<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1:41-60</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1:41-60</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Τοῖσι φαρμακοποτέουσι διδόναι μετὰ τὴν κάθαρσιν, τοῖσι <lb/>μὲν
                        πυρέσσουσιν, ἢ φακὸν ἢ κέγχρον λεπτὸν ἢ πτισάνης χυλόν· διδόναι <lb/>δὲ
                        πτισάνην μὲν καὶ κέγχρον ὡς κοῦφα ἐόντα, χόνδρον δὲ ὡς <lb/>ἰσχυρότερον
                        τούτων, καὶ ἄλητον ὡς ἰσχυρότατον πάντων· φακὸν δὲ <lb/>εὐώδεα σκευάσαι, καὶ
                        ὀλίγον δεύτερον διδόναι ὡς καὶ κοῦφον ὂν ῥόφημα <lb/>καὶ εὐκάρδιον ἄνω·
                        παραμίσγειν δὲ ἢ ἅλας ἢ μέλι καὶ κύμινον <lb/>καὶ ἔλαιον τῷ φακῷ, ἢ χλόης
                        γλήχωνος καὶ ὄξους ὀλίγον· τοῖσι <lb/>δὲ ἀπύροισιν ἄρτου καθαροῦ τὸ ἔσωθεν
                        ἐνθρύψας ἐν ζωμῷ, ἢ μᾶζαν <lb/>καὶ τέμαχος ἑφθὸν, ἢ κρέας ὀϊὸς ὡς νεωτάτης,
                        ἢ ὄρνιθος, ἢ σκύλακος <lb/>ἑφθὸν, ἢ τεῦτλον ἢ κολοκύντην ἢ βλῆτον, καὶ μετὰ
                        τὸ σιτίον <lb/>πίνειν οἶνον εὐώδεα, παλαιὸν, λευκὸν, ὑδαρέα. </p></div><pb n="252"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Οἷσι λούεσθαι μὴ ξυμφέρει, ἀλείφειν οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ θερμῷ, <lb/>καὶ
                        ἐκμάσσειν διὰ τρίτης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ὅταν κοιλίην ὑγραίνειν ἀπὸ σιτίων ἀσθενέοντος ἐθέλῃς, διδόναι <lb/>μᾶζαν
                        καὶ ὄψα, θαλασσίων μὲν τεμάχεα ἑφθὰ ἐν ὑποτρίμματι, <lb/>κρέα δὲ ὀϊὸς ὡς
                        νεωτάτης, ἢ ἐρίφου, ἢ σκύλακος, ἢ ὄρνιθος <lb/>ἑφθὰ, καὶ τεῦτλα ἢ βλῆτα ἢ
                        λάπαθα ἢ κολοκύντην, ἢν ἡ ὥρη ᾖ· <lb/>λάχανα δὲ, σέλινα καὶ ἄνηθα καὶ ὤκιμα·
                        καὶ τὸν οἶνον μελιχρὸν, <lb/>παλαιὸν, λευκὸν, ὑδαρέα. Ὅταν δὲ ξηραίνῃς τὸ
                        σῶμα, διδόναι ἄρτον, <lb/>καὶ ὄψα ὀπτὰ καὶ ξηρὰ, καὶ θερμότερα ταῦτα πάντα,
                        καὶ κρεῶν <lb/>τὰ μέλεα, ὅσα σαρκώδεα, ἰχθύων τοὺς πετραίους, λάχανα πήγανον
                        <lb/>ἢ θύμον ἢ ὀρίγανον, τὸν δὲ οἶνον μέλανα αὐστηρόν· σκευάζειν δὲ τὰ
                        <lb/>ὄψα ἁλσὶ καὶ κυμίνῳ, καὶ τοῖσιν ἄλλοισιν ἀρτύμασιν ὡς ἐλαχίστοισι
