<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1:21-40</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1:21-40</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Εἰλεὸς ὅταν λάβῃ, ἡ γαστὴρ σκληρὴ γίνεται, καὶ διαχωρέει <lb/>οὐδέν· καὶ
                        ὀδύνη κατὰ πᾶσαν τὴν κοιλίην ἔχει, καὶ πυρετὸς, καὶ <lb/>δίψα· ἐνίοτε δὲ ὑπὸ
                        πόνου καὶ ἐμέει χολήν. Τοῦτον χρὴ διυγραίνειν <pb n="232"/> καὶ ἔσωθεν καὶ
                        ἔξωθεν, καὶ λούειν πολλῳ καὶ θερμῷ, καὶ πίνειν <lb/>ὅσα τήν τε κοιλίην
                        κινέει καὶ τὸ οὖρον ὑπάγει, καὶ ὑποκλύζειν ἢν <lb/>δέχηται· ἢν δὲ μὴ δέχηται
                        τὸ κλύσμα, αὐλίσκον προσδήσας πρὸς <lb/>ποδεῶνα ἀσκίου, φυσήσας, ἐνιέναι τὴν
                        φῦσαν πολλήν· καὶ ἐπειδὰν <lb/>ἀρθῇ τὸ ἔντερον ὑπὸ τῆς φύσης καὶ ἡ γαστὴρ,
                        ἐξελὼν τὸν αὐλίσκον, <lb/>ἐνιέναι παραχρῆμα κλύσμα· καὶ ἢν δέξηται,
                        ὑποχωρήσει καὶ ὑγιὴς <lb/>ἔσται· ἢν δὲ μηδ’ οὕτω δέξηται τὸ κλύσμα,
                        ἀποθνήσκει μάλιστα <lb/>ἑβδομαῖος. Ἡ δὲ τοιαύτη νοῦσος γίνεται, ὅταν τῆς
                        κόπρου ξυγκαυθῇ <lb/>ἀθρόον ἐν τῷ ἐντέρῳ· περὶ τοῦτο περιίσταται φλέγμα, καὶ
                        τὸ <lb/>ἔντερον, ἅτε τούτων ἀθρόων ἐνεσκληκότων, περιοιδέει· καὶ οὔτε τῶν
                        <lb/>ἄνωθεν πινομένων φαρμάκων δέχεται, ἀλλὰ ἀνεμέει, οὔτε τῶν κάτωθεν
                        <lb/>προσφερομένων κλυσμάτων δέχεται· ἔστι δὲ τὸ νούσημα ὀξὺ καὶ
                        <lb/>ἐπικίνδυνον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ὕδερος δὲ γίνεται τὰ μὲν πλεῖστα, ὅταν τις ἐκ νούσου μακρῆς
                        <lb/>ἀκάθαρτος διαφέρηται πολὺν χρόνον· φθείρονται γὰρ αἱ σάρκες, <lb/>καὶ
                        τήκονται, καὶ γίνονται ὕδωρ· γίνεται δὲ ὕδρωψ καὶ ἀπὸ τοῦ <lb/>σπληνὸς, ὅταν
                        νοσήσῃ, καὶ ἀπὸ τοῦ ἥπατος, καὶ ἀπὸ λευκοῦ φλέγματος, <lb/>καὶ ἀπὸ
                        δυσεντερίης καὶ λειεντερίης. Καὶ ἢν μὲν ἐξ ἀκαθαρσίης <lb/>γένηται ὕδρωψ, ἡ
                        μὲν γαστὴρ ὕδατος πίμπλαται, οἱ δὲ πόδες καὶ αἱ <lb/>κνῆμαι ἐπαίρονται, οἱ
                        δὲ ὦμοι καὶ αἱ κληβδες καὶ τὰ στήθεα καὶ οἱ <lb/>μηροὶ τήκονται. Τοῦτον ἢν
                        ἀρχόμενον λάβῃς πρὸ τοῦ ὑπέρυδρον γενέσθαι, <lb/>φάρμακα πιπίσκειν κάτω, ὑφ’
                        ὧν ὕδωρ ἢ φλέγμα καθαίρεται, <lb/>χολὴν δὲ μὴ κινέειν, σιτίοισι δὲ καὶ
                        ποτοῖσι καὶ πόνοισι καὶ περιπάτοισι <lb/>διαιτᾷν, ὑφ’ ὧν ἰσχνὸς καὶ ξηρὸς
                        ἔσται, καὶ αἱ σάρκες ὡς ἰσχυρόταται· <lb/>ἡ δὲ νοῦσος θανατώδης, ἄλλως τε
