<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg021.1st1K-grc1:1-15</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg021.1st1K-grc1:1-15</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg021.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΩΝ.</head><p>1. Εἰσί τινες τῶν τεχνέων, αἳ τοῖσι μὲν κεκτημένοισίν εἰσιν <lb/>ἐπίπονοι,
                        τοῖσι δὲ χρεομένοισιν ὀνηισταὶ, καὶ τοῖσι μὲν ἰδιώτῃσι <lb/>ξυνὸν ἀγαθὸν,
                        τοῖσι δὲ μεταχειριζομένοισι σφᾶς λυπηραί. Τῶν δὴ <lb/>τοιουτέων ἐστὶ
                        τεχνέων, καὶ ἣν οἱ Ἕλληνες καλέουσιν ἰητρικήν· ὁ μὲν <lb/>γὰρ ἰητρὸς ὁρῇ τε
                        δεινὰ, θιγγάνει τε ἀηδέων, ἐπ’ ἀλλοτρίῃσί τε <lb/>ξυμφορῇσιν ἰδίας καρποῦται
                        λύπας· οἱ δὲ νοσέοντες ἀπαλλάσσονται <lb/>τῶν μεγίστων κακῶν διὰ τὴν τέχνην,
                        νούσων, πόνων, λύπης, θανάτου· <lb/>πᾶσι γὰρ τουτέοισιν ἄντικρυς ἰητρικὴ
                        εὑρίσκεται ἀκεστορίς. <lb/>Ταύτης δὲ τῆς τέχνης τὰ μὲν φλαῦρα χαλεπὸν
                        γνῶναι, τὰ δὲ σπουδαῖα <lb/>ῥηΐδιον· καὶ τὰ μὲν φλαῦρα τοῖσιν ἰητροῖσι
                        μούνοισίν ἐστιν <lb/>εἰδέναι, καὶ οὐ τοῖσιν ἰδιώτῃσιν· οὐ γὰρ σώματος, ἀλλὰ
                        γνώμης <lb/>ἐστὶν ἔργα. Ὅσα μὲν γὰρ χειρουργῆσαι δεῖ, χρὴ ξυνεθισθῆναι· τὸ
                        <lb/>γὰρ ἔθος τῇσι χερσὶ κάλλιστον διδασκάλιον γίνεται· περὶ δὲ τῶν
                        <lb/>ἀφανεστάτων καὶ χαλεπωτάτων νουσημάτων δόξῃ μᾶλλον ἢ τέχνῃ
                        <lb/>κρίνεται· διαφέρει δὲ ἐν αὐτέοισι πλεῖστον ἡ πείρη τῆς ἀπειρίης. <pb n="92"/> Ἓν δὲ δή τι τῶν τοιουτέων ἐστὶ τόδε, τί ποτε τὸ αἴτιόν ἐστι τῶν
                        <lb/>νούσων, καὶ τίς ἀρχὴ καὶ πηγὴ γίνεται τῶν ἐν τῷ σώματι κακῶν; <lb/>εἰ
                        γάρ τις εἰδείη τὴν αἰτίην τοῦ νοσήματος, οἷός τ’ ἂν εἴη προσφέρειν <lb/>τὰ
                        ξυμφέροντα τῷ σώματι, ἐκ τῶν ἐναντίων ἐπιστάμενος τὰ <lb/>βοηθήματα. Αὕτη
                        γὰρ ἡ ἰητρικὴ μάλιστα κατὰ φύσιν ἐστίν· αὐτίκα <lb/>γὰρ λιμὸς νοῦσός ἐστιν·
                        ὅ τι γὰρ ἂν λυπέῃ τὸν ἄνθρωπον, τοῦτο <lb/>καλέεται νοῦσος· τί οὖν λιμοῦ
                        φάρμακον; ὃ παύει λιμόν· τοῦτο <lb/>δ’ ἐστὶ βρῶσις· τούτῳ ἄρα ἐκεῖνο ἰητέον.
                        Αὖθις αὖ δίψαν ἔπαυσε <lb/>πόσις· πάλιν αὖ πλησμονὴν ἰῆται κένωσις· κένωσιν
                        δὲ πλησμονή· <lb/>πόνον δὲ ἀπονίη· ἀπονίην δὲ πόνος. Ἑνὶ δὲ συντόμῳ λόγῳ, τὰ
                        ἐναντία <lb/>τῶν ἐναντίων ἐστὶν ἰήματα· ἰητρικὴ γάρ ἐστι πρόσθεσις καὶ
                        <lb/>ἀφαίρεσις, ἀφαίρεσις μὲν τῶν ὑπερβαλλόντων, πρόσθεσις δὲ τῶν
                        ἐλλειπόντων· <lb/>ὁ δὲ τοῦτ’ ἄριστα ποιέων ἄριστος ἰητρός· ὁ δὲ τουτέου
                        <lb/>πλεῖστον ἀπηλλαγμένος πλεῖστον ἀπήλλακται καὶ τῆς τέχνης. Τὰ <lb/>μὲν
                        οὖν ἐν παρέργῳ τοῦ λόγου τοῦ μέλλοντος εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τῶν δὲ δὴ νούσων ἁπασέων ὁ μὲν τρόπος ὁ αὐτὸς, ὁ δὲ τόπος <lb/>διαφέρει·
                        δοκέει μὲν οὖν τὰ νουσήματα οὐδὲν ἀλλήλοισιν ἐοικέναι <lb/>διὰ τὴν
                        ἀλλοιότητα καὶ ἀνομοιότητα τῶν τόπων. Ἔστι δὲ μία ἁπασέων <lb/>νούσων καὶ
