<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024a.1st1K-grc1:1-11</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024a.1st1K-grc1:1-11</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg024a.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΓΟΝΗΣ.</head><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ.</head><head>ΠΕΡΙ ΝΟΥΣΩΝ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.</head><p>1. Νόμος μὲν πάντα κρατύνει· ἡ δὲ γονὴ τοῦ ἀνδρὸς ἔρχεται ἀπὸ <lb/>παντὸς τοῦ
                        ὑγροῦ τοῦ ἐν τῷ σώματι ἐόντος τὸ ἰσχυρότατον ἀποκριθέν· <lb/>τούτου δὲ
                        ἱστόριον τόδε, ὅτι ἀποκρίνεται τὸ ἰσχυρότατον, ὅτι <lb/>ἐπὴν λαγνεύσωμεν
                        σμικρὸν οὕτω μεθέντες, ἀσθενέες γινόμεθα. Ἔχει <lb/>δὲ οὕτω· φλέβες καὶ
                        νεῦρα ἀπὸ παντὸς τοῦ σώματος τείνουσιν ἐς τὸ <lb/>αἰδοῖον, οἷσιν
                        ὑποτριβομένοισι καὶ θερμαινομένοισι καὶ πληρευμένοισιν <lb/>ὥσπερ κνησμὸς
                        ἐμπίπτει καὶ τῷ σώματι παντὶ ἡδονὴ καὶ <lb/>θέρμη ἐκ τούτου παραγίνεται·
                        τριβομένου δὲ τοῦ αἰδοίου καὶ τοῦ ἀνθρώπου <lb/>κινευμένου, τὸ ὑγρὸν
                        θερμαίνεται ἐν τῷ σώματι καὶ διαχέεται <lb/>καὶ κλονέεται ὑπὸ τῆς κινήσιος
                        καὶ ἀφρέει, καθάπερ καὶ τἄλλα <lb/>ὑγρὰ ξύμπαντα κλονεύμενα ἀφρέει· οὕτω δὲ
                        κἀν τῷ ἀνθρώπῳ ἀποκρίνεται <lb/>ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ ἀφρέοντος τὸ ἰσχυρότατον καὶ
                        πιότατον, καὶ <lb/>ἔρχεται εἰς τὸν νωτιαῖον μυελόν· τείνουσι γὰρ ἐς τοῦτον
                        ἐκ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος, καὶ διαχέει ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου εἰς τὴν ὀσφὺν καὶ
                        ἐς πᾶν <lb/>τὸ σῶμα καὶ ἐς τὸν μυελὸν, καὶ ἐξ αὐτοῦ τείνουσιν ὁδοὶ, ὥστε καὶ
                        <lb/>ἐπιέναι τοῦ ὑγροῦ ἐς αὐτὸν καὶ ἀποχωρέειν. Ἐπὴν δὲ ἔλθῃ ἐς τοῦτον
                        <lb/>τὸν μυελὸν ἡ γονὴ, χωρέει παρὰ τοὺς νεφρούς· ταύτῃ γὰρ ἡ <lb/>ὁδός ἐστι
                        διὰ φλεβῶν, κἢν οἱ νεφροὶ ἑλκωθῶσιν, ἔστιν ὅτε καὶ αἷμα <lb/>ξυμφέρεται·
