<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1:12-31</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1:12-31</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024b.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ.</head><p>12. Ἢν ἡ γονὴ μείνῃ ἀπ’ ἀμφοῖν ἐν τῇσι μήτρῃσι τῆς γυναικὸς, <lb/>πρῶτον μὲν
                        μίσγεται ὁμοῦ, ἅτε τῆς γυναικὸς οὐκ ἀτρεμεούσης, καὶ <lb/>ἀθροίζεται καὶ
                        παχύνεται θερμαινομένη. Ἔπειτα πνεῦμα ἴσχει, ἅτε <lb/>ἐν θερμῷ ἐοῦσα, ἔπειτα
                        τῆς μητρὸς πνεούσης, ἔπειτα δὲ τοῦ πνεύματος <lb/>ὅταν πλησθῇ, ὁδόν οἱ αὐτὸ
                        ἑωυτῷ ἔξω ποιέει κατὰ μέσου <lb/>τῆς γονῆς, ᾗ τὸ πνεῦμα ἔξεισιν· ὅταν δὲ
                        ὁδὸς γένηται τῷ πνεύματι <lb/>ἔξω θερμῷ ἐόντι, αὖθις ἕτερον ψυχρὸν εἰσπνέει
                        ἀπὸ τῆς μητρός· καὶ <lb/>τοῦτο ποιέει διὰ παντὸς τοῦ χρόνου. Θερμαίνεται μὲν
                        γὰρ ἅτε ἐν <lb/>θερμῷ ἐοῦσα· ψυχρὸν δὲ ἴσχει ἀπὸ τῆς μητρὸς πνεούσης· πάντα
                        δὲ <lb/>ὁκόσα θερμαίνεται πνεῦμα ἴσχει. Τὸ δὲ πνεῦμα ῥήγνυσι καὶ ποιέει
                        <lb/>οἱ ὁδὸν αὐτὸ ἑωυτῷ καὶ χωρέει ἔξω· αὐτὸ δὲ τὸ θερμαινόμενον ἕλκει
                        <lb/>ἐς ἑωυτὸ αὖθις ἕτερον πνεῦμα ψυχρὸν διὰ τῆς ῥαγῆς, ἀφ’ οὗ τρέφεται.
                        <lb/>Τοῦτο δὲ γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν ξύλων καὶ ἐπὶ τῶν φύλων καὶ <lb/>βρωτῶν
                        καὶ ποτῶν ὁκόσα θερμαίνεται ἰσχυρῶς. Ἐννοῆσαι δὲ παρέξει <lb/>ξύλα καιόμενα·
                        ἅπαντα μὲν γὰρ τὰ ξύλα ποιήσει τοῦτο, μάλιστα <lb/>δὲ τὰ ὑπόχλωρα· μεθίησι
                        γὰρ κατὰ τὴν τομὴν πνεῦμα· τὸ δὲ πνεῦμα <lb/>ὁκόταν ἔξω χωρήσῃ, ἑλίσσεται
                        περὶ τὴν τομήν· καὶ τοῦτο γινόμενον <lb/>ὁρέομεν ἀεί. Δῆλος οὖν ὁ ἐκλογισμός
                        ἐστι τοῦ πνεύματος, ὅτι ἐν τῷ <lb/>ξύλῳ ἐὸν θερμὸν ἀντισπᾷ ἕτερον ψυχρὸν,
                        ἀφ’ οὗ τρέφεται, ἐς <lb/>ἑωυτὸ, καὶ ἀπὸ ἑωυτοῦ ἀφίησιν· εἰ μὲν γὰρ μὴ
                        ἀντέσπα, οὐκ ἂν τὸ <lb/>πνεῦμα εἱλίσσετο ἔξω ἰόν· πᾶν γὰρ τὸ θερμὸν τῷ ψυχρῷ
                        τρέφεται <lb/>τῷ μετρίῳ· καὶ ὁκόταν διαθερμανθῇ τὸ ὑγρὸν τὸ ἐν τῷ ξύλῳ
                        ἐνεὸν, <lb/>πνεῦμα γενόμενον χωρέει ἔξω· καὶ τῇδε ἐξιὸν ἔξω τὸ θερμὸν τὸ ἐν
                        <lb/>τῷ ξύλῳ ἐνεὸν ἀντισπᾷ ἕτερον ψυχρὸν, ἀφ’ οὗ τρέφεται. Ποιέει δὲ <pb n="488"/> τοῦτο καὶ φύλλα χλωρὰ, ὅταν καίηται, πνεῦμα γὰρ ἴσχει· ἔπειτα
                        <lb/>ῥήγνυσι τὸ πνεῦμα καὶ ὁδὸν ποιέεται καὶ χωρέει ἔξω ἑλισσόμενον,
                        <lb/>χωρέον δὲ ψόφον παρέχει, ᾗ τὴν εἰσπνοὴν ποιέεται· καὶ χέδροπα <lb/>καὶ
                        σῖτος καὶ ἀκρόδρυα θερμαινόμενα πνεῦμα ἴσχει, καὶ ἔξω ἐξέρχεται <lb/>ῥαγὴν
                        ποιησάμενον· καὶ ἢν νοτερὰ ἔῃ, πλέον τὸ πνεῦμα <lb/>ἀφίησι καὶ τὴν ῥαγὴν
                        μέζω ποιέεται. Καὶ τί δεῖ μακρηγορέειν; <lb/>πάντα γὰρ ὁκόσα θερμαίνεται,
                        πνεῦμα ἀφίησι, καὶ ἕτερον ψυχρὸν <lb/>κατὰ τοῦτο ἀντισπᾷ, ἀφ’ οὗ τρέφεται·
                        καὶ αὗταί μοι ἀνάγκαι προηγμέναι <lb/>εἰσὶν, ὅτι ἡ γονὴ θερμαινομένη ἐν τῇσι
                        μήτρῃσι πνεῦμα ἴσχει <lb/>καὶ ἀφίησιν· ἅμα δὲ καὶ ἀπὸ τῆς μητρὸς πνεούσης
                        πνοὴν ἴσχει καὶ ἡ <lb/>γονή· ὁκόταν γὰρ ἡ μήτηρ ψυχρὸν ἑλκύσῃ ἐς ἑωυτὴν ἀπὸ
                        τοῦ ἠέρος, <lb/>ἐπαυρίσκεται ἡ γονή· θερμὴ δέ ἐστιν ἅτε δὴ ἐν θερμῷ ἐοῦσα·
                        καὶ <lb/>τότε δὴ πνεῦμα ἴσχει καὶ ἀφίησι. Καὶ ἡ γονὴ ὑμενοῦται φυσωμένη·
                        <lb/>περιτέταται γὰρ ἀμφ’ αὐτὴν τὸ ἔξωθεν, συνεχὲς γινόμενον, ἅτε γλίσχρον
                        <lb/>ἐὸν, ὥσπερ ἐπ’ ἄρτῳ ὀπτωμένῳ, λεπτὸν ἐξίσταται ἐπιπολῆς ὑμενοειδές·
                        <lb/>θερμαινόμενος γὰρ καὶ φυσώμενος ὁ ἄρτος αἴρεται· ᾗ δ’ ἂν <lb/>φυσᾶται,
                        κείνῃ τὸ ὑμενοειδὲς γίνεται. Τῇ δὲ γονῇ θερμαινομένῃ καὶ <lb/>φυσωμένῃ πάσῃ
                        ὑμὴν ἔξωθεν περιγίνεται, κατὰ δὲ τὸ μέσον τῆς <lb/>γονῆς τῷ πνεύματι δίοδος
                        καὶ ἔξω καὶ ἔσω γίνεται διὰ τοῦ ὑμένος· <lb/>καὶ ταύτῃ τοῦ ὑμένος ἀπέχει τὸ
                        λεπτὸν, καὶ τῆς γονῆς ἐν αὐτοῖσιν <lb/>ὀλίγιστόν ἐστιν· αὕτη δὲ ἡ ἄλλη γονὴ
                        στρογγύλη ἐστὶν ἐν ὑμένι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Καὶ μὴν ἓξ ἡμέρας μείνασαν ἐν τῇ γαστρὶ γονὴν καὶ ἔξω <pb n="490"/>
                        πεσοῦσαν αὐτὸς εἶδον· καὶ ὁκοίη μοι ἐφαίνετο ἐν τῇ γνώμῃ τότε, <lb/>ἀπ’
                        ἐκείνων τὰ λοιπὰ τεκμήρια ποιεῦμαι· ὡς δὲ εἶδον τὴν γονὴν <lb/>ἑκταίην
                        ἐοῦσαν ἐγὼ διηγήσομαι. Γυναικὸς οἰκείης. μουσοεργὸς ἦν <lb/>πολύτιμος, παρ’
                        ἄνδρας φοιτέουσα, ἣν οὐκ ἔδει λαβεῖν ἐν γαστρὶ, <lb/>ὅκως μὴ ἀτιμοτέρη ἔῃ·
                        ἠκηκόει δὲ ἡ μουσοεργὸς, ὁκοῖα αἱ <lb/>γυναῖκες λέγουσι πρὸς ἀλλήλας· ἐπὴν
                        γυνὴ μέλλῃ λήψεσθαι ἐν γαστρὶ, <lb/>οὐκ ἐξέρχεται ἡ γονὴ, ἀλλ’ ἔνδον μένει·
                        ταῦτα ἀκούσασα <lb/>ξυνῆκε καὶ ἐφύλασσεν αἰεὶ, καί κως ᾔσθετο οὐκ ἐξιοῦσαν
                        τὴν γονὴν, <lb/>καὶ ἔφρασε τῇ δεσποίνῃ, καὶ ὁ λόγος ἦλθεν ἕως ἐμέ· καὶ ἐγὼ
                        ἀκούσας <lb/>ἐκελευσάμην αὐτὴν πρὸς πυγὴν πηδῆσαι, καὶ ἑπτάκις ἤδη
                        <lb/>ἐπεπήδητο, καὶ ἡ γονὴ κατεῤῥύη ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ψόφος ἐγένετο,
                        <lb/>κἀκείνη δὲ ἰδοῦσα ἐθεῆτο καὶ ἐθαύμασεν. Ὁκοῖον δὲ ἦν ἐγὼ ἐρέω,
                        <lb/>οἷον εἴ τις ὠοῦ ὠμοῦ τὸ ἔξω λεπύριον περιέλοι, ἐν δὲ τῷ ἔνδον ὑμένι
                        <lb/>τὸ ἔνδον ὑγρὸν διαφαίνοιτο· ὁ τρόπος μέν τις ἦν τοιοῦτος ἅλις εἰπεῖν·
                        <lb/>ἦν δὲ καὶ ἐρυθρὸν καὶ στρογγύλον· ἐν δὲ τῷ ὑμένι ἐφαίνοντο
                        <lb/>ἐνεοῦσαι ἶνες λευκαὶ καὶ παχεῖαι, εἰλημμέναι· ξὺν ἰχῶρι παχέϊ καὶ
                        <lb/>ἐρυθρῷ, καὶ ἀμφὶ τὸν ὑμένα ἔξωθεν αἱμάλωπες· κατὰ δὲ τὸ μέσον <lb/>τοῦ
                        ὑμένος ἀπεῖχε λεπτὸν ὅ τί μοι ἐδόκεεν εἶναι ὀμφαλὸς, κἀκείνῳ <lb/>τὴν πνοὴν
                        καὶ εἴσω καὶ ἔξω ποιέεσθαι τὸ πρῶτον· καὶ ὁ ὑμὴν ἐξ <pb n="492"/> ἐκείνου
                        ἐτέτατο ἅπας περιέχων τὴν γονήν. Τοιαύτην μὲν ἐγὼ εἶδον <lb/>ἑκταίην οὖσαν
                        τὴν γονήν. Ἐρέω δὲ καὶ ἄλλην διάγνωσιν ὀλίγον <lb/>ἐπὶ τούτῳ ὕστερον,
                        ἐμφανέα παντὶ τῷ βουλομένῳ εἰδέναι τούτου <lb/>πέρι, καὶ ἱστόριον παντὶ τῷ
                        ἐμῷ λόγῳ, ὅτι ἐστὶν ἀληθὴς, ὡς εἰπεῖν <lb/>ἄνθρωπον περὶ τοιούτου πράγματος.