                        ἰδέη καὶ αἰτίη ἡ αὐτή· ταύτην δὲ, ἥ τις ἐστὶ, διὰ <lb/>τοῦ μέλλοντος λόγου
                        φράσαι πειρήσομαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τὰ γὰρ σώματα τῶν τε ἀνθρώπων καὶ τῶν ἄλλων ζώων ὑπὸ <lb/>τρισσέων τροφῶν
                        τρέφεται· ἔστι δὲ τῇσι τροφῇσι ταύτῃσι ταῦτα τὰ <pb n="94"/> οὐνόματα, σῖτα,
                        ποτὰ, πνεύματα. Πνεύματα δὲ τὰ μὲν ἐν τοῖσι <lb/>σώμασι φῦσαι καλέονται, τὰ
                        δὲ ἔξω τῶν σωμάτων ἀήρ. Οὗτος δὲ <lb/>μέγιστος ἐν τοῖσι πᾶσι τῶν πάντων
                        δυνάστης ἐστίν· ἄξιον δὲ αὐτοῦ <lb/>θεήσασθαι τὴν δύναμιν. Ἄνεμος γάρ ἐστιν
                        ἠέρος ῥεῦμα καὶ χεῦμα· <lb/>ὅταν οὖν πολὺς ἀὴρ ἰσχυρὸν τὸ ῥεῦμα ποιήσῃ, τά
                        τε δένδρεα ἀνασπαστὰ <lb/>πρόῤῥιζα γίνεται διὰ τὴν βίην τοῦ πνεύματος, τό τε
                        πέλαγος <lb/>κυμαίνεται, ὁλκάδες τε ἄπειροι τῷ μεγέθει ἐς ὕψος
                        διαῤῥιπτεῦνται. <lb/>Τοιαύτην μὲν οὖν ἐν τουτέοισιν ἔχει δύναμιν· ἀλλὰ μήν
                        ἐστί γε τῇ <lb/>μὲν ὄψει ἀφανὴς, τῷ δὲ λογισμῷ φανερός· τί γὰρ ἄνευ τουτέου
                        γένοιτο <lb/>ἄν; ἢ τίνος οὗτος ἄπεστιν; ἢ τίνι οὐ ξυμπάρεστιν; ἅπαν γὰρ
                        <lb/>τὸ μεταξὺ γῆς τε καὶ οὐρανοῦ πνεύματος ἔμπλεον ἐστιν. Τοῦτο καὶ
                        <lb/>χειμῶνος καὶ θέρεος αἴτιον, ἐν μὲν τῷ χειμῶνι πυκνὸν καὶ ψυχρὸν
                        <lb/>γινόμενον, ἐν δὲ τῷ θέρει πρηῢ καὶ γαληνόν. Ἀλλὰ μὴν ἡλίου τε καὶ
                        <lb/>σελήνης καὶ ἄστρων ὁδὸς διὰ τοῦ πνεύματός ἐστιν· τῷ γὰρ πυρὶ τὸ
                        <lb/>πνεῦμα τροφή· τοῦ δὲ πνεύματος τὸ πῦρ στερηθὲν οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>ζῇν·
                        ὥστε καὶ τὸν τοῦ ἡλίου δρόμον ἀένναον ὁ ἀὴρ ἀένναος καὶ λεπτὸς <lb/>ἐὼν
                        παρέχεται. Ἀλλὰ μὴν ὅτι καὶ τὸ πέλαγος μετέχει πνεύματος, <lb/>φανερόν· οὐ
                        γὰρ ἄν ποτε τὰ πλωτὰ ζῶα ζῇν ἠδύνατο, μὴ <lb/>μετέχοντα πνεύματος· μετέχοιεν
                        δὲ πῶς ἂν ἄλλως, ἀλλ’ ἢ διὰ <lb/>τοῦ ὕδατος, κἀκ τοῦ ὕδατος ἕλκοντα τὸν
                        ἠέρα; καὶ μὴν ἥ τε γῆ <lb/>τουτέου βάθρον, οὗτός τε τῆς γῆς ὄχημα, κενεόν τε
                        οὐδέν ἐστιν <lb/>τούτου. </p></div><pb n="96"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Διότι μὲν οὖν ἐν τοῖσιν ἄλλοισιν ὁ ἀὴρ ἔῤῥωται, εἴρηται· τοῖσι <lb/>δ’ αὖ
                        θνητοῖσιν οὗτος αἴτιος τοῦ τε βίου, καὶ τῶν νούσων τοῖσι νοσέουσι·
                        <lb/>τοσαύτη δὲ τυγχάνει πᾶσιν ἡ χρείη τοῖσι σώμασι τοῦ πνεύματος
                        <lb/>ἐοῦσα, ὥστε τῶν μὲν ἄλλων ἁπάντων ἀποσχόμενος ὥνθρωπος <lb/>καὶ σιτίων
                        καὶ ποτῶν δύναιτ’ ἂν ἡμέρας δύο καὶ τρεῖς καὶ πλέονας <lb/>διάγειν· εἰ δέ
                        τις ἀπολάβοι τὰς τοῦ πνεύματος ἐς τὸ σῶμα διεξόδους, <lb/>ἐν βραχεῖ μέρει
                        ἡμέρης ἀπόλοιτο ἂν, ὡς μεγίστης τῆς χρείης <lb/>ἐούσης τῷ σώματι τοῦ
                        πνεύματος. Ἔτι τοίνυν τὰ μὲν ἄλλα πάντα <lb/>διαλείπουσιν οἱ ἄνθρωποι
                        πρήσσοντες, ὁ γὰρ βίος μεταβολέων πλέως <lb/>ἐστί· τοῦτο δὲ μοῦνον ἀεὶ
                        διατελέουσιν ἅπαντα τὰ θνητὰ ζῶα πρήσσοντα, <lb/>τοτὲ μὲν ἐμπνέοντα, τοτὲ δὲ
