυῇ, ὕδρωψ γίνεται, καὶ τῷδ’ ἐστὶ
                        γιγνώσκειν, ξηρὰ <lb/>τὰ ἔμπροσθεν, ἡ κεφαλὴ καὶ αἱ ῥῖνες καὶ οἱ ὀφθαλμοί·
                        καὶ τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσι γίνεται ἀμβλυώσσειν, καὶ χλωροὶ γίνονται καὶ τὸ
                        ἄλλο <lb/>σῶμα, καὶ οὐκ ἀποπτύει οὐδὲν, οὐδ’ ἤν πουλὺ ῥέῃ· ὅδε γὰρ ὁ ῥόος,
                        <lb/>διὰ τῆς σαρκὸς μέσης ῥέων, τῆς ὄπισθεν καὶ τῆς ἔμπροσθεν ἀπεστραμμένος,
                        <lb/>ξηρὰ τὰ ἔμπροσθεν ποιέει, τὴν δ’ ὄπισθεν ἄρδει σάρκα, καὶ <lb/>τὴν
                        ἐντὸς μᾶλλον πρὸς τὴν κοιλίην, ἢ ἐκτὸς πρὸς τὴν ῥινόν· διὰ <lb/>τοῦτο δὲ
                        ἐκτὸς μᾶλλον ἢ ἐντὸς στερεώτερον τὸ σῶμα, καὶ στενωτέρας <lb/>διατρήσιας
                        ἔχει· ὥστε δὲ λεπταὶ ἐοῦσαι ξυμπιλέονται, καὶ ἀκέουσιν <lb/>αὗται σφίσιν
                        ἑωυταῖς, καὶ ῥόος οὐ δύναται ταύτῃ ἰέναι οὐδείς· <lb/>αἱ δ’ εὐρύτεραί τέ
                        εἰσιν αἱ ἐντὸς καὶ λεπτότερα τὰ μεταξὺ ἔχουσαι. <pb n="296"/> Ὁ δὲ ῥόος,
                        ὥστε ἀφ’ ὑψηλοτέρων, καὶ λεπτὰ τὰ ἀντικωλύοντα ἔχων, <lb/>ῥεῖ καὶ πίμπλησιν
                        ὑγρότητος τὰς σάρκας· καὶ ἀπὸ τῶν σιτίων ἐς τὸ <lb/>αὐτὸ χωρέουσα ἡ ὑγρότης
                        διέφθαρται· διεφθαρμένη δ’ αὐτὴ ὑπὸ τῆς <lb/>συμμίξιος, καὶ τὸ ῥέον σὺν αὐτῇ
                        ἀπὸ τῆς κεφαλῆς, τρέφει τὸ σῶμα· <lb/>λίην δὲ πολλῷ ὑγρῷ αἱ σάρκες
                        τρεφόμεναι καὶ νοσηλῷ θάλλουσαί τε <lb/>λίην ὕδρωπος ἔμπλεαί εἰσιν. Ἢν δ’
                        ὀλίγον ῥεύσῃ, ἰσχιάδα καὶ κέδματα <lb/>ἐποίησεν, ἐπὴν ῥέον παύσηται· ὥστε
                        γὰρ ὀλίγον ἐῤῥυηκὸς, καὶ <lb/>πάντοθεν ὠθεύμενον, καὶ ὑπὸ παντὸς κρέσσονος
                        ἐόντος ὥστε ὀλίγον <lb/>ἐὸν, καὶ οὐκ ἔχον ἐπιῤῥοὴν [καὶ] ὥστε πάντοθεν
                        ὠθεύμενον, ἐς τὰ ἄρθρα <lb/>ἀποφυγὴν ποιέεται. Γίνεται δὲ κέδματα καὶ
                        ἰσχιάδες καὶ ἀπὸ <lb/>τοιούτων νοσημάτων ὑγιῶν γιγνομένων· ὅταν τὸ μὲν
                        νόσημα ποιέον <lb/>ὑγιὲς γένηται, καταλειφθῇ δέ τι ἐν τῇ σαρκὶ καὶ μὴ ᾖ αὐτῷ
                        ἡ ἔξοδος, <lb/>μήτ’ αὖ ἔσω μήτε ἐς τὸ δέρμα φῦμα ποιήσῃ ἐξιὸν, φεύγει ἐς τὸ