                        <lb/>χρῆσθαι. Ὅταν δὲ ἀνακομίσαι ἐκ νούσου ἐθέλῃς, διδόναι τὰ μὲν <lb/>ἄλλα
                        ταὐτὰ, ἃ καὶ ὅταν διυγραίνῃς τὴν κοιλίην, τὰ δὲ κρέα ἀντὶ τῶν <lb/>γαλαθηνῶν
                        ἰσχυρότερα, καὶ ἀντὶ τῶν κυνείων ὀρνίθεια καὶ λάγεια, <lb/>καὶ τούτων ἔνια
                        ὀπτὰ καὶ τῶν κρεῶν καὶ τῶν ἰχθύων καὶ ἐσκευασμένα <lb/>ὡς ἄριστα. Ὁκόσοισι
                        τῶν νουσημάτων ξηρασίη ξυμφέρει, <lb/>μονοσιτίη ξυμφέρει, καὶ τὰ σιτία καὶ
                        τὰ ποτὰ ἐλάσσω τελέειν ἢ <lb/>ὥστε πλήρη εἶναι, καὶ ταῦτα ἐκπονέειν, καὶ
                        περιπατεῖν, καὶ κοιμᾶσθαι <lb/>ὡς ἐλάχιστα. Ὁκόσοισι δ’ αὖ ὑγρασίη ξυμφέρει,
                        μὴ ἀσιτέειν, <lb/>καὶ τοῦ σιτίου καὶ τοῦ ποτοῦ μὴ ἐνδεᾶ εἶναι, μηδὲ πονέειν,
                        καὶ κοιμᾶσθαι <lb/>ὁκόσα ἂν ἐθέλῃ. </p></div><pb n="254"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Ὁκόσων ἐπιθυμέουσιν οἱ κάμνοντες ἢ σιτίων ἢ ὄψων ἢ ποτῶν, <lb/>ὑπαρχέτω
                        ταῦτα, ἢν μή τι μέλλῃ τῷ σώματι βλάβος ἔσεσθαι. <lb/>Ὁκόταν ἢ σιτίων ἢ ποτῶν
                        προστιθέναι ἄρξῃ ἢ ἀφαιρέειν, κατ’ ὀλίγον <lb/>χρὴ καὶ τὰς προσθέσιας
                        ποιέεσθαι καὶ τὰς ἀφαιρέσιας. Ὁκόσοι <lb/>σιτία ἱκανὰ οἷοί τέ εἰσι τελέειν,
                        ῥοφήματα μὴ διδόναι· ἀποκλείει γὰρ <lb/>τοῦ σιτίου· ὁκόσοι δὲ μὴ οἷοί τε,
                        τούτοισι διδόναι. Ἢν δέ τι διδόναι <lb/>θέλῃς κομιδῆς ἕνεκα, διδόναι χόνδρον
                        ἢ πτισάνην πυρίνην· ταῦτα <lb/>γὰρ τῶν ῥοφημάτων ἰσχυρότερα· διδόναι δὲ μετὰ
                        δεῖπνον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Τὰ φάρμακα ὅσα ποτὰ, καὶ ὅσα πρὸς τὰ τρώματα προσφέρεται, <lb/>μανθάνειν
                        χρὴ, ἄξιον γὰρ ἅπαντος· οὐ γὰρ ἀπὸ γνώμης ταῦτα <lb/>εὑρίσκουσιν οἱ
                        ἄνθρωποι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ τύχης, οὐδέ τι οἱ χειροτέχναι <lb/>μᾶλλον ἢ οἱ
                        ἰδιῶται· ὅσα δὲ ἐν τῇ τέχνῃ τῇ ἰητρικῇ γνώμῃ <lb/>εὑρίσκεται ἢ περὶ σιτίων ἢ
                        περὶ φαρμάκων, παρὰ τῶν οἵων τε διαγινώσκειν <lb/>τὰ ἐν τῇ τέχνῃ μανθάνειν
                        χρὴ, ἤν τι θέλῃς μανθάνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Μετὰ τὰ ῥοφήματα διδόναι τὸ σιτίον τοῖσιν ἀσθενέουσιν· <lb/>ἐπιπίνειν δὲ