                        ἐκπνέοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὅτι μὲν οὖν μεγάλη κοινωνίη ἅπασι τοῖσι ζώοισι τοῦ ἠέρος <lb/>ἐστὶν,
                        εἴρηται· μετὰ τοῦτο τοίνυν εὐθέως ῥητέον, ὅτι οὐκ ἄλλοθέν <lb/>ποθεν εἰκός
                        ἐστι γίνεσθαι τὰς ἀῤῥωστίας μάλιστα, ἢ ἐντεῦθεν, ὅταν <lb/>τοῦτο ἢ πλέον, ἢ
                        ἔλασσον, ἢ καὶ ἀθροώτερον, ἢ μεμιασμένον <lb/>νοσεροῖσι μιάσμασιν, ἐς τὸ
                        σῶμα ἐσέλθῃ. Περὶ μὲν οὖν ὅλου τοῦ <lb/>πρήγματος ἀρκέει μοι ταῦτα· μετὰ δὲ
                        ταῦτα πρὸς αὐτὰ τὰ ἔργα <lb/>τῷ λόγῳ πορευθεὶς, ἐπιδείξω τὰ νοσήματα τούτου
                        ἀπόγονά τε καὶ <lb/>ἔκγονα πάντα ἐόντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Πρῶτον δὲ ἀπὸ τοῦ κοινοτάτου νοσήματος ἄρξομαι, πυρετοῦ· <lb/>τοῦτο γὰρ τὸ
                        νόσημα πᾶσιν ἐφεδρεύει τοῖσιν ἄλλοισιν νουσήμασι, <lb/>μάλιστα δὲ φλεγμονῇ·
                        δηλοῖ δὲ τὰ γινόμενα προσκόμματα· ἅμα <lb/>γὰρ τῇ φλεγμονῇ εὐθὺς βουβὼν καὶ
                        πυρετὸς ἕπεται. Ἔστι δὲ δισσὰ <lb/>εἴδεα πυρετῶν, ὡς ταύτῃ διελθεῖν· ὁ μὲν
                        κοινὸς ἅπασι καλεόμενος <pb n="98"/> λοιμός· ὁ δὲ διὰ πονηρὴν δίαιταν ἰδίῃ
                        τοῖσι πονηρῶς διαιτεομένοισι <lb/>γινόμενος· ἀμφοτέρων δὲ τουτέων αἴτιος ὁ
                        ἀήρ. Ὁ μὲν οὖν κοινὸς <lb/>πυρετὸς διὰ τοῦτο τοιοῦτός ἐστιν, ὅτι πνεῦμα
                        τωὐτὸ πάντες ἕλκουσιν· <lb/>ὁμοίου δὲ ὁμοίως τοῦ πνεύματος τῷ σώματι
                        μιχθέντος, ὅμοιοι καὶ <lb/>οἱ πυρετοὶ γίνονται. Ἀλλ’ ἴσως φήσει τις· διὰ τί
                        οὖν οὐχ ἅπασι <lb/>τοῖσι ζώοισι, ἀλλ’ ἔθνει τινὶ αὐτέων ἐπιπίπτουσιν αἱ
                        τοιαῦται νοῦσοι; <lb/>Διότι, φαίην ἂν, διαφέρει σῶμα σώματος, καὶ φύσις
                        φύσιος, <lb/>καὶ τροφὴ τροφῆς· οὐ γὰρ πᾶσι τοῖσιν ἔθνεσι τῶν ζώων ταὐτὰ οὔτ’
                        <lb/>ἀνάρμοστα οὔτ’ εὐάρμοστά ἐστιν, ἀλλ’ ἕτερα ἑτέροισι ξύμφορα, <lb/>καὶ
                        ἕτερα ἑτέροισιν ἀξύμφορα. Ὁκόταν μὲν οὖν ὁ ἀὴρ τοιουτέοισι <lb/>χρωσθῇ
                        μιάσμασιν, ἃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει πολέμιά ἐστιν, ἄνθρωποι <lb/>τότε νοσέουσιν·
                        ὅταν δὲ ἑτέρῳ τινὶ ἔθνει ζώων ἀνάρμοστος ὁ ἠὴρ <lb/>γένηται, κεῖνα τότε
                        νοσέουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Αἳ μὲν οὖν δημόσιαί εἰσι τῶν νούσων, εἴρηται, καὶ ὅτε καὶ <lb/>ὅκως, καὶ
                        οἷσι, καὶ ἀπὸ τεῦ γίνονται· τὸν δὲ διὰ πονηρὴν δίαιταν <lb/>γινόμενον
                        πυρετὸν διέξειμί σοι. Πονηρὴ δέ ἐστιν ἡ τοιήδε δίαιτα, <lb/>τοῦτο μὲν ὅταν
                        τις πλέονας τροφὰς ἢ ὑγρὰς ἢ ξηρὰς διδῷ τῷ σώματι <lb/>ἢ τὸ σῶμα δύναται
                        φέρειν, καὶ πόνον μηδένα τῷ πλήθει τῶν <lb/>τροφῶν ἀντιτιθῇ, τοῦτο δὲ ὅταν
                        ποικίλας καὶ ἀνομοίους ἀλλήλῃσιν <lb/>ἐσπέμπῃ τροφάς· τὰ γὰρ ἀνόμοια
                        στασιάζει, καὶ τὰ μὲν θᾶσσον, τὰ <lb/>δὲ σχολαίτερον πέσσεται. Μετὰ δὲ
                        πολλῶν σιτίων ἀνάγκη καὶ πολλὸν <pb n="100"/> πνεῦμα ἐσιέναι· μετὰ πάντων
                        γὰρ τῶν ἐσθιομένων καὶ πινομένων <lb/>ἀπέρχεται πνεῦμα ἐς τὸ σῶμα, ἢ πλέον,