                        <lb/>ὑπεῖκον, ἐς τὰ ἄρθρα, καὶ ἢ κέδματα ἢ ἰσχιάδα ἐποίησεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἢν δὲ συνοιδήσωσιν αἱ ῥῖνες, καὶ φλέγματος ἔμπλεαι ἔωσιν
                        <lb/>συμπεπηγότος, τοῦτο χρὴ τὸ φλέγμα τὸ συμπεπηγὸς λεπτύνειν ἢ
                        <lb/>πυρίῃσιν, ἢ φαρμάκῳ, καὶ μὴ ἀποτρέπειν· ἢν γὰρ ἀποτρεφθὲν ἄλλῃ <lb/>πη
                        ῥεύσῃ, πάντη τὸ ῥέον μέζονα νόσον ποιέοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁπόταν δ’ ἐς τὰ ὦτα ῥέῃ, τὸ πρῶτον ὀδύνην παρέχει, βίῃ <lb/>γὰρ χωρέει·
                        πόνον δὲ παρέχει, ἔστ’ ἂν ἀποσυριγγωθῇ· ἐπὴν δὲ μάθῃ <lb/>ῥεῖν, οὐκέτι πόνον
                        ποιέει. Τῷ ὑπὸ τῆς ὀδύνης ἐχομένῳ φάρμακον <lb/>θερμὸν φύσει χλιαρὸν
                        ποιήσαντα, διέντα νετώπῳ, ἐγχεῖν, καὶ ὄπισθεν <lb/>σικύην προσβάλλειν, ἢν τὸ
                        ἀριστερὸν ἀλγέῃ, ἐς τὸ δεξιὸν, καὶ <pb n="298"/> ἢν τὸ δεξιὸν, ἐς τὸ σκαιόν·
                        μὴ κατακρούειν δὲ, ἀλλ’ ὡς ἂν ἕλκῃ <lb/>μοῦνον· ἢν δὲ μὴ πρὸς ταῦτα παύηται,
                        ψύχοντα ἐγχεῖν φύσει ψυχρὰ, <lb/>καὶ φάρμακον πίσαι ὅ τι ἂν κάτω ὑποχώρησιν
                        ποιέῃ, ἄνω δὲ μὴ, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἀρήγει ἐμέειν, καὶ τὰ ἄλλα ψύχειν. Καὶ
                        αἰεὶ δὲ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγιὲς μὴ ποιέοντος τρόπου μεταλλάσσειν· καὶ ἢν μὲν
                        κάκιον ποιέῃ, <lb/>ἔχον ἐς τὸ ὑπεναντίον· ἢν δὲ ῥέπῃ ἐς τὸ ὑγιὲς, τὸ πάμπαν
                        μὴ ἀφελεῖν <lb/>τι τῶν προσφερομένων, μηδ’ ἀποζευγῆσαι, μηδὲ προσθεῖναι
                        <lb/>ἄλλο τι. Ἢν δὲ σεσυριγγωμένον ἤδη ᾖ, καὶ πεπυωμένος ῥέῃ ἰχὼρ πουλὺς
                        <lb/>καὶ κακὸν ὀζόμενος, τοῦτο ὧδε ποιέειν· σπογγιὰν δεύων ξηραίνοντί
                        <lb/>τινι φαρμάκῳ [ξηρῷ] πρὸς τὴν ἀκοὴν ὡς πελαστάτω προσθεῖναι, <lb/>καὶ
                        πρὸς τὰς ῥῖνας καθαρτήριον, ὅπως, τοῦ ἐς τὰ ὦτα ῥέοντος, <lb/>πρόσθεν ἐς τὰς
                        ῥῖνας φέρηται, καὶ μὴ ἐς τὴν κεφαλὴν πάλιν ἀποχωρέῃ, <lb/>νοσηλὸν ἐόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὅταν δ’ ἐς ὀφθαλμοὺς ῥεῦμα ἴῃ, φλεγμαίνουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>καὶ
                        οἰδέουσιν· τοῦτον χρὴ φαρμάκῳ ἢ τῷ ὑγρῷ ἢ τῷ ξηρῷ ἐν παστῷ <lb/>ἰᾶσθαι· ἢν