                        παρὰ δὲ τῶν νεφρῶν ἔρχεται διὰ τῶν ὀρχίων μεσάτων <lb/>ἐς τὸ αἰδοῖον· καὶ
                        χωρέει οὐχ ὅπη τὸ οὖρον, ἀλλά οἱ ἄλλη ὁδός ἐστιν <lb/>αὐτῆς ἐχομένη. Καὶ οἱ
                        ἐξονειρώσσοντες διὰ τάδε ἐξονειρώσσουσιν· <lb/>ἐπὴν τὸ ὑγρὸν ἐν τῷ σώματι
                        διακεχυμένον ἔῃ καὶ διάθερμον, εἴτε <lb/>ὑπὸ ταλαιπωρίης, εἴτε καὶ ὑπὸ ἄλλου
                        τινὸς, ἀφρέει· καὶ ἀποκρινο. <pb n="472"/> μένου ἀπ’ αὐτοῦ ὁρᾷν παρίσταται
                        οἷάπερ ἐν τῇ λαγνείῃ· ἔχει γὰρ <lb/>τὸ ὑγρὸν τοῦτο ὅπερ λαγνεύοντι· ἀλλ’ οὔ
                        μοι περὶ ὀνειρωσσόντων <lb/>καὶ παντὸς τοῦ νοσήματος τί ἐστὶ, καὶ ὁκόσα
                        ἐργάζεται, καὶ διότι <lb/>πρὸ λαγνείης. Καὶ ταῦτα μὲν ἐς τοῦτό μοι εἰρέαται.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Οἱ δὲ εὐνοῦχοι διὰ ταῦτα οὐ λαγνεύουσιν, ὅτι σφέων ἡ δίοδος
                        <lb/>ἀμαλδύνεται τῆς γονῆς· ἔστι γὰρ δι’ αὐτῶν τῶν ὀρχίων ἡ ὁδός· καὶ
                        <lb/>νεῦρα τείνει λεπτὰ καὶ πυκνὰ ἐς τὸ αἰδοῖον ἐκ τῶν ὀρχίων, οἶσιν
                        <lb/>ἀείρεται καὶ καθίεται, καὶ ταῦτα ἐν τῇ τομῇ ἀποτέμνεται, διὸ οὐχ
                        <lb/>ὑπάρχουσιν οἱ εὐνοῦχοι χρηστοί· τῶν δὲ τάδε ἐκτριβέντων ἡ ὁδὸς <lb/>τῆς
                        γονῆς ἐμπέφρακται· πωροῦνται γὰρ οἱ ὄρχιες· καὶ τὰ νεῦρα <lb/>σκληρὰ καὶ
                        μωρὰ γενόμενα ὑπὸ τοῦ πώρου οὐ δύναται τείνειν καὶ <lb/>χαλᾷν. Ὁκόσοι δὲ παρ
                        οὖς τετμημένοι εἰσὶν, οὗτοι λαγνεύουσι μὲν <lb/>καὶ ἀφιᾶσιν, ὀλίγον δὲ καὶ
                        ἀσθενὲς καὶ ἄγονον· χωρέει γὰρ τὸ <lb/>πλεῖστον τοῦ γόνου ἀπὸ τῆς κεφαλῆς
                        παρὰ τὰ οὔατα ἐς τὸν νωτιαῖον <lb/>μυελόν· αὕτη δὲ ἡ δίοδος ὑπὸ τῆς τομῆς
                        οὐλῆς γενομένης στερεὴ <lb/>γέγονεν. Τοῖσι δὲ παισὶ λεπτὰ τὰ φλέβια ἐόντα
                        καὶ πληρευμένα <lb/>κωλύει τὴν γονὴν ἰέναι, καὶ ὁ κνησμὸς οὐχ ὁμοίως
                        παραγίνεται· διὰ <lb/>ταῦτα οὐδὲ κλονέεται ἐν τῷ σώματι τὸ ὑγρὸν ἐς
                        ἀπόκρισιν τῆς γονῆς· <lb/>καὶ τῇσι παρθένοισι, μέχρις ἂν νέαι ἔωσιν, οὐ
                        χωρέει τὰ καταμήνια <lb/>δι’ αἴτιον τωὐτό. Ἐπὴν δὲ αὔξωνται καὶ παρθένος καὶ