                        ἢ ἔλασσον. Φανερὸν δὲ <lb/>τοῦτο τῷδέ ἐστιν· ἐρυγαὶ γὰρ γίνονται μετὰ τὰ
                        σιτία καὶ τὰ ποτὰ <lb/>τοῖσι πλείστοισιν· ἀνατρέχει γὰρ ὁ κατακλεισθεὶς ἀὴρ,
                        ὁκόταν ἀναῤῥήξῃ <lb/>τὰς πομφόλυγας, ἐν ᾗσι κρύπτεται. Ὅταν οὖν τὸ σῶμα
                        σιτίων <lb/>πλησθῇ, καὶ πνεύματος πλησμονὴ ἐπὶ πλέον γίνεται, τῶν σιτίων
                        <lb/>χρονιζομένων· χρονίζεται δὲ τὰ σιτία, διὰ τὸ πλῆθος οὐ δυνάμενα
                        <lb/>διελθεῖν· ἐμφραχθείσης δὲ τῆς κάτω κοιλίης, ἐς ὅλον τὸ σῶμα διέδραμον
                        <lb/>αἱ φῦσαι· προσπεσοῦσαι δὲ πρὸς τὰ ἐναιμότατα τοῦ σώματος <lb/>ἔψυξαν·
                        τουτέων δὲ τῶν τόπων ψυχθέντων, ὅκου αἱ πηγαὶ καὶ αἱ ῥίζαι <lb/>τοῦ αἵματός
                        εἰσι, διὰ παντὸς τοῦ σώματος ἡ φρίκη διῆλθεν· ἅπαντος <lb/>δὲ τοῦ αἵματος
                        ψυχθέντος, ἅπαν τὸ σῶμα φρίσσει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Διὰ τοῦτο μὲν οὖν πρῶτον αἱ φρῖκαι γίνονται πρὸ τῶν πυρετῶν· <lb/>ὅκως δ’
                        ἂν ὁρμήσωσιν αἱ φῦσαι πλήθει καὶ ψυχρότητι, τοιοῦτον <lb/>γίνεται καὶ τὸ
                        ῥῖγος, ἀπὸ μὲν πλεόνων καὶ ψυχροτέρων ἰσχυρότερον, <lb/>ἀπὸ δὲ ἐλασσόνων καὶ
                        ἧσσόν τι ψυχρῶν ἀνισχυρότερον. Ἐν <lb/>δὲ τῇσι φρίκῃσι καὶ οἱ τρόμοι τοῦ
                        σώματος κατὰ τόνδε γίνονται τὸν <lb/>τρόπον· τὸ αἷμα φοβεόμενον τὴν παροῦσαν
                        φρίκην ξυντρέχει καὶ <lb/>διαΐσσει διὰ παντὸς τοῦ σώματος ἐς τὰ θερμότατα.
                        Αὗται μὲν οὖν αἱ <lb/>ἄλαι· καθαλλομένου δὲ τοῦ αἵματος ἐκ τῶν ἀκρωτηρίων
                        τοῦ σώματος, <lb/>τὰ σπλάγχνα τρομέουσι καὶ αἱ σάρκες· τὰ μὲν γὰρ τοῦ
                        σώματος <lb/>γίνεται πολύαιμα, τὰ δὲ ἄναιμα· τὰ μὲν οὖν ἄναιμα διὰ τὴν ψύξιν
                            <pb n="102"/> οὐκ ἀτρεμέουσιν, ἀλλὰ πάλλονται, τὸ γὰρ θερμὸν ἐξ αὐτέων
                        ἐκλέλοιπεν· <lb/>τὰ δὲ πολύαιμα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ αἵματος τρέμουσι, καὶ
                        <lb/>φλεγμονὰς ἐμποιέει, οὐ γὰρ δύναται πολλὸν γινόμενον ἀτρεμίζειν.
                        <lb/>Χασμῶνται δὲ πρὸ τῶν πυρετῶν, ὅτε πολὺς ἀὴρ ἀθροισθεὶς, ἀθρόον <lb/>ἄνω
                        διεξιὼν, ἐξεμόχλευσε καὶ διέστησε τὸ στόμα· ταύτῃ γὰρ εὐδιέξοδός <lb/>ἐστιν·
                        ὡς γὰρ ἀπὸ τῶν λεβήτων ἀτμὸς ἀνέρχεται πολὺς ἑψομένου <lb/>τοῦ ὕδατος, οὕτω
                        καὶ τοῦ σώματος θερμαινομένου δίεισι διὰ <lb/>τοῦ στόματος ὁ ἀὴρ
                        ξυνεστραμμένος καὶ βίῃ φερόμενος. Τά τε ἄρθρα <lb/>διαλύεται πρὸ τῶν
                        πυρετῶν· χλιαινόμενα γὰρ τὰ νεῦρα διίσταται. <lb/>Ὁκόταν δὲ ξυναλισθῇ
                        ἀθροισθὲν τὸ πλεῖστον τοῦ αἵματος, ἀναθερμαίνεται <lb/>πάλιν ὁ ἀὴρ ὁ ψύξας
                        τὸ αἷμα, κρατηθεὶς ὑπὸ τῆς θερμότητος· <lb/>διάπυρος δὲ καὶ μύδρος γενόμενος
                        ὅλῳ τῷ σώματι τὴν θερμασίην <lb/>ἐνειργάσατο. Συνεργὸν δὲ αὐτῷ τὸ αἷμά ἐστι,
                        τήκεται γὰρ <lb/>πυρούμενον, καὶ γίνεται πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ· τοῦ δὲ πνεύματος