                        καὶ ἢν φθῇ ἡ γαστὴρ <pb n="234"/> μεστωθεῖσα ὕδατος. Ὅταν δὲ ἀπὸ σπληνὸς, ἢ
                        ἥπατος, ἢ λευκοῦ <lb/>φλέγματος, ἢ δυσεντερίης ἐς ὕδρωπα μεταστῇ, θεραπεύειν
                        μὲν τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι ξυμφέρει· διαφεύγουσι δὲ οὐ μάλα· τῶν γὰρ νουσημάτων
                        ὅ <lb/>τι ἂν ἕτερον ἐφ’ ἑτέρῳ γένηται, ὡς τὰ πολλὰ ἀποκτείνει· ὅταν γὰρ
                        <lb/>ἀσθενεῖ τῷ σώματι ὄντι ὑπὸ τῆς παρούσης νούσου ἑτέρην νοῦσος
                        ἐπιγένηται, <lb/>προαπόλλυται ὑπὸ ἀσθενείης, πρὶν ἢ τὴν ἑτέρην νοῦσον τὴν
                        <lb/>ὑστέρην γενομένην τελευτῆσαι. Τὸ δὲ ὕδωρ γίνεται οὕτως· ἐπειδὰν <lb/>αἱ
                        σάρκες ὑπὸ φλέγματος καὶ χρόνου καὶ νούσου καὶ ἀκαθαρσίης <lb/>καὶ
                        κακοθεραπείης καὶ πυρετῶν διαφθαρῶσι, τήκονται καὶ γίνονται <lb/>ὕδωρ· καὶ ἡ
                        μὲν κοιλίη οὐ διαδιδοῖ τὸ ὕδωρ ἐς ἑωυτὴν, κύκλῳ δὲ <lb/>περὶ αὐτὴν γίνεται.
                        Ἢν μὲν οὖν ὑπὸ τῶν φαρμάκων καὶ τῆς ἄλλης <lb/>διαίτης ὠφελέηται, καὶ ἡ
                        γαστὴρ λαπάσσεται αὐτοῦ· ἢν δὲ μὴ, ταμὼν <lb/>ἀφεῖναι τοῦ ὕδατος· τάμνεται
                        δὲ ἢ παρὰ τὸν ὀμφαλὸν, ἢ ὄπισθεν <lb/>κατὰ τὴν λαγόνα· διαφεύγουσι δὲ καὶ
                        ἐντεῦθεν ὀλίγοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Δυσεντερίη ὅταν ἔχῃ, ὀδύνη ἔχει κατὰ πᾶσαν τὴν κοιλίην, <lb/>καὶ στρόφος,
                        καὶ διαχωρέει χολήν τε καὶ φλέγμα, καὶ αἷμα ξυγκεκαυμένον. <lb/>Τούτου
                        καθήρας τὴν κεφαλὴν, φάρμακον πῖσαι ἄνω, ὅ <lb/>τι φλέγμα καθαίρει, καὶ τὴν
                        κοιλίην γάλακτι ἑφθῷ διανίψας, τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα θεραπεύειν· καὶ ἢν μὲν
                        ἄπυρος ᾖ, τὴν μὲν κοιλίην λιπαροῖσι <lb/>καὶ πίοσι καὶ γλυκέσι καὶ ὑγροῖσιν
                        ὑπάγειν αἰεὶ τὰ ἐνεόντα, καὶ λούειν <lb/>πολλῷ καὶ θερμῷ τὰ κάτω τοῦ
                        ὀμφαλοῦ, ἢν ὀδύνη ἔχῃ· τὰ δὲ πόματα <lb/>καὶ τὰ ῥοφήματα καὶ τὰ σιτία
                        προσφέρειν κατὰ τὰ γεγραμμένα ἐν <lb/>τῇ φαρμακίτιδι. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται,
                        ἐπειδὰν χολὴ καὶ φλέγμα καταστηρίξῃ <lb/>ἐς τὰς φλέβας καὶ τὴν κοιλίην·
                        νοσέει μὲν τὸ αἷμα καὶ <lb/>διαχωρέει ἐφθαρμένον, νοσέει δὲ καὶ τὸ ἔντερον
                        καὶ ξύεται καὶ ἑλκοῦται. <lb/>Γίνεται δὲ αὕτη ἡ νοῦσος καὶ μακρὴ καὶ
                        πολύπονος καὶ θανατώδης· <lb/>καὶ ἢν μὲν ἔτι τοῦ σώματος ἰσχύοντος
                        θεραπεύηται, ἐλπὶς <pb n="236"/> διαφυγεῖν· ἢν δὲ ἤδη ἐκτετηκότος καὶ τῆς