                        δ’ εὐθέως φλεγμήνωσι, μὴ ἔγχριε μηδὲν, ἀλλ’ ἢ κλύσαι <lb/>κάτω τῷ
                        ἰσχυροτάτῳ, ἢ ἄλλῳ τινὶ ἀπισχνῆναι ὑποχωρητικῷ φαρμάκῳ, <lb/>φυλασσόμενος μὴ
                        ἔμετον ποίησῃς· ἢν δὲ οἷον λίθοι ὑποτρέχωσιν, <lb/>φάρμακον ἐγχρίειν ὅ τι
                        πλεῖστον ἄγειν δάκρυον μέλλει, <lb/>καὶ τὸ ἄλλο σῶμα ὑγραίνοντα καὶ
                        φλεγμαίνειν ποιέοντα, ὡς ὑγρότεροι <lb/>οἱ ὀφθαλμοὶ γένωνται καὶ
                        ἐκκεκλυσμένοι, ὡς τὸ δάκρυον συμπεπηγὸς <lb/>ὑποτρέχειν ποιέῃς. Ὅταν δ’ ἐς
                        τοὺς ὀφθαλμοὺς κατὰ σμικρὸν <pb n="300"/> ῥέῃ, καὶ κνιπότητα παρέχῃ, τοῦτον
                        ἐγχρίειν μαλθακώδει, ὅ τι <lb/>μέλλει ξηραίνειν ἅμα καὶ δάκρυον ὀλίγον
                        ἄγειν, καὶ πρὸς τὰς ῥῖνας <lb/>φάρμακον προσφέρειν ἢ ἑκάστης ἡμέρης, ἢ διὰ
                        τρίτης, γνώμῃ τῇ <lb/>αὐτῇ χρώμενος· τοιόνδε ἔστω τὸ φάρμακον, ὅ τι μὴ
                        πλεῖον ἢ ἐμβάφιον <lb/>ἀπάγειν μέλλει κατὰ τὰς ῥῖνας, ἀπάγειν δὲ κατὰ
                        σμικρὸν, τὸ <lb/>δὲ κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀποξηραίνειν, ὡς ὅ τι ἂν τὸ τῶν
                        ὀφθαλμῶν <lb/>φάρμακον ἀποξηρήνῃ καὶ ἀποφράξῃ, κατὰ τὰς ῥῖνας ἀποτράπηται.
                        <lb/>Τὰ δὲ φάρμακα τὰ τῆς κεφαλῆς καθαρτήρια, ἃ μὲν αὐτῶν ἰσχυρά <lb/>ἐστιν,
                        ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἄγουσιν ὅλης· ἅσσα δὲ ἀσθενέα, ἀπὸ τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν, καὶ
                        αὐτόθεν ἀπὸ τῶν πέλας τῆς ῥινός. Ἢν δ’ ἀπὸ τῆς <lb/>σαρκὸς καὶ τοῦ ὀστέου,
                        μύξης ὑποστάσης μεταξὺ τοῦ ὀστέου καὶ τῆς <lb/>σαρκὸς, ῥεῦμα ἐς τοὺς
                        ὀφθαλμοὺς γένηται, τῷδε δῆλόν ἐστιν, ὅτι <lb/>ἐντεῦθεν ῥεῖ· τὸ δέρμα τὸ ἐπὶ
                        τῇ κεφαλῇ φλιβόμενον ὑπείκει, καὶ <lb/>ἕλκεα ἐς τὴν κεφαλὴν ἐκθύουσι, καὶ
                        κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς δακρύουσι, <lb/>καὶ οὐχ ἑλκοῦνται τὰ βλέφαρα, οὐδὲ
                        δάκνει, οὐδ’ ἀμβλυώσσειν <lb/>ποιέει, ἀλλ’ ὀξὺ ὁρῶν γίνεται· τὸ γὰρ ῥεῦμα
                        οὐχ ἁλμυρόν ἐστιν, <lb/>ὡς οὐκ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ μυξῶδες μᾶλλον.