                        παῖς, αἱ φλέβες <lb/>αἱ ἐς τὸ αἰδοῖον τείνουσαι τοῦ παιδὸς καὶ τῆς παρθένου
                        ἐπὶ τὰς <lb/>μήτρας εὔροαι γίνονται ὑπὸ τῆς αὔξης καὶ στομοῦνται, καὶ ὁδὸς
                        καὶ <pb n="474"/> δίοδος διὰ στενῶν γίνεται, καὶ τὸ ὑγρὸν κλόνησιν τότε
                        ἴσχει, εὐρυχωρίη <lb/>γάρ οἱ τότε γίνεται ἔνθα κλονήσεται· καὶ τῷ παιδὶ
                        χωρέει, <lb/>ἐπὴν ἁδρὸς ἔῃ, διὰ τόδε, καὶ τῇ παρθένῳ τὰ καταμήνια. Ταῦτα δέ
                        <lb/>μοι οὕτως ἀποπέφανται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τὴν δὲ γονήν φημι ἀποκρίνεσθαι ἀπὸ παντὸς τοῦ σώματος, <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν
                        στερεῶν καὶ ἀπὸ τῶν μαλθακῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ <lb/>παντὸς τοῦ ἐν τῷ
                        σώματι. Εἰσὶ δὲ τέσσαρες ἰδέαι τοῦ ὑγροῦ, αἷμα, <lb/>χολὴ, ὕδωρ καὶ φλέγμα.
                        Τοσαύτας γὰρ ἰδέας ἔχει ξυμφυέας ὁ ἄνθρωπος <lb/>ἐν ἑωυτῷ, καὶ ἀπὸ τουτέων
                        αἱ νοῦσοι γίνονται· δεδήλωται δέ <lb/>μοι καὶ περὶ τουτέων, καὶ διότι ἐκ
                        τουτέων αἱ νοῦσοι γίνονται ἢ <lb/>αἱ ἐκ νούσων διακρίσιες. Καὶ ταῦτα μὲν
                        εἰρέαταί μοι περὶ γονῆς, <lb/>ὁκόθεν γίνεται καὶ ὅκως καὶ διότι, καὶ οἷσιν
                        οὐ γίνεται ἡ γονὴ καὶ <lb/>διότι οὐ γίνεται, καὶ περὶ καταμηνίων παρθένων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τῇσι δὲ γυναιξί φημι ἐν τῇ μίξει τριβομένου τοῦ αἰδοίου καὶ <lb/>τῶν
                        μητρέων κινευμένων, ὥσπερ κνησμὸν ἐμπίπτειν ἐς αὐτὰς καὶ <lb/>τῷ ἄλλῳ σώματι
                        ἡδονὴν καὶ θέρμην παρέχειν. Μεθίει δὲ καὶ ἡ γυνὴ <lb/>ἀπὸ τοῦ σώματος ὁτὲ
                        μὲν ἐς τὰς μήτρας, αἱ δὲ μῆτραι ἰκμαλέαι <lb/>γίνονται, ὁτὲ δὲ καὶ ἔξω, ἢν
                        χάσκωσιν αἱ μῆτραι μᾶλλον τοῦ καιροῦ. <lb/>Καὶ ἥδεται, ἐπὴν ἄρξηται
                        μίσγεσθαι, διὰ παντὸς τοῦ χρόνου, μέχρις <lb/>ἂν αὐτὴν μεθιῇ ὁ ἀνήρ· κἢν μὲν
                        ὀργᾷ ἡ γυνὴ μίσγεσθαι, πρόσθεν <lb/>τοῦ ἀνδρὸς ἀφίει, καὶ τὸ λοιπὸν οὐκ ἔτι