                        οἶνον εὐώδεα· πρὸ δὲ τῶν σιτίων καὶ ποτῶν ἢ ῥοφημάτων, <lb/>ὅ τι ἄν σοι
                        δοκέῃ, τοῖσιν ἀσθενέουσιν ἐσορῶν τὸ σῶμα καὶ τὴν <lb/>ψυχὴν προσφέρειν καὶ
                        τὸ σιτίον καὶ τὸ ποτόν· μάλιστα γὰρ ἂν οὕτως <lb/>ὠφελέοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Τῶν σιτίων ἃ δύναμιν ἕκαστα ἔχει, τεκμαίρεσθαι χρὴ ἀπὸ <lb/>τῶν φανερὴν
                        τὴν δύναμιν ἐχόντων, ὁκόσα ἢ φῦσαν ἢ δῆξιν ἢ πλησμονὴν <pb n="256"/> ἢ
                        ἐρευγμὸν παρέχει ἢ στρόφον, ἢ διαχωρέει, ἢ μὴ διαχωρέει, <lb/>καὶ φανερά
                        ἐστιν ὅτι ταῦτα ἐργάζεται, καὶ ἀπὸ τούτων χρὴ τὰ ἄλλα <lb/>σκοπεῖν· ἔχει γὰρ
                        τὰ ἕκαστα τῶν ἐδεσμάτων, διότι καὶ ὠφελέει καὶ <lb/>βλάπτει· ἀλλὰ τὰ μὲν
                        φανερώτερά ἐστιν ἐργαζόμενα ἃ ἐργάζεται, τὰ <lb/>δὲ ἀμυδρότερα. Τὰ σιτία καὶ
                        τὰ ὄψα σκευάζειν καὶ διδόναι τοῖσιν <lb/>ἀσθενέουσιν, ὑφ’ ὧν μήτε φῦσα
                        ἔσται, μήτε ὀξυρεγμίη, μήτε στρόφος, <lb/>μήτε λίην διαχωρέει, μήτε λίην
                        ξηραίνεται· ταῦτα δὲ γίνεται <lb/>ὧδε· ὅσα μὲν ἡ κοιλίη κρατέει, καὶ τὸ σῶμα
                        αὐτὰ ἀναδέχεται, ταῦτα <lb/>μὲν οὔτε φῦσαν παρέχεται οὔτε στρόφον· ἢν δὲ μὴ
                        ἡ κοιλίη κρατέῃ, <lb/>ἀπὸ τούτων καὶ φῦσα καὶ στρόφος καὶ τἄλλα τὰ τοιαῦτα
                        γίνεται. <lb/>Κουφότατα τῶν σιτίων καὶ τῶν ὄψων καὶ τῶν ποτῶν, ὅσα μέτρια
                        <lb/>ἐσίοντα ἐς τὸ σῶμα ἢ ὀλίγῳ πλέω τῶν μετρίων, μήτε πλήρωσιν παρέχει,
                        <lb/>μήτε στρόφον, μήτε φῦσαν, μήτε ἄλλο τῶν τοιούτων μηδὲν, καὶ
                        <lb/>πέσσεταί τε τάχιστα, καὶ πεσσόμενα διαχωρέει, καὶ ἀνὰ πᾶσάν τε
                        <lb/>ἡμέρην ἐσιόντα ἐς τὴν κοιλίην ἀλυπότατά ἐστι, καὶ ὅταν διὰ παλαιοῦ
                        <lb/>ἐσέλθῃ. Βαρέα δὲ, ὅσα μέτρια τελεύμενα ἢ ἐλάσσω τῶν μετρίων,
                        <lb/>πλήρωσιν καὶ πόνον παρέχει· καθ’ ἡμέρην δὲ μηδὲ οἷόν τε ἐσθίειν
                        <lb/>αὐτὰ μηδὲ πίνειν, ἀλλὰ πόνον παρέχει· διὰ χρόνου δὲ ἄν τις αὐτὰ <lb/>ἢ
                        πίνῃ ἢ ἐσθίῃ, καὶ οὕτω πόνον παρέχει, καὶ οὐ διαχωρέει ἀνὰ λόγον. <lb/>Ἐς