                        κοιλίης παντάπασιν ἡλκωμένης, <lb/>ζωῆς οὐδεμία ἐλπίς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Λειεντερίη· τὰ σιτία διαχωρέει ἄσηπτα, ὑγρά· ὀδύνη δὲ οὐκ <lb/>ἔνι·
                        λεπτύνεται δὲ τὸ σῶμα· τοῦτον θεραπεύειν τοῖσιν αὐτοῖσιν, οἷσι <lb/>τοὺς ὑπὸ
                        δυσεντερίης ἐχομένους. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται, ὅταν ἐκ τῆς κεφαλῆς <lb/>καὶ τῆς
                        ἄνω κοιλίης κατάῤῥοος γένηται τοῦ φλέγματος ἐς τὴν <lb/>κάτω κοιλίην· ὅταν
                        δὲ τοῦτο ᾖ, τὰ σιτία ὑπ’ αὐτοῦ ψύχεται, καὶ <lb/>ὑγραίνεται, καὶ ἡ ἄφοδος
                        αὐτῶν ἀσήπτων ταχείη γίνεται, καὶ τὸ <lb/>σῶμα τήκεται, ἅμα μὲν οὐ
                        πεσσομένων τῶν σιτίων ἐν τῇ κοιλίῃ χρόνον <lb/>ἱκανὸν, ἅμα δὲ ὑπὸ τῆς
                        κοιλίης θερμῆς ἐούσης παρὰ φύσιν θερμαινομένων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Διάῤῥοια δὲ ἡ μακρὴ ὅταν ἔχῃ, διαχωρέει πρῶτον μὲν τὰ <lb/>ἐσιόντα ὑγρὰ,
                        ἔπειτα φλέγμα· καὶ ἐσθίει μὲν ἐπιεικῶς, ὑπὸ δὲ τῆς <lb/>πολλῆς διαχωρήσιος
                        ἀσθενὴς καὶ λεπτὸς γίνεται. Τοῦτον ἄνω ἀποξηραίνειν <lb/>ἐλλέβορον πιπίσκων
                        καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρων φλέγμα, <lb/>διανίψαι δὲ καὶ τὴν κοιλίην γάλακτι
                        ἑφθῷ, ἔπειτα τἄλλα σιτίοισι <lb/>καὶ ποτοῖσι θεραπεύειν, ὑφ’ ὧν ξηρανεῖται ἥ
                        τε κοιλίη καὶ τὸ σῶμα <lb/>πᾶν· ἡ δὲ νοῦσος ἀπὸ τῶν αὐτῶν γίνεται, ἀφ’ ὧν
                        καὶ ἡ λειεντερίη. <lb/>Αὗται αἱ νοῦσοι, ἥ τε δυσεντερίη καὶ ἡ λειεντερίη καὶ
                        διάῤῥοια, <lb/>παραπλήσιαί εἰσι, καὶ δεῖ αὐτὰς οὕτως ἰῆσθαι· τὸν μὲν
                        κατάῤῥοον ἀπολαμβάνειν <lb/>τὸν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς ἄνω κοιλίης, ἢ
                        ἀποτρέπειν· <lb/>τοῦ γὰρ νουσήματος ἡ φύσις ἐντεῦθεν γίνεται, καὶ οὐδεὶς
                        οὐδέν σου <lb/>μέμψεται τὴν διάνοιαν· σχεδὸν δὲ καὶ τἄλλα νουσήματα ὧδε δεῖ
                        σκοπεῖν, <lb/>ὁκόθεν ἑκάστῳ ἡ φύσις γίνεται· καὶ οὕτω σκοπῶν καὶ λαμβάνων
                        <lb/>τὴν ἀρχὴν τῶν νουσημάτων ἥκιστ’ ἂν ἁμαρτάνοις. </p></div><pb n="238"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Τεινεσμὸς ὅταν λάβῃ, διαχωρέει αἷμα μέλαν καὶ μύξα, καὶ <lb/>πόνος ἐν τῇ
                        κάτω κοιλίῃ γίνεται, καὶ μάλιστα ὅταν ἐς ἄφοδον ἵζῃ· <lb/>τούτου ξυμφέρει
                        τὴν κοιλίην διυγραίνειν καὶ λιπαίνειν καὶ ἀλεαίνειν, <lb/>καὶ ὑπάγειν τὰ
                        ἐνεόντα, καὶ λούειν θερμῷ, πλὴν τῆς κεφαλῆς. Φιλέει <lb/>δὲ ἡ νοῦσος αὕτη τὰ