                        ὁμοίως ἥδεται ἡ γυνή· <lb/>ἢν δὲ μὴ ὀργᾷ, συντελέει τῷ ἀνδρὶ ἡδομένη· καὶ
                        ἔχει οὕτως ὥσπερ <lb/>εἴ τις ἐπὶ ὕδωρ ζέον ἕτερον ψυχρὸν ἐπιχέει, παύεται τὸ
                        ὕδωρ ζέον <lb/>οὕτω, καὶ ἡ γονὴ πεσοῦσα τοῦ ἀνδρὸς ἐς τὰς μήτρας σβέννυσι
                        τὴν <lb/>θέρμην καὶ τὴν ἡδονὴν τῆς γυναικός. Ἐξαΐσσει δὲ ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ <pb n="476"/> θέρμη ἅμα τῇ γονῇ πιπτούσῃ ἐς τὰς μήτρας, ἔπειτα λήγει· ὥσπερ
                        <lb/>εἴ τις ἐπὶ φλόγα οἶνον ἐπιχέει, συμβαίνει πρῶτα μὲν ἐξαΐσσειν τὴν
                        <lb/>φλόγα καὶ αὔξεσθαι δι’ ὀλίγου πρὸς τὴν ἐπίχυσιν τοῦ οἴνου, ἔπειτα
                        <lb/>λήγειν, ὡσαύτως δὲ καὶ τῇ γυναικὶ ἡ θέρμη ἐξαΐσσει πρὸς τὴν γονὴν
                        <lb/>τοῦ ἀνδρὸς, ἔπειτα λήγει. Ἧσσον δὲ πολλῷ ἥδεται ἡ γυνὴ τοῦ ἀνδρὸς
                        <lb/>ἐν τῇ μίξει, πλείονα δὲ χρόνον ἢ ὁ ἀνήρ· διότι δὲ μᾶλλον ὁ <lb/>ἀνὴρ
                        ἥδεται, ἀποκρίνεται αὐτῷ ἐξαπίνης ἀπὸ τοῦ ὑγροῦ ἀπὸ ταραχῆς <lb/>ἰσχυροτέρης
                        ἢ τῇ γυναικί. Ἔχει δὲ καὶ τόδε οὕτω τῇσι γυναιξίν· <lb/>ἢν μὲν μίσγωνται
                        ἀνδράσι, μᾶλλον ὑγιαίνουσιν· ἢν δὲ μὴ, ἧσσον· <lb/>ἅμα μὲν γὰρ αἱ μῆτραι
                        ἰκμαλέαι γίνονται ἐν τῇ μίξει καὶ οὐ <lb/>ξηραὶ, ξηραὶ δὲ ἐοῦσαι μᾶλλον τοῦ
                        καιροῦ συστρέφονται ἰσχυρῶς, συστρεφόμεναι <lb/>δὲ ἰσχυρῶς πόνον τῷ σώματι
                        παρέχουσιν· ἅμα δὲ ἡ μίξις <lb/>τὸ αἷμα θερμαίνουσα καὶ ὑγραίνουσα ποιέει
                        ὁδὸν ῥηϊτέρην τοῖσι καταμηνίοισι· <lb/>τῶν δὲ καταμηνίων μὴ χωρεόντων τὰ
                        σώματα τῶν γυναικῶν <lb/>ἐπίνοσα γίνεται· διότι δὲ γίνεται ἐπίνοσα,
                        εἰρήσεταί μοι ἐν <lb/>τῇσι γυναικείῃσι νούσοισιν. Καὶ ταῦτα μέν μοι εἰρέαται
                        ἐς τοῦτο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἐπὴν δὲ μιχθῇ ἡ γυνὴ, ἢν μὲν μὴ μέλλῃ λήψεσθαι πρὸς ἑωυτὴν, <lb/>πρὸς τῷ
                        ἔθει χωρέει ἔξω ἡ γονὴ ἀπ’ ἀμφοτέρων, ὁκόταν ἡ γυνὴ <lb/>ἐθελήσῃ· ἢν δὲ
                        μέλλῃ λήψεσθαι, οὐ χωρέει ἔξω, ἀλλ’ ἐμμένει ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσιν ἡ γονή. Αἱ