                        προσπίπτοντος <lb/>πρὸς τοὺς πόρους τοῦ σώματος, οἱ ἱδρῶτες γίνονται· τὸ
                        <lb/>γὰρ πνεῦμα ξυνιστάμενον ἐς ὕδωρ χεῖται, καὶ διὰ τῶν πόρων διεξελθὸν
                        <lb/>ἔξω περαιοῦται τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅνπερ ἀπὸ τῶν ἑψομένων ὑδάτων <lb/>ὁ
                        ἀτμὸς ἐπανιὼν, ἢν ἔχῃ στερέωμα πρὸς ὅ τι χρὴ προσπίπτειν, <lb/>παχύνεται καὶ
                        πυκνοῦται, καὶ σταγόνες ἀποπίπτουσιν ἀπὸ τῶν πωμάτων, <lb/>οἷσιν ἂν ὁ ἀτμὸς
                        προσπίπτῃ. Πόνοι δὲ τῆς κεφαλῆς ἅμα τῷ <lb/>πυρετῷ γίνονται διὰ τόδε·
                        στενοχωρίη τῇσι διεξόδοισιν ἐν τῇ κεφαλῇ <lb/>τοῦ αἵματος γίνεται· πέπληνται
                        γὰρ αἱ φλέβες ἠέρος, πλησθεῖσαι δὲ <lb/>καὶ πρησθεῖσαι, τὸν πόνον
                        ἐμποιέουσιν ἐν τῇ κεφαλῇ· βίῃ γὰρ τὸ <pb n="104"/> αἷμα βιαζόμενον διὰ
                        στενῆς ὁδοῦ θερμὸν ἐὸν οὐ δύναται περαιοῦσθαι <lb/>ταχέως, πολλὰ γὰρ ἐμποδών
                        ἐστιν αὐτῷ κωλύματα καὶ ἐμφράγματα· <lb/>διὸ δὴ καὶ οἱ σφυγμοὶ γίνονται ἀμφὶ
                        τοὺς κροτάφους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Οἱ μὲν οὖν πυρετοὶ διὰ τοῦτο γίνονται καὶ τὰ μετὰ τῶν πυρετῶν
                        <lb/>ἀλγήματα καὶ νοσήματα· τῶν δὲ ἄλλων ἀῤῥωστημάτων, ὁκόσοι <lb/>μὲν ἂν
                        εἰλεοὶ εἶεν, ἢ ἀνειλήματα, ἢ ἕτερα ἀποστηρίγματα, φύσας <lb/>εἶναι αἴτια
                        ἅπασιν ἡγέομαι φανερὸν εἶναι· πάντων γὰρ τῶν τοιουτέων <lb/>αἰτίη τοῦ
                        πνεύματος ἡ διόδευσις· τοῦτο γὰρ ὁκόταν προσπέσῃ <lb/>πρὸς τόπους ἁπαλοὺς
                        καὶ ἀήθεας καὶ ἀθίκτους, ὥσπερ τόξευμα ἐγκείμενον <lb/>διαδύνει διὰ τῆς
                        σαρκός· προσπίπτει δὲ ποτὲ μὲν πρὸς τὰ <lb/>ὑποχόνδρια, ποτὲ δὲ πρὸς τὰς
                        λαπάρας, ποτὲ δὲ ἐς ἀμφότερα· διὸ <lb/>δὴ καὶ θερμαίνοντες ἔξωθεν πυριήμασι
                        πειρέονται μαλθάσσειν τὸν <lb/>πόνον· ἀραιούμενον γὰρ ὑπὸ τῆς θερμασίης τοῦ
                        πυριήματος διέρχεται <lb/>τὸ πνεῦμα διὰ τοῦ σώματος, ὥστε παῦλάν τινα
                        γενέσθαι τῶν <lb/>πόνων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἴσως δ’ ἄν τις εἴποι· πῶς οὖν τὰ ῥεύματα γίνεται διὰ τὰς <lb/>φύσας; ἢ
                        τίνα τρόπον τῶν αἱμοῤῥαγιῶν τῶν περὶ τὰ στέρνα τοῦτο <lb/>αἴτιόν ἐστιν;
                        οἶμαι δὲ καὶ ταῦτα δηλώσειν διὰ τωὐτὸ γινόμενα. <lb/>Ὅταν αἱ περὶ τὴν
                        κεφαλὴν φλέβες γεμισθῶσιν ἠέρος, πρῶτον μὲν ἡ <lb/>κεφαλὴ βαρύνεται τῶν
                        φυσέων ἐγκειμένων· ἔπειτα εἰλεῖται τὸ αἷμα, <lb/>οὐ διαχέειν δυναμένων διὰ
                        τὴν στενότητα τῶν ὁδῶν· τὸ δὲ λεπτότατον <lb/>τοῦ αἵματος διὰ τῶν φλεβῶν
                        ἐκθλίβεται· τοῦτο δὴ τὸ ὑγρὸν ὅταν <lb/>ἀθροισθῇ, ῥεῖ δι’ ἄλλων πόρων· ὅποι
                        δ’ ἂν ἀθρόον ἀφίκηται τοῦ σώματος, <pb n="106"/> ἐνταῦθα ξυνίσταται ἡ
                        νοῦσος· ἢν μὲν οὖν ἐπὶ τὴν ὄψιν ἔλθῃ, <lb/>ταύτης ὁ πόνος· ἢν δὲ ἐς τὰς
                        ἀκοὰς, ἐνταῦθ’ ἡ νοῦσος· ἢν δὲ ἐς τὰς <lb/>ῥῖνας, κόρυζα γίνεται· ἢν δὲ ἐς
                        τὰ στέρνα, βράγχος καλέεται. Τὸ <lb/>γὰρ φλέγμα δριμέσι χυμοῖσι μεμιγμένον,
