<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg019.1st1K-grc1:1-15</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg019.1st1K-grc1:1-15</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg019.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.</head><p>1. Ὅστις μὲν εἴωθεν ἀκούειν λεγόντων ἀμφὶ τῆς φύσιος τῆς ἀνθρωπίνης
                        <lb/>προσωτέρω ἢ ὁκόσον αὐτέης ἐς ἰητρικὴν ἐφήκει, τουτέῳ· <lb/>μὲν οὐκ
                        ἐπιτήδειος ὅδε ὁ λόγος ἀκούειν· οὔτε γὰρ τὸ πάμπαν ἠέρα <lb/>λέγω τὸν
                        ἄνθρωπον εἶναι, οὔτε πῦρ, οὔτε ὕδωρ, οὔτε γῆν, οὔτ’ ἄλλο <lb/>οὐδὲν, ὅ τι μὴ
                        φανερόν ἐστιν ἐνεὸν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· ἀλλὰ τοῖσι βουλομένοισι <lb/>ταῦτα λέγειν
                        παρίημι. Δοκέουσι μέντοι μοι οὐκ ὀρθῶς γινώσκειν <lb/>οἱ τὰ τοιαῦτα
                        λέγοντες· γνώμῃ μὲν γὰρ τῇ αὐτέῃ πάντες <lb/>χρέονται, λέγουσι δὲ οὐ ταὐτά·
                        ἀλλὰ τῆς μὲν γνώμης τὸν ἐπίλογον <lb/>τὸν αὐτὸν ποιέονται. Φασί τε γὰρ ἕν τι
                        εἶναι, ὅ τί ἐστι, καὶ <lb/>τοῦτ’ εἶναι τὸ ἕν τε καὶ τὸ πᾶν, κατὰ δὲ τὰ
                        οὐνόματα οὐχ ὁμολογέουσιν· <lb/>λέγει δ’ αὐτέων ὁ μέν τις φάσκων ἠέρα εἶναι
                        τοῦτο τὸ ἕν τε <lb/>καὶ τὸ πᾶν, ὁ δὲ πῦρ, ὁ δὲ ὕδωρ, ὁ δὲ γῆν, καὶ ἐπιλέγει
                        ἕκαστος τῷ <lb/>ἑωυτοῦ λόγῳ μαρτύριά τε καὶ τεκμήρια, ἅ γέ ἐστιν οὐδέν. Ὅτε
                        γὰρ <lb/>τῇ μὲν αὐτέῃ γνώμῃ πάντες χρέονται, λέγουσι δ’ οὐ τὰ αὐτὰ, δῆλον
                        <lb/>ὅτι οὐδὲ γινώσκουσιν αὐτά. Γνοίη δ’ ἄν τις τόδε μάλιστα παραγενόμενος
                        <lb/>αὐτέοισιν ἀντιλέγουσιν· πρὸς γὰρ ἀλλήλους ἀντιλέγοντες οἱ <lb/>αὐτοὶ
                        ἄνδρες τῶν αὐτέων ἐναντίον ἀκροατέων οὐδέποτε τρὶς ἐφεξῆς ὁ <lb/>αὐτὸς
                        περιγίνεται ἐν τῷ λόγῳ, ἀλλὰ ποτὲ μὲν οὗτος ἐπικρατέει, <pb n="34"/> ποτὲ δὲ
                        οὗτος, ποτὲ δὲ ᾧ ἂν τύχῃ μάλιστα ἡ γλῶσσα ἐπιῤῥυεῖσα <lb/>πρὸς τὸν ὄχλον.