                        γὰρ μῆτραι δεξάμεναι καὶ μύσασαι ἔχουσιν <lb/>ἐν ἑωυτῇσιν, ἅτε
                        εἰλυσπασθέντος τοῦ στόματος ὑπὸ τῆς ἰκμάδος, <lb/>καὶ μίσγεται ὁμοῦ τό τε
                        ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς ἐλθὸν καὶ τὸ ἀπὸ τῆς <lb/>γυναικός· καὶ ἢν ἡ γυνὴ τόκων
                        ἔμπειρος ἔῃ καὶ ἐννοήσῃ ὁκόταν <lb/>ἡ γονὴ μὴ ἐξέλθῃ, ἀλλ’ ἐμμείνῃ, εἰδήσει
                        ᾗ ἡμέρῃ ἔλαβεν πρὸς <lb/>ἑωυτήν. </p></div><pb n="478"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6.ἔχει δὲ οὕτω καὶ τόδε· ὁτὲ μὲν ἰσχυρότερόν ἐστι τὸ μεθιέμενον <lb/>ἀπὸ τῆς
                        γυναικὸς, ὁτὲ δὲ ἀσθενέστερον· καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ ἀνδρὸς <lb/>ὡσαύτως· καὶ ἔστι
                        καὶ ἐν τῷ ἀνδρὶ τὸ θῆλυ σπέρμα καὶ τὸ ἄρσεν, <lb/>καὶ ἐν τῇ γυναικὶ ὁμοίως·
                        ἰσχυρότερον δέ ἐστι τὸ ἄρσεν τοῦ <lb/>θήλεος· ἀνάγκη γὰρ ἀπὸ ἰσχυροτέρου
                        σπέρματος γίνεσθαι. Ἔχει δὲ <lb/>καὶ τόδε οὕτω· ἢν μὲν ἀπ’ ἀμφοτέρων τὸ
                        σπέρμα ἰσχυρότερον ἔλθῃ, <lb/>ἄρσεν γίνεται· ἢν δὲ ἀσθενὲς, θῆλυ· ὁκότερον
                        δ’ ἂν κρατήσῃ κατὰ <lb/>πλῆθος, ἐκεῖνο καὶ γίνεται· ἢν γὰρ πολλῷ πλέον τὸ
                        ἀσθενὲς σπέρμα <lb/>ᾖ τοῦ ἰσχυροτέρου, κρατέεται τὸ ἰσχυρὸν καὶ μιχθὲν τῷ
                        ἀσθενεῖ ἐς <lb/>θῆλυ περιηνέχθη· ἢν δὲ πλέον ἔῃ τὸ ἰσχυρὸν τοῦ ἀσθενέος,
                        κρατηθῇ <lb/>τε τὸ ἀσθενὲς, ἐς ἄρσεν περιηνέχθη. Ὥσπερ εἴ τις κηρὸν καὶ
                        στέαρ <lb/>μίξας ὁμοῦ, πλέον ποιήσας τὸ στέαρ, τήξειε πρὸς πυρὶ, μέχρι
                        <lb/>μὲν ὑγρὸν ἔῃ, οὐ διάδηλον γίνεται τὸ κρατέον· ἐπὴν δὲ παγῇ, τότ’
                        <lb/>ἐμφανὲς γίνεται, ὅτι κρατέει τὸ στέαρ τοῦ κηροῦ κατὰ πλῆθος· <lb/>οὕτως
                        ἔχει καὶ τοῦ ἄρσενος καὶ τοῦ θήλεος τῆς γονῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ξυμβάλλεσθαι δὲ παρέχει ὅτι καὶ ἐν τῇ γυναικὶ καὶ ἐν τῷ ἀνδρὶ <lb/>ἔστι
                        γόνος καὶ θήλεος καὶ ἄρσενος τοῖσιν ἐμφανέσι γινομένοισι· <lb/>πολλαὶ γὰρ