                        Τοῦτον ὧδε χρὴ <lb/>ἰᾶσθαι· φαρμάκῳ καθαίρειν χρὴ τὴν κεφαλὴν μὴ ἰσχυρῷ, καὶ
                        τὸ <lb/>σῶμα ἰσχναίνειν καὶ σιτίοισι καὶ φαρμάκοισι κάτω ὑπάγοντα, ὡς
                        <lb/>ἀποξηρανθῇ ἰσχναινομένου τοῦ σώματος, ἢ ἐκτρεφθῇ τῷ κατὰ τὰς <lb/>ῥῖνας
                        προστιθεμένῳ φαρμάκῳ· πρὸς δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς οὐδὲν δεῖ φάρμακον
                        <lb/>προσφέρειν. Ἢν δὲ δὴ μηδ’ οὕτως ὑγιὴς γίνηται, τὴν κεφαλὴν
                        <lb/>κατατάμνειν ἔστ’ ἂν πρὸς τὸ ὀστέον ἴῃς, μὴ μετεώρους μηδ’ ἐπικαρσίους
                        <lb/>τὰς τομὰς ποιέειν· τάμνειν δὲ ἄχρι τούτου, ἄχρις ἂν τοῦ ὀστέου
                        <lb/>θίγῃς· τάμνειν δὲ πυκνὰ, ὡς ἂν τὸ συνεστηκὸς ἐξέλθῃ θᾶσσον διὰ τῶν
                        <lb/>ἑλκέων ἀποῤῥέον, ἅμα δὲ αἱ τομαὶ πυκναὶ ἐοῦσαι πρόστασιν ποιέωσι <pb n="302"/> τῇ σαρκὶ πρὸς τὸ ὀστέον. Οὕτως ἰᾶσθαι δεῖ· τούτῳ τοιάδε ἡ
                        ἀποτελεύτησις <lb/>γίνεται, ἢν μή τις εὐτρεπίσῃ· οὐκ ἐκκέκλυσται, ὥστ’
                        ἐκκλυσόμενον <lb/>ὀξὺ ὁρᾷν ποιέειν, αἰεὶ τῷ ἐφισταμένῳ μαρμαρυγώδης
                        <lb/>μᾶλλον γίνεται, καὶ τὸ ὀξὺ ὁρῶν τοῦ ἀνθρώπου ἀποσβέννυται. Ἢν <lb/>δ’
                        ἐς τὴν ὄψιν ἐς τὸ ὑγρὸν καθαρὸν αἱματῶδές τι ἐσέλθῃ ὑγρὸν, τούτῳ <lb/>ἡ ὄψις
                        ἔνδον ἐμφαίνεται τοῦ ὀφθαλμοῦ οὐ στρογγύλον ἐὸν διὰ τόδε· <lb/>ἐν ᾧ ἂν τὸ
                        αἱματῶδες ἐνῇ, τοῦτο οὐκ ἐμφαίνεται, τούτῳ δὴ ἐλλείπει <lb/>τὸ φαινόμενον
                        περιφερὲς εἶναι, καὶ προκινέεσθαι αὐτῷ δοκέει <lb/>πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ
                        οὐδὲν κατ’ ἀλήθειαν ὁρᾷ. Τούτου χρὴ τὰς <lb/>φλέβας ἀποκαίειν τὰς πιεζούσας
                        τὰς ὄψιας, αἳ σφύζουσιν αἰεὶ καὶ <lb/>μεταξὺ τοῦ τε ὠτὸς καὶ τοῦ κροτάφου
                        πεφύκασιν· καὶ ἐπειδὰν ταύτας <lb/>ἀποφράξῃς, πρὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς φάρμακα,
                        ὅσα ὑγραίνει, πρόσφερε, <lb/>καὶ δάκρυον ἄπαγε ὡς πλεῖστον, ὅπως τὸ
                        συνεστηκὸς ἐν τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσιν ἐκκλυσθῇ τὸ τὴν νοῦσον παρέχον. Ἢν δὲ
                        ὁ ὀφθαλμὸς <lb/>ῥαγῇ, μαλθακοῖσι φαρμάκοισι χρῆσθαι καὶ στρυφνοῖσιν, ὡς
                        στυφόμενον <lb/>τὸ ἕλκος ἐς σμικρὸν συνίῃ, καὶ ἡ οὐλὴ λεπτὴ ᾖ. Ὅταν δ’
                        ἄργεμον <lb/>ᾖ, δακρύειν τῷ ὀφθαλμῷ ἀρήγει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὁπόταν δὲ ἐς τὸν κίθαρον ῥέῃ καὶ χολὴ ᾖ, τῷδε δῆλόν ἐστιν· <lb/>ὀδύνη