                        σιτία πλείω τελέειν· οἱ γὰρ στρόφοι κενουμένης <lb/>τῆς κοιλίης ὑπὸ τοῦ
                        αἵματος διεξιόντος καὶ τῆς μύξης καὶ προσπιπτόντων <lb/>πρὸς τὸ ἔντερον
                        γίνονται· ἐνόντων δὲ τῶν σιτίων, ἧσσον δῆξιν <lb/>παρέχει τῷ ἐντέρῳ. Καὶ
                        γίνεται μὲν ἀπὸ τῶν αὐτῶν, ὧν καὶ ἡ δυσεντερίη, <lb/>ἀσθενεστέρη δὲ καὶ
                        ὀλιγοχρονίη, καὶ οὐ θανατώδης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ὅταν δὲ ἐξ οἴνου ἢ εὐωχίης χολέρη λάβῃ ἢ διάῤῥοια, τῇ <lb/>μὲν διαῤῥοίῃ
                        ξυμφέρει διανηστεύειν, καὶ ἢν δίψος ἔχῃ, οἶνον διδόναι <lb/>γλυκὺν, ἢ
                        στέμφυλα γλυκέα, ἐς ἑσπέρην δὲ διδόναι ταῦτα, ἃ καὶ <lb/>τοῖσιν ὑπὸ φαρμάκου
                        κεκαθαρμένοισιν· ἢν δὲ μὴ παύηται, ἐθέλῃς δὲ <lb/>παῦσαι, ἔμετον ἀπὸ σιτίου
                        ἢ φακίου ποιῆσαι· καὶ παραχρῆμα ἀνέσπασται <lb/>ἄνω ἡ κάτω ἄφοδος· καὶ ἢν
                        διακλύσῃς χυλῷ φακῶν ἢ ἐρεβίνθων, <lb/>καὶ οὕτω πεπαύσεται. Τῇ δὲ χολέρῃ
                        ξυμφέρει, ἢν μὲν ὀδύνη <lb/>ἔχῃ, διδόναι ἃ γέγραπται ἐν τοῖσι φαρμάκοισι
                        παύοντα τὴν ὀδύνην, <lb/>τὴν δὲ κοιλίην θεραπεύειν τήν τε ἄνω καὶ τὴν κάτω,
                        διυγραίνοντα <lb/>πόμασι, καὶ μαλάσσοντα τὸ σῶμα λουτροῖσι θερμοῖσι, πλὴν
                        τῆς κεφαλῆς· <lb/>καὶ ὅ τε ἔμετος οὕτως εὐπετέστερος γίνεται, ἢν ἐσίῃ τι
                        ὑγρὸν, <lb/>καὶ τὰ προσεστηκότα ἄνω ἀπεμέεται, καὶ ἡ κάτω ὑποχώρησις μᾶλλον
                        <lb/>διαχωρέει· ἢν δὲ κενὸς ᾖ, ἐμέεται βιαίως, καὶ ὑποχωρέει βιαιότερον·
                        <lb/>ἐς ἑσπέρην δὲ διδόναι καὶ τούτῳ, ὅσαπερ τῷ φαρμακοποτέοντι. <pb n="240"/> Γίνεται δὲ ταῦτα τὰ ἀλγήματα, ὅσα ἐκ ποσίων γίνεται ἢ ἐξ <lb/>εὐωχίης,
                        ὅταν τὰ σιτία καὶ τὰ ποτὰ πλέω τοῦ εἰωθότος ἐς τὴν κοιλίην <lb/>ἐσέλθῃ, καὶ
                        τὰ ἔξωθεν εἰωθότα ὑπερθερμαίνειν τὸ σῶμα κινέῃ χολὴν <lb/>καὶ φλέγμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Στραγγουρίης τρόποι μὲν πολλοὶ καὶ παντοῖοι· ξυμφέρει δὲ <lb/>ἔξωθεν μὲν
                        τὸ σῶμα μαλάσσειν λουτροῖσι θερμοῖσιν, ἔσωθεν δὲ διυγραίνειν <lb/>τὴν μὲν
                        κοιλίην σιτίοισιν ὑφ’ ὧν εὔροος ἔσται, τὴν δὲ κύστιν <lb/>ποτοῖσιν ὑφ’ ὧν τὸ
                        οὖρον ὡς πλεῖστον διαχεῖται· διδόναι δὲ καὶ τῶν <lb/>διουρητικῶν φαρμάκων, ἃ
                        γέγραπται ἐν τῇ φαρμακίτιδι παύοντα τῆς <lb/>ὀδύνης. Ἡ δὲ νοῦσος ὑπὸ τοῦ
                        φλέγματος γίνεται· καὶ ὅταν μὲν ἡ <lb/>κύστις ξηρανθῇ, ἢ ψυχθῇ, ἢ κενωθῇ,
                        ὀδύνην παρέχει· ὅταν δὲ ὑγρή <lb/>τε καὶ πλήρης ᾖ καὶ κεχυμένη, ἧσσον· ἡ δὲ