                        ὑγιείην ἄριστα, ὅσα ὀλίγιστα ἐσιόντα αὐτάρκεά ἐστι καὶ λιμοῦ <lb/>καὶ δίψης
                        ἄκος εἶναι, καὶ πλεῖστον χρόνον τὸ σῶμα αὐτὰ δέχεται, <pb n="258"/> καὶ
                        διαχωρέει κατὰ λόγον. Ἐς ἰσχὺν δὲ ἄριστα, ὅσα σάρκα φύει <lb/>πλείστην καὶ
                        πυκνοτάτην, καὶ τὸ αἷμα παχύνει, καὶ διαχωρέει κατὰ <lb/>λόγον τῶν ἐσιόντων,
                        καὶ τὸ σῶμα πλεῖστον χρόνον ἀναδέχεται. Τὰ <lb/>λιπαρὰ καὶ τὰ πίονα, καὶ τὰ
                        τυρώδεα καὶ μελιτώδεα, καὶ τὰ σησαμόεντα <lb/>ὀξυρεγμίην μάλιστα παρέχει καὶ
                        χολέρην καὶ στρόφον καὶ <lb/>φῦσαν καὶ πλησμονήν· ποιέει δὲ τοῦτο αὐτὸ καὶ
                        ὅταν πλείω τις <lb/>φάγῃ ἢ πίῃ ἢ ὅσα οἵη τε πέψαι ἡ κοιλίη. Τοῖσιν
                        ἀσθενέουσιν ἢν μὲν <lb/>κατὰ λόγον τῆς νούσου καὶ τοῦ σώματος διδῷς ἃ ἂν
                        διδῷς, ὑπαναλίσκει <lb/>ταῦτα τὸ σῶμα, καὶ οὔτε ἐνδεές ἐστιν οὔτε πλῆρες· ἢν
                        δὲ ἁμαρτάνῃς <lb/>τοῦ καιροῦ ἢ ἐπὶ τὰ ἢ ἐπὶ τὰ, βλάβος ἐπ’ ἀμφότερα. Ὅσα
                        <lb/>τῶν σιτίων ἢ τῶν ὄψων ἢ τῶν ποτῶν τὸ σῶμα ἀναδέχεται μάλιστα, <lb/>ἀπὸ
                        τουτέων οὔτε στρόφος γίνεται οὔτε φῦσα οὔτε ὀξυρεγμίη· ὅταν <lb/>γὰρ ἐς τὴν
                        κοιλίην ἐσέλθῃ, ἀπ’ αὐτοῦ σπᾷ τὸ σῶμα τὸ αὐτῷ ἐπιτήδειον, <lb/>καὶ
                        ἀσθενέστερον ἤδη τὸ λοιπὸν ἀνάγκη εἶναι, ὥστε στρόφον <lb/>ἢ φῦσαν ἢ ἄλλο τι
                        τῶν τοιούτων ἐν τῇ κοιλίῃ μὴ ποιῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Τῶν οἴνων καὶ οἱ γλυκέες καὶ οἱ αὐστηροὶ καὶ οἱ μελιχροὶ <lb/>παλαιοὶ τὴν
                        κοιλίην ὑπάγουσι μάλιστα καὶ διουρέονται καὶ <lb/>τρέφουσι, καὶ οὔτε φῦσαν
                        παρέχουσιν οὔτε στρόφον οὔτε πλησμονήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Κρεῶν τὰ δίεφθα καὶ τὰ ἔξοπτα ἀσθενέα μὲν πρὸς τὴν ἰσχὺν <lb/>ἀμφότερα,
                        ἐς δὲ τὴν διαχώρησιν τὰ μὲν δίεφθα ἐπιτήδεια, τὰ δὲ <lb/>ὀπτὰ στασιμώτερα·
                        τὰ δὲ μετρίως ἔχοντα καὶ ἑψήσιος καὶ ὀπτήσιος <lb/>μετρίως καὶ ἐς τὴν ἰσχὺν
                        ἔχει καὶ ἐς τὴν διαχώρησιν, τὰ δὲ <lb/>ἐνωμότερα πρὸς μὲν τὴν ἰσχὺν