                        Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό <lb/>μοι εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὅτι δὲ ἡ γονὴ ἐν ὑμένι ἐστὶ, καὶ πνοὴν ἔχει καὶ εἴσω καὶ <lb/>ἔξω, καὶ
                        αὔξεται ὑπὸ τῆς μητρὸς τοῦ αἵματος κατιόντος ἐπὶ τὰς <lb/>μήτρας· τὰ γὰρ
                        καταμήνια οὐ χωρέει, ὁκόταν γυνὴ λάβῃ πρὸς <lb/>ἑωυτὴν, ἢν μέλλῃ τὸ παιδίον
                        ὑγιαίνειν, εἰ μὴ ἔστιν ᾗσιν ἐπισημαίνε, <lb/>τὸν πρῶτον μῆνα ὁκόσον ὀλίγον·
                        ἀλλὰ κατιὸν τὸ αἷμα ἀπὸ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος τῆς γυναικὸς κυκλόσε
                        περιίσταται περὶ τὸν ὑμένα ἔξω. <lb/>Ἅμα δὲ τῇ πνοῇ ἑλκομένου εἴσω τοῦ
                        αἵματος διὰ τοῦ ὑμένος, κατὰ <lb/>τὸ τετρημένον καὶ ἀπέχον συμπήγνυται καὶ
                        αὔξει τὸ μέλλον ζῶον <lb/>ἔσεσθαι. Ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, αὖθις ἕτεροι
                        ὑμένες εἴσω <lb/>τοῦ πρώτου ὑμένος λεπτοὶ περιτείνονται πολλοὶ, τρόπῳ
                        τοιούτῳ <lb/>οἵῳ καὶ ὁ πρῶτος ὁμὴν ἐγένετο· τεταμένοι δέ εἰσι καὶ οὗτοι ἀπὸ
                        τοῦ <lb/>ὀμφαλοῦ, καὶ ἐς ἀλλήλους διαδέσμους ἔχουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὁκόταν δὲ ἤδη τοῦτο γένηται, κατιόντος τοῦ αἵματος ἀπὸ <lb/>τῆς μητρὸς
                        καὶ πηγνυμένου, σὰρξ γίνεται· κατὰ δὲ μέσον τῆς σαρκὸς <lb/>ὁ ὀμφαλὸς
                        ἀπέχει, δι’ οὗ πνέει καὶ τὴν αὔξησιν ἰσχει. Ἡ δὲ <lb/>γυνὴ ὁκόταν ἐν γαστρὶ
                        ἔχῃ, ὑπὸ τῶν καταμηνίων μὴ χωρεόντων <lb/>διὰ τόδε οὐ πονέεται ὅτι τὸ αἷμα
                        οὐ ταράσσεται, βύζην ἀπιὸν κατὰ <pb n="494"/> μῆνα ἕκαστον· ἀλλὰ χωρέει
                        ἡσυχῇ κατ’ ὀλίγον ἄνευ πόνου καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐς τὰς μήτρας· καὶ τὸ ἔνδον ἐν
                        τῇσι μήτρῃσιν ἐνεὸν αὔξεται. <lb/>Καθ’ ἡμέρην δὲ ἑκάστην τούτου ἕνεκα
                        χωρέεν, ἀλλ’ οὐκ ἐς ἅπαξ <lb/>κατὰ μῆνα, ὅτι ἐν τῇσι μήτρῃσίν ἡ γονὴ ἐνεοῦσα
                        ἑλκει ἀπὸ τοῦ σώματος <lb/>αἰεὶ, ὅκως ἂν καὶ δυνάμιος ἔχη. Ταύτῃ καὶ ἡ πνοή·
                        καὶ τὸ <lb/>μὲν πρῶτον σμικρὴ ἡ πνοὴ γίνεται, καὶ τὸ αἷμα ὀλίγον χωρέει ἀπὸ
                        <lb/>τῆς μητρός· ὁκόταν δὲ ἡ πνοὴ ἐπὶ πλεῖον γίνηται, μᾶλλον, ἕλκει τὸ
                        <lb/>αἷμα. καὶ ἐπὶ πλεῖον κατέρχεται ἐς τὰς μήτρας. Τῇσι δὲ ἐν γαστρὶ
                        <lb/>μὴ ἐχούσῃσι, ὁκόταν τὰ καταμήνια μὴ χωρέῃ, διὰ τόδε ὁ πόνος γίνεται·
                        <lb/>πρῶτα μὲν ταράσσεται τὸ αἷμα ἐν τῷ σώματι κατὰ μῆνα <lb/>ἕκαστον, ὑπὸ
                        ἀνάγκης τοιῆσδε· ὅτι μὴν μηγὸς διαφέρει πουλὺ καὶ <lb/>κατὰ ψύξιν καὶ κατὰ
                        θερμασίην, καὶ τούτου αἰσθάνεται τῆς γυναικὸς <lb/>τὸ σῶμα, ὑγρότερον γάρ
                        ἐστιν ἢ τὸ τοῦ ἀνδρὸς, καὶ ταραχθέντος τοῦ <lb/>αἵματος καὶ πληρώσαντος τὰς
                        φλέβας, ἀπέρχεται ἀπ’ αὐτοῦ, καί <lb/>πως τοῦτο ἐν τῇ ἀρχῇ τῇ φύσει ὑπῆρξεν.
                        Ὥστε, ἢν μὲν ἀποκενῶται <lb/>τοῦ αἵματος. ἡ γυνὴ, λαμβάνει ἐν γαστρί· ἢν δὲ
                        πλήρης ἔῃ, οὔ· <lb/>κενεῶν γὰρ τῶν μητρέων καὶ τῶν φλεβῶν γενομένων τοῦ
                        αἵματος, <lb/>λαμβάνουσι πρὸς σφᾶς αἱ γυναῖκες τοὺς παῖδας· μετὰ γὰρ τῶν
                        καταμηνίων <lb/>τὴν κάθαρσιν αἱ γυναῖκες μάλιστα λαμβάνουσιν ἐν γαστρί·
                        <lb/>αἴτιον δὲ τὸ εἰρημένον. Ὁκόταν δὲ ταραχθὲν τὸ αἷμα καὶ <lb/>ἀποκριθὲν
                        μὴ χωρέῃ ἔξω, ἀλλ’ ἐς τὰς μήτρας, αἱ δὲ μῆτραι μὴ χαλῶσι, <lb/>θερμαινόμεναι
                        δὴ, ὑπὸ τοῦ αἵματος χρονίζοντος αἱ μήτραι <lb/>θέρμην τῷ ἄλλῳ σώματι
                        παρέχουσιν· ἔστι δ’ ὅτε καὶ διαδίδοῦσι <lb/>τοῦ αἵματος ἐς τὰς φλέβας τοῦ
                        σώματος, ὅπη αἱ φλέβες πληρεύμεναι <lb/>πονεῦγται καὶ οἰδήματα παρέχουσιν·
                        ἔστι δ’ ὅτε καὶ κίνδυνος <lb/>ἐκ τοῦ τοιουτέου χωλωθῆναι· ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                        πρὸς τὴν κύστιν προσίστανται <pb n="496"/> καὶ πιέζουσι καὶ κλείουσι τὴν
                        κύστιν καὶ στραγγουρίην <lb/>παρέχουσιν· ἔστι δ’ ὅτε καὶ πλήρεες αἵματος
                        ἐοῦσαι αἱ μῆτραι προσπίπτουσιν <lb/>ἢ πρὸς ἴσχια ἢ πρὸς ὀσφὺν, καὶ πόνον
                        παρέχουσιν· ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ ἐχρόνισε τὸ αἷμα μῆνας πέντε ἢ ἓξ, καὶ ἐν
                        τῇσι μήτρῃσι <lb/>σαπὲν, πῦος γίνεται, καὶ ἐνίῃσι μὲν κατὰ τὸ αἰδοῖον
                        ἐξέρχεται τὸ <lb/>πῦος, ἔστι δὲ ᾗτι καὶ κατὰ τὸν βουβῶνα ὡς φῦμα γίνεται,
                        κἀκείνῃ <lb/>πῦον γενόμενον ἐξῆλθε· καὶ ἄλλα πολλὰ κακὰ τῇσι γυναιξὶ
                        τοιουτότροπα <lb/>γίνεται, ἐπὴν μὴ ἀποκαθαίρωνται τὰ καταμήνια. Ἀλλὰ τί
                        <lb/>δεῖ λέγειν αὐτὰ ἐνθάδε; εἰρήσεται γὰρ ἐν τοῖσι γυναικείοισι νοσήμασιν·
                        <lb/>ἀλλ’ ὅθεν ἀπέλιπον περανέω τὸν λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὁκόταν δὲ γένηται σὰρξ, τότε οἱ ὑμένες, αὐξομένου τοῦ ὲν <lb/>τῇσι
                        μήτρῃσιν ἐνεόντος, αὔξονται καὶ αὐτοὶ καὶ κολποῦνται καὶ μάλιστα <lb/>οἱ
                        ἔξωθεν· καὶ τὸ αἷμα κατελθὸν ἀπὸ τῆς μητρὸς ὅ τι ἂν ἡ σὰρξ <lb/>πνέουσα
                        ἑλκύσῃ καὶ ἡ αὔξησις γένηται καὶ μὴ χρηστὸν ἔῃ, ἐς τοὺς κόλπους <lb/>τῶν
                        ὑμένων ἀποκρίνεται· καὶ ὁκόταν κολπωθέωσι καὶ τὸ αἷμα <lb/>δέξωνται, τότε δὴ
                        καλέεται χόριον. Ταῦτα δέ μοι ἐς τοῦτο εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἡ δὲ σὰρξ αὐξομένη ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἀρθροῦται, καὶ <lb/>ἔρχεται ἐν αὐτέῃ
                        ἕκαστον τὸ ὅμοιον ὡς τὸ ὅμοιον, τὸ πυκνὸν ὡς τὸ <lb/>πυκνὸν, τὸ ἀραιὸν ὡς τὸ
                        ἀραιὸν, τὸ ὑγρὸν ὡς τὸ ὑγρόν· καὶ ἕκαστον <lb/>ἔρχεται ἐς χώρην ἰδίην κατὰ
                        τὸ ξυγγενὲς, ἀφ’ οὗ καὶ ἐγένετο, καὶ <pb n="498"/> ὅσ’ ἀπὸ πυκνῶν ἐγένετο
                        πυκνά ἐστι, καὶ ὅσα ἀπὸ ὑγρῶν ὑγρά· καὶ <lb/>τἄλλα κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον
                        γίνεται ἐν τῇ αὐξήσει. Καὶ τὰ ὀστέα <lb/>σκληρύνεται ὑπὸ τῆς θέρμης
                        πηγνύμενα· καὶ δὴ καὶ διοζοῦται ὡς <lb/>δένδρον· καὶ ἀρθροῦται ἄμεινον καὶ
                        τὰ εἴσω τοῦ σώματος καὶ τὰ <lb/>ἔξω· καὶ ἥ τε κεφαλὴ γίνεται ἀφεστηκυῖα ἀπὸ
                        τῶν ὤμων, καὶ οἱ <lb/>βραχίονες καὶ οἱ πήχεες ἀπὸ τῶν πλευρέων· καὶ τὰ
                        σκέλεα διίσταται, <lb/>ἀπ’ ἀλλήλων· καὶ τὰ νεῦρα ἐπαΐσσεται ἀμφὶ τὰς φύσιας
                        τῶν ἄρθρων <lb/>καὶ αὐτοστομοῦται· καὶ ἡ ῥὶς καὶ τὰ οὔατα ἀφίσταται ἐν τῇσι
                        <lb/>σαρξὶ καὶ τετρήνεται· καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐμπίπλανται ὑγροῦ καθαροῦ·
                        <lb/>καὶ τὸ αἰδοῖον δῆλον γίνεται ὁκότερόν ἐστι· καὶ τὰ σπλάγχνα
                        διαρθροῦται· <lb/>καὶ δὴ καὶ τοῖσιν ἄνω τὴν πνόην ποιέεται τῷ τε στόματι
                        <lb/>καὶ τῇ ῥινὶ, καὶ ἥ τε κοιλίη φυσῆται, καὶ τὰ ἔντερα καταφυσώμενα
                        <lb/>κατὰ τὸ ἄνωθεν ἐπιλαμβάνει τὴν διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ πνοὴν καὶ ἀμαλδύνει,
                        <lb/>καὶ ἐς τὸν κύσσαρον ὁδὸς γίνεται ἀπὸ τῆς κοιλίης καὶ τῶν <lb/>ἐντέρων
                        ἔξω καὶ ἐς τὴν κύστιν ὁδὸς ἔξω. Τουτέων δὲ διαρθροῦται <lb/>ὑπὸ τῆς πνοῆς
                        ἕκαστα· φυσώμενα γὰρ διίσταται ξύμπαντα κατὰ <lb/>συγγένειαν. Καὶ γὰρ εἰ
                        θέλοις αὐλίσκον προσδῆσαι πρὸς κύστιν, καὶ <lb/>διὰ τοῦ αὐλίσκου ἐμβαλεῖν ἐς
                        τὴν κύστιν γῆν τε καὶ ψάμμον καὶ <lb/>μολίβδου κνήσματα λεπτὰ, καὶ ὕδωρ
                        ἐπιχέας φυσῇν διὰ τοῦ αὐλίσκου, <lb/>πρῶτον μὲν ἐκεῖνα ἀναμεμίξεται τῷ
                        ὕδατι, ἔπειτα δὲ χρόνῳ <lb/>φυσώμενα ἐλεύσεται ὅ τε μόλιβδος ὡς τὸν μόλιβδον
                        καὶ ἡ ψάμμος <lb/>ὡς τὴν ψάμμον καὶ ἡ γῆ ὡς τὴν γῆν· καὶ ἤν τις αὐτὰ
                        αὐανθῆναι <lb/>ἐάσῃ καὶ περιῤῥήξας τὴν κύστιν σκέψηται, εὑρήσει αὐτέων τὸ
                        ὅμοιον <lb/>ἐς, τὸ ὅμοιον ἐληλυθός· οὕτω δὴ καὶ ἡ γονὴ καὶ ἡ σὰρξ