                        Καίτοι δίκαιόν ἐστι τὸν φάντα ὀρθῶς γινώσκειν <lb/>ἀμφὶ τῶν πρηγμάτων
                        παρέχειν αἰεὶ ἐπικρατέοντα τὸν λόγον τὸν <lb/>ἑωυτοῦ, εἴπερ ἐόντα γινώσκει
                        καὶ ὀρθῶς ἀποφαίνεται. Ἀλλ’ ἐμοί γε <lb/>δοκέουσιν οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι
                        αὐτοὶ ἑωυτοὺς καταβάλλειν ἐν τοῖσιν <lb/>ὀνόμασι τῶν λόγων αὐτέων ὑπὸ
                        ἀσυνεσίης, τὸν δὲ Μελίσσου λόγον <lb/>ὀρθοῦν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Περὶ μὲν οὖν τουτέων ἀρκέει μοι τὰ εἰρημένα. Τῶν δὲ ἰητρῶν <lb/>οἱ μέν
                        τινες λέγουσιν, ὡς ὥνθρωπος αἷμα μοῦνόν ἐστιν, οἱ δ’ αὐτέων <lb/>χολήν φασιν
                        εἶναι τὸν ἄνθρωπον, ἔνιοι δέ τινες φλέγμα· ἐπίλογον <lb/>δὲ ποιεῦνται καὶ
                        οὗτοι πάντες τὸν αὐτόν· ἓν γάρ τι εἶναί <lb/>φασιν, ὅ τι ἕκαστος αὐτέων
                        βούλεται ὀνομάσας, καὶ τοῦτο ἓν ἐὸν <lb/>μεταλλάσσειν τὴν ἰδέην καὶ τὴν
                        δύναμιν, ἀναγκαζόμενον ὑπό τε τοῦ <lb/>θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, καὶ γίνεσθαι
                        καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸν καὶ <lb/>λευκὸν καὶ μέλαν καὶ παντοῖόν τι ἄλλο. Ἐμοὶ δὲ
                        οὐδὲ ταῦτα δοκέει <lb/>ὧδε ἔχειν· οἱ μὲν οὖν πλεῖστοι τοιαῦτά τινα καὶ ἔτι
                        ἐγγύτατα τουτέων <lb/>ἀποφαίνονται. Ἐγὼ δέ φημι, εἰ ἓν ἦν ὁ ἄνθρωπος,
                        οὐδέποτ’ ἂν <lb/>ἤλγεεν· οὐδὲ γὰρ ἂν ἦν ὑφ’ ὅτου ἀλγήσειεν ἓν ἐών· εἰ δ’ οὖν
                        καὶ <pb n="36"/> ἀλγήσειεν, ἀνάγκη καὶ τὸ ἰώμενον ἓν εἶναι· νυνὶ δὲ πολλά·
                        πολλὰ <lb/>γάρ ἐστιν ἐν τῷ σώματι ἐνεόντα, ἃ, ὁκόταν ὑπ’ ἀλλήλων παρὰ φύσιν
                        <lb/>θερμαίνηταί τε καὶ ψύχηται, καὶ ξηραίνηταί τε καὶ ὑγραίνηται, νούσους
                        <lb/>τίκτει· ὥστε πολλαὶ μὲν ἰδέαι τῶν νουσημάτων, πολλὴ δὲ καὶ <lb/>ἡ ἴησις
                        αὐτέων ἐστίν. Ἀξιῶ δὲ ἔγωγε τὸν φάσκοντα αἷμα εἶναι μοῦνον <lb/>τὸν
                        ἄνθρωπον, καὶ ἄλλο μηδὲν, δεικνύναι αὐτὸν μὴ μεταλλάσσοντα <lb/>τὴν ἰδέην
                        μηδὲ γίνεσθαι παντοῖον, ἀλλ’ ἢ ὥρην τινὰ τοῦ ἐνιαυτοῦ <lb/>ἢ τῆς ἡλικίης τῆς
                        τοῦ ἀνθρώπου, ἐν ᾗ αἷμα ἐνεὸν φαίνεται μοῦνον <lb/>ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· εἰκὸς γὰρ
                        εἶναι μίαν γέ τινα ὥρην, ἐν ᾗ φαίνεται <lb/>αὐτὸ ἐφ’ ἑωυτοῦ ἐνεόν· τὰ αὐτὰ
                        δὲ λέγω καὶ περὶ τοῦ φάσκοντος <lb/>φλέγμα μοῦνον εἶναι τὸν ἄνθρωπον, καὶ
                        περὶ τοῦ χολὴν φάσκοντος <lb/>εἶναι. Ἐγὼ μὲν γὰρ ἀποδείξω, ἃ ἂν φήσω τὸν
                        ἄνθρωπον εἶναι, καὶ <lb/>κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν φύσιν, ἀεὶ τὰ αὐτὰ
