<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg025.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ.</head><p>1. Ἄνδρα χρὴ, ὅστις ἐστὶ συνετὸς, λογισάμενον ὅτὶ τοῖσιν ἀνθρώποισι
                        <lb/>πλείστου ἄξιόν ἐστιν ἡ ὑγιείη, ἐπίστασθαι ἀπὸ τῆς ἑωυτοῦ <lb/>γνώμης ἐν
                        τῇσι νούσοισιν ὠφελέεσθαι· ἐπίστασθαι δὲ τὰ ὑπὸ τῶν <lb/>ἰητρῶν καὶ λεγόμενα
                        καὶ προσφερόμενα πρὸς τὸ σῶμα τὸ ἑωυτοῦ <lb/>καὶ διαγινώσκειν· ἐπίστασθαι δὲ
                        τούτων ἕκαστα, ἐς ὅσον εἰκὸς <lb/>ἰδιώτην. Ταῦτ’ οὖν ἐπίσταιτο ἄν τις
                        μάλιστα εἰδὼς καὶ ἐπιτηδεύων <lb/>τάδε· νουσήματα τοῖσιν ἀνθρώποισι γίνεται
                        ἅπαντα ὑπὸ χολῆς καὶ <lb/>φλέγματος· ἡ δὲ χολὴ καὶ τὸ φλέγμα τὰς νούσους
                        παρέχει, ὅταν ἐν <lb/>τῷ σώματι ἢ ὑπερξηραίνηται, ἢ ὑπερυγραίνηται, ἢ
                        ὑπερθερμαίνη· <lb/>ται, ἢ ὑπερψύχηται. Πάσχει δὲ ταῦτα τὸ φλέγμα καὶ ἡ χολὴ
                        καὶ <lb/>ἀπὸ σιτίων καὶ ποτῶν, καὶ ἀπὸ πόνων καὶ τρωμάτων, καὶ ἀπὸ
                        <lb/>ὀσμῆς καὶ ἀκοῆς καὶ ὄψιος καὶ λαγνείης, καὶ ἀπὸ τοῦ θερμοῦ τε <lb/>καὶ
                        ψυχροῦ· πάσχει δὲ, ὅταν τούτων ἕκαστα τῶν εἰρημένων ἢ μὴ <lb/>ἐν τῷ δέοντι
                        προσφέρηται τῷ σώματι, ἢ μὴ τὰ εἰωθότα, ἢ πλείω <lb/>τε καὶ ἰσχυρότερα, ἢ
                        ἐλάσσω τε καὶ ἀσθενέστερα. Τὰ μὲν οὖν νουσήματα <lb/>γίνεται τοῖσιν
                        ἀνθρώποισιν ἅπαντα ἀπὸ τουτέων. Δεῖ δὲ <lb/>πρὸς ταῦτα τὸν ἰδιώτην
                        ἐπίστασθαι, ὁκόσα εἰκὸς γινώσκειν ἰδιώτην· <lb/>ὅσα δὲ τοὺς χειροτέχνας
                        εἰκὸς ἐπίστασθαι καὶ προσφέρειν καὶ <lb/>διαχειρίζειν, περὶ δὲ τούτων καὶ
                        τῶν λεγομένων καὶ τῶν ποιευμένων <lb/>οἷόν τε εἶναι τὸν ἰδιώτην γνώμῃ τινὶ
                        ξυμβάλλεσθαι. Ἤδη οὖν <lb/>τούτων ὁπόθεν ἕκαστα δεῖ τὸν ἰδιώτην ἐπίστασθαι,
                        ἐγὼ φράσω. </p></div><pb n="210"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἢν ἐς τὴν κεφαλὴν ὀδύναι ἐμπέσωσι, τούτου τὴν κεφαλὴν <lb/>ξυμφέρει
                        διαθερμαίνειν λούοντα πολλῷ θερμῷ, καὶ πταρμὸν <lb/>ποιέοντα φλέγμα καὶ
                        μύξας ὑπεξάγειν· καὶ ἢν μὲν πρὸς ταῦτα <lb/>ἀπαλλάσσηται τῆς ὀδύνης, ἀρκεῖ
                        ταῦτα· ἢν δὲ μὴ ἀπαλλάσσηται, <lb/>καθῆραι τὴν κεφαλὴν φλέγμα, διαιτᾷν δὲ
                        ῥοφήματι καὶ ποτῷ ὕδατι, <lb/>οἶνον δὲ μὴ προσφέρειν, ἔστ’ ἂν ἡ περιωδυνίη
                        παύσηται· τὸν γὰρ <lb/>οἶνον ὅταν θερμὴ ἐοῦσα ἡ κεφαλὴ σπάσῃ, ἡ περιωδυνίη
                        ἰσχυροτέρη <lb/>γίνεται. Τὰ δὲ ἀλγήματα ἐσπίπτει ὑπὸ τοῦ φλέγματος, ὅταν ἐν
                        τῇ <lb/>κεφαλῇ κινηθὲν ἀθροισθῇ· ἢν δὲ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ὀδύνη καὶ
                        σκοτοδινίη <lb/>ἐμπίπτῃ ἐς τὴν κεφαλὴν, ὠφελέει μὲν καὶ ταῦτα προσφερόμενα·
                        <lb/>ὠφελέει δὲ, καὶ ἢν αἷμα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν μυκτήρων, ἢ ἀπὸ <lb/>τῆς
                        φλεβὸς τῆς ἐν τῷ μετώπῳ· ἢν δὲ πουλυχρόνιον καὶ ἰσχυρὸν τὸ <lb/>νούσημα ἐν
                        τῇ κεφαλῇ γίνηται, καὶ μὴ ἀπαλλάσσηται, καθαρθείσης <lb/>τῆς κεφαλῆς, ἢ