                        διαρθροῦται, <lb/>καὶ ἔρχεται ἕκαστον ἐν αὐτῇ τὸ ὅμοιον ὡς τὸ ὅμοιον. Ταῦτα
                        δέ μοι <lb/>ἐς τοῦτο εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Καὶ γέγονεν ἤδη παιδίον καὶ ἐς τοῦτο ἀφικνέεται, τὸ μὲν <pb n="500"/>
                        θῆλυ ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι καὶ δύο τὸ μακρότατον, τὸ δὲ ἄρσεν <lb/>ἐν
                        τριήκοντα ἡμέρῃσι τὸ μακρότατον· ὡς γὰρ ἐπιπολὺ ξυμβαίνει <lb/>ἐν τούτῳ τῷ
                        χρόνῳ ἢ ὀλίγῳ μείονι ἢ ὀλίγῳ πλείονι ταῦτα διαρθροῖσθαι. <lb/>Καὶ γὰρ ἡ
                        κάθαρσις γίνεται τῇσι γυναιξὶ μετὰ τὸν τόκον ὡ· <lb/>ἐπιτοπολὺ, ἐπὶ μὲν τῇ
                        κούρῃ ἡμέρῃσι τεσσαράκοντα καὶ δύο οὕτως <lb/>ἡ χρονιωτάτη καὶ τελείη,
                        ἀκίνδυνος δ’ ἂν εἴη καὶ ἐν εἴκοσι καὶ <lb/>πέντε ἡμέρῃσιν, εἰ καθαίροιτο·
                        ἐπὶ δὲ τῷ κούρῳ ἡ κάθαρσις γίνεται <lb/>ἡμέρῃσι τριήκοντα· οὕτως ἡ
                        χρονιωτάτη καὶ τελείη, ἀκίνδυνος δ’ ἂν <lb/>εἴη καὶ ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσιν, εἰ
                        καθαίροιτο· τοῦ δὲ ὑστάτου χρόνου <lb/>ἐλαχίστη χωρέει ἡ κάθαρσις· ἐπὶ δὲ
                        τῇσι νεωτέρῃσιν ἐλάσσοσιν ἡμέρῃσι <lb/>καθαίρεται, ἐπὶ δὲ τῇσι πρεσβυτέρῃσι
                        πλείοσι. Μάλιστα δὲ πονέονται <lb/>αἱ γυναῖκες ἐν τῷ τόκῳ καὶ ἐν τοῖσι
                        λοχίοισιν αἱ πρωτοτόκοι, <lb/>καὶ αἱ ἐλάσσω τετοκυῖαι τῶν πλείω τετοκυιέων
                        μᾶλλον <lb/>πονέονται. Αἱ δὲ καθάρσιες αἱ ἐκ τοῦ τόκου τῇσι γυναιξὶ τουτέου
                        <lb/>εἵνεκα γίνονται, ὅτι ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ μέχρι τεσσαράκοντα ἡμερέων
                        <lb/>καὶ δύο ἐπὶ τῇ κούρῃ, ἐπὶ δὲ τῷ κούρῳ μέχρι τριήκοντα ἡμερέων
                        <lb/>ἐλάχιστον αἷμα κατέρχεται ἐπὶ τὴν αὔξην τῷ παιδίῳ, τὸ δὲ <lb/>ἀπὸ
                        τουτέου πλεῖον μέχρι τέκῃ· δεῖ δὴ τὴν κάθαρσιν ἀποδοθῆναι ἐν <lb/>τοῖσι
                        λοχίοισι, καὶ ἐξιέναι ἔξω κατὰ λόγον τῶν ἡμερέων. Ἀρχὴ δὲ <lb/>γίνεται
                        τοιήδε τῇ γυναικὶ ἐν τῇ ὠδῖνι· ταράσσεται τὸ αἷμα τῇ γυναικὶ <lb/>καὶ
                        θερμαίνεται πάνυ ὑπὸ τῆς κινήσιος τοῦ παιδίου σθεναρῆς <pb n="502"/> ἐούσης·
                        ταραχθὲν δὲ, πρῶτον μὲν ἔρχεται ἕξω· μετὰ δὲ τὸ παιδίον <lb/>ἰχὼρ παχὺς
                        αἱματώδης· καὶ ὑφήγησις ἐγένετο τούτῳ, ὥσπὲρ <lb/>ὕδατι ἐπὶ τραπέζης· ἔπειτα
                        δὲ μετ’ ἐκεῖνον ἀνὰ πάσας τὰς ἡμέρας <lb/>χωρέει ἡ κάθαρσις, ἕως τοῦ
                        εἰρημένου χρόνου, πλῆθος ἀττικὴ κοτύλη <lb/>ὅλη καὶ ἡμίσεια τὸ πρῶτον, ἢ
                        ὀλίγῳ πλεῖον ἢ ὀλίγῳ ἐλάσσον, <lb/>κατὰ λόγον τουτέου μέχρις ἂν λήξῃ. Χωρέει
                        δὲ αἷμα οἷον ἀπὸ <lb/>ἳερείου, ἢν ὑγιαίνῃ ἡ γυνὴ καὶ μέλλῃ ὑγιαίνειν, καὶ
                        ταχὺ πήγνυται· <lb/>ἢν δὲ μὴ ὑγιαίνῃ ἡ γυνὴ μηδὲ μέλλῃ ὑγιαίνειν, χωρέει ἡ
                        κάθαρσις <lb/>ἐλάσσων καὶ εἶδος πονηροτέρη, καὶ οὔ ταχὺ πήγνυται. Ὧδε δὲ
                        τοῦτο <lb/>ἔχει· ἤν τι ἡ γυνὴ ἐν γαστρὶ ἔχουσα νόσημα ἔχῃ μὴ ξυγγενὲς ἐὸν τῇ
                        <lb/>λοχείῃ καθάρσει, ἀπόλλυται· ἢν δὲ μὴ ἀποκαθαίρηται ἐν τῇσι πρόσθεν
                        <lb/>ἡμέρῃσιν εὐθὸς ὑγιεινὴ ἐοῦσα εἴτε καὶ μὴ, ἐσσυθῇ δέ οἱ ἡ κάθαρσις,
                        <lb/>εἴτε ὑπὸ φαρμάκων εἴτε καὶ αὐτομάτη ἐξαίφνης, κατὰ λόγον <lb/>τῶν
                        ἡμερέων χωρήσει ὧν οὐ χωρέει ἐς ἅπαξ· ἢν γὰρ μὴ ἀποκαθαίρηται <lb/>τὰ λόχια
                        ἡ γυνὴ, νοῦσος αὐτῇ μεγάλη ἔσται, καὶ κινδυνεύσει <lb/>ἀποθανεῖν, ἢν μὴ
                        μελεδαίνηται ἐν τάχει καὶ αὖθις αὐτῇ ἐπάγῃ τὴν <lb/>κάθαρσιν. Ταῦτα
                        εἰσενεγκάμην ὧδε διὰ τοῦτο, ὅκως ἀποφήνω ὅτι <lb/>τῶν παιδίων γίνεται ἡ
                        διάκρισις τῶν μελέων ἡ μακροτάτη ἐπὶ μὲν <lb/>τῇ κούρῃ ἐν τεσσαράκοντα καὶ
                        δυοῖν ἡμέρῃσιν, ἐπὶ δὲ τῷ κούρῳ ἐν <lb/>τριήκοντα ἡμέρῃσιν· ἱστόριον ἡ
                        κάθαρσις τῶν λοχίων, ὅτι ἐπὶ μὲν <pb n="504"/> τῇ κούρῃ γίνεται ἐν
                        τεσσαράκοντα καὶ δυοῖν ἡμέρῃσιν, ἐπὶ δὲ τῷ <lb/>κούρῳ ἐν τριήκοντα ἡμέρῃσιν
                        ἡ χρονιωτάτη. Μέλλω δὴ τὸ δεύτερον <lb/>νῦν ὀνομάζειν σαφηνίης ἕνεκα· φημὶ
                        γὰρ ἀνταποδίδοσθαι, ὅτι ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσιν ἐνεούσῃ τῇ γονῇ ἐλάχιστον αἷμα
                        ἔρχεται ἀπὸ τῆς γυναικὸς <lb/>ἐπὶ τὰς μήτρας θῆλυν γονὸν ἐχούσης ἐν
                        τεσσαράκοντα καὶ <lb/>δυοῖν ἡμέρῃσιν· ἐν γὰρ ταύτῃσι διαρθροῦται τὰ μέλεα
                        τῶν παιδίων· <lb/>ἀπὸ δὲ τούτου τοῦ χρόνου ἐπὶ πλεῖον ἔρχεται τὸ αἷμα· καὶ
                        ἐπὶ τῷ <lb/>κούρῳ πάλιν κατὰ λόγον τῶν τριήκοντα ἡμερέων ὧδε ἔχει. Ἕτερον
                        <lb/>δ’ ἱστόριον τόδε, ὅτι ταῦτά ἐστιν ἀληθέα· τῇσι πρώτῃσι τῶν ἡμερέων
                        <lb/>ὁκόταν ἡ γονὴ ἐς τὰς μήτρας πέσῃ, ἐλάχιστον αἷμα ἔρχεται <lb/>ἀπὸ τῆς
                        γυναικὸς ἐς τὰς μήτρας, ἔπειτα δὲ ἐπὶ πλεῖον· εἰ γὰρ ἀθρέον <lb/>καὶ πολὺ
                        ἔλθοι ἐς ἅπαξ, οὐκ ἂν δύναιτο ἡ γονὴ πνοὴν ἔχειν, ἀλλ’ <lb/>ἀποπνιγείη ἂν
                        τοῦ αἵματος ἰόντος πολλοῦ. Ἀνταποδίδοται δὲ ἐν τῇ <lb/>καθάρσει τοὐναντίον·
                        χωρέει γὰρ ἡ κάθαρσις τῶν λοχίων ἐν τῇσι <lb/>πρώτῃσι τῶν ἡμερέων πλείστη,
                        εἶτα ἐπ’ ἐλάσσω, ἕως ἂν λήξῃ. <lb/>Πολλαὶ δὲ γυναῖκες ἤδη διέφθειραν κοῦρον
                        ὀλίγῳ πρόσθεν τριήκοντα <lb/>ἡμερέων, καὶ ἄναρθρον ἐφαίνετο· ὑκόσα δὲ
                        ὕστερον ἢ ἅμα <lb/>τῇσι τριήκοντα ἡμέρῃσι, διηρθρωμένα ἐφαίνετο ἐόντα· καὶ
                        ἐπὶ τῇ <lb/>κούρῃ κατὰ λόγον τῶν τεσσαράκοντα καὶ δύο ἡμερέων, ὁκόταν
                        <lb/>διαφθαρῇ, φαίνεται ἡ διάρθρωσις τῶν μελέων· ἤν τε πρόσθεν φθαρῇ <lb/>τὸ
                        παιδίον ἤν τε ὕστερον, ὧδε φαίνεται καὶ λόγῳ καὶ ἀνάγκῃ ἡ <lb/>διάρθρωσις
                        ἐοῦσα, ἐπὶ μὲν τῇ κούρῃ ἐν τεσσαράκοντα καὶ δύο ἡμέρῃσιν, <lb/>ἐπὶ δὲ τῷ
                        κούρῳ ἐν τριήκοντα· ἱστορέουσι γὰρ αἱ ἐξαμβλώσιες <lb/>τῶν παιδίων καὶ τῶν
                        λοχίων αἱ καθάρσιες. Αἴτιον δέ ἐστιν <lb/>ὅτι τὸ θῆλυ πήγνυται ὕστερον καὶ
                        διαρθροῦται, ὅτι ἡ γονὴ ἀσθενεστέρη <lb/>ἐστὶ καὶ ὑγροτέρη τῆς θηλείης ἢ τοῦ
                        ἄρσενος· καὶ ἀνάγκη <lb/>ἐστὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕστερον πήγνυσθαι τὸ
                        θῆλυ ἢ τὸ ἄρσεν· <pb n="506"/> καὶ ἡ κάθαρσις χρονιωτέρη τούτου εἵνεκεν ἐπὶ
                        τῇ θηλείῃ γίνεται <lb/>ἢ ἐπὶ τῷ ἄρσενι. Ἀναβήσομαι δὲ αὖθις ὀπίσω ὅθεν
                        ἀπέλιπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁκόταν δὲ διαρθρωθῇ τὸ παιδίον, τὰ εἴδεα τῶν μελέων, αὐξομένου
                        <lb/>αὐτοῦ, τά τε ὀστέα ἐπισκληρότερα γίνεται, καὶ κοιλαίνεται· <lb/>καὶ
                        ταῦτα ὑπὸ τοῦ πνεύματος γίνεται· κοῖλα δὲ ἐόντα ἕλκει ἐς <lb/>ἑωυτὰ ἀπὸ τῶν
                        σαρκῶν τοῦ αἱμάλωπος τὸ πιότατον. Καὶ χρόνῳ <lb/>διοζοῦται αὖθις τὰ ἄκρα τῶν
                        ὀστέων, ὥσπερ δενδρέου τὰ ἀκρότατα <lb/>ὕστατα ὀζοῦται· οὕτω καὶ τοῦ παιδίου
                        διίστανται ἀπ’ ἀλλήλων οἱ <lb/>δάκτυλοι τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῷν. Καὶ ἐπὶ δ’
                        αὖ τῶν ἄκρων οἱ <lb/>ὄνυχες φύονται· τελευτῶσι γὰρ αἱ φλέβες αἱ τοῦ ἀνθρώπου
                        πᾶσαι ἐς <lb/>τοὺς δακτύλους τῶν ποδῶν καὶ τῶν χειρῶν, καὶ παχύταται μέν
                        εἰσιν <lb/>αἱ ἐν τῷ σώματι φλέβες, αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ, ἔπειτα δὲ ἐν τοῖσι
                        σκέλεσι <lb/>καὶ τοῖσι βραχίοσι καὶ τοῖσι πήχεσιν, ἐν δὲ τοῖσι ποσὶ καὶ
                        <lb/>τῇσι χερσὶ λεπτόταται καὶ πυκνόταται καὶ πλεῖσται φλέβες εἰσὶ καὶ
                        <lb/>νεῦρα λεπτότατα καὶ πυκνότατα καὶ πλεῖστα, καὶ ὀστέα ἐλάχιστα <lb/>τῷ
                        μεγέθει· τῶν δὲ χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν ἐν τοῖσι δακτύλοισι ταῦτα <lb/>μάλιστά