                        νοῦσος τοῖσι μὲν παλαιοτέροισι <lb/>μακροτέρη γίνεται, τοῖσι δὲ νεωτέροισι
                        βραχυτέρη, θανατώδης <lb/>δὲ οὐδετέροισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ἰσχιὰς δὲ ὅταν γένηται, ὀδύνη λαμβάνει ἐς τὴν πρόσφυσιν <lb/>τοῦ ἰσχίου
                        καὶ ἐς ἄκρον τὸ πυγαῖον καὶ ἐς τὸν γλουτόν· τέλος δὲ καὶ <lb/>διὰ παντὸς τοῦ
                        σκέλεος πλανᾶται ἡ ὀδύνη. Τούτῳ ξυμφέρει, ὅταν ἡ <lb/>ὀδύνη ἔχῃ, μαλάσσειν
                        καθ’ ὁκοῖον ἂν τυγχάνῃ τοῦ σκέλεος στηρίζουσα <lb/>ἡ ὀδύνη, ἐν λουτροῖσι καὶ
                        χλιάσμασι καὶ πυρίῃσι, καὶ τὴν <lb/>κοιλίην ὑπάγειν· ὅταν δὲ λωφήσῃ ἡ ὀδύνη,
                        φάρμακον δοῦναι κάτω· <lb/>καὶ μετὰ ταῦτα πιεῖν γάλα ὄνου ἑφθόν· διδόναι δὲ
                        τῆς ὀδύνης ἃ <lb/>γέγραπται παρὰ τοῖσι φαρμάκοισιν. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται,
                        ἐπειδὰν <lb/>χολὴ καὶ φλέγμα ἐς τὴν αἱμόῤῥοον φλέβα καταστηρίξῃ, ἢ ἐξ ἑτέρης
                        <lb/>νούσου, ἢ ἄλλως, ὁκόσον ἂν τοῦ αἵματος ὑπὸ φλέγματος καὶ χολῆς
                        <lb/>νοσήσῃ ξυνεστηκός· τοῦτο γὰρ πλανᾶται ἀνὰ τὸ σκέλος διὰ τῆς <pb n="242"/> φλεβὸς τῆς αἱμοῤῥόου καὶ ὅκου ἂν στῇ, ἡ ὀδύνη κατὰ τοῦτο ἔνδηλος
                        <lb/>μάλιστα γίνεται, ἡ δὲ νοῦσος μακρὴ γίνεται καὶ ἐπίπονος, θανατώδης
                        <lb/>δὲ οὔ· ἢν δὲ ἐς ἕν τι χωρίον καταστηρίξῃ ἡ ὀδύνη καὶ στῇ, <lb/>καὶ
                        τοῖσι φαρμάκοισι μὴ ἐξελαύνηται, καῦσαι καθ’ ὁκοῖον ἂν τόπον <lb/>τυγχάνῃ
                        ἐοῦσα ἡ ὀδύνη, καίειν δὲ τῷ ὠμολίνῳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ἀρθρῖτις νοῦσος ὅταν ἔχῃ, λαμβάνει πῦρ, καὶ ὀδύνη τὰ ἄρθρα <lb/>τοῦ
                        σώματος λαμβάνει ὀξείη, καὶ ἐς ἄλλο τε καὶ ἄλλο τῶν ἄρθρων <lb/>ὀξύτεραί τε
                        καὶ μαλακώτεραι καταστηρίζουσιν αἱ ὀδύναι. Τούτῳ <lb/>ξυμφέρει προσφέρειν, ᾗ
                        ἂν ἡ ὀδύνη ἔχῃ, ψύγματα, καὶ ἐκ τῆς κοιλίης <lb/>ὑπάγειν τὰ ἐνεόντα
                        κλύσμασιν ἢ βαλάνῳ, καὶ ῥοφᾶν διδόναι καὶ <lb/>πιεῖν ὅ τι ἂν δοκέῃ σοι
                        ξυνοῖσον· ὅταν δὲ ἡ ὀδύνη ἀνῇ, φάρμακον <lb/>κάτω πίσαι, καὶ μετὰ τοῦτο
                        πίνειν ὀῤῥὸν ἑφθὸν ἢ ὄνου γάλα. Ἡ δὲ <lb/>νοῦσος γίνεται ὑπὸ χολῆς καὶ
                        φλέγματος, ὅταν κινηθέντα ἐς τὰ ἄρθρα <lb/>καταστηρίξῃ· καὶ ὀλιγοχρονίη μὲν
                        γίνεται καὶ ὀξείη, θανατώδης δὲ <lb/>οὔ· νεωτέροισι δὲ εἴωθε μᾶλλον ἢ
                        γεραιτέροισι γίνεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ποδάγρη δὲ βιαιότατον μὲν τῶν τοιούτων ἁπάντων ὁκόσα <lb/>περὶ τὰ ἄρθρα,