                        σχάσαι δεῖ τούτου τὴν κεφαλὴν, ἢ τὰς φλέβας κύκλῳ <lb/>ἀποκαῦσαι· τῶν γὰρ
                        λοιπῶν ἀπὸ τούτων μοῦνον ἐλπὶς ὑγιέα γενέσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τοὺς νοσέοντας χρὴ σκοπεῖν εὐθὺς ἀρχομένους ἐν τῇ καταστάσει <lb/>τῶν
                        νουσημάτων, ὅτου ἂν δέωνται, καὶ οἵους τε ὄντας φαρμακευθῆναι, <lb/>καὶ ἄλλο
                        ὅπερ ἄν τις θέλῃ προσενέγκαι· ἢν δὲ, τὴν ἀρχὴν <lb/>παρεὶς, τελευτώσης τῆς
                        νούσου προσφέρῃς, ἐν ἀπειρηκότι ἤδη τῷ <lb/>σώματι, εἰ δεῖ ἓν ἰσχυρόν τι
                        προσενέγκαι, κίνδυνος ἁμαρτάνειν <lb/>μᾶλλον ἢ ἐπιτυγχάνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἢν ἐς τὰ ὦτα ὀδύνη ἐμπέσῃ, λούειν ξυμφέρει πολλῷ θερμῷ, <lb/>καὶ πυριῇν τὰ
                        ὦτα· καὶ ἢν μὲν πρὸς ταῦτα περιίστηται τὸ φλέγμα <lb/>λεπτυνόμενον ἀπὸ τῆς
                        κεφαλῆς, καὶ ἡ ὀδύνη ἀπολείπῃ, ἀρκέει <pb n="212"/> ταῦτα· ἢν δὲ μὴ, τῶν
                        λοιπῶν ἄριστον φάρμακον πῖσαι ἄνω, ὅ τι <lb/>φλέγμα καθαίρει, ἢ τὴν κεφαλὴν
                        καθῆραι, ᾧ καθαίρεται τὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>φλέγμα· τὸ δὲ ἄλγημα καὶ τοῦτο
                        γίνεται, ὅταν ἔσωθεν πρὸς <lb/>τὴν ἀκοὴν φλέγμα ἐκ τῆς κεφαλῆς προσπέσῃ. Ἢν
                        δὲ τὰ παρὰ <lb/>τὴν φάρυγγα φλεγμήνῃ, ἀναγαργαρίζειν χρή· γίνεται δὲ καὶ
                        ταῦτα <lb/>ἀπὸ φλέγματος· ἢν δὲ τὰ οὖλα ἤ τι τῶν ὑπὸ τῇ γλώσσῃ φλεγμαίνῃ,
                        <lb/>διαμασσητοῖσι χρῆσθαι· ἀπὸ φλέγματος δὲ καὶ ταῦτα γίνεται. Ἢν <lb/>δὲ ἡ
                        σταφυλὴ κατακρεμασθῇ καὶ πνίγῃ, ἔνιοι δὲ τοῦτο καλέουσι γαργαρεῶνα,
                        <lb/>παραχρῆμα μὲν τοῖσιν ἀναγαργαλίκτοισι χρῆσθαι, σκευάζων <lb/>ὡς
                        γέγραπται ἐν τοῖσι φαρμάκοισιν· ἢν δὲ πρὸς ταῦτα μὴ <lb/>ἰσχνὴ γένηται,
                        ὄπισθεν ξυρήσαντα τὴν κεφαλὴν, σικύας προσβάλλειν <lb/>δύο, καὶ τοῦ αἵματος
                        ἀφαιρέειν ὡς πλεῖστον, καὶ ἀνασπάσαι ὀπίσω <lb/>τὸ ῥεῦμα τοῦ φλέγματος· ἢν
                        δὲ μηδὲ τούτοισι καθίστηται, σχάσαντα <lb/>μαχαιρίῳ τὸ ὕδωρ ἐξαγαγεῖν,
                        σχάζειν δὲ, ὅταν τὸ ἄκρον <lb/>ὑπέρυθρον γένηται· ἢν δὲ μὴ τοιοῦτον
                        γενόμενον τμηθῇ, φλεγμαίνειν <lb/>ἐθέλει, καὶ ἔστιν ὅτε ἐξάπινον ἔπνιξε·
                        γίνεται δὲ καὶ τοῦτο <lb/>ὑπὸ φλέγματος, ὅταν ἐκ τῆς κεφαλῆς θαλφθείσης
                        ἀθρόον καταῤῥυῇ. <lb/>Ὅσα δὲ περὶ ὀδόντας γίνεται ἀλγήματα, ἢν μὲν
                        βεβρωμένος ᾖ καὶ <lb/>κινέηται, ἐξαιρέειν· ἢν δὲ μὴ βέβρωται, μηδὲ κινέηται,
                        ὀδύνην δὲ <lb/>παρέχῃ, καύσαντα ἀποξηρῆναι· ὠφελέει δὲ καὶ τὰ διαμασσήματα·
                        <lb/>αἱ δὲ ὀδύναι γίνονται, ὅταν φλέγμα ὑπέλθῃ ὑπὸ τὰς ῥίζας τῶν ὀδόντων·
                        <lb/>ἐσθίονται δὲ καὶ βιβρώσκονται οἱ μὲν ὑπὸ φλέγματος, οἱ δὲ <lb/>ὑπὸ
                        σιτίων, ἢν φύσει ἀσθενέες ἔωσι, καὶ κοιλίην ἔχοντες, καὶ πεπηγότες <lb/>ἐν
                        τοῖσιν οὔλοισι κακῶς. </p></div><pb n="214"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἢν δὲ ἐν τῇ ῥινὶ πόλυπος γένηται, οἷον πρῆγμα πνέεται, <lb/>καὶ ἀπογκέει
                        ἐκ τοῦ μυκτῆρος ἐς τὸ πλάγιον· ἐξαιρέεται δὲ βρόχῳ <lb/>διελκόμενος ἐς τὸ