                        ἐστιν. Ἐκ δὲ τῶν δακτύλων ἅτε πυκνὰ ἐχόντων ὀστέα <lb/>σμικρὰ καὶ φλέβας καὶ
                        νεῦρα οὕτως, οἱ ὄνυχες φύονται ἐξ αὐτῶν <lb/>λεπτοὶ καὶ πυκνοί· καὶ
                        ἀπολαμβάνουσι τῶν φλεβῶν τὰ ἄκρα, ὥστε <lb/>μηκέτι αὔξεσθαι αὐτὰς μηδὲ
                        προέχειν ἑτέρην ἑτέρης· ὥστε μὴ θαυμάζειν <lb/>ὅτι οἱ ὄνυχες ἐξωτάτω τοῦ
                        σώματος πυκνότατοί εἰσιν, ἐκ γὰρ <lb/>τῶν πυκνοτάτων εἰσίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἅμα δὲ τοῖσιν ὄνυξι καὶ αἱ τρίχες ἐν τῇ κεφαλῇ ῥιζοῦνται· <lb/>ἔχει δὲ
                        ὧδε τὰ ἀμφὶ τῶν τριχῶν τῆς φύσιος· φύονται μὲν γὰρ μέγισται <lb/>καὶ
                        πλεῖσται, ὅκου τοῦ σώματος ἡ ἐπιδερμὶς ἀραιοτάτη ἐστὶ <lb/>καὶ ὅκου ἡ θρὶξ
                        μετρίην ἰκμάδα ἐς τὴν τροφὴν ἔχει. Καὶ ὅκου ἡ ἐπιδερμὶς <pb n="508"/>
                        ὕστερον ἀραιὴ γίνεται, ἐκεῖ καὶ ὕστερον αἱ τρίχες φύονται, <lb/>ἐπί τε τῷ
                        γενείῳ καὶ τῇ ἥβῃ καὶ εἴπου ἄλλοθι. Ἅμα γὰρ τῷ γόνῳ <lb/>γινομένῳ ἡ σὰρξ
                        ἀραιὴ γίνεται καὶ ἡ ἐπιδερμὶς, καὶ τὰ φλέβια <lb/>στομοῦται μᾶλλον ἢ ἐν τῷ
                        πρὶν χρόνῳ· παιδὶ γὰρ ἐόντι λεπτῶν τῶν <lb/>φλεβίων ἐόντων, οὐκ ἐκχωρέει δι’
                        αὐτῶν ἡ γονή· καὶ τῇσι παρθένοισι <lb/>περὶ, τῶν καταμηνίων ωὑτὸς· λόγος·
                        ἅμα δὲ ὁδὸς προσγίνεται, <lb/>καὶ τοῖσι καταμηνίοισι καὶ τῇ γονῇ· καὶ
                        τριχοῦται ἡ ἥβη τοῦ παιδὸς <lb/>καὶ τῆς παρθένου, ἀραιῆς τῆς ἐπιδερμίδος
                        γενομένης· καὶ ἅμα <lb/>ἡ θρὶξ ἰκμάδα μετρίην ἐς τὴν τροφὴν ἔχει καὶ οὐκ
                        ἐλάσσονα. Οὕτω, <lb/>δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ γενείου τοῦ ἀνδρὸς ἔχει· ἀραιὴ γὰρ
                        γίνεται ἡ ἐπιδερμὶς, <lb/>χωρεούσης ἐς αὐτὴν τῆς ἰκμάδος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς·
                        ἅμα μὲν· <lb/>γὰρ καὶ ἐν τῇ λαγνείῃ, ἅμα δὲ καὶ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἡ θρὶξ
                        μετρίην <lb/>ἔχει τὴν ἰκμάδα ἐς τὴν τροφὴν τότε μάλιστα, ὁκόταν ὁ χρόνος
                        <lb/>ἐγγένηται τῷ ὑγρῷ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καταβαίνοντι ἐν τῇ λαγνείῃ,
                        <lb/>ἀπεχόντων τῶν στηθέων, ἐπὶ τὸ γένειον. Σημήϊον δὲ ὅτι ἐν τοῖσιν
                        <lb/>ἀραιοτάτοισι τῆς ἐπιδερμίδος φύονται αἱ τρίχες· εἴ τις ἐθέλοι ἐπικαῦσαι
                        <lb/>τὴν ἐπιδερμίδα καὶ φλύκταιναν μοῦνον ποιῆσαι καὶ ὑγιῆναι, <lb/>πυκνὴ
                        γενομένη ἡ ἐπιδερμὶς κατὰ τὴν οὐλὴν τὰς τρίχας οὐκ ἐκφύσει. <lb/>Ὁκόσοι δὲ
                        εὐνοῦχοι παῖδες ἐόντες γίνονται, διὰ τοῦτο οὔτε ἡβῶσιν, <lb/>οὔτε γεγειῶσι,
                        λεῖοί τε γίνονται ὅλοι, ὅτι ἡ ὁδὸς τῇ γονῇ οὐκ ἐπιγενομένη <lb/>οὐκ ἀραιοῖ
                        τὴν ἐπιδερμίδα ἐπὶ τῷ ξύμπαντι δέρματι· <lb/>ἀπολέλαπται γὰρ ἡ ὁδὸς τῆς
                        γονῆς, ὥσπερ μοι εἴρηται ὀλίγῳ πρότερον. <lb/>Καὶ αἱ γυναῖκες δὲ λεῖαι
                        γίνονται τό τε γένειον καὶ τὸ σῶμα, <lb/>ὅτι ἐν τῇ λαγνείῃ σφέων τὸ ὑγρὸν
                        οὐχ ὁμοίως κλονεόμενον ὡς τὸ τοῦ <pb n="540"/> ἀνδρὸς τὴν ἐπιδερμίδα οὐ
                        ποιέει ἀραιήν. Ὁκόσοι δὲ φαλακροὶ γίνονται, <lb/>οὗτοι δὴ φλεγματώδεές εἰσι·
                        καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτέων ἅμα τῇ <lb/>λαγνείῃ κλονεόμενον καὶ θερμαινόμενον τὸ
                        φλέγμα, προσπῖπτον <lb/>πρὸς τὴν ἐπιδερμίδα καίει τῶν τριχῶν τὰς ῥίζας, καὶ
                        ἐκρέουσιν αἱ <lb/>τρίχες· οἱ δὲ εὐνοῦχοι διὰ τοῦτο οὐ γίνονται φαλακροὶ, ὅτι
                        σφέων οὐ <lb/>γίνεται κίνησις ἰσχυρὴ, οὐδὲ θερμαινόμενον τὸ φλέγμα ἐν τῇ
                        λαγνείῃ <lb/>καίει τῶν τριχῶν τὰς ῥίζας. Αἱ δὲ πολιαὶ διὰ τοῦτο γίνονται,
                        ὅτι <lb/>ἐν πολλῷ χρόνῳ διικνευμένου τοῦ ὑγροῦ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ἀποκρίνεται
                        <lb/>τὸ λευκότατον καὶ πίπτει πρὸς τὴν ἐπιδερμίδα· καὶ ἡ θρὶξ λευκοτέρην
                        <lb/>ἰκμάδα ἕλκουσα ἢ ἐν τῷ πρὶν χρόνῳ λευκοτέρη γίνεται, <lb/>καὶ ἡ
                        ἐπιδερμὶς, ὅκου αἱ πολιαί εἰσι, λευκοτέρη τῆς ἄλλης γίνεται· <lb/>καὶ ὁκόσοι
                        ἐκ γενετῆς πολιόν τι ἔχουσιν ἐν τῇ κεφαλῇ, κείνοισιν <lb/>ἡ ἐπιδερμὶς, ὅκου
                        αἱ πολιαί εἰσι, λευκοτέρη τῆς ἄλλης ἐστίν· <lb/>ἐκεῖ γὰρ τὸ λευκότατον ὑγρόν
                        ἐστιν. Ἔχει δὲ καὶ τόδε ὧδε· ὁκοίην <lb/>ἂν ἡ σὰρξ ἰκμάδα ἕλκῃ, ἤν τε λευκὴν
                        ἤν τε πυῤῥὴν ἤν τε μέλαιναν, <lb/>τοιαύτη τὴν χροιὴν καὶ ἡ θρὶξ γίνεται.
                        Ταῦτα δέ μοι ἐς τοῦτο <lb/>εἴρηται. Ἐλεύσομαι δὲ αὖθις ἐς τὸ ἐπιλειπὲς τοῦ
                        λόγου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ὅταν δὲ δὴ τὰ ἄκρα τοῦ σώματος τοῦ παιδίου ὀζωθῇ ἔξω, <lb/>καὶ οἱ ὄνυχες
                        καὶ αἱ τρίχες ἐῤῥιζώθησαν, τότε δὴ καὶ κινέεται, καὶ <lb/>ὁ χρόνος ἐς τοῦτο
                        γίνεται τῷ μὲν ἄρσενι τρεῖς μῆνες, τῇ δὲ θηλείῃ <lb/>τέσσαρες· ὧδε γὰρ ὡς
                        ἐπιτοπλεῖστον ξυμβαίνει· ἔστι δ’ ἃ καὶ πρόσθεν <lb/>τῶν παιδίων τουτέου τοῦ
                        χρόνου κινέεται. Κινέεται δὲ πρόσθεν <lb/>τὸ ἄρσεν, ὅτι ἐστὶν ἰσχυρότερον
                        τοῦ θήλεος· καὶ πρόσθεν πήγνυται <lb/>τὸ ἄρσεν, ἀπὸ γὰρ ἰσχυροτέρης καὶ
                        παχυτέρης γονῆς γίνεται. Ὁκόταν <lb/>δὲ κινηθῇ τὸ ἔμβρυον, τότε δὴ
                        ἐπισημαίνει καὶ τὸ γάλα τῇ μητρί· <pb n="512"/> οἱ γὰρ μαζοὶ ἀείρονται, καὶ
                        αἱ θηλαὶ ὀργῶσι· τὸ δὲ γάλα οὐ χωρέει· <lb/>καὶ τῇσι μὲν πυκνοσάρκοισι τῶν
                        γυναικῶν ὕστερον τὸ γάλα ἐπισημαίνει <lb/>καὶ ἔρχεται, τῇσι δὲ ἀῥαιοσάρκοισι
                        πρόσθεν. Δι’ ἀνάγκην <lb/>δὲ τοιήνδε γίνεται τὸ γάλα· ὁκόταν αἱ μῆτραι
                        ὀγκηραὶ ἐοῦσαι ὑπὸ <lb/>τοῦ παιδίου πιέζωσι τὴν κοιλίην τῆς γυναικὸς, τῆς δὲ
                        κοιλίης πλήρεος <lb/>ἐούσης ὁ ἐκπιεσμὸς γένηται, ἀποπιδύει τὸ πιότατον ἀπό
                        γε <lb/>τῶν βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν ἔξω ἐς τὸ ἐπίπλοον καὶ τὴν σάρκα· ὥσπερ
                        <lb/>δέρμα εἴ τις ἀλείψειεν ἐλαίῳ πολλῷ καὶ ἐῴη ἀναπιεῖν, καὶ, <lb/>ἐπὴν
                        ἀναπίῃ, πιέζῃ τὸ δέρμα, διαπιδύοι ἂν πιεζευμένου τοῦ δέρματος <lb/>ἔξω τὸ
                        ἔλαιον· οὕτω δὴ καὶ τῆς κοιλίης τὸ πιαρὸν ἐν αὐτῇ ἐχούσης <lb/>ἀπὸ τῶν
                        βρωτῶν καὶ τῶν ποτῶν, πιεζευμένης ὑπὸ τῶν μητρέων, <lb/>διαπιδύει τὸ πῖαρ ἐς
                        τὸ ἐπίπλοον καὶ ἐς τὴν σάρκα. Κἢν <lb/>ἀραιόσαρκος ἔῃ ἡ γυνὴ, θᾶσσον
                        αἰσθάνεται τῆς διαπιδύσιος· ἢν δὲ <lb/>μὴ, ὕστερον. Καὶ τὰ ἐν γαστρὶ ἔχοντα
                        κτήνεα, ἢν μή τι νοσέῃ, <lb/>ὑπὸ τοῦ αὐτέου ποτοῦ καὶ σίτου πιότερα γίνεται
                        διὰ τοῦτο· ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ἡ γυνή. Ἀπὸ τοῦ πίονος διαθερμαινομένου καὶ
                        λευκοῦ ἐόντος <lb/>τὸ γλυκαινόμενον ἀπὸ τῆς θέρμης τῆς ἀπὸ τῶν μητρέων
                        ἀποθλιβόμενον <lb/>ἔρχεται ἐς τοὺς μαζούς· καὶ ἐς τὰς μήτρας δὲ ὀλίγον
                        ἔρχεται <lb/>διὰ τῶν αὐτέων φλεβῶν· τείνουσι γὰρ ἐς τοὺς μαζοὺς καὶ ἐς τὰς
                        <lb/>μήτρας φλέβια ταὐτά τε καὶ παραπλήσια ἄλλα. Καὶ ὁκόταν· ἀφίκηται
                        <lb/>ἐς τὰς μήτρας, ἰδέην ἴσχει τοῦ γάλακτος, καὶ τὸ παιδίον ἀπ’ αὐτοῦ
                        <lb/>ἐπαυρίσκεται ὀλίγον, οἱ δὲ μαζοὶ δεχόμενοι τὸ γάλα ἀείρονται
                        πιμπλάμενοι· <lb/>καὶ ὁκόταν τέκῃ, ἀρχῆς κινήσιος ὑπογενομένης, χωρέει <pb n="514"/> τὸ γάλα ἐς τοὺς μαζοὺς τούτους, ἢν θηλάζῃ. Ἔχει γὰρ οὕτω·
                        θηλαζομένοιν <lb/>τοῖν μαζοῖν εὐροώτερα γίνεται τὰ φλέβια ἐς τοὺς μαζούς·
                        <lb/>εὐροώτερα δὲ γενόμενα, ἀπὸ τῆς κοιλίης ἕλκοντα τὸ πιαρὸν, τοῖν
                        <lb/>μαζοῖν διαδιδόασι. Καὶ γὰρ καὶ ὁ ἀνὴρ ἢν λαγνεύῃ πολλὰ, εὐροώτερα
                        <lb/>γινόμενα τὰ φλέβια μᾶλλον ἐπάγει τὴν λαγνείην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ἔχει δὲ καὶ τόδε ὧδε· ἡ τροφὴ καὶ ἡ αὔξησις τῶν παιδίων <lb/>γίνεται,