                        ἔχει ἐς τὴν λαπάρην καὶ ἐς τὴν κληβδα τὴν ἐς τὴν λαπάρην, <lb/>καὶ πυρετὸς,
                        καὶ ἡ γλῶσσα τὰ ἄνω χλωρὴ γίνεται, καὶ ἀποχρέμπτεται <lb/>ξυμπεπηγότα·
                        ταύτης τῆς νούσου ἑβδομαίῳ ὁ κίνδυνός ἐστιν <lb/>ἢ ἐνναταίῳ. Ὁκόταν ἀμφότερα
                        τὰ πλευρὰ ἀλγέῃ, τὰ δ’ ἄλλα ὅμοια <lb/>ᾖ τῇ ἑτέρῃ, αὕτη μὲν περιπλευμονίη
                        ἐστὶν, ἡ δ’ ἑτέρη πλευρῖτις· <lb/>αὗται δὲ γίνονται διὰ τόδε· ὅταν ἐς τὸν
                        πλεύμονα ῥεύσῃ ἐκ τῆς κεφαλῆς <pb n="304"/> διὰ τοῦ βρόγχου καὶ τῶν
                        ἀρτηριῶν, ὁ πλεύμων, ἅτε ψαφαρὸς <lb/>ἐὼν καὶ ξηρὸς φύσει, ἕλκει ἐφ’ ἑωυτὸν
                        τὸ ὑγρὸν ὅ τι ἂν δύνηται· καὶ <lb/>ἐπὴν εἰρύσῃ, μέζων γίνεται, καὶ ὅταν μὲν
                        ἐς ὅλον ῥεύσῃ, μέζων ὁ <lb/>λοβὸς γενόμενος ἀμφοτέρων ἔψαυσε τῶν πλευρέων,
                        καὶ περιπλευμονίην <lb/>ἐποίησεν· ὅταν δὲ τῆς ἑτέρης μοῦνον, πλευρῖτιν. Ἡ
                        περιπλευμονίη <lb/>πολὺ ἐπικινδυνοτέρη ἐστὶ, καὶ ὀδύναι πολὺ ἰσχυρότεραί
                        εἰσιν <lb/>αἱ ἐς τὰς λαπάρας καὶ ἐς τὰς κλὴβδας, καὶ ἡ γλῶσσα πολὺ ὠχροτέρη,
                        <lb/>καὶ τὴν φάρυγγα ἀλγέει ὑπὸ τοῦ ῥεύματος, καὶ κόπος ἔχει ἰσχυρὸς,
                        <lb/>καὶ πνεῦμα ἑκταῖον ἢ ἑβδομαῖον λάζεται. Τοῦτον ἢν μὴ ἑβδομαῖον ὁ
                        <lb/>πυρετὸς ἀφῇ, ἀποθνήσκει, ἢ ἀποπυΐσκεται, ἢ ἀμφότερον· ἢν δ’ ἐναταῖον
                        <lb/>δύο ἡμέρας διαλιπὼν λάζηται, ὡς τὰ πολλὰ καὶ οὗτος ἢ ἀποθνήσκει, <lb/>ἢ
                        ἔμπυος διαφεύγει· ἢν δὲ δωδεκαταῖον, ἔμπυος γίνεται· <lb/>ἢν δὲ
                        τεσσαρεσκαιδεκαταῖον, ὑγιὴς γίνεται. Καὶ ἔμπυοι ὅσοι ὑπὸ <lb/>περιπλευμονίης
                        ἢ πλευρίτιδος γίνονται, οὐκ ἀποθνήσκουσιν, ἀλλ’ <lb/>ὑγιέες γίνονται· ὡς τὰ
                        πολλὰ ἔμπυοι γίνονται, ὅταν ῥεῦμα ἐς τὸ αὐτὸ <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τῇσι χολῇσι
                        γένηται· ἀλλὰ τῇσι μὲν χολῇσι πολὺ ἀποῤῥεῖ, <lb/>καὶ ἀποῤῥεῦσαν παύεται·
                        τοῖσι δ’ ἐμπύοισιν ἔλασσόν τε ῥεῖ καὶ <lb/>οὐ παύεται, καὶ ἔμπυοι γίνονται,
                        ὅταν ἔλασσον ἀποχρέμπτωνται <lb/>ἢ ἐπιῤῥεῖ ἐς τὸν πλεύμονα. Τοῦτο γὰρ, τὸ ἐν
                        τῷ πλεύμονι συνιστάμενόν <lb/>τε καὶ ἐπιῤῥέον, πῦον γίνεται· τὸ δὲ πῦον
                        συνιστάμενον ἐν τῷ <lb/>πλεύμονι καὶ ἐν τῷ κιθάρῳ ἑλκοῖ καὶ σήπει· καὶ ἐπὴν
                        ἑλκωθῇ, ἀπὸ <lb/>τοῦ ἡλκωμένου ἐπιῤῥεῖ καὶ ἐπαναχρεμπτομένου· ἅμα μὲν ἡ