                        ἐπιτήδεια, πρὸς δὲ τὴν διαχώρησιν <lb/>οὔ. </p></div><pb n="260"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Τῶν σιτίων καὶ τῶν ποτῶν ἃ προσφορώτατα τῷ σώματι καὶ <lb/>μάλιστα
                        αὐτάρκεα καὶ ἐς τροφὴν καὶ ἐς ὑγιείην, ἀπὸ τούτων αὐτῶν, <lb/>ὅταν τις
                        αὐτοῖσι μὴ ἐν τῷ καιρῷ χρῆται ἢ πλέοσι τοῦ καιροῦ, αἵ τε <lb/>νοῦσοι καὶ ἐκ
                        τῶν νούσων οἱ θάνατοι γίνονται· τὰ δ’ ἄλλα σιτία καὶ <lb/>ποτὰ ὅσα μὴ
                        τοιαύτην δύναμιν ἔχει, σμικρὸν μέν τι ὠφελέει, ἤν τις <lb/>καὶ πάντα
                        αὐτοῖσιν ἐν καιρῷ χρέηται, σμικρὰ δὲ καὶ βλάπτει, ἐπ’ <lb/>ἀμφότερα δέ ἐστιν
                        ἀσθενέα, ὥστε ἀγαθόν τι ποιῆσαι καὶ ὥστε κακόν· <lb/>ἔστι δὲ τῶν σιτίων καὶ
                        τῶν ποτῶν ἃ τὴν δύναμιν ἔχει ταύτην, τάδε, <lb/>ἄρτος, μᾶζα, κρέα, ἰχθύες,
                        οἶνος, τούτων μέντοι τὰ μὲν μᾶλλον, τὰ δὲ <lb/>ἧσσον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="51"><p>51. Ὁκόσοι ξηρὴν δίαιταν διαιτῶνται, τούτοισι μὴ ξὺν τῷ σιτίῳ <lb/>τὸ ποτὸν
                        διδόναι, ἀλλὰ μετὰ τὸ σιτίον, διαλιπὼν πουλὺν χρόνον· καὶ <lb/>οὕτω μὲν ξηρὴ
                        ἡ ἰκμὰς ἀπὸ ξηρῶν τῶν σιτίων γενομένη τὸ σῶμα <lb/>ξηραίνει· ἢν δὲ ἅμα τῷ
                        σιτίῳ πίνῃ, νοτερωτέρη ἡ τροφὴ γινομένη <lb/>ὑγρότερον τὸ σῶμα ποιέει. Ἄρτος
                        ὁ θερμὸς καὶ τὰ κρέα τὰ θερμὰ <lb/>αὐτὰ ἐφ’ ἑωυτῶν ἐσθιόμενα ξηραίνει· ἢν δὲ
                        ξὺν ὑγρῷ διδῷς ἢ ἐπιπίνειν <lb/>παραχρῆμα ἐπὶ τῷ σιτίῳ, οὐ ξηραίνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="52"><p>52. Ὁ ἄρτος ὁ καθαρῶν τῶν ἀλεύρων ἐς ἰσχὺν καὶ κομιδὴν ξυμφορώτερος <lb/>ἢ ὁ
                        ἀνερεικτὸς, καὶ πρόσφατος ἢ ἕωλος, καὶ τῶν ἀλεύρων <lb/>προσφάτων ἢ
                        παλαιοτέρων. Τὰ ἄλφιτα ἀβρέκτων τῶν κριθέων <lb/>περίχυδα ἐπτισμένων
                        ἰσχυρότερα ἢ βεβρεγμένων, καὶ πρόσφατα ἢ <lb/>παλαιότερα, καὶ ἡ μᾶζα
                        προπεφυρημένη ἰσχυροτέρη ἢ μὴ προπεφυρημένη. <pb n="262"/> Ὁ οἶνος
                        διαχεόμενος καὶ ἀποψυχόμενος καὶ διηθεόμενος <lb/>λεπτότερος γίνεται καὶ
                        ἀσθενέστερος. Τὰ κρέα τὰ μὲν ἑφθὰ, ἢν μὲν <lb/>δίεφθα ποιήσῃς, ἀσθενέστερα
                        καὶ ἐλαφρότερα, τὰ δὲ ὀπτὰ, ἢν ἔξοπτα, <lb/>καὶ τὰ παλαιὰ ἐξ ὄξους ἢ ἁλῶν,