                        ὅκως ἂν τῇσι μήτρῃσιν ἴῃ τὰ ἀπὸ τῆς μητρός· καὶ ὅκως <lb/>ἂν ἡ μήτηρ ἔχῃ
                        ὑγιείης ἢ ἀσθενείης, ὧδε καὶ τὸ παιδίον ἔχει. Ὥσπερ <lb/>καὶ τὰ ἐν τῇ γῇ
                        φυόμενα τρέφεται ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ὅκως ἂν ἡ <lb/>γῆ ἔχῃ, οὕτω καὶ τὰ φυόμενα
                        ἔχει ἐν τῇ γῇ· τό τε γὰρ σπέρμα <lb/>ὁκόταν καταβληθῇ ἐς τὴν γῆν, ἰκμάδος
                        πίμπλαται ἀπ’ αὐτῆς· ἔχει <lb/>γὰρ ἐν αὑτῇ ἡ γῆ ἰκμάδα παντοίην, ὥστε
                        τρέφειν τὰ φυόμενα· <lb/>ἰκμάδος δὲ πλησθὲν τὸ σπέρμα φυσᾶται καὶ οἰδέει·
                        καὶ ἀναγκάζεται <lb/>ὑπὸ τῆς ἰκμάδος συστρέφεσθαι ἡ δύναμις, ἥ ἐστι
                        κουφοτάτη ἐν τῷ <lb/>σπέρματι. Συστραφεῖσα δὲ ἡ δύναμις ὑπὸ τοῦ πνεύματος
                        καὶ τῆς <lb/>ἰκμάδος, φύλλα γενομένη ῥήγνυσι τὸ σπέρμα· καὶ ἀνατέλλει ἐξω
                        <lb/>πρῶτον τὰ φύλλα. Ἀνατείλαντα δὲ ὁκόταν μηκέτι δύνηται τρέφεσθαι <lb/>τὰ
                        φύλλα ὑπὸ τῆς ἰκμάδος τῆς ἐν τῷ σκέρματι ἐνεούσης, ῥήγνυται <lb/>ἐς τὸ κάτω
                        τό τε σπέρμα καὶ τὰ φύλλα, καὶ βιώμενον ὑπὸ τῶν <lb/>φύλλων μεθίησι τῆς
                        δυνάμιος ἐς τὸ κάτω, ἣ ἐν αὐτῷ ὑπολείπεται <lb/>διὰ τὴν βαρύτητα· καὶ
                        γίνονται αἱ ῥίζαι ἐκ τῶν φύλλων διατεταμέναι. <lb/>Ὁκόταν δὲ κάτω βεβαίως
                        ῥιζωθῇ τὸ φυὲν, καὶ τὴν τροφὴν <lb/>ἀπὸ τῆς γῆς ποιέηται, τότε ἤδη ἠφάνισται
                        πᾶν καὶ ἀνήλωται ἐς τὸ <lb/>φυὲν, πλὴν τοῦ λεπυρίου, ὅτι στερεώτατόν ἐστιν,
                        αὖθις δὲ τὸ λεπύριον <pb n="516"/> σαπὲν ἐν τῇ γῇ ἄδηλον γίνεται· χρόνῳ δὴ
                        καὶ ὀζοῦταί τινα τῶν <lb/>φύλλων. Ἐκ σπέρματος γοῦν ἅτε ἀφ’ ὑγροῦ γενόμενον,
                        ἕως μὲν <lb/>ἁπαλὸν ἔῃ καὶ ὑδαρὲς, ἐς αὔξησιν ὡρμημένον καὶ ἐς τὸ κάτω καὶ
                        <lb/>ἐς τὸ ἄνω, οὐ δύναται τὸν καρπὸν ἐκβάλλειν· οὐ γάρ ἐστιν αὐτῷ
                        <lb/>δύναμις ἰσχυρὴ καὶ πιαρὰ, ἐξ ἧς τὸ σπέρμα συστραφήσεται. Ὁκόταν <lb/>δὲ
                        στερεωθῇ μᾶλλον καὶ ῥιζωθῇ τὸ ἐκπεφυκὸς ὑπὸ χρόνου, τότε <lb/>ἤδη καὶ φλέβας
                        ἴσχει εὐρείας καὶ ἐς τὸ ἄνω καὶ ἐς τὸ κάτω· καὶ <lb/>τότε δὴ ἐκ τῆς γῆς
                        ἕλκεται οὐκ ἔτι ὑδαρὲς, ἀλλὰ παχύτερον καὶ <lb/>πιότερον καὶ πλεῖον· τὸ δὴ
                        θερμαινόμενον ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἐκζέει ἐς <lb/>τὰ ἄκρα, καὶ γίνεται καρπὸς κατὰ
                        τὸ ξυγγενὲς ἐξ ὁκοίου καὶ ἐγένετο. <lb/>Καὶ πολὺς ἐξ ὀλίγου διὰ τόδε
                        γίνεται, ὅτι ἕλκει ἕκαστον τῶν φυομένων <lb/>ἐκ τῆς γῆς δύναμιν πλείονα ἢ ἐξ
                        οὗ ἐγένετο, καὶ ἐκζέει οὐ κατὰ <lb/>ἓν, ἀλλὰ κατὰ πολλά· ὁκόταν δὲ ὁ καρπὸς
                        ἐκζέσῃ, τρέφεται ὑπὸ <lb/>τοῦ φυομένου· ἕλκον γὰρ τὸ φυόμενον ἀπὸ τῆς γῆς τῷ
                        καρπῷ ἐκδίδωσιν· <lb/>ὁ δὲ ἥλιος πέσσει καὶ στερεοῖ τὸν καρπὸν, τὸ
                        ὑδαρέστερον <lb/>πρὸς ἑωυτὸν ἕλκων ἀπ’ αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν εἴρηταί μοι περὶ
                        τῶν <lb/>ἐκ σπέρματος φυομένων ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τοῦ ὕδατος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Τὰ δὲ ἐκ φυτευτηρίων, ἀπὸ δενδρέων δένδρεα γίνεται τρόπῳ <lb/>τοιῷδε·
                        τρῶμα ἴσχει ὁ κλάδος ἐν τῷ κάτω τῷ πρὸς τὴν γῆν, ᾗ ἀπὸ <lb/>τοῦ δένδρου
                        ἐκλάσθη, ὅθεν αἱ ῥίζαι ἀφίενται. Τρόπῳ δὲ τοιούτῳ <lb/>μεθίενται· ὁκόταν τὸ
                        φυτὸν τὸ ἐν τῇ γῇ ἐνεὸν ἰκμάδα λάβῃ ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς, οἰδέει καὶ πνεῦμα
                        ἴσχει, τὸ δὲ ὑπὲρ τῆς γῆς οὐδέπω· τὸ δὲ <lb/>πνεῦμα καὶ ἡ ἰκμὰς συστρέψασα
                        ἐν τῷ κάτω τοῦ φυτοῦ τὴν δύναμιν, <lb/>ὅση ἦν βαρυτάτη, ἔῤῥηξεν ἐς τὸ κάτω,
                        καὶ γίνονται ἐξ αὐτοῦ ῥίζαι <lb/>ἁπαλαί. Ὁκόταν δὲ ἐς τὸ κάτω λάβηται, τότε
                        δὴ ἕλκει ἐκ τῆς ῥίζης <lb/>ἰκμάδα καὶ διαδίδωσι τῷ ὑπὲρ τῆς γῆς ἐόντι· καὶ
                        τότε αὖθις τὸ <pb n="518"/> ἄνω οἰδέει καὶ πνεῦμα ἴσχει· καὶ ὅση δύναμις; ἐν
                        τῷ φυτῷ κούφη <lb/>ἔνεστι, ξυστραφεῖσα, φύλλα γινομένη, βλαστάνει, καὶ ἐς τὸ
                        ἄνω ἤδῃ <lb/>τὴν αὔξησιν ποιέεται καὶ ἐς τὸ κάτω. Οὕτως ἐς τὸ ἐναντίον
                        ξυμβαίνει <lb/>ἤδη τῶν ἐκ τοῦ σπέρματος γινομένων καὶ τῶν ἐκ τοῦ φυτευτηρίου
                        <lb/>περὶ τοῦ βλαστοῦ· πρότερον γὰρ ἐκ τοῦ σπέρματος τὸ <lb/>φύλλον
                        ἀνατέλλει, ἔπειτα αἱ ῥίζαι ἐς τὸ κάτω ἀφίενται· τὸ δὲ δένδρον <lb/>ῥιζοῦται
                        πρῶτον, ἔπειτα φυλλοῦται· διὰ τόδε, ὅτι ἐν μὲν τῷ <lb/>σπέρματι αὐτῷ ἰκμάδος
                        πλῆθος ἔνεστι, καὶ ἐν τῇ γῇ παντὶ ἐόντι <lb/>τροφὴ ἔνεστι τὸ πρῶτον τῷ φύλλῳ
                        ἀρκέουσα, ὅθεν τὸ φύλλον θρέψεται <lb/>μέχρις ἂν ῥιζωθῇ· ἐν δὲ τῷ κλάδῳ οὐ
                        γίνεται, οὐ γὰρ γίνεται <lb/>ἐξ ἑτέρου ὅθεν τὸ φύλλον τὸ πρῶτον τροφὴν ἕξει,
                        ἀλλ’ αὐτὸς <lb/>ὁ κλάδος ἐστὶν ὥσπερ, καὶ τὸ δένδρον ἔχει, καὶ τοῦτο ὑπὲρ
                        <lb/>γῆς ἐστι πολὺ, ὥστε, οὐκ ᾂν δύναιτο ὑπὲρ γῆς ἰκμάδος πλησθῆναι, <lb/>εἰ
                        μὴ ἐκ τοῦ κάτω μεγάλη τις δύναμις ἐλθοῦσα τῷ ἄνω ἐκδώσει <lb/>τῆς ἰκμάδος.
                        Καὶ πρῶτον τὸ φυτευτήριον ἀνάγκη ἐστὶν ἑωυτῷ <lb/>τροφὴν ποιήσασθαι ἀπὸ τῆς
                        γῆς τῇσι ῥίζῃσιν ἔπειτα οὕτως ἀπὸ <lb/>τῆς γῆς ἕλκον ἄνω ἀποδιδόναι, καὶ
                        φύλλα ὁρμῆσαι εἰς βλαστόν τε καὶ <lb/>αὔξησιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ὅταν δὲ αὔξηται τὸ φυτὸν, ὀζοῦται ὑπ’ ἀνάγκης τοιῆσδε, ἣν <lb/>ἐρέω·
                        ὁκόταν ἰκμάδος αὐτῷ πλεῖον προσγένηται ἐκ τῆς γῆς ἑλκαμένης, <lb/>ὑπὸ τοῦ
                        πλήθεος ῥήγνυσιν ᾗ ἂν πλείστη ἔῃ, καὶ ταύτῃ ὀζοῦται <lb/>τὸ φυτόν. Αὔξεται
                        δὲ καὶ ἐς τὸ εὖρος καὶ ἐς τὸ ἄνω καὶ ἐς τὸ <lb/>κάτω διὰ τόδε, ὅτι τὸ κάτω
                        τῆς γῆς τοῦ· μὲν χειμῶνος θερμόν ἐστι, <lb/>τοῦ δὲ θέρεος ψυχρόν. Τοῦτο δὲ
                        διὰ τόδε ἐστὶν, ὅτι ἡ γῆ ἰκμαλέη <lb/>ἐστὶν ἐν χειμῶνι ὑπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐκ
                        τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντος καὶ <lb/>πιεζεῖται ἐφ’ ἑωυτῇ, ἅτε βαρυτέρης ἐούσης τῆς
                        ἰκμάδος· πυκνοτέρη <lb/>δέ ἐστιν ὑπὸ τουτέου καὶ οὐκ ἔχει διαπνοὴν οὐδεμίην·
                        οὖ γὰρ ἔτι <pb n="520"/> ἔνεστι μέγα τὸ ἀραιὸν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κάτω τῆς
                        γῆς τοῦ χειμῶνος <lb/>θερμόν ἐστι. Καὶ γὰρ ἡ κόπρος ἡ νεναγμένη μὲν
                        εὐθερμοτέρη ἐστὶν <lb/>ἢ ἡ ἀραιὴ ἐοῦσα, καὶ ἄλλως τὰ μὲν ἰκμαλέα καὶ
                        πεπιεσμένα ὑπὸ <lb/>σφῶν αὐτῶν ἐκθερμαίνεται καὶ ἐν τάχει κάρτα ὑπὸ τῆς
                        θερμασίης <lb/>συγκαιόμενα σήπεται· οὐ γὰρ δίεισι τὸ πνεῦμα δι’ αὐτῶν, ἅτε
                        πυκνῶν <lb/>ἐόντων· ἢν δὲ ξηρὰ ἔῃ καὶ ἀραιῶς κείμενα, πολλῷ ἥσσω θερμαίνεται
                        <lb/>καὶ σήπεται. Οὕτω δὴ καὶ πυροὶ καὶ κριθαὶ νοτερὰ ἐόντα <lb/>καὶ
                        βεβυσμένα εὐθερμότερά ἐστιν ἢ εἰ ξηρὰ εἴη καὶ μανῶς κείμενα· <lb/>καὶ ἱμάτια
                        συνδεδεμένα καὶ κατεσφηνωμένα ἰσχυρῶς δορὶ κατακαίεται <lb/>ὑπὸ σφέων αὐτῶν,
                        ὡς ἐγὼ ἤδη εἶδον, ὥσπερ ὑπὸ πυρὸς ἐκκαέντα· <lb/>καὶ τἄλλα εἴ τις θέλοι
                        ἐνθυμηθῆναι, πάντα ὅσα πεπίεσται <lb/>ὑπὸ σφῶν αὐτῶν, θερμότερα εὑρήσει ἢ τὰ
                        ἀραιῶς κείμενα· οὐ γὰρ <lb/>ἔχει ἀναπνέειν ψυχρὸν ὑπὸ τῶν ἀνέμων. Οὕτω δὲ
                        καὶ τῆς γῆς τὸ <lb/>κάτω πλείης ἐούσης καὶ αὐτῆς ὑφ’ ἑωυτῆς πεπιεσμένης, ἄτε
                        βαρείης <lb/>καὶ πυκνῆς ἐούσης ὑπὸ τῆς ἰκμάδος, θερμαίνεται ἐν χειμῶνι· οὐ
                        <lb/>γάρ ἐστιν αὐτῇ διάπνοος οὐδεὶς τοῦ θερμοῦ· ἀλλ’ ὁκόταν πέσῃ ἐκ <lb/>τοῦ
                        οὐρανοῦ τὸ ὕδωρ ἐς αὐτὴν, ὅταν ἀποπνέῃ ἐν τῇ γῇ ἀπ’ αὐτοῦ, <lb/>οὐ δίεισι
                        πρόσω, ἅτε πυκνῆς ἐούσης τῆς γῆς· ἀλλ’ ἡ πνοὴ ὀπίσω ἐς <lb/>τὸ ὕδωρ ἔρχεται.