                        ὅποι ἂν προσπέσῃ ἐς ἀήθεας <lb/>τόπους, ἑλκοῖ· τῇ δὲ φάρυγγι ἁπαλῇ ἐούσῃ
                        ῥεῦμα προσπῖπτον <lb/>τρηχύτητας ἐμποιέει· τὸ γὰρ πνεῦμα τὸ διαπνεόμενον διὰ
                        τῆς φάρυγγος <lb/>ἐς τὰ στέρνα βαδίζει, καὶ πάλιν ἐξέρχεται διὰ τῆς ὁδοῦ
                        ταύτης· <lb/>ὅταν οὖν ἀπαντήσῃ τῷ ῥεύματι τὸ πνεῦμα κάτωθεν ἰὸν κάτω
                        <lb/>ἰόντι, βὴξ ἐπιγίνεται, καὶ ἀναῤῥίπτεται ἄνω τὸ φλέγμα· τουτέων δὲ
                        <lb/>τοιουτέων ἐόντων, ἡ φάρυγξ ἑλκοῦται, καὶ τρηχύνεται, καὶ θερμαίνεται,
                        <lb/>καὶ ἕλκει τὸ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑγρὸν θερμὴ ἐοῦσα· ἡ δὲ κεφαλὴ πάλιν
                        <lb/>παρὰ τοῦ ἄλλου σώματος λαμβάνουσα ταύτῃ διδοῖ· ὁκόταν γοῦν ἐθισθῇ
                        <lb/>τὸ ῥεῦμα ταύτῃ ῥέειν καὶ χαραδρωθέωσιν οἱ πόροι, διαδιδοῖ ἤδη καὶ
                        <lb/>ἐς τὰ στέρνα, δριμὺ δὲ ἐὸν τὸ φλέγμα προσπῖπτόν τε τῇ σαρκὶ ἑλκοῖ
                        <lb/>καὶ ἀναῤῥηγνύει τὰς φλέβας. Ὁκόταν δὲ ἐκχυθῇ τὸ αἷμα ἐς ἀλλότριον
                        <lb/>τόπον, χρονιζόμενον καὶ σηπόμενον γίνεται πῦον, καὶ οὔτε <lb/>ἄνω
                        δύναται ἀνελθεῖν, οὔτε κάτω ὑπελθεῖν· ἄνω γὰρ οὐκ εὔπορος ἡ <lb/>πορείη
                        προσάντης τις οὖσα ὑγρῷ χρήματι καὶ ἑτέρῳ παντὶ βάρος <lb/>ἔχοντι· κάτω δὲ
                        κωλύει φραγμὸς ὁ τῶν φρενῶν. Διὰ τί δὲ δήποτε τὸ <lb/>ῥεῦμα ἀναῤῥήγνυται τὸ
                        μὲν αὐτόματον, τὸ δὲ διὰ πόνους; αὐτόματον <pb n="108"/> μὲν οὖν, ὅταν
                        αὐτόματος ὁ ἀὴρ ἐλθὼν ἐς τὰς φλέβας στενοχωρίην <lb/>ποιήσῃ τῇσι τοῦ αἵματος
                        διεξόδοισιν· τότε γὰρ πιεζεύμενον τὸ αἷμα <lb/>πουλὺ γενόμενον ἀναῤῥηγνύει
                        τοὺς πόρους, ᾗ ἂν ὡς τὰ μάλιστα <lb/>βρίσῃ· ὅσοι δὲ διὰ πόνων πλῆθος
                        ᾑμοῤῥάγησαν, καὶ τούτοισιν οἱ πόνοι <lb/>πνεύματος ἐνέπλησαν τὰς φλέβας,
                        ἀνάγκη γὰρ τὸν πονέοντα τόπον <lb/>κατέχειν τὸ πνεῦμα, τὰ δὲ ἄλλα τοῖσιν
                        εἰρημένοισιν ὅμοια <lb/>γίνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τὰ δὲ ῥήγματα πάντα γίνεται διὰ τάδε· ὁκόταν ὑπὸ βίης <lb/>διαστέωσιν αἱ
                        σάρκες ἀπ’ ἀλλήλων, ἐς δὲ τὴν διάστασιν ὑποδράμῃ <lb/>πνεῦμα, τοῦτο τὸν
                        πόνον παρέχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἢν δὲ διὰ τῶν σαρκῶν αἱ φῦσαι διεξιοῦσαι τοὺς πόρους τοῦ <lb/>σώματος
                        ἀραιοὺς ποιήσωσιν, ἕπεται δὲ τῇσι φύσῃσιν ὑγρασίη, ἧς <lb/>τὴν ὁδὸν ὁ ἀὴρ
                        ἀπειργάσατο· διαβρόχου δὲ γενομένου τοῦ σώματος, <lb/>ὑπεκτήκονται μὲν αἱ
                        σάρκες, οἰδήματα δὲ ἐς τὰς κνήμας καταβαίνει· <lb/>καὶ λέγεται τὸ τοιοῦτον
                        νόσημα ὕδρωψ. Μέγιστον δὲ σημεῖον, <lb/>ὅτι φῦσαι τοῦ νουσήματός εἰσιν
                        αἴτιαι, τόδε ἐστίν· ἤδη τινὲς ὀλεθρίως <lb/>ἔχοντες ἐκαύθησαν καὶ ἐκενώθησαν
                        τοῦ ὕδατος· παραυτίκα μὲν <lb/>τὸ ἐξιὸν ἐκ τῆς κοιλίης ὕδωρ πολὺ φαίνεται,
                        χρονιζόμενον δὲ ἔλασσον <lb/>γίνεται. Διὰ τί οὖν γίγνεται καὶ τοῦτο, δῆλον·
                        ὅτι παραυτίκα <lb/>μὲν τὸ ὕδωρ ἠέρος πλῆρές ἐστιν· ὁ δὲ ἀὴρ ὄγκον παρέχεται