                        ἐόντα ὁμοίως, καὶ <lb/>νέου ἐόντος καὶ γέροντος, καὶ τῆς ὥρης ψυχρῆς ἐούσης
                        καὶ θερμῆς, <lb/>καὶ τεκμήρια παρέξω, καὶ ἀνάγκας ἀποφανῶ, δι’ ἃς ἕκαστον
                        αὔξεταί <lb/>τε καὶ φθίνει ἐν τῷ σώματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Πρῶτον μὲν οὖν ἀνάγκη τὴν γένεσιν γίνεσθαι μὴ ἀφ’ ἑνός· <lb/>πῶς γὰρ ἂν ἕν
                        γ’ ἐόν τι γεννήσειεν, εἰ μή τινι μιχθείη; ἔπειτα οὐδ’, <pb n="38"/> ἐὰν μὴ
                        ὁμόφυλα ἐόντα μίσγηται καὶ τὴν αὐτὴν ἔχοντα δύναμιν, γεννᾷ, <lb/>οὐδ’ ἂν
                        ταῦτα ἡμῖν ξυντελέοιτο. Καὶ πάλιν, εἰ μὴ τὸ θερμὸν τῷ ψυχρῷ <lb/>καὶ τὸ
                        ξηρὸν τῷ ὑγρῷ μετρίως πρὸς ἄλληλα ἕξει καὶ ἴσως, ἀλλὰ <lb/>θάτερον θατέρου
                        πουλὺ προέξει καὶ τὸ ἰσχυρότερον τοῦ ἀσθενεστέρου, <lb/>ἡ γένεσις οὐκ ἂν
                        γένοιτο. Ὥστε πῶς εἰκὸς ἀπὸ ἑνός τι γεννηθῆναι, <lb/>ὅτε γε οὐδ’ ἀπὸ τῶν
                        πλειόνων γεννᾶται, ἢν μὴ τύχῃ καλῶς ἔχοντα <lb/>τῆς κρήσιος τῆς πρὸς ἄλληλα;
                        Ἀνάγκη τοίνυν, τῆς φύσιος τοιαύτης <lb/>ὑπαρχούσης καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων καὶ
                        τῆς τοῦ ἀνθρώπου, μὴ <lb/>ἓν εἶναι τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἕκαστον τῶν
                        ξυμβαλλομένων ἐς τὴν γένεσιν <lb/>ἔχειν τὴν δύναμιν ἐν τῷ σώματι, οἵην περ
                        ξυνεβάλετο. Καὶ <lb/>πάλιν γε ἀνάγκη ἀποχωρέειν ἐς τὴν ἑωυτοῦ φύσιν ἕκαστον,
                        τελευτῶντος <lb/>τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, τό τε ὑγρὸν πρὸς τὸ ὑγρὸν καὶ
                        <lb/>τὸ ξηρὸν πρὸς τὸ ξηρὸν καὶ τὸ θερμὸν πρὸς τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν
                        <lb/>πρὸς τὸ ψυχρόν. Τοιαύτη δὲ καὶ τῶν ζώων ἐστὶν ἡ φύσις, καὶ <lb/>τῶν
                        ἄλλων πάντων· γίνεταί τε ὁμοίως πάντα καὶ τελευτᾷ ὁμοίως <lb/>πάντα·
                        ξυνίσταταί τε γὰρ αὐτέων ἡ φύσις ἀπὸ τουτέων τῶν προειρημένων <lb/>πάντων,
                        καὶ τελευτᾷ κατὰ τὰ εἰρημένα ἐς τωὐτὸ ὅθεν περ <lb/>ξυνέστη ἕκαστον, ἐνταῦθα
                        οὖν καὶ ἀπεχώρησεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τὸ δὲ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐν ἑωυτῷ αἷμα καὶ φλέγμα <pb n="40"/> καὶ
                        χολὴν ξανθήν τε καὶ μέλαιναν, καὶ ταῦτ’ ἐστὶν αὐτέῳ ἡ φύσις <lb/>τοῦ
                        σώματος, καὶ διὰ ταῦτα ἀλγέει καὶ ὑγιαίνει. Ὑγιαίνει μὲν οὖν <lb/>μάλιστα,
                        ὁκόταν μετρίως ἔχῃ ταῦτα τῆς πρὸς ἄλληλα κρήσιος καὶ <lb/>δυνάμιος καὶ τοῦ
                        πλήθεος, καὶ μάλιστα μεμιγμένα ᾖ· ἀλγέει δὲ <lb/>ὁκόταν τι τουτέων ἔλασσον ἢ
                        πλέον ᾖ ἢ χωρισθῇ ἐν τῷ σώματι καὶ <lb/>μὴ κεκρημένον ᾖ τοῖσι ξύμπασιν.