                        στόμα ἐκ τῆς ῥινός· οἱ δὲ καὶ φαρμάκοισιν ἐκσήπονται· <lb/>φύεται δὲ ὑπὸ
                        φλέγματος. Ταῦτα μὲν ὅσα ἀπὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>φύεται νουσήματα, πλὴν
                        ὀφθαλμῶν· ταῦτα δὲ ἰδίως γεγράψεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Περὶ δὲ τῶν κατὰ κοιλίην νουσημάτων ἐνθυμέεσθαι χρὴ τάδε· <lb/>πλευρῖτις,
                        περιπλευμονίη, καῦσος, φρενῖτις, αὗται καλέονται <lb/>ὀξεῖαι, καὶ γίνονται
                        μὲν μάλιστα καὶ ἰσχυρόταται τοῦ χειμῶνος, <lb/>γίνονται δὲ καὶ τοῦ θέρεος,
                        ἧσσον δὲ καὶ μαλακώτεραι· ἢν δὲ παρατυγχάνῃς, <lb/>ταῦτα ἂν καὶ ποιέων καὶ
                        ξυμβουλεύων τυγχάνοις μάλιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Πλευρῖτις· πυρετὸς ἴσχει, καὶ τοῦ πλευροῦ ὀδύνη, καὶ ὀρθοπνοίη, <lb/>καὶ
                        βήξ· καὶ τὸ σίελον κατ’ ἀρχὰς μὲν ὑπόχολον πτύει, ἐπειδὰν <lb/>δὲ πεμπταῖος
                        γένηται ἢ ἑκταῖος, καὶ ὑπόπυον. Τούτῳ τοῦ μὲν <lb/>πλευροῦ τῆς ὀδύνης
                        διδόναι, ὅ τι ἀποστήσει ἀπὸ τοῦ πλευροῦ τό τε <lb/>φλέγμα καὶ τὴν χολήν· ἡ
                        γὰρ ὀδύνη οὕτως ἂν εἴη μαλακωτάτη· τὴν <lb/>δὲ κοιλίην θεραπεύειν ὑπάγοντι
                        καὶ ψύχοντι κλύσματι· οὕτω γὰρ τῇ <lb/>νούσῳ τῇ ξυμπάσῃ ξυμφορώτατα·
                        προσφέρειν δὲ ποτόν τε καὶ ῥόφημα, <lb/>καὶ τὰ πόματα διδόναι ὀξύτερα, ὡς τὸ
                        σίελον ἀνακαθαίρηται <lb/>ἀπὸ τοῦ πλευροῦ· ὅταν δὲ καθαίρεσθαι ἄρξηται τὸ
                        πῦον, θερμαίνοντα <lb/>ξυμφέρει τὸ πλευρὸν ἔξωθεν πεπαίνειν τὰ πρὸς τὸ
                        πλευρόν· πρόσθεν <lb/>δὲ οὐ ξυμφέρει· ξηραίνεται γάρ. Γίνεται δὲ ἡ νοῦσος
                        αὕτη μάλιστα <lb/>μὲν ἐκ ποσίων, ὅταν τις, ὑγράζοντος τοῦ σώματος, ἢ μεθύων
                        <lb/>ἢ νήφων ῥιγώσῃ· γίνεται δὲ καὶ ἄλλως. Κρίνεται δὲ ἡ νοῦσος, ἡ μὲν <pb n="216"/> βραχυτάτη ἑβδόμῃ, ἡ δὲ μακροτάτη τετάρτῃ καὶ δεκάτῃ· καὶ ἢν
                        <lb/>μὲν ἐν ταύτῃ πτυσθῇ καὶ καθαρθῇ τὸ πῦον ἀπὸ τοῦ πλευροῦ, ὑγιὴς
                        <lb/>γίνεται· ἢν δὲ μὴ πτυσθῇ, ἔμπυος γίνεται, καὶ ἡ νοῦσος μακρή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Κρίνεσθαι δέ ἐστιν ἐν τῇσι νούσοισιν, ὅταν αὔξωνται αἱ νοῦσοι, <lb/>ἢ
                        μαραίνωνται, ἢ μεταπίπτωσιν ἐς ἕτερον νούσημα, ἢ τελευτῶσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Περιπλευμονίη· πυρετὸς ἴσχει καὶ βήξ· καὶ ἀποχρέμπτεται τὸ <lb/>μὲν πρῶτον
                        φλέγμα παχὺ καὶ καθαρὸν, ἕκτῃ δὲ καὶ ἑβδόμῃ ὑπόχολον <lb/>καὶ ὑποπέλιον,
                        ὀγδόῃ δὲ καὶ ἐνάτῃ ὑπόπυον. Τούτῳ ἢν μὲν <lb/>ὀδύνη ἐγγίνηται ἢ τοῦ νώτου ἢ
                        τῶν πλευρέων, διδόναι ὅπερ ἐν τῇ <lb/>πλευρίτιδι τοῦ πλευροῦ τῆς ὀδύνης ἐν
                        τῇ φαρμακίτιδι γέγραπται· <lb/>ποτοῖσι δὲ καὶ ῥοφήμασι καὶ τῆς κοιλίης ἐς
                        τὴν ὑποχώρησιν καὶ <lb/>ψύξιν κατὰ ταὐτὰ θεραπεύειν τῇ πλευρίτιδι· ὅκως δὲ
                        τὸ σίαλον ἐκ <lb/>τοῦ πλεύμονος ἀνακαθαρεῖται καὶ τὸ πῦον, διδόναι φάρμακα
                        ποτὰ, <lb/>οἷσιν ὁ πλεύμων ὑγραίνεται, καὶ καθαίρεται τὸ πῦον ἄνω. Ἡ δὲ
                        νοῦσος <lb/>αὕτη γίνεται, ὅταν ἐκ τῆς κεφαλῆς φλέγμα ἀθρόον ῥυῇ ἐς τὸν