                        Καὶ διὰ τοῦτο αἱ πηγαὶ θερμότεραί εἰσι τοῦ χειμῶνος <lb/>καὶ μέζους ἢ τοῦ
                        θέρεος· ὅτι, ἀποπνέοντος τοῦ πνεύματος, <lb/>ὀπίσω ἔρχεται ἐς τὸ ὕδωρ, ἅτε
                        τῆς γῆς πυκνοτέρης ἐούσης καὶ οὐ <lb/>διιείσης δι’ αὑτῆς τὸ πνεῦμα. Καὶ τὸ
                        ὕδωρ πολὺ ἐὸν, ᾗ ἂν τύχῃ, <pb n="522"/> ῥήγνυσι χωρέον, καὶ ὁδόν οἱ αὐτῷ
                        ποιέεται εὐρυτέρην ἢ εἰ ὀλίγον <lb/>εἴη· τὸ γὰρ ὕδωρ ἐν τῇ γῇ οὐχ ἕστηκεν,
                        ἀλλ’ ἀεὶ χωρέει ἐς τὸ κάταντες· <lb/>εἰ δὲ διιείη τοῦ χειμῶνος ἀπὸ τοῦ
                        ὕδατος τὸ πνεῦμα ἡ γῆ <lb/>δι’ ἑωυτῆς, ἔλασσον τὸ ὕδωρ ἂν ἐχώρεεν ἐξ αὐτῆς,
                        καὶ αἱ πηγαὶ <lb/>οὐκ ἂν ᾖσαν τοῦ χειμῶνος μεγάλαι. Πάντα ταῦτα εἴρηταί μαι
                        <lb/>ὅτι τῆς γῆς τὸ κάτω θερμότερον φαίνεται ἐὸν τοῦ χειμῶνος ἢ τοῦ
                        <lb/>θέρεος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Νῦν δὲ θέλω εἰπεῖν ὅτι τοῦ θέρεος τὸ κάτω τῆς γῆς ψυχ ρότερον
                        <lb/>φαίνεται ἐὸν ἢ τοῦ χειμῶνος· τοῦ θέρεος γὰρ ἀραιή ἐστιν ἡ γῇ <lb/>καὶ
                        κούφη. ἅτε τοῦ ἡλίου σφοδρότερον προσβάλλοντος καὶ ἕλκοντος <lb/>ἀπ’ αὐτῇς
                        πρὸς ἑωυτὸν τῆς ἰκμάδος· ἔχει δὲ ὕδωρ ἡ γῆ ἐν ἑαυτῇ ἀεὶ <lb/>πλέον ἢ
                        ἔλασσον· τὰ δὲ πνεύματα ἡμῖν ἐστι πάντα ἀφ’ ὕδατος· <lb/>τούτου δὲ πέρι πάρα
                        συμβάλλεσθαι, ὅτι οὕτως ἔχει, ἀπὸ γὰρ τῶν <lb/>ποταμῶν πάντων πνεύματα
                        χωρέει ἑκάστοτε καὶ τῶν νεφέων, τὰ δὲ <lb/>νέφεα ἐστὶν ὕδωρ ξυνεχὲς ἐν ἠέρι.
                        Καὶ τότε δὴ ἡ γῆ ἀραιή ἐστι <lb/>τοῦ θέρεος καὶ κούφη καὶ ὕδωρ ἐν αὑτῇ
                        ἔχουσα· καὶ τὸ ὕδωρ ῥέει <lb/>ἐς τὰ κατάντεα· χωρέοντος δὲ τοῦ ὕδατος αἰεὶ
                        ἀποπνέει αὐτόθεν <lb/>ἕτερον ἐξ ἑτέρου πνεῦμα· τὸ δὲ ἀποπνέον διὰ τῆς γῆς
                        ἔρχεται κούφης <lb/>καὶ ἀραιῆς ἐούσης καὶ ψῦχος τῇ γῇ ποιέει, καὶ αὐτὸ τὸ
                        ὕδωρ <lb/>συμψύχεται. Ἔχει δὲ οὕτως ὥσπερ εἴ τις ἐν ἀσκῷ ὕδωρ ἐνεὸν
                        ἀποπιέσειεν <lb/>ἰσχυρῶς καὶ παραπνοὴν τῷ ὕδατι ποιήσειε νύγματι βελόνης
                        <lb/>ἢ μικρῷ μέζονι, καὶ τὸν ἀσκὸν κρεμάσας αἰωροίη, οὐδὲν διὰ τοῦ
                        <lb/>τετρημένου πνεῦμα χωρήσει, ἀλλ’ ὕδωρ, οὐ γὰρ ἔχει εὐρυχωρίην <pb n="524"/> ἧ ἀποπνεύσεται τὸ ὕδωρ· ὧδε δὴ ἔχει καὶ τοῦ χειμῶνος τῷ ὕδατι
                        ἐν τῇ <lb/>γῇ. Ἢν δὲ τῷ ὕδατι ἐν τῷ ἀσκῷ τὴν εὐρυχωρίην ποιήσῃς, καὶ
                        κρεμάσας <lb/>αἰωροίης τὸν ἀσκὸν, πνεῦμα διαχωρήσει διὰ τοῦ τετρημένου,
                        <lb/>εὐρυχωρίη γάρ ἐστι τῷ πνεύματι ἀπὸ τοῦ ὕδατος κινευμένου διαχωρέειν
                        <lb/>διὰ τοῦ ἀσκοῦ, καὶ διὰ τοῦ τετρημένου τὸ πνεῦμα διὰ τόδε <lb/>δίεισιν·
                        ὧδε δὴ ἔχει καὶ τοῦ θέρεος ἐν τῇ γῇ τῷ ὕδατι· εὐρυχωρίη <lb/>γάρ ἐστιν αὐτῷ,
                        ἅτε τῆς γῆς ἀραιῆς ἐούσης καὶ τοῦ ἡλίου ἕλκοντος <lb/>ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἰκμάδος
                        πρὸς ἑωυτὸν, καὶ διεῖσα τὸ πνεῦμα, ἅτε <lb/>ψυχρὸν ἐὸν ἀπὸ τοῦ ὕδατος δι’
                        αὐτῆς ἀραιῆς ἐούσης καὶ κούφης, διὰ <lb/>τοῦτο ψυχρόν ἐστιν αὐτῆς τὸ κάτω
                        τοῦ θέρεος, καὶ τὸ ὕδωρ αἴτιον <lb/>τοῦ πνεύματος τοῦ ἐν τῇ γῇ ψυχροῦ
                        ἐόντος, καὶ αὐτὸ ἀφίησιν ἐς <lb/>ἑωυτὸ τὸ πνεῦμα καὶ ἐς τὴν γῆν. Καὶ ἅμα τὸ
                        ἀντλεόμενον ἐν τῷ <lb/>φρέατι ἀεὶ διακινέει τὸ πνεῦμα ὥσπερ ῥιπὶς, καὶ
                        ποιέει αὐτὸ ψῦχος <lb/>παρέχειν τῷ ὕδατι· τὸ δὲ μὴ ἀντλεόμενον τοῦ ὕδατος
                        τοῦ θέρεος, <lb/>ἀλλ’ ἑστηκὸς, πυκνὸν ἐὸν, οὐχ ὁμοίως δέχεται τὸ πνεῦμα ἐς
                        ἑωυτὸ <lb/>ἀπὸ τῆς γῆς, οὐδ’ ἐς τὴν γῆν ἀφ’ ἑωυτοῦ ἀποδίδωσι, καὶ ἅμε ἀπὸ
                        <lb/>τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ ἠέρος οὐ σκιδναμένου ἐν τῷ φρέατι, ἀλλὰ στεσίμου
                        <lb/>ἐόντος, θερμαίνεται πρῶτον αὐτοῦ τὸ ἐπιπολῆς· ἔπειτα τὸ ἕτερον <lb/>ἐπὶ
                        τῷ ἑτέρῳ ἐκ τὸ κάτω διαδίδωσι τὴν θερμασίην· καὶ διὰ τοῦτο <lb/>τὸ μὴ
                        ἀντλεόμενον ὕδωρ τοῦ θέρεος θερμότερόν ἐστι τοῦ ἀντλεομένου. <lb/>Αἵ τε
                        πηγαὶ αἱ βαθεῖαι μάλα τοῦ θέρεος ἀεὶ ψυχραί εἰσιν. <lb/>Καὶ ἀρυσθὲν τὸ ὕδωρ
                        τοῦ χειμῶνος ἐκ τῆς γῆς θερμῆς ἐούσης, τὸ μὲν <lb/>παραυτίκα θερμόν ἐστιν,
                        ὅταν δὲ χρόνος διίῃ, ψυχρόν ἐστιν, ὑπὸ <lb/>τοῦ ἠέρος δηλονότι γενόμενον
                        ψυχροῦ ἐόντος, ἐξαεροῦται γὰρ ὑπὸ <lb/>τοῦ ἀνέμου, καὶ τὸ πνεῦμα δι’ αὐτοῦ
                        διηθέει· καθάπερ καὶ τὸ ἀντλεόμενον <lb/>ὕδωρ τοῦ θέρεος, ὁκόταν ἀρυσθῇ,
                        ψυχρὸν αὐτίκα ἐστὶ, <pb n="526"/> θερμὸν δὲ γίνεται διὰ τόδε, ὅτι τῆς γῆς
                        ἀραιῆς ἐούσης καὶ πνεύματος <lb/>ἐόντος ἐν αὐτῇ ψύχεται; ὅταν δὲ ἀρυσθέντι
                        χρόνος ἐγγένηται; <lb/>στάσιμον γίνεται καὶ θερμὸν ὁρᾶται· θερμαίνεται γὰρ
                        ὑπὸ τοῦ ἠέρος <lb/>θερμοῦ ἐόντος, ὥσπερ καὶ τὸ μὴ ἀντλεόμενον ὕδωρ ἐν τῷ
                        φρέατι· τοῦ <lb/>θέρεος διὰ τοῦτο θερμὸν γίνεται. Ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι
                        εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ἀναλήψομαι δὲ αὖθις ὅτι τοῦ θέρεος τὸ κάτω τῆς γῆς ψυχρόν <lb/>ἐστι, τοῦ
                        δὲ χειμῶνος θερμὸν, τὸ δὲ ἄνω τῆς γῆς τοὐναντίον <lb/>τούτου, καὶ δεῖ τῷ
                        δένδρεϊ μὴ δύο θερμὰ ὁμοῦ προσγίνεσθαι, μηδὲ <lb/>δύο ψυχρὰ ὁμοῦ; ἢν, μέλλῃ
                        ὑγιαίνειν· ἀλλ’ ἢν μὲν ἐκ τοῦ ἄνωθεν <lb/>προσγίνηται θερμὸν, ἐκ τοῦ κάτωθεν
                        δεῖ ψυχρὸν αὐτῷ προσγίνεσθαι, <lb/>καὶ πάλιν ἢν ἐκ τοῦ ἄνωθεν προσγίνηται
                        ψυχρὸν, ἐκ τοῦ κάτωθεν <lb/>δεῖ θερμὸν αὐτῷ προσγίνεσθαι. Αἵ τε ῥίζαι ὅ τι
                        ἂν ἑλκύσωσι, τῷ <lb/>δένδρεϊ προσδιδόασι, καὶ τὸ δένδρεον τῇσι ῥίζῃσι. Καὶ
                        γίνεται οὕτω <lb/>ταμιείη καὶ ψυχροῦ καὶ θερμοῦ· ὥσπερ καὶ τῷ ἀνθρώπῳ
                        ἐσιόντων <lb/>ἐς τὴν κοιλίην σιτίων, ὅσα πεσσόμενα θερμαίνει, δεῖ ψύξιν
                        ἀποδίδοσθαι <lb/>ἀπὸ τοῦ πότου, οὕτω καὶ τῷ δένδρεϊ δεῖ ἀνταποδίδοσθαι ἐκ
                        <lb/>τοῦ κάτω πρὸς τὸ ἄνω, καὶ ἀνάπαλιν. Καὶ αὔξεται τὸ δένδρον καὶ <lb/>ἐς
                        τὸ ἄνω καὶ ἐς τὸ κάτω διὰ τόδε, ὅτι οἱ τροφή ἐστι καὶ ἐκ τοῦ <lb/>κάτωθεν
                        καὶ ἐκ τοῦ ἄνωθεν. Καὶ ἕως μὲν ἂν ἁπαλὸν ἔῃ σφόδρα, οὐ <lb/>καρποφορέει· οὐ
                        γάρ ἐστιν αὐτῷ πίειρα δύναμις οὐδὲ παχείη, ἥτις <lb/>ἐς καρπὸν ξυμβάλλεσθαι
                        οἵη τέ ἐστιν· ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, <lb/>τότε ἤδη ἐν αὐτῷ αἱ φλέβες,
                        εὐρεῖαι γινόμεναι ποιεῦνται ἐν αὐτῷ ἐκ <lb/>τῆς γῆς πίειραν καὶ παχείην τὴν
                        ῥύσιν· ὁ δὲ ἥλιος διαχέων αὐτὴν <lb/>ποιέει ἐκζεῖν ἅτε κούφην ἐοῦσαν ἐς τὰ
                        ἄκρα καὶ καρποῦσθαι· καὶ <lb/>τὴν μὲν λεπτὴν ἰκμάδα ἀπὸ τοῦ καρποῦ ἀποφέρει,
                        τὴν δὲ παχείην <lb/>πέσσων ὁ ἥλιος καὶ θερμαίνων γλυκαίνει· τὰ δὲ οὐ
                        καρποφορέοντα <pb n="528"/> τῶν δενδρέων οὐκ ἔχει πῖαρ ἐν αὐτοῖσιν, ὅσον ἐς
                        τὸν καρπὸν ἐκδώσεται. <lb/>Τὸ δὲ πᾶν δένδρεον ὁκόταν ὑπὸ χρόνου στερεωθῇ καὶ
                        λάβηται <lb/>ἐκ τοῦ κάτω τῇσι ῥίζῃσιν ἤδη βεβαίως, πέπαυται αὐξόμενον πάντη.