                        Ἀνάγκη γὰρ, ὁκόταν τι τουτέων <lb/>χωρισθῇ καὶ ἐφ’ ἑωυτοῦ στῇ, οὐ μόνον
                        τοῦτο τὸ χωρίον, ἔνθεν ἐξέστη, <lb/>ἐπίνοσον γίνεσθαι, ἀλλὰ καὶ ἔνθα ἂν
                        ἐπιχυθῇ, ὑπερπιμπλάμενον <lb/>ὀδύνην τε καὶ πόνον παρέχειν. Καὶ γὰρ ὅταν τι
                        τουτέων ἔξω τοῦ σώματος <lb/>ἐκρυῇ πλέον τοῦ ἐπιπολάζοντος, ὀδύνην παρέχει ἡ
                        κένωσις. <lb/>Ἤν τ’ αὖ πάλιν ποιήσηται ἔσω τὴν κένωσιν καὶ τὴν μετάστασιν
                        <lb/>καὶ τὴν ἀπόκρισιν ἀπὸ τῶν ἄλλων, πολλὴ αὐτέῳ ἀνάγκη διπλῆν τὴν
                        <lb/>ὀδύνην παρέχειν κατὰ τὰ εἰρημένα, ἔνθεν τε ἐξέστη καὶ ἔνθα ὑπερέβαλεν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Εἶπον δὴ, ἃ ἂν φήσω τὸν ἄνθρωπον εἶναι, ἀποφανεῖν αἰεὶ <lb/>ταὐτὰ ἐόντα
                        καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ φύσιν· φημὶ δὴ εἶναι αἷμα <lb/>καὶ φλέγμα καὶ χολὴν
                        ξανθήν τε καὶ μέλαιναν. Καὶ τουτέων πρῶτον <lb/>μὲν κατὰ νόμον τὰ οὐνόματα
                        διωρίσθαι φημὶ καὶ οὐδενὶ αὐτέων <pb n="42"/> τωὐτὸ οὔνομα εἶναι, ἔπειτα
                        κατὰ φύσιν τὰς ἰδέας κεχωρίσθαι, καὶ <lb/>οὔτε τὸ φλέγμα οὐδὲν ἐοικέναι τῷ
                        αἵματι, οὔτε τὸ αἷμα τῇ χολῇ, <lb/>οὔτε τὴν χολὴν τῷ φλέγματι. Πῶς γὰρ ἂν
                        ἐοικότα εἴη ταῦτα ἀλλήλοισιν, <lb/>ὧν οὔτε τὰ χρώματα ὅμοια φαίνεται
                        προσορώμενα, οὔτε τῇ <lb/>χειρὶ ψαύοντι ὅμοια δοκέει εἶναι; οὔτε γὰρ θερμὰ
                        ὁμοίως ἐστὶν, <lb/>οὔτε ψυχρὰ, οὔτε ξηρὰ, οὔτε ὑγρά. Ἀνάγκη τοίνυν, ὅτε
                        τοσοῦτον <lb/>διήλλακται ἀλλήλων τὴν ἰδέην τε καὶ τὴν δύναμιν, μὴ ἓν αὐτὰ
                        εἶναι, <lb/>εἴπερ μὴ πῦρ τε καὶ ὕδωρ ἕν τε καὶ ταὐτόν ἐστιν. Γνοίης δ’ ἂν
                        <lb/>τοῖσδε, ὅτι οὐχ ἓν ταῦτα πάντα ἐστὶν, ἀλλ’ ἕκαστον αὐτέων ἔχει
                        <lb/>δύναμίν τε καὶ φύσιν τὴν ἑωυτέου· ἢν γάρ τινι διδῷς ἀνθρώπῳ
                        <lb/>φάρμακον ὅ τι φλέγμα ἄγει, ἐμέεταί σοι φλέγμα, καὶ ἢν διδῷς
                        <lb/>φάρμακον ὅ τι χολὴν ἄγει, ἐμέεταί σοι χολή. Κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ <lb/>χολὴ
                        μέλαινα καθαίρεται, ἢν διδῷς φάρμακον ὅ τι χολὴν μέλαιναν <lb/>ἄγει· καὶ ἢν
                        τρώσῃς αὐτοῦ τοῦ σώματος μέρος τι ὥστε ἕλκος γενέσθαι, <lb/>ῥυήσεται αὐτέῳ