                        καὶ πολυχρονιώτατον, καὶ δυσαπαλλακτότατον· καὶ <lb/>ἔστι μὲν ἡ νοῦσος αὕτη,
                        τοῦ αἵματος ἐφθαρμένου τοῦ ἐν τοῖσι φλεβίοισιν <lb/>ὑπὸ χολῆς καὶ φλέγματος·
                        ὅσῳ δὲ ἐν λεπτοτάτοισί τε φλεβίοισι <lb/>καὶ ἐν ἀνάγκῃ πεφυκόσι πλείστῃ τοῦ
                        σώματος καὶ ἐν νεύροισι <lb/>καὶ ὀστέοισι πολλοῖσί τε καὶ πυκνοῖσι, τοσούτῳ
                        παραμονιμώτατόν <lb/>τέ εστι τὸ νούσημα καὶ δυσαπαλλακτότατον. Ξυμφέρει δὲ
                        καὶ ταύτῃ <lb/>τὰ αὐτὰ, ἃ καὶ τῇ ἀρθρίτιδι· καὶ μακρὴ μὲν καὶ αὕτη ἡ νοῦσος
                        καὶ <pb n="244"/> ἐπίπονος, θανατώδης δὲ οὔ. Ἢν δὲ τοῖσι δακτύλοισι τοῖσι
                        μεγάλοισιν <lb/>ἡ ὀδύνη ἐγκαταλείπηται, καῦσαι τὰς φλέβας τοῦ δακτύλου ὑπὲρ
                        <lb/>τοῦ κονδύλου ὀλίγον, καίειν δὲ ὠμολίνῳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἴκτερον δὲ ὧδε χρὴ θεραπεύειν· ἔξωθεν μὲν τὸ σῶμα μαλθάσσειν
                        <lb/>λουτροῖσι θερμοῖσι, τὴν δὲ κοιλίην διυγραίνειν καὶ τὴν κύστιν, <lb/>καὶ
                        τῶν διουρητικῶν διδόναι, ἃ προγέγραπται· ἢν δὲ ἰσχυρὸς <lb/>ᾖ, καθήρας τὴν
                        κεφαλὴν, φάρμακον πίσαι κάτω, ὅ τι χολὴν καθαίρει, <lb/>ἔπειτα δὲ τοῖσι
                        διουρητικοῖσι χρῆσθαι· ἡ δὲ νοῦσος γίνεται, <lb/>ὅταν χολὴ κινηθεῖσα ὑπὸ τὸ
                        δέρμα τράπηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ταῦτα δὲ ἐπιστάμενος ἀνὴρ ἰδιώτης οὐκ ἂν ὁμοίως ἐμπίπτοι <lb/>ἐς ἀνήκεστα
                        νουσήματα· καὶ γὰρ νουσήματα εἴωθεν ἀπὸ σμικρῶν <lb/>προφασίων μεγάλα καὶ
                        πολυχρόνια γίνεσθαι. Καὶ ὅσα μὲν σιτίων ἢ <lb/>ποτῶν ἐχόμενά ἐστιν ἢ
                        ῥοφημάτων ἢ φαρμάκων, ὅσα ὀδύνης εἵνεκα <lb/>δίδοται, ἀκίνδυνά ἐστιν ἅπαντα
                        προσφέρειν ἀεὶ, ἐὰν κατὰ τὰ γεγραμμένα <lb/>προσφέρῃς· ὅσα δὲ καθαίρει τῶν
                        φαρμάκων χολὴν ἢ φλέγμα, <lb/>ἐν τούτοισιν οἱ κίνδυνοι γίνονται καὶ αἱ
                        αἰτίαι τοῖσι θεραπεύουσι· <lb/>φυλάσσεσθαι οὖν χρὴ ταῦτα μάλιστα. Ταῦτα μὲν
                        ὅσα κατὰ κοιλίην <lb/>γίνεται νουσήματα πλὴν περὶ ἐμπύων καὶ φθινόντων καὶ
                        τῶν <lb/>γυναικείων, ταῦτα δὲ χωρὶς γεγράψεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Φύματα ὅσα φύεται, πάντα ὑπὸ φλέγματος ἢ αἵματος φύεται· <lb/>ὅταν δὲ ὑπὸ
                        τρώματος ἢ πτώματος ἀθροισθῇ, ξυμφέρει δὴ τούτων, <lb/>τὰ μὲν καταπλάσσοντα
                        καὶ φάρμακα πιπίσκοντα διαχεῖν, τὰ δὲ <lb/>καταπλάσσοντα πεπαίνειν· καὶ