                        κεφαλὴ <lb/>μᾶλλον ῥεῖ σειομένη, ἅμα δὲ ἐκ τοῦ ἡλκωμένου ἐν τῷ κιθάρῳ καὶ
                            <pb n="306"/> τῷ πλεύμονι μᾶλλον ῥεῖ, καὶ τὰ ἕλκεα κινεύμενα
                        ἐπαναῤῥήγνυται, <lb/>ὥστε καὶ εἰ παύσαιτο τὸ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ῥέον, τὸ ἀπ’
                        αὐτέων τῶν <lb/>ἑλκέων ἱκανὸν ἔσται νοῦσον παρασχεῖν. Γίνεται δὲ καὶ ἀπὸ
                        ἕλκους <lb/>ἔμπυος, καὶ ῥᾴων αὕτη ἡ νοῦσος· γίνεται δὲ καὶ ἐκτὸς τοῦ
                        πλεύμονος <lb/>μάλοστα μὲν ἀπὸ ῥήγματος, καὶ ὅταν ἡ σὰρξ φλασθῇ· κατὰ
                        <lb/>τοῦτο γὰρ πῦον ξυνίσταται, καὶ ξυνιστάμενον, εἴ τις σείοι τὸ σῶμα,
                        <lb/>κλυδάζεται, καὶ ψόφον παρέχει, καὶ καίονται ταῦτα. Φθίσις δὲ γίνεται,
                        <lb/>ὅταν ἐς τὸ αὐτὸ, ὥσπερ τῷ ἐμπύῳ, ὁ ῥόος γένηται διὰ τοῦ <lb/>βρόγχου
                        καὶ τῶν ἀορτρέων, αἳ ξυνέχουσι τὸν πλεύμονα καὶ τὸν <lb/>βρόγχον· ἐς δὲ τὸν
                        πλεύμονα ῥέει θαμινὰ κατ’ ὀλίγον, καὶ ὑγρότητα <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι οὐ ποιέει
                        πολλήν· ξηραινόμενον γὰρ τὸ ἐπιῤῥέον ἐν <lb/>τῷ βρόγχῳ πεπηγὸς, ὥστε οὐκ
                        ἐκκλυζόμενον, ἀλλὰ κατ’ ὀλίγον <lb/>ἐπιῤῥέον καὶ ἐνεχόμενον βῆχα ποιέει· ἔν
                        τε τῇσιν ἀορτρῇσιν ἐνεχόμενον <lb/>τὸ ῥέον, ὥστε στενὰς διατρήσιας ἐχούσας
                        τὰς ἀορτρὰς, στενοχωρίην <lb/>τῷ πνεύματι παρέχει, καὶ τοῦτο ποιέει πνεῦμα
                        ἔχειν· <lb/>ὥστε γὰρ αἰεὶ λειπόμενον αἰεὶ ἐπιθυμέει ἀναπνεῖν, καὶ ἐν τῷ
                        πλεύμονι, <lb/>ὥστε οὐκ ἰσχυρῶς ὑγρῷ ἐόντι, ξυσμὸς ἐγγίνεται· ὅταν δὲ πολὺ
                        <lb/>ἀποῤῥυῇ τῆς κεφαλῆς, οὔτ’ ἐν τῷ πλεύμονι ξυσμὸς γίνεται· πολὺ γὰρ
                        <lb/>αὐτέῳ τὸ ἐπιῤῥέον ἐστὶ, καὶ ἔμπυοι ἐκ τῶν φθισίων τούτων γίνονται,
                        <lb/>ὅταν ὑγρότερον τὸ σῶμα γένηται· καὶ ὅταν ξηρότερον γένηται, <lb/>ἐκ τῶν
                        ἐμπύων φθισιῶντες. Ἔμπυοι τῷδε δῆλοι γίνονται· τὴν λαπάρην <lb/>ἀρχομένων
                        πόνος ἔχει· ἐπὴν δὲ πῦον ξυνεστήκῃ, ὅ τε πόνος <lb/>ὁμοίως ἔχει, βήξ τε
                        γίνεται, καὶ ἐπαναχρέμπτεται πῦον, καὶ πνεῦμα <pb n="308"/> ἔχει. Ἢν δὲ μήπω
                        ἐῤῥώγῃ, ἐν τῇ λαπάρῃ σείεται καὶ ψοφέει οἷον ἐν <lb/>ἀσκῷ· ἢν δὲ τούτων
                        μηδὲν προσημήνῃ, ἔμπυος δὲ ᾖ, τοισίδε χρὴ <lb/>τεκμαίρεσθαι· πνεῦμα πουλὺ
                        ἔχει, φθέγγεταί τε ὑποβραγχότερον, <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ
                        γούνατα, μᾶλλον δὲ κατὰ τὴν λαπάρην, <lb/>ἐν ᾗ τὸ πῦον ἔνεστι· καὶ ὁ κίθαρος
                        συγκεκαμμένος ἐστὶ, καὶ λυσιγυῖα <lb/>γίνεται, καὶ ἱδρὼς περιχεῖται ὅλον τὸ
                        σῶμα, καὶ τοτὲ μὲν δοκέει <lb/>θερμὸς αὐτὸς ἑωυτῷ εἶναι, τοτὲ δὲ ψυχρός· καὶ
                        οἱ ὄνυχες περιτέταμένοι <lb/>εἰσὶ, καὶ ἡ κοιλίη θερμὴ γίνεται· τούτοισι χρὴ
                        γινώσκειν τοὺς <lb/>ἐμπύους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὅταν δ’ ὄπισθεν ῥεύσῃ ἐς τὴν ῥάχιν, φθίσις γίνεται τούτῳ <lb/>τοιάδε· τὴν
                        ὀσφὺν ἀλγέει, καὶ τὰ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς κενὰ δοκέουσιν <lb/>αὐτῷ εἶναι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Χολῇ δὲ τάδ’ ἐστὶν ἐπικίνδυνα, ἴκτερος ἢν ἐπιγένηται, ἐν <lb/>τοῖσιν
                        ὀφθαλμοῖσι καὶ ἐν τοῖσιν ὄνυξι πελιδνὰ ὅταν γένωνται, καὶ ἐς <lb/>τὸ σῶμα
                        ὅταν ἔχῃ ἕλκεα καὶ τὰ περὶ τὰ ἕλκεα πελιδνὰ ᾖ, καὶ ὁ <lb/>ἱδρὼς ὁκόταν μὴ
                        κατ’ ὅλον τὸ σῶμα ἐκθύῃ, ἀλλὰ καθ’ ἓν μέρος τοῦ <lb/>σώματος, καὶ ὅταν τοῦ
                        πυρετοῦ ἔτι ὄντος ἐπαναχρέμπτηται χλωρὸν, <lb/>ἢ, ἐόντος ἐντὸς ἐν τῷ
                        πλεύμονι ἔτι τοῦ χλωροῦ, ἡ ἐπανάχρεμψις <lb/>παύσηται· τοῦτο δεῖ γινώσκειν
                        ὅταν ἐνῇ καὶ ὅταν μὴ ἐνῇ· ὅταν ἐνῇ, <lb/>ἐμψοφεῖ ἐν τῇ φάρυγγι ἀναπνέοντος,
                        καὶ πνεῦμα ἐπικίνδυνον, καὶ <lb/>λὺγξ, καὶ ὁ πυρετὸς ἔτι ὢν, ἀποχρέμματος
                        ἔτι ἐν τῷ πλεύμονι <lb/>ἐνεόντος, καὶ ἡ κοιλίη ἀσθενέος ἤδη ἐόντος
                        ὑποχωρέουσα· ταῦτα <lb/>πλευρίτιδος καὶ περιπλευμονίης ἐπικίνδυνα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Πλευρῖτιν ὧδε χρὴ ἰᾶσθαι· τὸν πυρετὸν μὴ παύειν ἑπτὰ <lb/>ἡμερέων, πότῳ
                        δὲ χρήσθω ἢ ὀξυμελικρήτῳ, ἢ ὄξει καὶ ὕδατι· ταῦτα <lb/>δὲ χρὴ προσφέρειν ὡς
                        πλεῖστα, ὡς ἐπίτεγξις γένηται καὶ γινομένη <pb n="310"/> ἐπανάχρεμψιν ποιέῃ·
                        καὶ τὴν ὀδύνην παύειν θερμαντηρίοισι φαρμάκοισι, <lb/>καὶ καταῤῥοφεῖν
                        διδόναι ὅ τι ἐπανάχρεμψιν ποιήσει, καὶ λουτροῖσι <lb/>χρῆσθαι τεταρταίοισιν·
                        τῇ δὲ πέμπτῃ καὶ τῇ ἕκτῃ χρίειν <lb/>ἐλαίῳ· τῇ δὲ ἑβδόμῃ λούειν, ἢν μὴ ὁ
                        πυρετὸς μέλλῃ ἀφιέναι, ὡς ὑπὸ <lb/>τοῦ λουτροῦ ὁ ἱδρὼς ἐγγένηται· καὶ ἔτι τῇ
                        πέμπτῃ καὶ τῇ ἕκτῃ ἰσχυροτάτοισι <lb/>χρῆσθαι τοῖσιν ἐπαναχρεμπτηρίοισι
                        φαρμάκοις, ὡς τὴν <lb/>ἑβδόμην ὅτι ῥήϊστα ἡμέρην ἀγάγῃ· ἢν δὲ μηδὲ τῇ ἑβδόμῃ