                        αἷμα. Καὶ ταῦτα ποιήσει σοι πάντα πᾶσαν ἡμέρην <lb/>καὶ νύκτα καὶ χειμῶνος
                        καὶ θέρεος, μέχρις ἂν δυνατὸς ᾖ τὸ πνεῦμα <lb/>ἕλκειν ἐς ἑωυτὸν καὶ πάλιν
                        μεθιέναι, δυνατὸς δὲ ἔσται ἔστ’ ἄν τινος <lb/>τουτέων στερηθῇ τῶν
                        ξυγγεγονότων. Ξυγγέγονε δὲ ταῦτα τὰ εἰρημένα· <lb/>πῶς γὰρ οὐ ξυγγέγονε;
                        Πρῶτον μὲν φανερός ἐστιν ὥνθρωπος <lb/>ἔχων ἐν ἑωυτῷ ταῦτα πάντα αἰεὶ ἕως ἂν
                        ζῇ, ἔπειτα δὲ γέγονεν ἐξ <pb n="44"/> ἀνθρώπου ταῦτα πάντα ἔχοντος,
                        τέθραπταί τε ἐν ἀνθρώπῳ ταῦτα <lb/>πάντα ἔχοντι, ὁκόσα ἐγώ γε νῦν φημί τε
                        καὶ ἀποδείκνυμι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Οἱ δὲ λέγοντες ὡς ἕν ἐστιν ὥνθρωπος, δοκέουσί μοι ταύτῃ τῇ <lb/>γνώμῃ
                        κεχρῆσθαι· ὁρέοντες τοὺς πίνοντας τὰ φάρμακα καὶ ἀπολλυμένους <lb/>ἐν τῇσιν
                        ὑπερκαθάρσεσι, τοὺς μὲν χολὴν ἐμέοντας, τοὺς δέ <lb/>τινας φλέγμα, τοῦτο
                        ἕκαστον αὐτέων ἐνόμισαν εἶναι τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ὅ τι καθαιρόμενον εἶδον
                        αὐτὸν ἀποθανόντα· καὶ οἱ τὸ αἷμα φάντες <lb/>εἶναι τὸν ἄνθρωπον τῇ αὐτέῃ
                        γνώμῃ χρέονται· ὁρέοντες ἀποσφαζομένους <lb/>τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ αἷμα ῥέον
                        ἐκ τοῦ σώματος, τοῦτο νομίζουσιν <lb/>εἶναι τὴν ψυχὴν τῷ ἀνθρώπῳ· καὶ
                        μαρτυρίοισι τουτέοισι <lb/>πάντες χρέονται ἐν τοῖσι λόγοισιν. Καίτοι τὸ μὲν
                        πρῶτον ἐν τῇσιν <lb/>ὑπερκαθάρσεσιν οὐδείς πω ἀπέθανε χολὴν μοῦνον
                        καθαρθείς· ἀλλ’ <lb/>ὁκόταν τις πίῃ φάρμακον ὅ τι χολὴν ἐμέει, <lb/>ἔπειτα
                        δὲ φλέγμα· ἔπειτα δὲ ἐπὶ τούτοισιν ἐμέουσί χολὴν μέλαιναν
                        <lb/>ἀναγκαζόμενοι, τελευτῶντες δὲ καὶ αἷμα ἐμέουσι καθαρόν. Τὰ <lb/>αὐτὰ δὲ
                        πάσχουσι καὶ ὑπὸ τῶν φαρμάκων τῶν τὸ φλέγμα ἀγόντων· <lb/>πρῶτον μὲν γὰρ
                        φλέγμα ἐμέουσιν, ἔπειτα χολὴν ξανθὴν, ἔπειτα μέλαιναν, <lb/>τελευτῶντες δὲ
                        αἷμα καθαρὸν, καὶ ἐν τῷδε ἀποθνήσκουσιν. Τὸ <lb/>γὰρ φάρμακον, ὁκόταν ἐσέλθῃ
                        ἐς τὸ σῶμα, πρῶτον μὲν ἄγει ὃ ἂν αὐτέῳ <lb/>κατὰ φύσιν μάλιστα ᾖ τῶν ἐν τῷ
                        σώματι ἐνεόντων, ἔπειτα δὲ <lb/>καὶ τἄλλα ἕλκει τε καὶ καθαίρει. Ὡς γὰρ τὰ