                        <lb/>πλεύμονα· ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἐκ πλευρίτιδος μεθίσταται ἐς περιπλευμονίην,
                        <lb/>καὶ ἐκ καύσου· κρίνεται δὲ ἐν ἡμέρῃσιν, ἡ μὲν βραχυτάτη ἐν
                        <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα, ἡ δὲ μακροτάτη ἐν δυοῖν δεούσαιν εἴκοσι· διαφεύγουσι
                        <lb/>δὲ ταύτην ὀλίγοι· γίνονται δὲ καὶ ἔμπυοι ἐκ ταύτης τῆς <lb/>νούσου, ἢν
                        μὴ ἐν τῇσι κυρίῃσιν ὁ πλεύμων καθαρθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Φρενῖτις ὅταν λάβῃ, πυρετὸς ἴσχει βληχρὸς τὸ πρῶτον, καὶ <lb/>ὀδύνη πρὸς
                        τὰ ὑποχόνδρια, μᾶλλον δὲ πρὸς τὰ δεξιὰ ἐς τὸ ἧπαρ· <lb/>ὅταν δὲ τεταρταῖος
                        γένηται καὶ πεμπταῖος, ὅ τε πυρετὸς ἰσχυρότερος <lb/>γίνεται, καὶ αἱ ὀδύναι,
                        καὶ τὸ χρῶμα ὑπόχολον γίνεται, καὶ τοῦ νοῦ <lb/>παρακοπή. Τούτῳ, τῆς μὲν
                        ὀδύνης, ἅπερ ἐν τῇ πλευρίτιδι, διδόναι, <pb n="218"/> καὶ χλιαίνειν, ἵν’ ἡ
                        ὀδύνη ἔχει· τὴν κοιλίην δὲ θεραπεύειν, καὶ <lb/>τἄλλα ποιέειν τὰ αὐτὰ, πλὴν
                        τοῦ ποτοῦ· ποτῷ δὲ χρῆσθαι τῶν ἄλλων <lb/>ὅτῳ ἂν ἐθέλῃς, πλὴν οἴνου, ἢ ὄξος
                        καὶ μέλι καὶ ὕδωρ διδόναι· οἶνος <lb/>δὲ οὐ ξυμφέρει τοῦ νοῦ παρακόπτοντος,
                        οὔτε ἐν ταύτῃ τῇ νούσῳ, <lb/>οὔτε ἐν τῇσιν ἄλλῃσι· λούειν δὲ πολλῷ καὶ θερμῷ
                        κατὰ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐν ταύτῃ τῇ νούσῳ ξυμφέρει· μαλασσομένου γὰρ τοῦ
                        σώματος, <lb/>καὶ ἱδρὼς μᾶλλον γίνεται, καὶ ἡ κοιλίη καὶ τὸ οὖρον διαχωρέει,
                        καὶ <lb/>αὐτὸς ἑαυτοῦ ἐγκρατέστερος γίνεται. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται ὑπὸ χολῆς,
                        <lb/>ὅταν κινηθεῖσα πρὸς τὰ σπλάγχνα καὶ τὰς φρένας προσίζῃ· κρίνεται
                        <lb/>δὲ ἡ μὲν βραχυτάτη ἑβδομαίη, ἡ δὲ μακροτάτη ἑνδεκαταίη·
                        <lb/>διαφεύγουσι δὲ καὶ ταύτην ὀλίγοι· μεθίσταται δὲ καὶ αὕτη ἐς
                        περιπλευμονίην, <lb/>καὶ ἢν μεταστῇ, ὀλίγοι διαφεύγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Καῦσος δὲ ὅταν ἔχῃ, πυρετὸς ἴσχει καὶ δίψα ἰσχυρή· καὶ ἡ <lb/>γλῶσσα
                        τρηχέη καὶ μέλαινα γίνεται τοῦ πνεύματος ὑπό γε θερμότητος, <lb/>καὶ τὸ
                        χρῶμα ὑπόχολον γίνεται, καὶ τὰ ὑπιόντα χολώδεα, <lb/>καὶ τὰ μὲν ἔξω ψυχρὸς
                        γίνεται, τὰ δ’ ἔσω θερμός. Τούτῳ ξυμφέρει <lb/>ψύγματα προσφέρειν, καὶ πρὸς
                        τὴν κοιλίην, καὶ ἔξωθεν πρὸς τὸ σῶμα, <lb/>φυλασσόμενον μὴ φρίξῃ· καὶ τά τε
                        πόματα καὶ τὰ ῥοφήματα διδόναι <lb/>πυκνὰ καὶ κατ’ ὀλίγον ὡς ψυχρότατα, τὴν
                        δὲ κοιλίην θεραπεύειν, <lb/>κἢν μὲν μὴ ὑποχωρέῃ τὰ ἐνεόντα, κλύσαι· ψύχειν
                        δὲ κλύσμασιν ὡς <lb/>ψυχροτάτοισιν ἢ ὁσημέραι ἢ διὰ τρίτης. Ἡ δὲ νοῦσος αὕτη
                        γίνεται <lb/>ὑπὸ χολῆς, ὅταν κινηθεῖσα ἐντὸς τοῦ σώματος καταστηρίξῃ· φιλέει
                        <lb/>δὲ καὶ ἐς περιπλευμονίην μεθίστασθαι· κρίνεται δὲ ἡ μὲν βραχυτάτη <pb n="220"/> ἐνάτῃ, ἡ δὲ μακροτάτη τεσσαρεσκαιδεκάτῃ· καὶ ἢν μὲν μεταστῇ
                        <lb/>ἐς περιπλευμονίην, ὀλίγοι διαφεύγουσιν· ἢν δὲ μὴ μεταστῇ, διαφεύγουσι