                        διαχέει μὲν τῶν καταπλασμάτων <lb/>ὅσα θερμὰ ἐόντα ὑγραίνει, καὶ μὴ σπᾷ ἐς
                        ἑωυτά· πεπαίνει δὲ ὅσα <pb n="246"/> θερμαίνοντα ξυνάγει· ὅταν δὲ τμηθῇ, ἢ
                        αὐτόματον ῥαγῇ, φαρμάκῳ <lb/>ἀνακαθαίρειν τὸ ὑγρόν· ὅταν δὲ πυοῤῥοοῦντα
                        παύσηται, ὡς ἕλκος <lb/>ἰῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Λέπρη καὶ κνησμὸς καὶ ψώρη καὶ λειχῆνες καὶ ἀλφὸς καὶ <lb/>ἀλώπεκες ὑπὸ
                        φλέγματος γίνονται· ἔστι δὲ τὰ τοιαῦτα αἶσχος μᾶλλον <lb/>ἢ νουσήματα·
                        κηρίον καὶ χοιράδες καὶ φύγεθλα καὶ δοθιῆνες καὶ <lb/>ἄνθραξ ὑπὸ φλέγματος
                        φύεταί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Τούτοισι τοῖσι φαρμάκοισιν ἀποκαθαίροντα ὧδε χρῆσθαι· <lb/>ὅσοι μὲν
                        χολώδεές εἰσι, διδόναι τὰ ὑφ’ ὧν χολὴ καθαίρεται· ὅσοι δὲ <lb/>φλεγματώδεες,
                        τὰ ὑφ’ ὧν φλέγμα· ὅσοι δὲ μελαγχολῶσι, τὰ ὑφ’ ὧν <lb/>μέλαινα χολή τοῖσι δὲ
                        ὑδρωπιῶσι τὰ ὑφ’ ὧν ὕδωρ. Ὅσα δε δίδοται <lb/>φάρμακα ποτὰ καὶ μὴ καθαίρει
                        μήτε χολὴν μήτε φλέγμα, ὅταν ἐς τὸ <lb/>σῶμα ἐσέλθῃ, τὴν δύναμιν αὐτὰ
                        παρέχεσθαι δεῖ ἢ ψύχοντα ἢ θερμαίνοντα <lb/>ἢ ξηραίνοντα ἢ ὑγραίνοντα ἢ
                        ξυνάγοντα ἢ διαχέοντα· ὅσα δὲ <lb/>ὕπνον ποιέει, ἀτρεμίην δεῖ τῷ σώματι
                        παρέχειν τὸ φάρμακον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ὅταν δὲ ἐπὶ νοσέοντα ἀφίκῃ, ἐπανερωτᾷν χρὴ ἃ πάσχει, <lb/>καὶ ἐξ ὅτου,
                        καὶ ποσταῖος, καὶ τὴν κοιλίην εἰ διαχωρέει, καὶ δίαιταν <lb/>ἥντινα
                        διαιτᾶται, καὶ ἐνθυμέεσθαι πρῶτα μὲν τὸ νούσημα πότερον <lb/>ἀπὸ χολῆς ἢ
                        φλέγματος γεγένηται ἢ ἀμφότερα, καὶ τοῦτο εὖ εἰδέναι <lb/>ὅτι ἀνάγκην ἔχει
                        ὥστε ὑπὸ τούτων τοῦ ἑτέρου ἢ ἀμφοτέρων γίνεσθαι, <lb/>ἔπειτα πότερον
                        ξηρασίης ἢ ὑγρασίης χρήζει, ἢ τὰ μὲν τοῦ <lb/>σώματος ξηρασίης, τὰ δὲ
                        ὑγρασίης· ἔπειτα τὴν νοῦσον, εἴτε ἄνω δεῖ <lb/>θεραπεύειν, εἴτε κάτω, εἴτε
                        διὰ τῆς κύστιος, καὶ εἴτε αὔξεται ἡ νοῦσος, <lb/>εἶτε μαραίνεται, εἴτε
                        λύεται, εἴτε μεταπίπτει εἰς ἑτέρην <lb/>νοῦσον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Τοὺς τρωματίας λιμοκτονέειν, καὶ ἐκ τῆς κοιλίης ὑπάγειν τὰ <lb/>ἐνεόντα,
                        ἢ ὑποκλύζοντα, ἢ φάρμακον κάτω διδόντα, καὶ πίνειν <pb n="248"/> ὕδωρ καὶ
                        ὄξος, καὶ ῥοφεῖν. Τὰ φλεγμαίνοντα ψύχειν καταπλάσμασι· <lb/>τὰ δὲ τοιαῦτα
                        καταπλάσματα εἶναι ἢ τεῦτλα ἑφθὰ ἐν ὕδατι, ἢ σέλινον, <lb/>ἢ ἐλαίης φύλλα, ἢ