                        ἀσθενέστερα καὶ ἐλαφρότερα <lb/>τῶν προσφάτων. Τὰ ἀσθενέα τῶν σιτίων καὶ τὰ
                        κοῦφα τὴν μὲν κοιλίην <lb/>οὐ λυπέει οὐδὲ τὸ σῶμα, διότι οὐκ ἀνοιδέει
                        θερμαινόμενα οὐδὲ <lb/>πληροῖ, ἀλλὰ πέσσεται ταχὺ καὶ πεσσόμενα διαχωρέει· ἡ
                        δὲ ἰκμὰς <lb/>ἀπ’ αὐτῶν τῷ σώματι ἀσθενὴς γίνεται, καὶ οὔτε αὔξην οὔτε ἰσχὺν
                        <lb/>ἀξίην λόγου παρέχει. Τὰ δὲ ἰσχυρὰ τῶν σιτίων ἀνοιδέει τε ὅταν ἐς
                        <lb/>τὴν κοιλίην ἐσέλθῃ, καὶ πλήρωσιν παρέχει, καὶ πέσσεται μὲν σχολαίτερον
                        <lb/>καὶ διαχωρέει· ἡ δὲ ἰκμὰς ἀπ’ αὐτῶν ἰσχυρὴ καὶ ἀκήρατος
                        <lb/>προσγινομένη ἰσχύν τε παρέχει τῷ σώματι πολλὴν καὶ αὔξην. Κρεῶν
                        <lb/>κουφότατα ἐς τὸ σῶμα κύνεια καὶ ὀρνίθεια καὶ λαγῷα τὰ δίεφθα·
                        <lb/>βαρέα δὲ τὰ βόεια καὶ τὰ χοίρεια, μετριώτατα δὲ πρὸς τὴν φύσιν καὶ
                        <lb/>ἑφθὰ καὶ ὀπτὰ καὶ ὑγιαίνουσι καὶ ἀσθενέουσι τὰ μήλεια· τὰ δὲ ὕεια
                        <lb/>ἐς εὐεξίην μὲν καὶ ἰσχὺν πονέουσι καὶ γυμναζομένοισιν ἀγαθὰ, ἀσθενέουσι
                        <lb/>δὲ καὶ ἰδιώτῃσιν ἰσχυρότερα· καὶ τὰ θήρεια τῶν ἡμέρων κουφότερά
                        <lb/>ἐστι, διότι καρπὸν οὐχ ὅμοιον ἐσθίει· διαφέρει δὲ τὰ κρέα τῶν
                        <lb/>κτηνέων καὶ ὁκόσα καρπὸν ἐσθίει καὶ ὁκόσα μὴ ἐσθίει· καὶ ὁ καρπὸς
                        <lb/>οὐ τωὐτὸ ἅπασι ποίεει, ἀλλὰ ὁ μὲν πυκνήν τε τὴν σάρκα τοῦ ἱερείου
                        <lb/>παρέχει καὶ ἰσχυρὴν, ὁ δὲ ἀραιήν τε καὶ ὑγρὴν καὶ ἀσθενέα. Ὡς <pb n="264"/> μὲν τὸ ξύμπαν εἰρῆσθαι, ἰχθύες κοῦφον ἔδεσμα καὶ ἑφθοὶ καὶ
                        ὀπτοὶ, <lb/>καὶ αὐτοὶ ἐφ’ ἑωυτῶν καὶ μεθ’ ἑτέρων σιτίων· αὐτοὶ δὲ ἑωυτῶν
                        διαφέρουσιν <lb/>ὧδε· καὶ οἱ μὲν λιμναῖοι καὶ πίονες καὶ ποτάμιοι βαρύτεροι,
                        <lb/>οἱ δὲ ἀκταῖοι κουφότεροι, καὶ ἑφθοὶ ὀπτῶν κουφότεροι. Τουτέων <lb/>τὰ
                        μὲν ἰσχυρὰ διδόναι, ὅταν ἀνακομίσαι τινὰ βούλῃ, τὰ δὲ κοῦφα, ὅταν
                        <lb/>ἰσχνὸν δέῃ καὶ λεπτὸν ποιῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="53"><p>53. Τὸ λουτρὸν τὸ θερμὸν, τὸ μὲν μέτριον μαλάσσει τὸ σῶμα καὶ <lb/>αὔξει· τὸ