                        <lb/>πολλοί· αὗται μὲν οὖν ὀξεῖαι καλέονται, καὶ δεῖ ταύτας οὕτω
                        <lb/>θεραπεύειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁκόσοι δὲ ἄλλοι τοῦ χειμῶνος πυρετοὶ γίνονται, εἴτε ἐξ <lb/>οἴνου, εἴτε
                        ἐκ κόπου, εἴτε ἐξ ἄλλου τινὸς, φυλάσσεσθαι χρή· μεθίστανται <lb/>γὰρ ἐνίοτε
                        ἐς τὰς ὀξείας νούσους. Ἡ δὲ μετάστασις αὐτῶν <lb/>τοιαύτη γίνεται· ὅταν, τῶν
                        δύο κεκινημένων τοῦ φλέγματός τε καὶ <lb/>τῆς χολῆς, μὴ τὰ ξυμφέροντα
                        προσφέρηται τῷ σώματι, συστρεφόμενα <lb/>αὐτὰ πρὸς, ἑωυτὰ τό τε φλέγμα καὶ ἡ
                        χολὴ προσπίπτει τοῦ σώματος <lb/>ᾗ ἂν τύχῃ, καὶ γίνεται ἢ πλευρῖτις, ἢ
                        φρενῖτις, ἢ περιπλευμονίη· <lb/>φυλάσσεσθαι οὖν χρὴ τοὺς πυρετοὺς τοὺς ἐν τῷ
                        χειμῶνι· ἡ δὲ <lb/>φυλακὴ ἔστω ἡσυχίη καὶ ἰσχνασίη καὶ τῆς κοιλίης κένωσις·
                        ῥοφήμασι <lb/>δὲ καὶ πόμασι διάγειν, ἕως ἂν ὁ πυρετὸς μειωθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Τῶν νούσων σχεδόν τι μάλιστα αἱ ὀξεῖαι καὶ ἀποκτείνουσι καὶ
                        <lb/>ἐπιπονώταταί εἰσι, καὶ δεῖ πρὸς αὐτὰς φυλακῆς τε πλείστης καὶ θεραπείης
                        <lb/>ἀκριβεστάτης, καὶ ἀπὸ τοῦ θεραπεύοντος κακὸν μὲν μηδὲν
                        <lb/>προσγίνεσθαι, ἀλλ’ ἀρκέειν τὰ ἀπ’ αὐτῶν τῶν νουσημάτων ὑπάρχοντα,
                        <lb/>ἀγαθὸν δὲ ὅ τι ἂν οἷός τε ᾖ· καὶ ἢν μὲν, ὀρθῶς θεραπεύοντος <lb/>τοῦ
                        ἰητροῦ, ὑπὸ μεγέθεος τῆς νούσου κρατέηται ὁ κάμνων, οὐχὶ τοῦ <lb/>ἰητροῦ
                        αὕτη ἡ ἁμαρτίη ἐστίν· ἢν δὲ, μὴ θεραπεύοντος ὀρθῶς ἢ μὴ <lb/>γινώσκοντος,
                        ὑπὸ τῆς νούσου κρατέηται, τοῦ ἰητροῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Τοῦ δὲ θέρεος τάδε γίνεται· πυρετὸς ἴσχει ἰσχυρὸς καὶ δίψα, <lb/>καὶ
                        ἐμέουσιν ἔνιοι χολήν· ἐνίοισι δὲ καὶ κάτω διαχωρέει· τούτοισι <lb/>δὲ πίνειν
                        διδόναι καὶ ῥοφεῖν, ὅ τι ἄν σοι δοκέῃ ἐπιτήδειον εἶναι· ἢν <pb n="222"/> δὲ
                        προσίστηται πρὸς τὴν καρδίην χολὴ ἢ φλέγμα, ἐπιπίνοντες ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν ἢ
                        μελίκρητον, ἐμούντων· ἢν δὲ ἡ γαστὴρ μὴ ὑποχωρέῃ, <lb/>κλύσματι χρῆσθαι ἢ
                        βαλάνῳ. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται ὑπὸ χολῆς· ἀπαλλάσσονται <lb/>δὲ μάλιστα
                        ἑβδομαῖοι ἢ ἐναταῖοι. Ἢν δὲ τοῦ πυρετοῦ <lb/>ἔχοντος μὴ καθαίρωνται μήτε
                        κάτω μήτε ἄνω, πόνος δὲ ἐνῇ καθ’ <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα, ὅταν ᾖ τριταῖος ἢ
                        τεταρταῖος, φαρμάκῳ ὑποκαθῆραι <lb/>ἐλαφρῷ κάτω, ἢ πόματι· ποιέειν δὲ ῥόφημα
                        ἀπὸ κέγχρου ἢ ἀλήτου, <lb/>καὶ πόμασι τοῖσιν αὐτοῖσι θεραπεύειν· πάσχουσι δὲ
                        καὶ ταῦτα <lb/>ὑπὸ χολῆς. Ἢν δὲ τὰ μὲν ἔξω μὴ πυρώδης ᾖ σφόδρα, τὰ δ’ ἔσω,
                        <lb/>καὶ ἡ γλῶσσα τρηχέη καὶ μέλαινα γίνηται, καὶ οἱ πόδες καὶ αἱ χεῖρες
                        <lb/>ἄκραι ψυχραὶ, τούτῳ φάρμακον μὲν μὴ διδόναι, θεραπεύειν δὲ
                        <lb/>προσφέρων ψύγματα καὶ πρὸς τὴν κοιλίην καὶ πρὸς τὸ ἄλλο σῶμα.