                        <lb/>Ὁκόσοισι δὲ ἐς δένδρεα ἀφ’ ἑτέρων δενδρέων ὀφθαλμοὶ ἐνετέθησαν <lb/>καὶ
                        δένδρεα γενόμενα ἐν τοῖσι δένδρεσι ζῇ καὶ καρποφορέει καρπὸν <lb/>οὐχ ὅμοιον
                        οἷσιν ἐγκείμενά ἐστιν, τρόπῳ τοιῷδε τοῦτο γίνεται. Ξυμβαίνει <lb/>τῷ ὀφθαλμῷ
                        πρῶτον μὲν βλαστάνειν, τροφὴν γὰρ εἶχε πρῶτον <lb/>μὲν ἀπὸ τοῦ δενδρέου, ἀφ’
                        οὗ ἀπηνέχθη, ἔπειτα ἐν ᾧ ἐνετέθη· <lb/>ὁκόταν δὲ βλαστήσῃ οὕτω, μεθίησιν ἐς
                        τὸ δένδρεον ῥίζας ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>λεπτάς· καὶ πρῶτον ἀπαυρίσκεται ἀπὸ τῆς
                        ἰκμάδος τῆς ἐν τῷ δενδρέῳ <lb/>ἐνεούσης, ἐν ᾧ ἔγκειται· ἔπειτα χρόνου
                        ἐγγενομένου ἀφίησι <lb/>ῥίζας ἐς τὴν γῆν διὰ τοῦ ἐν ᾧ ἐνετέθη, καὶ
                        ἐπαυρίσκεται ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς ἕλκον τὴν ἰκμάδα, καὶ τροφὴ αὐτῷ ἐκεῖθέν
                        ἐστιν· ὥστε μὴ θαυμάζειν <lb/>ἑτερόκαρπα εἶναι τὰ ἔνθετα τῶν δενδρέων, ζῇ
                        γὰρ ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς. Ταῦτά μοι εἴρηται περὶ τῶν δενδρέων καὶ τῶν καρπῶν διὰ
                        <lb/>τόδε, ὅτι οὐχ οἷόν τε ἦν μοι τὸν λόγον ἡμιτελέα καταλιπεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἀναβήσομαι δ’ αὖθις ὀπίσω οὗ εἵνεκά μοι λόγου τάδε ἀμφὶ <lb/>τῶνδε
                        εἴρηται. Φημὶ γὰρ τὰ ἐν τῇ γῇ φυόμενα πάντα ζῇν ἀπὸ τῆς <lb/>γῆς τῆς
                        ἰκμάδος, καὶ ὅκως ἂν ἡ γῆ ἔχῃ ἱκμάδος ἐν ἑωυτῇ, οὕτω <lb/>καὶ τὰ φυόμενα
                        ἔχειν· οὕτω καὶ τὸ παιδίον ζῇ ἀπὸ τῆς μητρὸς ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσι, καὶ ὅκως
                        ἂν ἡ μήτηρ ὑγιείης ἔχῃ, οὕτω καὶ τὸ παιδίον <lb/>ἔχει. Ἢν δέ τις βούληται
                        ἐννοεῖν τὰ ῥηθέντα ἀμφὶ τούτων ἐξ <lb/>ἀρχῆς ἐς τέλος, εὑρήσει τὴν φύσιν
                        πᾶσαν παραπλησίην ἐοῦσαν τῶν <lb/>τε ἐκ τῆς γῆς φυομένων καὶ τῶν ἐξ
                        ἀνθρώπων. Καὶ ταῦτά μοι ἐς <lb/>τοῦτο εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Τὸ δὲ παιδίον ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐὸν τὼ χέρε ἔχει πρὸς τῇσι <lb/>γένυσι καὶ
                        τὴν κεφαλὴν πλησίον τοῖν ποδοῖν· καὶ οὐκ ἔστιν ἀτρεκείη <lb/>κρῖναι, οὐδ’ ἂν
                        ἴδῃς ἐν τῇσι μήτρῃσι τὸ παιδίον, πότερον τὴν <pb n="530"/> κεφαλὴν ἄνω ἔχει
                        ἢ κάτω· ἐκ δὲ τοῦ ὀμφαλοῦ τεταμένοι εἰσὶν οἱ <lb/>ὑμένες, ἀντέχοντες αὐτό.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Νῦν δὲ ἐρῶ τὴν διάγνωσιν, ἣν ἔφην ἀποφανέειν ὀλίγῳ πρότερον, <lb/>ὡς
                        ἀνυστὸν ἀνθρωπίνῃ γνώμῃ ἐμφανέα ἐοῦσαν παντὶ τῷ θέλοντι <lb/>εἰδέναι τούτου
                        πέρι, ὅτι ἥ τε γονὴ ἐν ὑμένι ἐστὶ, καὶ κατὰ <lb/>μέσον αὐτῆς ὁ ὀμφαλός ἐστι,
                        κἀκείνη πρῶτον τὴν πνοὴν ἕλκει ἐς <lb/>ἑωυτὴν καὶ μεθίησιν ἔξω, καὶ ἐκ τοῦ
                        ὀμφαλοῦ ὑμένες εἰσί· καὶ τὴν <lb/>ἄλλην φύσιν τοῦ παιδίου, ἣν εἴρηκα, ὧδε
                        ἔχουσαν εὑρήσεις πᾶσαν <lb/>μέχρις ἐς τέλος, ὅκως μοι ἐν τοῖσι λόγοισιν
                        ἀποπέφανται, εἰ βούλεταί <lb/>τις τοῖσιν ἱστορίοισιν, ὁκόσοισι μέλλω λέγειν,
                        χρῆσθαι. Εἰ γάρ <lb/>τις ἐθέλει ὠὰ εἴκοσιν ἢ πλείονα, ὅκως ἐκλεπίσηται,
                        ὑποθεῖναι <lb/>ἀλεκτορίσιν εἴτε δυσὶν εἴτε πλείοσι, καὶ ἑκάστης ἡμέρης ἀπὸ
                        τῆς <lb/>δευτέρης ἀρξάμενος μέχρι τῆς ὑστάτης ᾗ ἐκλέψει τὸ ὠὸν, ὑφαιρέων,
                        <lb/>καταγνύων, σκοπῶν εὑρήσει ἔχοντα πάντα κατὰ τὸν ἐμὸν λόγον, ὡς <lb/>χρὴ
                        ὄρνιθος φύσιν ξυμβάλλειν ἀνθρώπου φύσει. Ὅτι γὰρ ὑμένες <lb/>εἰσὶν ἐκ τοῦ
                        ὀμφαλοῦ τεταμένοι, καὶ τἄλλα ὁκόσα εἴρηται περὶ <lb/>τοῦ παιδίου, οὕτως
                        ἔχοντα ἐν τῷ ὠῷ τῷ ὀρνιθείῳ εὑρήσεις ἐξ ἀρχῆς ἐς <lb/>τέλος· καίτοι ἤν τις
                        μηδέπω εἶδε, θαυμάσει ἐν ὀρνιθείῳ ὠῷ ἐνεόντα <lb/>ὀμφαλόν. Ἔχει δὲ ὧδε τάδε,
                        καὶ ταῦτα δέ μοι ὧδε εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὁκόταν δὲ τῇ γυναικὶ ὁ τόκος παραγένηται, ξυμβαίνει τότε <lb/>τῷ παιδίῳ
                        κινεομένῳ καὶ ἀσκαρίζοντι χερσί τε καὶ ποσὶ ῥῆξαί τινα <lb/>τῶν ὑμένων τῶν
                        ἔνδον· ῥαγέντος δὲ ἑνὸς, ἤδη καὶ οἱ ἄλλοι ἀκιδνοτέρην <lb/>δύναμιν ἔχουσι·
                        καὶ ῥήγνυνται πρῶτον μὲν οἱ κείνου ἐχόμενοι· <lb/>ἔπειτα ὁ ὕστατος. Ὁκόταν
                        δὲ ῥαγῶσιν οἱ ὑμένες, τότε λύεται <pb n="532"/> τοῦ δεσμοῦ τὸ ἔμβρυον, καὶ
                        χωρέει ἔξω κλονηθέν· οὐ γὰρ ἔτι ἔχει <lb/>σθένος τῶν ὑμένων προδόντων, καὶ
                        τούτων ἀπενεχθέντων οὐδὲ αἱ <lb/>μῆτραι δύνανται ἔτι τὸ παιδίον ἴσχειν·
                        προσλαμβάνονται γὰρ οἱ <lb/>ὑμένες καὶ τῶν μητρέων, ὁκόταν ἀμφὶ τὸ παιδίον
                        ἑλίσσωνται, οὐ <lb/>πολλῇ δυνάμει. Ὁκόταν δὲ χωρέῃ τὸ παιδίον, βιῆται καὶ
                        εὐρύνει <lb/>τὰς μήτρας ἐν τῇ διεξόδῳ, ἅτε ἁπαλὰς ἐούσας· χωρέει δὲ ἐπὶ
                        κεφαλὴν, <lb/>ἢν κατὰ φύσιν ἴῃ· βαρύτατα γάρ ἐστιν αὐτῷ τὰ ἄνω ἐκ τοῦ
                        <lb/>ὀμφαλοῦ σταθμεόμενα. Ἐν δὲ τῇσι μήτρῃσιν ἐὸν ἐγκρατὲς μᾶλλον
                        <lb/>γίνεται ἐς τῶν ὑμένων τὴν κατάῤῥηξιν ἅμα δεκάτῳ μηνὶ, ὅτε ὁ τόκος
                        <lb/>τῇ μητρὶ παραγίνεται. Ἢν δὲ βίαιον πάθημα πάθῃ τὸ παιδίον, <lb/>καὶ
                        πρόσθεν τοῦ ὡρισμένου χρόνου ῥαγέντων τῶν ὑμένων ἐξέρχεται· <lb/>καὶ ἢν ἡ
                        τροφὴ πρόσθεν λήξῃ ἀπὸ τῆς μητρὸς τῷ παιδίῳ, καὶ οὕτω <lb/>πρόσθεν ὁ τόκος
                        τῇ μητρὶ παραγίνεται, καὶ θᾶσσον δέκα μηνῶν <lb/>ἐξέρχεται. Ἀλλ’ ὅσαι δὴ
                        ἔδοξαν πλείονα χρόνον δέκα μηνῶν ἔχειν, <lb/>ἤδη γὰρ τοῦτο πολλάκις ἤκουσα,
                        κεῖναι διεβλήθησαν τρόπῳ τοιῷδε <lb/>ᾧ μέλλω ἐρέειν· ὁκόταν αἱ μῆτραι πνεῦμα
                        λάβωσιν ἐς σφᾶς αὐτὰς <lb/>ἀπὸ τῆς κοιλίης φῦσαν παρεχούσης καὶ ἐξαρθῶσι,
                        γίνεται γὰρ τοῦτο, <lb/>δοκέουσι δὴ αἱ γυναῖκες πρὸς σφέας ἔχειν τότε· καὶ
                        ἢν καταμήνια <lb/>μὴ χωρέοντα ξυστραφῇ ἐν τῇσι μήτρῃσι καὶ ἔῃ χρονιώτερα,
                        ἀεὶ <lb/>διαῤῥεῖ ἐς τὰς μήτρας, ἔστι μὲν ὅτε ξὺν τῷ ἀπὸ τῆς κοιλίης
                        πνεύματι, <lb/>ἔστι δ’ ὅτε καὶ θερμαινόμενα, καὶ δὴ καὶ τότε ἐν γαστρὶ
                        δοκέουσιν <pb n="534"/> ἔχειν αἱ γυναῖκες, ἅτε τῶν καταμηνίων μὴ χωρεόντων
                        καὶ <lb/>τῶν μητρέων ᾐρμένων· εἶτα ἔστιν ὅτε τὰ καταμήνια ἐῤῥάγη αὐτόματα,
                        <lb/>ἢ ἑτέρων ἐπικατελθόντων ἀπὸ τοῦ σώματος ἐς τὰς μήτρας <lb/>καὶ
                        κατενεγκάντων τὰ πρότερα, καὶ ἡ φῦσα ἐξῆλθε, καὶ πολλῇσιν <lb/>ἤδη εὐθὺς
                        μετὰ τὴν τῶν καταμηνίων κάθαρσιν αἱ μῆτραι ἔχανον <lb/>καὶ κατὰ τὸ αἰδοῖον
                        ἐστράφησαν, καὶ τηνικαῦτα μιχθεῖσαι ἀνδράσιν <lb/>ἔλαβον πρὸς σφᾶς τὸν γόνον
                        αὐθήμερον ἢ ἅμα ὀλίγῃσιν ἡμέρῃσιν. <lb/>Λογίζονται δὲ αἱ γυναῖκες αἱ ἄπειροι
                        τούτων τῶν λόγων καὶ τῶν <lb/>πρηγμάτων κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἐν γαστρὶ
                        ἔχειν, ὅτε τὰ καταμήνια <lb/>οὐκ ἐχώρεεν αὐτῇσι καὶ αἱ μῆτραι ᾐρμέναι
                        ἐτύγχανον. Ὅτι <lb/>δὲ οὐκ ἐστὶ χρονιώτερον δέκα μηνῶν ἐν γαστρὶ ἔχειν, ἐγὼ
                        φράσω· <lb/>ἡ τροφὴ καὶ ἡ αὔξησις ἡ ἀπὸ τῆς μητρὸς κατιοῦσα οὐκ ἔτι ἄρκεῦσα
                        <lb/>τῷ παιδίῳ ἐστὶν, ὁκόταν οἱ δέκα μῆνες παρέλθωσι καὶ τὸ ἔμβρυον
                        <lb/>αὐξηθῇ· ἕλκει γὰρ ἀπὸ τοῦ αἵματος ἐς ἑωυτὸ τὸ γλυκύτατον, <lb/>ἅμα δὲ
                        καὶ ἀπὸ τοῦ γάλακτος ἐπαυρίσκεται ὀλίγον· ὁκόταν δ’ αὐτῷ <lb/>σπανιώτερα
                        ταῦτα γίνηται καὶ ἁδρὸν ἔῃ τὸ παιδίον, ποθέον πλείονα <lb/>τῆς ὑπαρχούσης
                        τροφῆς, ἀσκαρίζει καὶ τοὺς ὑμένας ῥήγνυσι. Καὶ <lb/>μᾶλλον τοῦτο πάσχουσιν