                        γυναῖκες ἤδη ἐθηλυτόκησαν παρ’ ἀνδράσιν ἰδίοις, παρὰ <lb/>δὲ ἑτέρους ἄνδρας
                        ἐλθοῦσαι ἐκουροτόκησαν· καὶ οἱ ἄνδρες οἱ αὐτοὶ <lb/>κεῖνοι παρ’ οἷσιν
                        ἐθηλυτόκεον αἱ γυναῖκες, ἑτέρων γυναικῶν ἐς μίξιν <lb/>ἀφικόμενοι, ἄρσενα
                        γόνον ἐποίησαν, καὶ οἷσιν ἄρσην γόνος ἐγίνετο, <lb/>ἐς ἑτέρας γυναῖκας
                        μιχθέντες θῆλυν γόνον ἐποίησαν. Οὗτος ὁ λόγος <lb/>ἐρέει καὶ τὸν ἄνδρα καὶ
                        τὴν γυναῖκα ἔχειν καὶ θῆλυν γόνον καὶ ἄρσενα· <lb/>παρὰ μὲν γὰρ τοῖσιν
                        ἐθηλυτόκεον, ἐκρατέετο τὸ ἰσχυρότερον, <lb/>πλέονος γενομένου τοῦ ἀσθενέος,
                        καὶ ἐγένετο θήλεα· παρὰ δὲ τοῖσιν <pb n="480"/> ἐκουροτόκεον, ἐκράτεε τὸ
                        ἰσχυρότερον, καὶ ἐγένετο ἄρσενα· χωρέει <lb/>δὲ οὐκ ἀεὶ τοῦτο ἀπὸ τοῦ αὐτέου
                        ἀνδρὸς ἰσχυρὸν, οὐδὲ ἀσθενὲς <lb/>ἀεὶ, ἀλλ’ ἄλλοτε ἀλλοῖον. Καὶ τῆς γυναικὸς
                        οὕτως ἔχει· ὡς μὴ θαυμάζειν <lb/>τὰς αὐτὰς γυναῖκας καὶ τοὺς αὐτοὺς ἄνδρας
                        γόνον καὶ ἄρσενα <lb/>καὶ θῆλυν ποιέειν. Ἔχει δὲ καὶ τοῖσι κτήνεσιν οὕτω τὰ
                        περὶ γονῆς <lb/>θήλεος καὶ ἄρσενος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Καὶ ἐν αὐτῇφι τῇ γονῇ ἐξέρχεται καὶ τῆς γυναικὸς καὶ τοῦ <lb/>ἀνδρὸς ἀπὸ
                        παντὸς τοῦ σώματος, καὶ ἀπὸ τῶν ἀσθενέων ἀσθενὴς καὶ <lb/>ἀπὸ τῶν ἰσχυρῶν
                        ἰσχυρή· καὶ τῷ τέκνῳ οὕτως ἐστὶν ἀνάγκη ἀποδίδοσθαι. <lb/>Καὶ ὁκόθεν ἂν τοῦ
                        σώματος τοῦ ἀνδρὸς πλέον ἔλθῃ ἐς τὴν <lb/>γονὴν ἢ τῆς γυναικὸς, κεῖνο
                        κάλλιον ἔοικε τῷ πατρί· ὁκόθεν ἂν δὲ <lb/>πλέον ἔλθῃ ἀπὸ τῆς γυναικὸς τοῦ
                        σώματος, κεῖνο κάλλιον ἔοικε τῇ <lb/>μητρί. Ἔστι δὲ οὐκ ἀνυστὸν πάντα τῇ
                        μητρὶ ἐοικέναι, τῷ δὲ πατρὶ <lb/>μηδὲν, ἢ τὸ ἐναντίον τούτου, οὐδὲ μηδετέρῳ
                        ἐοικέναι μηδέν· <lb/>ἀλλ’ ἀμφοτέροισιν ἀνάγκη τίς ἐστιν ἐοικέναι τινὶ, εἴπερ
                        ἄρα ἀπ’ <lb/>ἀμφοτέρων τῶν σωμάτων τὸ σπέρμα χωρέει ἐς τὸ τέκνον. Ὁκότερος