                        <lb/>Καλέεται δὲ καυσώδης ὁ πυρετὸς οὗτος· κρίνεται δὲ μάλιστα δεκαταῖος,
                        <lb/>καὶ ἑνδεκαταῖος, καὶ τεσσαρεσκαιδεκαταῖος. Ἢν δὲ τὸ πῦρ <lb/>λαμβάνῃ
                        καὶ μεθίῃ, τοῦ δὲ σώματος βάρος αὐτὸν ἔχῃ, τοῦτον, ἕως <lb/>μὲν ἂν τὸ πῦρ
                        ἔχῃ, ῥοφήμασι καὶ πόμασι θεραπεύειν· ὅταν δὲ μὴ <lb/>ἔχῃ, διδόναι καὶ σιτία·
                        καθῆραι δὲ ὡς τάχιστα φαρμάκῳ, ἤν τε <lb/>ἄνω δοκέῃ σοι δεῖσθαι, ἤν τε κάτω.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἢν δὲ πυρετὸς μὲν μὴ ἔχῃ, τὸ δὲ στόμα πικρὸν ἔχῃ, καὶ τὸ <lb/>σῶμα
                        βαρύνηται, καὶ ἀσιτέῃ, φάρμακον διδόναι· πάσχει δὲ ταῦτα <lb/>ὑπὸ χολῆς,
                        ὅταν ἐς τὰς φλέβας καὶ τὰ ἄρθρα καταστηρίξῃ. Ὁκόσαι <lb/>δὲ ἄλλαι ὀδύναι ἐν
                        τῷ θέρει κατὰ τὴν κοιλίην γίνονται, ὁκόσαι μὲν <lb/>πρὸς τὰ ὑποχόνδρια καὶ
                        τὴν καρδίην, μελίκρητον ὑδαρὲς ποιέων, ὅσον <pb n="224"/> τρεῖς κοτύλας,
                        ὄξος παραχέας, δὸς πιεῖν χλιερόν· καὶ ἐπισχὼν ὀλίγον <lb/>χρόνον, καὶ
                        ξυνθαλφθεὶς πυρὶ καὶ ἱματίοισιν, ἐμείτω· ἢν δὲ <lb/>ἀπεμέσαντι αὖθις
                        προσιστῆται καὶ πνίγῃ, αὖθις ἔμετον ποιείσθω· ἢ <lb/>λούσας αὐτὸν πολλῷ καὶ
                        θερμῷ, ὑποκλύσαι, καὶ χλιάσματα προστιθέναι, <lb/>ἐὰν ἡ ὀδύνη ἔχῃ· πάσχουσι
                        δὲ ταῦτα μάλιστα ὑπὸ τοῦ φλέγματος, <lb/>ὅταν κινηθὲν προσπέσῃ πρὸς τὴν
                        καρδίην· δίδοναι δὲ τοῖσι <lb/>τὰ τοιαῦτα ἀλγήματα ἀλγέουσι, καὶ τῶν
                        φαρμάκων ἃ γέγραπται <lb/>τῆς ὀδυνης παύοντα ἐν τῇ φαρμακίτιδι. Ἢν δὲ
                        μεθιστῆται ἡ ὀδύνη <lb/>ἄλλοτε ἄλλῃ τῆς κοιλίης, καὶ ἀπύρετος ᾖ, λούειν
                        πολλῷ καὶ θερμῷ, <lb/>καὶ πίνειν διδόναι τῆς ὀδύνης εἵνεκα, ἃ ἐν τῇ
                        πλευρίτιδι γέγραπται, <lb/>ἢ τῶν ἄλλων ὅ τι ἄν σοι δοκέῃ· ἢν δὲ μὴ
                        ἀπαλλάσσηται τῆς ὀδύνης, <lb/>ὑποκαθῆραι φαρμάκῳ κάτω, σιτίων δὲ ἀπέχεσθαι,
                        ἕως ἂν ἡ ὀδύνη <lb/>ἔχῃ· τὰ δὲ τοιαῦτα ἀλγήματα ὅσα οὕτως πλανᾶται, ὑπὸ
                        χολῆς <lb/>γίνεται. Ὅσαι δὲ κάτωθεν τοῦ ὀμφαλοῦ ὀδύναι γίνονται, ὑποκλύσαι
                        <lb/>μαλακῷ κλύσματι· ἢν δὲ μὴ παύηται, φάρμακον δοῦναι <lb/>κάτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὁκόσαι δὲ ὀδύναι ἐξαπίνης γίνονται ἐν τῷ σώματι ἄνευ πυρετοῦ,
                        <lb/>ξυμφέρει λούειν πολλῷ καὶ θερμῷ, καὶ χλιαίνειν· τὸ γὰρ <lb/>φλέγμα καὶ
                        ἡ χολὴ ξυνεστηκότα μὲν ἰσχυρά ἐστι, καὶ κρατέει καθ’ <lb/>ὁκοῖον ἂν τοῦ
                        σώματος στῇ, καὶ πόνον τε καὶ ὀδύνην ἰσχυρὴν παρέχει, <lb/>διακεχυμένα δὲ
                        ἀσθενέστερά ἐστι καθ’ ὃ ἂν εὔδηλα ᾖ τοῦ σώματος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τὰ δὲ νουσήματα, ὅσα τοῦ θέρεος γίνεται, εἴωθε γίνεσθαι <lb/>οὕτως· ὅταν
                        τὸ σῶμα ὑπὸ τοῦ ἡλίου θαλφθῇ, ὑγραίνεται· ὑγραινόμενον <pb n="226"/> δὲ
                        νοσέει, ἢ πᾶν, ἢ ἐς ὅ τι ἂν καταστηρίξῃ τὸ φλέγμα καὶ <lb/>ἡ χολή. Ἢν μὲν