                        δὲ πλεῖον τοῦ καιροῦ τὰ μὲν ξηρὰ τοῦ σώματος διυγραίνει, <lb/>τὰ δὲ ὑγρὰ
                        ἀποξηραίνει, καὶ τὰ μὲν ξηρὰ ὑγραινόμενα ἀσθενείην καὶ <lb/>λειποθυμίην
                        παρέχει, τὰ δὲ ὑγρὰ ξηραινόμενα ξηρασίην καὶ δίψος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="54"><p>54. Λαχάνων δὲ τὰ σκόροδα καὶ ἑφθὰ καὶ ὀπτὰ καὶ διουρητικὰ <lb/>καὶ
                        ὑποχωρητικὰ καὶ πρὸς τὰ γυναικεῖα ξύμφορα. Κρόμμυα ἐς τὰ <lb/>οὖρα
                        ἐπιτήδεια· ὁ γὰρ ὀπὸς δριμύτητά τινα παρέχει ὥστε διαχωρέειν· <lb/>τούτοισιν
                        ὧδε χρῆσθαι, ἀλλὰ τοῖσιν ἀσθενέουσι μὴ προσφέρειν. Σέλινα <lb/>καὶ ἑφθὰ καὶ
                        ὠμὰ διουρητικὰ, καὶ τῶν σελίνων τὰ ἕλεια τῶν <lb/>ἡμέρων πλέονα ἔχει
                        δύναμιν. Κορίανον εὐκάρδιον καὶ διαχωρητικὸν, <lb/>καὶ ἑφθὸν καὶ ὠμόν.
                        Ὤκιμον καὶ ὑγρὸν καὶ ψυχρὸν καὶ εὐκάρδιον. <lb/>Πράσα τὰ μὲν ἑφθὰ διουρητικὰ
                        καὶ διαχωρητικὰ, τὰ δὲ ὠμὰ <lb/>καυματώδεα καὶ φλεγματώδεα. Ῥοιὴ κομιστικὸν
                        καὶ φλεγματῶδες, <lb/>καὶ ξὺν μὲν τῷ πυρῆνι στάσιμον, ἄνευ δὲ τοῦ πυρῆνος
                        διαχωρητικόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="55"><p>55. Τὰ θερμὰ τῶν σιτίων ξηρὰ μὲν ἵστησι, τὸ γὰρ ὑγρὸν τὸ ἐν <lb/>τῇ κοιλίῃ
                        ἀναξηραίνει, ὑγρὰ δὲ ὄντα, διυγραίνοντα τῇ θερμότητι <lb/>ὑπάγει· τὰ στρυφνὰ
                        ξηραίνει καὶ ξυνάγει τὸ σῶμα, εἰσὶ δὲ καὶ στάσιμα· <pb n="266"/> τὰ ὀξέα
                        λεπτύνει, δῆξιν ἐμποιέοντα· τὰ ἁλμυρὰ διαχωρέει <lb/>καὶ διουρέεται· τὰ
                        λιπαρὰ καὶ τὰ πίονα καὶ τὰ γλυκέα ὑγρασίην μὲν <lb/>καὶ φλέγμα παρέχει,
                        κομιστικὰ δέ· κολοκύντη καὶ τεῦτλα καὶ <lb/>βλῆτα καὶ λάπαθα τῇ ὑγρότητι
                        διαχωρητικά· κράμβη δὲ ἔχει τινὰ <lb/>δριμύτητα ἐς τὸ διαχωρέειν, καὶ ἅμα
                        εὔχυμος· τυρὸς καὶ σήσαμα <lb/>καὶ σταφὶς, κομιστικὰ καὶ φλεγματώδεα·
                        γλυκεῖς οἶνοι καὶ μελιειδεῖς <lb/>καὶ κομιστικοὶ καὶ διουρητικοὶ καὶ
                        φλεγματώδεες, οἱ δὲ αὐστηροὶ <lb/>ἐς ἰσχὺν καὶ ξηρασίην ἐπιτήδειοι,
                        οὐρητικοὶ δὲ καὶ τῶν ἀυστηρῶν <lb/>ὅσοι λεπτοί τε καὶ παλαιοὶ καὶ λευκοί.