                        <lb/>δ’ ἂν πλέον ξυμβάληται ἐς τὸ ἐοικέναι καὶ ἀπὸ πλεόνων χωρίων τοῦ
                        <lb/>σώματος, κείνῳ τὰ πλείονα ἔοικε· καὶ ἔστιν ὅτε θυγάτηρ γενομένη <lb/>τὰ
                        πλείονα ἔοικε κάλλιον τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρὶ, καὶ κοῦρος γενόμενος <lb/>ἔστιν
                        ὅτε κάλλιον ἔοικε τῇ μητρὶ ἢ τῷ πατρί. Καὶ ταῦτά μοι καὶ <pb n="482"/>
                        τοσαῦτα ἐστὶν ἱστόρια τῷ προτέρῳ λόγῳ, ὅτι ἔνεστι καὶ ἐν τῇ γυναικὶ <lb/>καὶ
                        ἐν τῷ ἀνδρὶ καὶ κουρογονίη καὶ θηλυγονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Γίνεται δὲ καὶ τόδε· ἔστιν ὅτε τὰ τέκνα λεπτὰ καὶ ἀσθενέα γίνεται, <lb/>ἐκ
                        πατρὸς καὶ μητρὸς παχέων τε καὶ ἰσχυρῶν ἐόντων· κἢν <lb/>μὲν πολλῶν ἤδη
                        γενομένων τῶν παιδίων τοιοῦτον γένηται, δῆλον <lb/>ὅτι ἐν τῇσι μήτρῃσιν
                        ἐνόσησε τὸ ἔμβρυον, καὶ ἀπὸ τῆς μητρὸς, εἰ <lb/>τῆς αὔξης. αὐτοῦ ἔξω παρῄει,
                        τῶν μητρέων χανουσέων μᾶλλον, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο ἀσθενὲς ἐγένετο· νοσέει δὲ
                        τῶν ζώων ἕκαστον κατὰ τὴν <lb/>ἰσχὺν ἑωυτοῦ. Ἢν δὲ πάντα τὰ γενόμενα παιδία
                        ἀσθενέα ἔῃ, αἱ μῆτραι <lb/>αἴτιαί εἰσι, στενότεραι ἐοῦσαι τοῦ καιροῦ· ἢν γὰρ
                        μὴ ἔχῃ εὐρυχωρίην <lb/>ἔνθα τὸ ἔμβρυον θρέψεται, ἀνάγκη ἐστὶν αὐτὸ λεπτὸν
                        <lb/>γενέσθαι, ἅτε οὐκ ἔχον τῇ αὔξῃ τὴν αὐτὴν εὐρυχωρίῃν ἢν δὲ ἔχῃ.
                        <lb/>εὐρυχωρίην καὶ μὴ νοσήσῃ, ἐπιεικές ἐστι μεγάλων τοκέων μέγα <lb/>τέκνον
                        γενέσθαι. Ἔχει δὲ οὕτως, ὥσπερ εἴ τις σίκυον ἤδη ἀπηνθηκότα, <lb/>ἐόντα δὲ
                        νεογνὸν καὶ προσεόντα τῷ σικυηλάτῳ, θεὶς ἐς ἀρυστῆρα, <lb/>ἔσται τοῦ
                        ἀρυστῆρος τῷ κοίλῳ ἴσος καὶ ὅμοιος· ἢν δέ, τις ἐς <lb/>ἄγγος θῇ μέγα, ὅ τι
                        ἐπιεικές ἐστι σίκυον χαδέειν, ἀλλὰ μὴ πολλῷ <lb/>κάρτα μέζον τῆς φύσιος τοῦ
                        σικύου, ἴσος ἔσται ὁ σίκους τοῦ ἄγγεος <lb/>τῷ κοίλῳ καὶ ὅμοιος· ἐρίζει γὰρ
                        ἐν τῇ αὔξῃ τῷ κοίλῳ τοῦ ἄγγεος. <lb/>Σχεδὸν δὲ εἰπεῖν καὶ πάντα τὰ φυόμενα