                        οὖν τις αὐτὰ ἀρχόμενα θεραπεύῃ, οὔτε μακρὰ γίνεται, <lb/>οὔτε ἐπικίνδυνα· ἢν
                        δὲ μὴ θεραπεύῃ, ἢ κακῶς θεραπεύῃ, <lb/>φιλέει καὶ μακρότερα γίνεσθαι,
                        πολλάκις δὲ καὶ κτείνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Καὶ τριταῖοι δὲ καὶ τεταρταῖοι πυρετοὶ ἐκ τῶν αὐτῶν γίνεσθαι
                        <lb/>πεφύκασιν· αὕτη ἡ κατάστασις τῶν νουσημάτων μάλιστα <lb/>μὲν τοῦ θέρεος
                        γίνεται, ἐνίοισι δὲ καὶ τοῦ χειμῶνος. Τριταῖος δὲ <lb/>πυρετὸς ὅταν ἔχῃ, ἢν
                        μέν σοι δοκέῃ ἀκάθαρτος εἶναι, τῇ τετάρτῃ <lb/>φάρμακον δοῦναι· ἢν δὲ μή σοι
                        δοκέῃ φαρμάκου δεῖσθαι, διδόναι <lb/>φάρμακα ποτὰ, οἷσιν μεταστήσεται ὁ
                        πυρετὸς ἢ ἀπολείψει, διδόναι <lb/>δὲ ὥσπερ γέγραπται ἐν τοῖσι φαρμάκοισι·
                        καὶ τῇ μὲν λήψει ῥοφήματι <lb/>καὶ ποτῷ διαιτᾷν, ταῖς δὲ διὰ μέσου, σιτίοισι
                        διαχωρητικοῖσι. <lb/>Λαμβάνει δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ οὐκ ἐπὶ πλεῖστον· ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>θεραπεύηται, ἐθέλει μεθίστασθαι ἐς τεταρταῖον καὶ γίνεσθαι
                        πουλυχρόνιος. <lb/>Ἢν δὲ τεταρταῖος λαμβάνῃ, ἢν μὲν ἀκάθαρτος ᾖ, καθαίρειν
                        <lb/>πρῶτον μὲν τὴν κεφαλήν· καὶ διαλιπὼν τρεῖς ἢ τέσσαρας <lb/>ἡμέρας,
                        φάρμακον διδόναι ἄνω κατ’ αὐτὴν τὴν λῆψιν· διαλιπὼν δὲ <lb/>κάτω δοῦναι
                        ἕτερον ἐν αὐτῇ τῇ λήψει· ἢν δὲ πρὸς ταῦτα μὴ παύηται, <lb/>διαλιπὼν πάλιν,
                        λούσας πολλῷ καὶ θερμῷ, δοῦναι τῶν φαρμάκων <lb/>ἃ γέγραπται· ποτήμασι δὲ
                        καὶ ῥοφήμασι καὶ τῇ ἄλλῃ διαίτῃ <lb/>χρῆσθαι, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ τριταίου·
                        λαμβάνει δὲ οὗτος ὁ πυρετὸς τοὺς <lb/>μὲν πλείστους πουλὺν χρόνον, τοὺς δὲ
                        καὶ ὀλίγον· καὶ γίνεται μὲν ὁ <lb/>τριταῖος καὶ ὁ τεταρταῖος ὑπὸ χολῆς καὶ
                        φλέγματος· διότι δὲ ὁ τριταῖος <pb n="228"/> καὶ ὁ τεταρταῖος ἑτέρωθί μοι
                        γέγραπται. Δύναμιν δὲ ἔχει <lb/>τούτων τῶν πυρετῶν τὰ φάρμακα πινόμενα, ὥστε
                        τὸ σῶμα κατὰ <lb/>χώρην εἶναι ἐν τῇ ἐωθυίῃ θερμότητί τε καὶ ψυχρότητι, καὶ
                        μήτε <lb/>θερμαίνεσθαι παρὰ φύσιν μήτε ψύχεσθαι· διδόναι δὲ, ὡς ἐν τῇ
                        φαρμακίτιδι <lb/>γέγραπται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Φλέγμα λευκὸν ὅταν ἔχῃ, τὸ σῶμα οἰδέει πᾶν λευκῷ οἰδήματι, <lb/>καὶ τῆς
                        αὐτῆς ἡμέρης τοτὲ μὲν δοκέει ῥᾴων εἶναι, τοτὲ δὲ <lb/>φλαυρότερος, καὶ τὸ
                        οἴδημα ἄλλοτε ἄλλῃ τοῦ σώματος μέζον τε καὶ <lb/>ἔλασσον γίνεται· τούτῳ
                        φάρμακα διδόναι κάτω, ὑφ’ ὧν ὕδωρ ἢ φλέγμα <lb/>καθαίρεται· διαιτᾷν δὲ
                        σιτίοισι καὶ ποτοῖσι καὶ πόνοισιν, ὑφ’ ὧν ὡς <lb/>ξηρότατος ἔσται καὶ
                        ἰσχνότατος. Ἡ δὲ νοῦσος αὕτη γίνεται ἀπὸ <lb/>φλέγματος, ὅταν τις ἐκ πυρετῶν
                        πολυχρονίων φλεγματώδης ὢν ἀκάθαρτος <lb/>γένηται, τρέπηταί τε τὸ φλέγμα