                        ἡμέρῃ <lb/>παύσηται, τῇ ἐννάτῃ παύσεται, ἢν μή τι ἄλλο τῶν ἐπικινδύνων
                        γένηται· <lb/>ἐπὴν δὲ ὁ πυρετὸς ἀφῇ, ῥοφήματα ὡς ἀσθενέστατα ποιέων
                        <lb/>προσφέρειν· ἢν δὲ ἰνηθμὸς ἐγγένηται, ἢν μὲν ἔτι θερμοῦ τοῦ σώματος
                        <lb/>ἐόντος, τῶν ποτῶν ἀφαιρέειν· ἢν δὲ τοῦ πυρετοῦ ἀφεικότος, <lb/>πυρίνοις
                        τοῖσι ῥοφήμασι χρῶ. Καὶ τὴν περιπλευμονίην τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον ἰῶ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τοὺς ἐμπύους καθαίρειν τὴν κεφαλὴν μὴ ἰσχυροῖσι φρμάκοισιν, <lb/>ἀλλὰ
                        κατὰ μικρὸν ἀποτρέπειν ἐς τὰς ῥῖνας, καὶ ἅμα διαχωρητικοῖσι <lb/>σιτίοισι
                        χρῆσθαι· καὶ ἐπὴν ἡ ἀρχὴ τοῦ νοσήματος μηκέτι <lb/>ᾖ, ἀλλ’ ἐκτρέπηται ὁ
                        ῥόος, ἐπανάχρεμψιν ποιέεσθαι, καὶ βῆχα <lb/>ποιέειν, καὶ ἐγχύτοισι
                        φαρμάκοισι χρῆσθαι καὶ σιτίοισιν ἅμα· ὁπόταν <lb/>δὲ δέῃ ἀπόχρεμψιν
                        ποιέεσθαι, καὶ πλέοσι σιτίοισι καὶ ἁλυκοῖσι <lb/>χρῆσθαι καὶ λιπαροῖσι, καὶ
                        οἴνῳ αὐστηρῷ, καὶ βῆχα ποιέειν ὅταν <lb/>ὧδε ἔχῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Καὶ τοὺς ὑπὸ τῆς φθίσιος τὸν αὐτὸν τρόπον τἄλλα, πλὴν τὰ <lb/>σιτία μὴ
                        πολλὰ ἅμα, καὶ τὰ ὄψα μὴ πλέονα ἢ τὰ σιτία, καὶ τῷ <pb n="312"/> οἴνῳ ὑδαρεῖ
                        χρῷ ἐπὶ τῷ σιτίῳ, ὡς μὴ θερμαίνῃ, καὶ τῷ σώματι <lb/>ἀσθενεῖ ἐόντι θερμότητα
                        παρέχῃ, καὶ ἅμα ἀμφότερα θερμαίνωσιν ἐν <lb/>τῷ αὐτῷ χρόνῳ καὶ θερμωλὴν
                        ποιέωσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ῥεῦμα πουλὺ ὁπόταν διὰ τοῦ οἰσοφάγου ἐς τὴν κοιλίην <lb/>ῥεύσῃ, ἴνησις
                        γίνεται κάτω, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἄνω· τούτῳ ἢν μὲν <lb/>ὀδύνη ἐνῇ ἐν τῇ γαστρὶ,
                        ὑπεξάγειν πρῶτον φαρμάκῳ ἢ χυλῷ, ἔπειτα <lb/>φαρμάκῳ ἰσχητηρίῳ χρῆσθαι,
                        τοῖσι δὲ σιτίοισι διαχωρητικοῖσιν <lb/>ἕως ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· ἐπὴν δὲ παύσηται
                        ἡ ὀδύνη, καὶ τοῖσι σιτίοισιν <lb/>ἰσχητηρίοισι χρῆσθαι· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον
                        καὶ ἐπὴν πολλὰς ἡμέρας <lb/>ἴνησις ἔχῃ, ἰᾶσθαι· ἢν δὲ ἀσθενὴς ᾖ καὶ μὴ
                        δύνηται προσφέρεσθαι <lb/>ὑπὸ ἀσθενείης, κλύζειν πρῶτον μὲν χρὴ χυλῷ
                        πτισάνης, ἔπειτα ἐπὴν <lb/>τούτῳ καθήρῃς, τῶν στυφόντων τινί. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>