                        οὕτως ἔχει, ὅκως. ἄν τις καταναγκάσῃ <lb/>αὐτά. Οὕτω δὴ καὶ τῷ παιδίῳ, ἢν
                        μὲν εὐρυχωρίη οἱ ἔῃ· <lb/>ἐν τῇ αὔξῃ, μέζον γίνεται· ἢν δὲ στενοχωρίη,
                        ἔλασσον. </p></div><pb n="484"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὸ δὲ πηρωθὲν ἐν τῇσι μήτρῃσι παιδίον φημὶ αὐτὸ ἢ φλασθὲν <lb/>πηρωθῆναι
                        τῆς μητρὸς πληγείσης κατὰ τὸ ἔμβρυον, ἢ πεσούσης, <lb/>ἢ ἄλλου τινὸς βιαίου
                        παθήματος προσγενομένου τῇ μητρί· ἢν <lb/>δὲ φλασθῇ, ταύτῃ πηροῦται τὸ
                        παιδίον· ἢν δὲ μᾶλλον φλασθῇ τὸ <lb/>ἔμβρυον, τοῦ ὑμένος ῥαγέντος τοῦ
                        περιέχοντος αὐτὸ, φθείρεται τὸ <lb/>ἔμβρυον· ἢ ἑτέρῳ τρόπῳ τοιῷδε πηροῦται
                        τὰ παιδία, ἐπὴν ἐν τῇσι <lb/>μήτρῃσι κατὰ τὸ χωρίον καθ’ ὅ τι καὶ ἐπηρώθη
                        στενὸν ἔῃ, ἀνάγκη <lb/>ἐν στενῷ κινευμένου τοῦ σώματος πηροῦσθαι κατ’ ἐκεῖνο
                        τὸ χωρίον· <lb/>ὥσπερ καὶ τῶν δένδρων ἅσσα ἐν τῇ γῇ ἐόντα μὴ ἔχει
                        εὐρυχωρίην. <lb/>ἀλλ’ ὑπὸ λίθου ἢ ὑπό τευ ἄλλου ἀποληφθῇ, ἀνατέλλον σκολιὸν
                        γίνεται, <lb/>ἢ τῇ μὲν παχὺ, τῇ δὲ λεπτόν· οὕτω δὴ ἔχει καὶ τὸ παιδίον, ἢν
                        ἐν <lb/>τῇσι μήτρῃσι κατά τι τοῦ σώματος στενότερον ἔῃ τὸ ἕτερον τοῦ
                        <lb/>ἑτέρου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὅτι δὲ, πεπηρωμένων ἀνθρώπων, ὑγιέα γίνονται τὰ παιδία, <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ
                        πλεῖστον συμβαίνει· ἔχει γὰρ τὸν ἀριθμὸν πάντα τὸ <lb/>πεπηρωμένον τῷ ὑγιεῖ·
                        ἐπὴν δέ τί οἱ νόσημα προσπέσῃ καὶ τοῦ <lb/>ὑγροῦ αὐτοῦ, ἀφ’ οὗ τὸ σπέρμα
                        γίνεται, τέσσαρες ἰδέαι ἐοῦσαι. <lb/>ὁκόσαι ἐν φύσει ὑπῆρξαν, τὴν γονὴν οὐχ
                        ὅλην παρέχουσιν, ἀσθενέστερον <lb/>δὲ τὸ κατὰ τὸ πεπηρωμένον, οὐ θαῦμα δέ
                        μοι δοκέει εἶναι καὶ <lb/>πηρωθῆναι, καθάπερ ὁ τοκεύς. Ταῦτα δέ μοι ἐς τοῦτο
                        εἰρέαται· ἀναβήσομαι <lb/>δ’ αὖθις ὀπίσω ἐς τὸν λόγον ὃν ἔλεγον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>