                        φυόμενά τε καὶ σπειρόμενα, <lb/>ὁκόταν ἐς τὴν γῆν ἔλθῃ, ἕλκει ἕκαστον τὸ
                        κατὰ φύσιν αὐτῷ <lb/>ἐνεὸν ἐν τῇ γῇ, ἔνι δὲ καὶ ὀξὺ καὶ πικρὸν καὶ γλυκὺ καὶ
                        ἁλμυρὸν <pb n="46"/> καὶ παντοῖον· πρῶτον μὲν οὖν πλεῖστον τουτέου εἵλκυσεν
                        ἐς ἑωυτὸ, ὁ <lb/>τι ἂν ᾖ αὐτῷ κατὰ φύσιν μάλιστα, ἔπειτα δὲ ἕλκει καὶ τἄλλα·
                        τοιοῦτον <lb/>δέ τι καὶ τὰ φάρμακα ποιέει ἐν τῷ σώματι· ὁκόσα ἂν χολὴν ἄγῃ,
                        <lb/>πρῶτον μὲν ἀκρητεστάτην ἐκάθηρε τὴν χολὴν, ἔπειτα δὲ μεμιγμένην·
                        <lb/>καὶ πάλιν τὰ τοῦ φλέγματος φάρμακα πρῶτον μὲν ἀκρητέστατον <lb/>τὸ
                        φλέγμα ἄγει, ἔπειτα δὲ μεμιγμένον· καὶ τοῖσιν ἀποσφαζομένοισι <lb/>πρῶτον
                        μὲν τὸ αἷμα ῥέει θερμότατόν τε καὶ ἐρυθρότατον, ἔπειτα <lb/>δὲ ῥέει
                        φλεγματωδέστερον καὶ χολωδέστερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Αὔξεται δὲ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ μὲν φλέγμα τοῦ χειμῶνος· <lb/>τοῦτο γὰρ τῷ
                        χειμῶνι κατὰ φύσιν ἐστὶ μάλιστα τῶν ἐν τῷ σώματι <lb/>ἐνεόντων, ψυχρότατον
                        γάρ ἐστιν. Τεκμήριον δὲ τουτέου, ὅτι τὸ μὲν <lb/>φλέγμα ψυχρότατον, εἰ
                        ἐθέλεις ψαῦσαι φλέγματος καὶ χολῆς καὶ αἵματος, <lb/>τὸ φλέγμα εὑρήσεις
                        ψυχρότατον ἐόν· καίτοι γλισχρότατόν ἐστι <lb/>καὶ βίῃ μάλιστα ἄγεται μετὰ
                        χολὴν μέλαιναν· ὁκόσα δὲ βίῃ ἔρχεται, <lb/>θερμότερα γίνεται, ἀναγκαζόμενα
                        ὑπὸ τῆς βίης· ἀλλ’ ὅμως <lb/>καὶ πρὸς πάντα ταῦτα ψυχρότατον ἐὸν τὸ φλέγμα
                        φαίνεται ὑπὸ <lb/>τῆς φύσιος τῆς ἑωυτοῦ. Ὅτι δὲ ὁ χειμὼν πληροῖ τὸ σῶμα
                        φλέγματος, <lb/>γνοίης ἂν τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι πτύουσί τε καὶ ἀπομύσσονται
                        φλεγματωδέστατον <lb/>τοῦ χειμῶνος, καὶ τὰ οἰδήματα αὐτέοισι λευκὰ γίνεται
                        <lb/>μάλιστα ταύτην τὴν ὥρην, καὶ τἄλλα νοσήματα φλεγματώδεα. Τοῦ <lb/>δὲ
                        ἦρος τὸ φλέγμα ἔτι μένει ἰσχυρὸν ἐν τῷ σώματι, καὶ τὸ αἷμα αὔξεται· <lb/>τά
                        τε γὰρ ψύχεα ἐξανίει, καὶ τὰ ὕδατα ἐπιγίνεται, τὸ δὲ αἷμα <pb n="48"/> κατὰ
                        ταῦτα αὔξεται ὑπό τε τῶν ὄμβρων καὶ τῶν θερμημεριῶν· <lb/>κατὰ φύσιν γὰρ
                        αὐτέῳ ταῦτά ἐστι μάλιστα τοῦ ἐνιαυτοῦ· ὑγρόν τε <lb/>γάρ ἐστι καὶ θερμόν.