                        συκῆς φύλλα, ἢ ἀκτῆς φύλλα, ἢ βάτου, ἢ <lb/>ῥοιῆς γλυκείης, ἑφθοῖσι μὲν
                        τούτοισι χρῆσθαι· ὠμοῖσι δὲ ῥάμνου <lb/>φύλλοισιν, ἢ ἄγνου, ἢ ἐλελισφάκου, ἢ
                        τιθυμάλλου, ἢ γλήχωνα χλωρὴν, <lb/>ἢ πράσα, ἢ σέλινα, ἢ κορίανον, ἢ ἰσάτιος
                        φύλλα· ἢν δὲ μηδὲν <lb/>τούτων ἔχῃς μήτε ἄλλο τι μηδὲν κατάπλασμα, ἄλφιτον
                        φυρήσας <lb/>ὕδατι ἢ οἴνῳ κατάπλασαι. Τοσοῦτον δὲ χρόνον καταπλάσματα τάδ’
                        <lb/>ὠφελέει, ὁκόσον ἂν ψυχρότερα ᾖ ἢ τὸ ἕλκος· ὅταν δὲ ᾖ θερμότερα <lb/>ἢ
                        ὁμοίως θερμὰ, βλάπτει. Τὰ λιπαρὰ πρὸς τὰ φλεγμαίνοντα οὐ <lb/>ξυμφέρει, οὐδὲ
                        πρὸς τὸ ἀκάθαρτα, οὐδὲ πρὸς τὰ σηπόμενα· ἀλλὰ <lb/>πρὸς μὲν τὰ φλεγμαίνοντα
                        ξυμφέρει τὰ ψυχρὰ, πρὸς δὲ τὰ ἀκάθαρτα <lb/>καὶ τὰ σηπόμενα τὰ δριμέα καὶ
                        ὅσα δῆξίν τινα παρεχόμενα καθαίρει· <lb/>ὅταν δὲ σαρκοφυῆσαι βούλῃ, τὰ
                        λιπαρὰ καὶ τὰ θερμὰ μᾶλλον <lb/>ξυμφέρει, πρὸς ταῦτα γὰρ ἡ σὰρξ θάλλει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Ὁκόσοισιν ἄνθρωποι σιτίοισιν ἢ ποτοῖσιν ὑγιαίνοντες ἐς δίαιταν
                        <lb/>χρῶνται, ἐκ τούτων χρὴ τῶν παρεόντων χρῆσθαι πρὸς τοὺς νοσέοντας
                        <lb/>σκευάζοντα θερμὰ καὶ ψυχρὰ καὶ ὑγρὰ καὶ ξηρά· ἐκ μὲν ψυχρῶν <lb/>θερμὰ,
                        ἐκ δὲ θερμῶν μὴ θερμὰ, καὶ ξηρὰ ἐκ μὴ ξηρῶν, καὶ <lb/>τὰ λοιπὰ κατὰ τὸν
                        αὐτὸν τρόπον. Ἀπορέειν δὲ οὐ χρὴ, οὐδὲ τοῖσι <pb n="250"/> παρεοῦσι μὲν μὴ
                        δύνασθαι, τὰ ἀπόντα δὲ ζητεῦντα μηδὲν ὠφελέειν <lb/>τὸν κάμνοντα οἷόν τε
                        εἶναι· εὑρήσεις δὲ, ἢν ὀρθῶς σκοπέῃς ἔξω τουτέων, <lb/>οἷσι πρὸς τὸν
                        νοσέοντα χρῶνται, ὀλίγα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ῥοφήματα δὲ ἐν τῇσι νούσοισιν ἁπάσῃσι διδόναι ἢ πτισάνην <lb/>ἢ κέγχρον ἢ
                        ἄλητον ἢ χόνδρον· τούτων ὁκόσα μὲν δίδως ἐς διαχώρησιν, <lb/>λεπτὰ διδόναι
                        καὶ διεφθότερα, καὶ γλυκύτερα ἢ ἁλυκώτερα <lb/>ἢ θερμότερα· ὁκόσα δὲ ἐς
                        ἰσχὺν ἢ ἀνακομιδὴν, παχύτερα καὶ λιπαρώτερα <lb/>καὶ μετρίως ἑφθά. Ποτοῖσι
                        δὲ χρῆσθαι, ἢν μὲν ὑπάγειν ἐθέλῃς <lb/>τὴν κοιλίην καὶ τὴν κύστιν, γλυκὺν
                        οἶνον ἢ μελίκρητον· ἢν δὲ <lb/>στύφειν, αὐστηρὸν, λευκὸν, λεπτὸν, ὑδαρέα ἢν
                        δὲ ἐς ἰσχὺν, αὐστηρὸν, <lb/>μέλανα· ὁκόσοι τὸν οἶνον πίνουσιν ἀνηλεῶς,
                        τούτοισι διδόναι, ἃ <lb/>γέγραπται ἐν τῇ φαρμακίτιδι ποτὰ σκευαζόμενα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>