                        μέγαν· <lb/>ἀπιόντος δὲ τοῦ πνεύματος, ὑπολείπεται τὸ ὕδωρ αὐτό· διὸ δὴ
                        <lb/>φαίνεται μὲν μικρὸν ἐὸν, ἔστι δὲ ἴσον. Ἄλλο δὲ αὐτέων τόδε σημεῖον·
                        <lb/>κενωθείσης γὰρ παντελῶς τῆς κοιλίης, οὐδ’ ἐν τρισὶν ἡμέρῃσιν ὕστερον
                            <pb n="110"/> πάλιν πλήρεις γίνονται. Τί οὖν ἄρα ἐστὶ τὸ πληρῶσαν, ἀλλ’
                        ἢ <lb/>πνεῦμα; τί γὰρ ἂν οὕτως ἄλλο ταχέως ἐξεπλήρωσεν; οὐ γὰρ δήπου
                        <lb/>ποτόν γε τοσοῦτον ἐσῆλθεν ἐς τὸ σῶμα· καὶ μὴν οὐδὲ σάρκες ὑπάρχουσιν
                        <lb/>ἔτι αἱ τηξόμεναι· λείπεται γὰρ ὀστέα καὶ νεῦρα καὶ ἶνες, ἀφ’ <lb/>ὧν
                        οὐδενὸς οὐδεμίη δύναιτ’ ἂν αὔξησις ὕδατος γεγενῆσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Τὸ μὲν οὖν αἴτιον τοῦ ὕδρωπος ἤδη εἴρηται· αἱ δὲ ἀποπληξίαι <lb/>γίνονται
                        καὶ αὐταὶ διὰ τὰς φύσας· ὅταν γὰρ αἱ φῦσαι ψυχραὶ οὖσαι <lb/>καὶ πολλαὶ
                        διαδύνωσι καὶ ἐμφυσήσωσι τὰς σάρκας, ἀναίσθητα <lb/>ταῦτα γίνεται τοῦ
                        σώματος· ἢν μὲν οὖν πολλαὶ φῦσαι ἐν ὅλῳ τῷ <lb/>σώματι διατρέχωσιν, ὅλος
                        ὥνθρωπος ἀπόπληκτος γίνεται· ἢν δὲ <lb/>ἐν μέρει τινὶ, τοῦτο τὸ μέρος· καὶ
                        ἢν μὲν ἀπέλθωσιν αὗται, <lb/>παύεται ἡ νοῦσος· ἢν δὲ παραμείνωσι, παραμένει·
                        ὅτι δὲ ταῦτα οὕτως <lb/>ἔχει, χασμῶνται συνεχῶς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Δοκέει δέ μοι καὶ τὴν ἱερὴν καλεομένην νοῦσον τοῦτο εἶναι <lb/>τὸ
                        παρεχόμενον· οἷσι δὲ λόγοισιν ἐμαυτὸν ἔπεισα, τούτοισιν αὐτέοισι <lb/>καὶ
                        τοὺς ἀκούοντας πείσειν πειράσομαι. Ἡγεῦμαι δὲ ἔμπροσθεν, <lb/>μηδὲν εἶναι
                        μᾶλλον τῶν ἐν τῷ σώματι ξυμβαλλόμενον ἐς φρόνησιν, <lb/>ἢ τὸ αἷμα· τοῦτο δὲ
                        ὅταν μὲν ἐν τῷ καθεστεῶτι μένῃ, μένει καὶ <lb/>ἡ φρόνησις· ἐξαλλάσσοντος δὲ
                        τοῦ αἵματος, μεταπίπτει καὶ ἡ φρόνησις. <lb/>Ὅτι δὲ ταῦθ’ ὧδ’ ἔχει, πολλὰ τὰ
                        μαρτυρέοντα· πρῶτον μὲν, <lb/>ὅπερ ἅπασι ζώοισι κοινόν ἐστιν, ὁ ὕπνος, οὗτος
                        μαρτυρέει τοῖσιν <lb/>εἰρημένοισιν· ὅταν γὰρ ἐπέλθῃ τῷ σώματι ὁ ὕπνος, τότε
                        τὸ αἷμα <pb n="112"/> ψύχεται, φύσει γὰρ πέφυκεν ὁ ὕπνος ψύχειν· ψυχθέντι δὲ
                        τῷ αἵματι <lb/>νωθρότεραι γίνονται αἱ διέξοδοι· δῆλον δέ· ῥέπει γὰρ τὰ
                        σώματα καὶ <lb/>βαρύνεται (πάντα γὰρ τὰ βαρέα πέφυκεν ἐς βυθὸν φέρεσθαι),
                        καὶ τὰ <lb/>ὄμματα συγκλείεται, καὶ ἡ φρόνησις ἀλλοιοῦται, δόξαι δέ τινες
                        <lb/>ἕτεραι ἐνδιατρίβουσιν, ἃ δὴ ἐνύπνια καλέονται. Πάλιν ἐν τῇσι μέθῃσι,
                        <lb/>πλέονος ἐξαίφνης γενομένου τοῦ αἵματος, μεταπίπτουσιν αἱ <lb/>ψυχαὶ καὶ
                        τὰ ἐν τῇσι ψυχῇσι φρονήματα, καὶ γίνονται τῶν μὲν <lb/>παρεόντων κακῶν
                        ἐπιλήσμονες, τῶν δὲ μελλόντων εὐέλπιδες ἀγαθῶν. <lb/>Ἔχοιμι δ’ ἂν πολλὰ
                        τοιαῦτα εἰπεῖν, ἐν οἷσιν αἱ τοῦ αἵματος ἐξαλλαγαὶ <lb/>τὴν φρόνησιν
                        ἐξαλλάσσουσιν. Ἢν μὲν οὖν παντελῶς ἅπαν <lb/>ἀναταραχθῇ τὸ αἷμα, παντελῶς ἡ