                        Γνοίης δ’ ἂν τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἦρος καὶ <lb/>τοῦ θέρεος μάλιστα ὑπό τε
                        τῶν δυσεντεριῶν ἁλίσκονται, καὶ ἐκ <lb/>τῶν ῥινέων τὸ αἷμα ῥεῖ αὐτέοισι, καὶ
                        θερμότατοί εἰσι καὶ ἐρυθροί· <lb/>τοῦ δὲ θέρεος τό τε αἷμα ἰσχύει ἔτι, καὶ ἡ
                        χολὴ ἀείρεται ἐν τῷ <lb/>σώματι καὶ παρατείνει ἐς τὸ φθινόπωρον· ἐν δὲ τῷ
                        φθινοπώρῳ τὸ <lb/>μὲν αἷμα ὀλίγον γίνεται, ἐναντίον γὰρ αὐτέου τὸ φθινόπωρον
                        τῇ φύσει <lb/>ἐστίν· ἡ δὲ χολὴ τὴν θερίην κατέχει τὸ σῶμα καὶ τὸ φθινόπωρον.
                        <lb/>Γνοίης δ’ ἂν τοῖσδε· οἱ ἄνθρωποι αὐτόματοι ταύτην τὴν ὥρην χολὴν
                        <lb/>ἐμέουσι, καὶ ἐν τῇσι φαρμακοποσίῃσι χολωδέστατα καθαίρονται, <lb/>δῆλον
                        δὲ καὶ τοῖσι πυρετοῖσι καὶ τοῖσι χρώμασι τῶν ἀνθρώπων. Τὸ <lb/>δὲ φλέγμα τῆς
                        θερίης ἀσθενέστατόν ἐστιν αὐτὸ ἑωυτοῦ· ἐναντίη γὰρ <lb/>αὐτέου τῇ φύσει
                        ἐστὶν ἡ ὥρη, ξηρή τε γάρ ἐστι καὶ θερμή. Τὸ δὲ <lb/>αἷμα τοῦ φθινοπώρου
                        ἐλάχιστον γίνεται ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ξηρόν τε γάρ <lb/>ἐστι τὸ φθινόπωρον καὶ
                        ψύχειν ἤδη ἄρχεται τὸν ἄνθρωπον· ἡ δὲ μέλαινα <lb/>χολὴ τοῦ φθινοπώρου
                        πλείστη τε καὶ ἰσχυροτάτη ἐστίν. Ὁκόταν <lb/>δὲ ὁ χειμὼν καταλαμβάνῃ, ἥ τε
                        χολὴ ψυχομένη ὀλίγη γίνεται, <lb/>καὶ τὸ φλέγμα αὔξεται πάλιν ὑπό τε τῶν
                        ὑετῶν τοῦ πλήθεος καὶ <lb/>τῶν νυκτῶν τοῦ μήκεος. Ἔχει μὲν οὖν ταῦτα πάντα
                        αἰεὶ τὸ σῶμα <lb/>τοῦ ἀνθρώπου, ὑπὸ δὲ τῆς περιισταμένης ὥρης ποτὲ μὲν πλείω
                        <lb/>γίνεται αὐτὰ ἑωυτέων, ποτὲ δὲ ἐλάσσω, ἕκαστα κατὰ μέρος καὶ κατὰ
                        <lb/>φύσιν. Ὡς γὰρ ὁ ἐνιαυτὸς μετέχει μὲν πᾶς πάντων καὶ τῶν θερμῶν <lb/>καὶ
                        τῶν ψυχρῶν καὶ τῶν ξηρῶν καὶ τῶν ὑγρῶν, οὐ γὰρ ἂν <pb n="50"/> μείνειε
                        τουτέων οὐδὲν οὐδένα χρόνον ἄνευ πάντων τῶν ἐνεόντων <lb/>ἐν τῷδε τῷ κόσμῳ,