                        Ἔλαιον καὶ ὅσα τοιαῦτα, <lb/>κομιστικὰ καὶ φλεγματώδεα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="56"><p>56. Λαχάνων τῶν ἑφθῶν διαχωρέει, ὅσα φύσει ὑγρότατά ἐστιν <lb/>ἢ δριμύτητα ἢ
                        θερμότητα ἔχει, διδόναι δὲ ταῦτα χλιερώτερα καὶ <lb/>τακερώτερα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="57"><p>57. Σίκυος πέπων καὶ διουρητικὸν καὶ διαχωρητικὸν καὶ κοῦφον· <lb/>ὁ δὲ
                        ἕτερος πέπων ψύξιν τινὰ παρέχει καὶ δίψαν παύει· τροφὴ δὲ <lb/>ἀπὸ οὐδετέρου
                        αὐτῶν γίνεται εἰ μὴ λεπτή τις, ἀλλ’ οὐδὲ φλαῦρον <lb/>ἀπ’ οὐδετέρου οὐδὲν
                        ἄξιον λόγου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="58"><p>58. Τὸ μέλι ξὺν μὲν ἑτέροις ἐσθιόμενον καὶ τρέφει καὶ εὔχροιαν <lb/>παρέχει,
                        αὐτὸ δὲ ἐφ’ ἑωυτοῦ λεπτύνει μᾶλλον ἢ κομίζει, καὶ γὰρ <lb/>διουρέεται καὶ
                        διακαθαίρεται μᾶλλον τοῦ μετρίου. </p></div><pb n="268"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="59"><p>59. Τὰ διαχωρητικὰ ἐν τῇ κοιλίῃ θερμαίνεται ταχὺ, καὶ θερμαινόμενα
                        <lb/>μαραίνεται καὶ τήκεται, καὶ τὴν διαχώρησιν διὰ τοῦτο ταχείην
                        <lb/>παρέχει· ὅσα δὲ στάσιμα τῶν σιτίων, καὶ θερμαίνεται βραδέως, <lb/>καὶ
                        θερμαινόμενα ξηραίνεται καὶ ξυνίσταται, καὶ διὰ τοῦτο <lb/>περίσκληρα
                        γινόμενα οὐ διαχωρέει. Τὰ διαχωρητικὰ ἔγχυλά ἐστι <lb/>καὶ φύσει θερμὰ, τὰ
                        δὲ οὐρητικὰ ξηρὰ καὶ ψυχρά. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="60"><p>60. Ὁ σῖτος καὶ ὁ οἶνος διαφέρουσι μὲν καὶ αὐτοὶ ἑωυτῶν φύσει <lb/>ἐς ἰσχὺν
                        καὶ ἀσθενείην καὶ κουφότητα καὶ βαρύτητα· διαφέρει δὲ καὶ <lb/>χώρη χώρης ἐξ
                        ὁκοίης ἂν ᾖ, καὶ εὔυδρος ἐοῦσα καὶ ἄνυδρος, καὶ <lb/>εὐήλιος καὶ πολύσκιος,
                        καὶ ἀγαθὴ καὶ φλαύρη, ὥστε ἅπαντα ταῦτα <lb/>ξυμβάλλεται ἐς τὸ ἰσχυρότερα
                        ἕκαστα τῶν σιτίων εἶναι καὶ ἀσθενέστερα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>