                        φρόνησις ἐξαπόλλυται· τὰ γὰρ μαθήματα <lb/>καὶ τὰ ἀναγνωρίσματα ἐθίσματά
                        ἐστίν· ὅταν οὖν ἐκ τοῦ <lb/>εἰωθότος ἔθεος μεταστέωμεν, ἀπόλλυται ἡμῖν ἡ
                        φρόνησις. Φημὶ δὲ <lb/>τὴν ἱερὴν νοῦσον ὧδε γίνεσθαι· ὅταν πουλὺ πνεῦμα κατὰ
                        πᾶν τὸ σῶμα <lb/>παντὶ τῷ αἵματι μιχθῇ, πολλὰ ἐμφράγματα γίνεται πολλαχῆ ἀνὰ
                        <lb/>τὰς φλέβας· ἐπειδὰν οὖν ἐς τὰς παχείας καὶ πολυαίμους τῶν φλεβῶν
                        <lb/>πολὺς ἀὴρ βρίσῃ, βρίσας δὲ μένῃ, κωλύεται τὸ αἷμα διεξιέναι· τῇ
                        <lb/>μὲν οὖν ἐνέστηκε, τῇ δὲ νωθρῶς ὃιεξέρχεται, τῇ δὲ θᾶσσον· ἀνομοίης
                        <lb/>δὲ τῆς πορείης τῷ αἵματι διὰ τοῦ σώματος γενομένης, παντοῖαι αἱ
                        <lb/>ἀνομοιότητες· πᾶν γὰρ τὸ σῶμα πανταχόθεν ἕλκεται, καὶ τετίνακται
                        <lb/>τὰ μέρη τοῦ σώματος ὑπηρετοῦντα τῷ θορύβῳ καὶ ταράχῳ τοῦ αἵματος,
                        <lb/>διαστροφαί τε παντοῖαι παντοίως γίνονται· κατὰ δὲ τοῦτον τὸν
                        <lb/>καιρὸν ἀναίσθητοι πάντων εἰσὶ, κωφοί τε τῶν λεγομένων, καὶ τυφλοὶ
                        <lb/>τῶν γινομένων, ἀνάλγητοί τε πρὸς τοὺς πόνους· οὕτως ὁ ἀὴρ
                        <lb/>ταραχθεὶς ἀνετάραξε τὸ αἷμα καὶ ἐμίηνε. Καὶ ἀφροὶ διὰ τοῦ στόματος <pb n="114"/> ἀνατρέχουσιν εἰκότως· διὰ γὰρ τῶν σφαγιτίδων φλεβῶν διαδύνων
                        <lb/>ὁ ἀὴρ, ἀνέρχεται μὲν αὐτὸς, ἀνάγει δὲ μεθ’ ἑωυτοῦ τὸ λεπτότατον
                        <lb/>τοῦ αἵματος· τὸ δὲ ὑγρὸν τῷ ἠέρι μιγνύμενον λευκοῦται· διὰ λεπτῶν
                        <lb/>γὰρ ὑμένων καθαρὸς ἐὼν ὁ ἀὴρ διαφαίνεται· διὸ δὴ λευκοὶ φαίνονται
                        <lb/>πάντες οἱ ἀφροί. Πότε μὲν οὖν παύονται τῆς νούσου καὶ τοῦ παρεόντος
                        <lb/>χειμῶνος οἱ ὑπὸ τούτου τοῦ νοσήματος ἁλισκόμενοι, ἐγὼ φράσω.
                        <lb/>Ὁκόταν γυμνασθὲν ὑπὸ τῶν πόνων τὸ σῶμα θερμανθῇ, θερμαίνεται <lb/>καὶ
                        τὸ αἷμα· τὸ δὲ αἷμα θερμανθὲν ἐξεθέρμηνε τὰς φύσας· αὗται δὲ
                        <lb/>διαθερμανθεῖσαι διαλύονται καὶ διαλύουσι τὴν ξύστασιν τοῦ αἵματος,
                        <lb/>αἱ μὲν συνεξελθοῦσαι μετὰ τοῦ πνεύματος, αἱ δὲ μετὰ τοῦ <lb/>φλέγματος·
                        ἀποζέσαντος δὲ τοῦ ἀφροῦ, καὶ καταστάντος τοῦ αἵματος, <lb/>καὶ γαλήνης ἐν
                        τῷ σώματι γενομένης, πέπαυται τὸ νόσημα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Φαίνονται οὖν αἱ φῦσαι διὰ πάντων τῶν νοσημάτων μάλιστα
                        <lb/>πολυπραγμονοῦσαι· τὰ δ’ ἄλλα πάντα συναίτια καὶ μεταίτια, τὸ δὲ
                        <lb/>αἴτιον τῶν νούσων ἐὸν τοῦτο ἐπιδέδεικταί μοι. Ὑπεσχόμην δὲ τὸ αἴτιον
                        <lb/>τῶν νουσημάτων φράσαι, ἐπέδειξα δὲ τὸ πνεῦμα καὶ ἐν τοῖσιν ἄλλοισι
                        <lb/>πρήγμασι δυναστεῦον καὶ ἐν τοῖσι σώμασι τῶν ζώων· ἤγαγον δὲ τὸν λόγον
                        <lb/>ἐπὶ τὰ γνώριμα τῶν ἀῤῥωστημάτων, ἐν οἷσιν ἀληθὴς ἡ ὑπόθεσις <lb/>ἐφάνη·
                        εἰ γὰρ περὶ πάντων τῶν ἀῤῥωστημάτων λέγοιμι, μακρότερος <lb/>μὲν ὁ λόγος ἂν
                        γένοιτο, ἀτρεκέστερος δὲ οὐδαμῶς, οὐδὲ πιστότερος. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>