                        αὐτοῦ ἀνὰ τὰς σάρκας· καὶ <lb/>λευκότερον μὲν οὐδὲν τοῦτο τοῦ ἄλλου
                        φλέγματος, ὁ δὲ χρὼς φαίνεται <lb/>λευκότερος· τὸ γὰρ αἷμα ὑπὸ πλήθους τοῦ
                        φλέγματος ὑδαρέστερον <lb/>γίνεται, καὶ οὐκ ἔνι ὁμοίως ἐν αὐτῷ τὸ εὔχροον,
                        καὶ διὰ τοῦτο <lb/>λευκότεροί τε φαίνονται, καὶ καλέεται ἡ νοῦσος φλέγμα
                        λευκόν. Ἢν <lb/>μὲν οὖν θεραπευθῇ ἀρχομένης τῆς νούσου, ὑγιὴς γίνεται· ἢν δὲ
                        μὴ, <lb/>ἐς ὕδρωπα μεθίσταται ἡ νοῦσος, καὶ διέφθειρε τὸν ἄνθρωπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ὁκόσοι δὲ σπλῆνα ἔχουσι μέγαν, ὅσοι μέν εἰσι χολώδεες, <lb/>κακόχροοί τε
                        γίνονται καὶ κακελκέες καὶ δυσώδεες ἐκ τοῦ στόματος <lb/>καὶ λεπτοί· καὶ ὁ
                        σπλὴν σκληρὸς, καὶ αἰεὶ παραπλήσιος τὸ μέγεθος· <lb/>καὶ τὰ σιτία οὐ
                        διαχωρέει· ὁκόσοι δὲ φλεγματίαι, ταῦτά τε ἧσσον <pb n="230"/> πάσχουσι, καὶ
                        ὁ σπλὴν ἄλλοτε μέζων γίνεται, ἄλλοτε δὲ ἐλάσσων. <lb/>Τούτοισι δὲ ξυμφέρει,
                        ἢν μὲν ἀκάθαρτοι φαίνωνται, καθαίρειν καὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ ἄλλο σῶμα·
                        ἢν δὲ μὴ δέωνται φαρμακείης, διαιτᾷν, <lb/>τοῖσι μὲν φλεγματώδεσι ξηραίνοντα
                        τὸ σῶμα καὶ ἰσχναίνοντα <lb/>σιτίοισι καὶ ποτοῖσι καὶ ἐμέτοισι καὶ
                        γυμνασίοισιν ὡς πλείστοισι καὶ <lb/>περιπάτοισι· καὶ τοῦ ἦρος ἐλλεβόρῳ
                        καθαίρειν ἄνω· ὁκόσοι δὲ χολώδεες, <lb/>ξυμφέρει διυγραίνοντα τῇ διαίτῃ
                        ὑπάγειν τὴν κοιλίην καὶ τὴν <lb/>κύστιν, καὶ τὴν φλέβα τὴν σπληνῖτιν ἀφιέναι
                        πυκνά· καὶ τοῖσι διουρητικοῖσι <lb/>φαρμάκοισι χρῆσθαι, ἃ γέγραπται
                        μαλθάσσειν τὸν <lb/>σπλῆνα, καὶ καθαίρειν ἔτεος ὥρῃ, καὶ τοῦτο χολήν. Ἔνιοι
                        δὲ τῶν <lb/>σπληνιώντων ὑπὸ μὲν τῶν φαρμάκων πίνοντες οὐκ ὠφελέονται, οὐδ’
                        <lb/>ὑπὸ τῆς ἄλλης θεραπείης, οὐδὲ ἰσχνότερος οὐδὲν γίνεται αὐτῶν ὁ
                        <lb/>σπλὴν, ἀλλὰ κρατέεται τὰ προσφερόμενα ὑπὸ τοῦ μεγέθεος τῆς νούσου·
                        <lb/>προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου ἐνίοισι μὲν ἐς ὕδρωπα περιίσταται ἡ
                        <lb/>νοῦσος, καὶ διεφθάρησαν· ἐνίοισι δὲ ἐκπυΐσκεται, καὶ καυθέντες
                        <lb/>ὑγιέες γίνονται· ἐνίοισι δὲ καὶ ξυγκαταγηράσκει σκληρός τε ἐὼν καὶ
                        <lb/>μέγας. Τὸ δὲ νούσημα γίνεται, ὅταν ἐκ πυρετῶν καὶ κακοθεραπείης
                        <lb/>χολὴ ἢ φλέγμα ἢ καὶ ἀμφότερα ἐς τὸν σπλῆνα καταστηρίξῃ, καὶ
                        <lb/>πολυχρόνιον μέν ἐστι τὸ πάθος, θανατῶδες δὲ οὔ. Τῶν δὲ φαρμάκων
                        <lb/>ὅσα δίδοται τοῦ σπληνὸς, τὰ μὲν διὰ τῆς κύστιος καθαίρει καὶ ποιέει
                        <lb/>λαπαρώτερον, τὰ δὲ καθαίρει μὲν οὔτε διὰ τῆς κύστιος οὐδὲν ὅ τι καὶ
                        <lb/>φανερὸν οὔτ’ ἄλλῃ οὐδαμῆ, λαπάσσει δὲ τὸν σπλῆνα. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>