                        αἱ τῶν γυναικῶν πρωτοτόκοι· ἐπιλείπει <lb/>γὰρ τοῖσι παιδίοισιν ἡ τροφὴ ἐς
                        τὸ ἀρκέσαι ἄχρι τῶν δέκα μηνῶν. <lb/>Ἐπιλείπει δὲ διὰ τρόπον τοιόνδε· εἰσὶ
                        τῶν γυναικῶν, αἳ μὲν ἀρκέοντα <lb/>τὰ καταμήνια ἀποκαθαίρονται, αἳ δὲ
                        ἐλάσσονα· τοῦτο δὲ ἢν <lb/>ἀεὶ γίνηται, ἐν φύσει καὶ ἐν γένει μητρῷόν σφίν
                        ἐστιν· αἱ δὲ τὰ καταμήνια <lb/>ὀλίγα μεθιεῖσαι, αὗται καὶ τοῖσι παιδίοισι
                        τοῦ χρόνου τὸ <lb/>ὕστατον, ὅταν ἤδη ἁδρὸν ἔῃ, τὴν τροφὴν σπανιωτέρην
                        παρέχουσαι, <pb n="536"/> ποιέουσιν ἀσκαρίζειν καὶ πρόσθεν τῶν δέκα μηνῶν
                        ἐξελθεῖν ἐπείγεσθαι· <lb/>ὀλίγον γὰρ ἀπ’ αὐτέων χωρέει τὸ αἷμα. Ὡς δὲ ἐπὶ τὸ
                        πλεῖστον <lb/>ξυμβαίνει καὶ ἀγαλάκτους μᾶλλον εἶναι ταύτας τὰς γυναῖκας,
                        <lb/>τὰς ὀλίγα τὰ καταμήνια μεθιείσας· ξηρότεραι γὰρ καὶ πυκνοσαρκότεραί
                        <lb/>εἰσιν. Τούτῳ δὲ τῷ λόγῳ ὅτι ἐπιλειπούσης τῆς τροφῆς, ἐξέρχεται <lb/>τὸ
                        ἔμβρυον, ἢν μή τι αὐτῷ βίαιον πάθημα προσπέσῃ, ἱστόριον <lb/>τόδε ἐστί. Τὸ
                        ὄρνεον γίνεται ἐκ τοῦ ὠοῦ τοῦ χλωροῦ τρόπῳ <lb/>τοιῷδε· ἐπικαθεζομένης τῆς
                        μητρὸς θερμαίνεται τὸ ὠόν· καὶ τὸ ἐν <lb/>τῷ ὠῷ ἐνεὸν ἀπὸ τῆς μητρὸς
                        κινέεται· θερμαινόμενον δὲ πνεῦμα <lb/>ἴσχει τὸ ἐν τῷ ὠῷ ἐνεὸν καὶ ἀντισπᾷ
                        ἕτερον ψυχρὸν ἀπὸ τοῦ ἠέρος <lb/>διὰ τοῦ ὠοῦ· τὸ γὰρ ὠὸν ἀραιόν ἐστιν οὕτως
                        ὡς πνοὴν ἑλκομένην <lb/>ἀρκέουσαν διιέναι τῷ ἔνδον ἐόντι. Καὶ αὔξεται τὸ
                        ὄρνεον ἐν τῷ ὠῷ, <lb/>καὶ διαρθροῦται τρόπῳ τῷ αὐτῷ τε καὶ παραπλησίῳ ὧπερ
                        καὶ τὸ <lb/>παιδίον, ὥς μοι ἤδη καὶ πρότερον εἴρηται. Γίνεται δὲ ἐκ τοῦ
                        χλωροῦ <lb/>τοῦ ὠοῦ, τροφὴ δὲ καὶ αὔξησίς ἐστιν ἀπὸ τοῦ λευκοῦ τοῦ ἐν τῷ
                        <lb/>ὠῷ ἐόντος· καὶ τοῦτ’ ἤδη πᾶσιν ἐμφανὲς ἐγένετο ὁκόσοι προσέσχον
                        <lb/>τὸν νόον· ὁκόταν ἐπιλείπῃ ἡ τροφὴ τῷ νεοσσῷ ἐκ τοῦ ὠοῦ, οὐκ ἔχον
                        <lb/>ἀρκέουσαν ἀφ’ ἧς ζήσεται, κινέεται ἰσχυρῶς ἐν τῷ ὠῷ, ζητέον τροφὴν
                        <lb/>πλείονα, καὶ οἱ ὑμένες περιῤῥήγνυνται, καὶ ὁκόταν ἡ ὄρνις <lb/>αἴσθηται
                        τὸν νεοσσὸν κινηθέντα ἰσχυρῶς, κολάψασα ἐξέλεψεν· καὶ <lb/>ταῦτα ξυμβαίνει
                        γίνεσθαι ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι. Καὶ ἐμφανές ἐστιν ὅτι <lb/>ὧδε ἔχει· ὁκόταν γὰρ
                        κολάψῃ τὸ ὄρνεον ἐπὶ τοῖσι λεπυρίοισι τοῦ ὠοῦ, <lb/>ὑγρὸν ἔνεστιν οὐδὲν ὅ τι
                        καὶ ἄξιον λόγου· ἐξανήλωται γὰρ ἐς τὸν <lb/>νεοσσόν. Οὕτω δὲ καὶ τὸ παιδίον,
                        ὁκόταν αὐξηθῇ, οὐκ ἔτι δύναται <lb/>ἡ μήτηρ τροφὴν παρέχειν ἀρκέουσαν·
                        ζητέον οὖν πλείω τροφὴν τῆς <lb/>παρεούσης τὸ ἔμβρυον ἀσκαρίζον ῥήγνυσι τοὺς
                        ὑμένας, καὶ λυθὲν τοῦ <lb/>δεσμοῦ χωρέει ὁμοῦ ἔξω· καὶ ταῦτα γίνεται ἐν δέκα
                        μησὶ τὸ μακρότατον. <pb n="538"/> Καὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ τοῖσι
                        κτήνεσι καὶ τοῖσι θηρίοισιν <lb/>ὁ τόκος παραγίνεται ἐν χρόνῳ ᾧ ἕκαστον
                        τίκτει οὐ μακρότερον· <lb/>ἑκάστῳ γὰρ τῶν ζώνων ἀνάγκη ἐστὶ χρόνον εἶναι, ἐν
                        ᾧ ἡ τροφὴ <lb/>σπανιωτέρη ἔσται τῷ ἐμβρύῳ καὶ ἐπιλείψει καὶ ὁ τόκος
                        παρέσται· <lb/>καὶ τὰ μὲν ἐλάσσω τροφὴν τοῖσιν ἐμβρύοισιν ἔχοντα θᾶσσον
                        τίκτει, <lb/>τὰ δὲ πλείω ὕστερον. Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι εἴρηται. Τὸ δὲ
                        <lb/>παιδίον, ὅταν περιῤῥαγῶσιν οἱ ὑμένες, ἢν μὲν δὴ ἐπικρατήσῃ ἡ ἐπὶ
                        <lb/>τὴν κεφαλὴν ῥοπὴ, ῥηϊδίως τίκτει ἡ γυνή· ἢν δὲ πλάγιον ἢ ἐπὶ πόδας
                        <lb/>χωρήσῃ, γίνεται γὰρ τοῦτο, ἢν οὕτως ἡ ῥοπὴ τύχῃ γενομένη ἢ <lb/>ὑπὸ
                        εὐρυχωρίης γε τῶν μητρέων, ἢ καὶ ἢν ἡ μήτηρ ἐν τῇ ὠδῖνι μὴ <lb/>ἡσυχάσῃ τὸ
                        πρῶτον, κἢν οὕτω χωρέῃ, χαλεπῶς τέξεται ἡ γυνή· <lb/>πολλαὶ δὲ ἤδη ἢ αὐταὶ
                        ὤλοντο, ἢ τὰ παιδία, ἢ ἅμα αἱ μητέρες καὶ <lb/>τὰ ἐν αὐτῇσιν. Ἐκ δὲ τῶν
                        τικτουσῶν μάλιστα πονέουσιν αἱ πρωτοτόκοι <lb/>διὰ τὴν ἀπειρίην τῶν πόνων,
                        καὶ πονέουσι μὲν πᾶν τὸ <lb/>σῶμα, μάλιστα δὲ τὴν ὀσφύν τε καὶ τὰ ἰσχία·
                        διίσταται γὰρ σφέων <lb/>τὰ ἰσχία· αἰ δὲ μᾶλλον ἔμπειροι τόκων ἧσσον
                        πονέουσι τῶν πρωτοτόκων, <lb/>αἱ δὲ πουλυτόκοι πάνυ ἧσσον πονέουσιν. Ἢν δὲ
                        ἐπὶ κεφαλὴν <lb/>ἴῃ τὸ ἔμβρυον, ἡ κεφαλὴ πρῶτον ἔξω χωρέει, ἔπειτα τἄλλα
                        μέλεα <lb/>ἑπόμενα, ὕστατος δὲ ὁ ὀμφαλός· ἐκ δὲ τοῦ ὀμφαλοῦ τὸ χορίον
                        τεταμένον <lb/>ἐστίν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὕδρωψ ἔρχεται αἱματώδης ἀπό τε τῆς
                        <lb/>κεφαλῆς καὶ τοῦ ἄλλου σώματος, ἀποκριθεὶς ὑπὸ βίης τε καὶ πόνου
                        <lb/>καὶ θέρμης, καὶ ὁδὸν ἀφηγήσατο τῇ τῶν λοχίων καθάρσει· μετὰ δὲ <lb/>τὴν
                        ἔξοδον τοῦ ἰχῶρος ἡ κάθαρσις γίνεται χρόνον τὸν πρόσθεν εἰρημένον. <lb/>Καὶ
                        οἵ τε μαζοὶ καὶ τἄλλα μέλεα ὁκόσα ὑγρότερά ἐστι, καταῤῥήγνυται <lb/>τῶν
                        γυναικῶν, ἥκιστα μὲν ἐν τῷ πρώτῳ τόκῳ, ἔπειτα <lb/>δὲ, ὡς ἂν πλειόνων
                        πειρένωνται τόκων, ἔτι μᾶλλον καταῤῥήγνυται <lb/>διακενουμένων τῶν φλεβῶν
                        ὑπὸ τῆς καθάρσιος τῶν λοχίων. Ταῦτα δέ <lb/>μοι ἐς τοῦτο εἴρηται. </p></div><pb n="540"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Δίδυμα δὲ γίνεται ἀφ’ ἑνὸς λαγνεύματος οὕτως· ἔχουσιν αἱ <lb/>μῆτραι
                        κόλπους συχνοὺς καὶ γαμψοὺς, τοὺς μὲν τηλοτέρω, τοὺς δὲ <lb/>πλησιαιτέρω τοῦ
                        αἰδοίου· καὶ τὰ πουλύγονα τῶν ζώων πλείους ἔχει <lb/>κόλπους τῶν ὀλίγα
                        κυεόντων· ὁμοίως δὲ καὶ τὰ πρόβατα, θηρία τε <lb/>καὶ ὄρνεα. Ὅταν δὲ ἡ γονὴ
                        τύχῃ σχισθεῖσα εἰς δύο κόλπους ἀφικομένη <lb/>καὶ αἱ μῆτραι δέξωνται τὴν
                        γονὴν, καὶ τοῖν κόλποιν μηδέτερος <lb/>ἐς τὸν ἕτερον χαλάσῃ, χωρισθεῖσα δὴ
                        ἐν ἑκατέρῳ κόλπῳ ὑμενοῦται <lb/>καὶ ζωοῦται τῷ αὐτῷ τρόπῳ ᾧπερ καὶ τὸ ἓν
                        εἴρηται. Ὅτι δὲ ἀφ’ <lb/>ἑνὸς λαγνεύματος δίδυμα γίνεται ἱστόριον τόδε ἐστὶ,
                        κύων καὶ ὗς καὶ <lb/>ἄλλα ζῶα ὅσα ἀφ’ ἑνὸς λαγνεύματος τίκτει καὶ δύο καὶ
                        πλείονα, <lb/>καὶ ἕκαστον τῶν ζώων ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐν κόλπῳ καὶ ὑμένι ἐστὶ,
                        <lb/>καὶ ταῦτα αὐτοὶ ὁρέομεν γινόμενα, καὶ ταῦτα τίκτει τῇ αὐτῇ ἡμέρῃ
                        <lb/>πάντα ὡς ἐπιτοπλεῖστον. Ὧδε δὲ καὶ τῇ γυναικὶ ἀπὸ μιῆς μίξιος
                        <lb/>γινόμενα τὰ παιδία ἑκάτερον ἐν κόλπῳ καὶ χορίῳ ἐστὶ, καὶ τίκτει <lb/>τῇ
                        αὐτῇ ἡμέρῃ ἀμφότερα, καὶ πρότερον θάτερον χωρέει ἔξω καὶ τὸ <lb/>χορίον
                        αὐτοῦ. Ὅτι δὲ θῆλυ καὶ ἄρσεν δίδυμα γίνεται, φημὶ ἐν τῇ <lb/>γυναικὶ καὶ ἐν
                        τῷ ἀνδρὶ καὶ ἐν παντὶ ζώῳ ἑκάστῳ γονῆς ἐνεῖναι καὶ <lb/>ἀσθενέστερον καὶ
                        ἰσχυρότερον· καὶ οὐκ ἐς ἅπαξ χωρέει ἡ γονὴ, ἀλλὰ <lb/>καὶ ἐς δὶς καὶ τρὶς
                        ἀποβράσσεται· καὶ οὐκ ἀνυστὸν ἀεὶ ὁμοίως εἶναι <lb/>πᾶν ἰσχυρὸν, τό τε
                        πρόσθεν ἐξιὸν καὶ τὸ ὕστερον. Ἐς ὁκότερον ἂν <lb/>οὖν τῶν κόλπων τύχῃ ἡ γονὴ
                        παχυτέρη καὶ ἰσχυροτέρη ἐσιοῦσα, <lb/>κεῖθι ἄρσεν γίνεται· ἐς ὁκότερον δ’ αὖ
                        ὑγροτέρη καὶ ἀσθενεστέρη, <lb/>κεῖθι θῆλυ γίνεται· ἢν δ’ ἐς ἄμφω ἰσχυρὴ
                        ἐσέλθῃ, ἄμφω ἄρσενα <pb n="542"/> γίνεται· ἢν δὲ ἀσθενὴς ἐς ἄμφω, ἄμφω θήλεα
                        γίνεται. Οὗτος ὁ λόγος <lb/>ὧδε εἰρημένος ἅπας τέλος ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>