                        ἀλλ’ εἰ ἕν τί γε ἐκλίποι, πάντ’ ἂν ἀφανισθείη· <lb/>ἀπὸ γὰρ τῆς αὐτέης
                        ἀνάγκης πάντα ξυνέστηκέ τε καὶ τρέφεται <lb/>ὑπ’ ἀλλήλων· οὕτω δὲ καὶ εἴ τι
                        ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκλίποι τουτέων <lb/>τῶν ξυγγεγονότων, οὐκ ἂν δύναιτο ζῇν
                        ὥνθρωπος. Ἰσχύει δὲ ἐν τῷ <lb/>ἐνιαυτῷ τοτὲ μὲν ὁ χειμὼν μάλιστα, τοτὲ δὲ τὸ
                        ἦρ, τοτὲ δὲ τὸ θέρος, <lb/>τοτὲ δὲ τὸ φθινόπωρον· οὕτω δὲ καὶ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
                        τοτὲ μὲν τὸ <lb/>φλέγμα ἰσχύει, τοτὲ δὲ τὸ αἷμα, τοτὲ δὲ ἡ χολὴ, πρῶτον μὲν
                        ἡ <lb/>ξανθὴ, ἔπειτα δ’ ἡ μέλαινα καλεομένη. Μαρτύριον δὲ σαφέστατον, εἰ
                        <lb/>ἐθέλεις τῷ αὐτέῳ ἀνθρώπῳ δοῦναι τὸ αὐτὸ φάρμακον τετράκις τοῦ
                        <lb/>ἐνιαυτοῦ, ἐμέεταί σοι τοῦ μὲν χειμῶνος φλεγματωδέστατα, τοῦ δὲ
                        <lb/>ἦρος ὑγρότατα, τοῦ δὲ θέρεος χολωδέστατα, τοῦ δὲ φθινοπώρου μελάντατα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ὀφείλει οὖν, τουτέων ὧδε ἐχόντων, ὁκόσα μὲν τῶν νουσημάτων <lb/>χειμῶνος
                        αὔξεται, θέρεος λήγειν, ὁκόσα δὲ θέρεος αὔξεται, χειμῶνος <lb/>λήγειν, ὁκόσα
                        μὴ αὐτέων ἐν περιόδῳ ἡμερέων ἀπαλλάσσεται· <lb/>τὴν δὲ περίοδον αὖθις φράσω
                        τὴν τῶν ἡμερέων. Ὁκόσα δὲ ἦρος γίνεται <lb/>νουσήματα, προσδέχεσθαι χρὴ
                        φθινοπώρου τὴν ἀπάλλαξιν ἔσεσθαι <lb/>αὐτέων· ὁκόσα δὲ φθινοπωρινὰ
                        νουσήματα, τουτέων τοῦ ἦρος ἀνάγκη <lb/>τὴν ἀπάλλαξιν γενέσθαι· ὅ τι δ’ ἂν
                        τὰς ὥρας ταύτας ὑπερβάλλῃ νούσημα, <pb n="52"/> εἰδέναι χρὴ ὡς ἐνιαύσιον
                        αὐτὸ ἐσόμενον. Καὶ τὸν ἰητρὸν οὕτω <lb/>χρὴ ἰῆσθαι τὰ νουσήματα ὡς ἑκάστου
                        τουτέων ἰσχύοντος ἐν τῷ <lb/>σώματι κατὰ τὴν ὥρην τὴν αὐτῷ κατὰ φύσιν ἐοῦσαν
                        μάλιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Εἰδέναι δὲ χρὴ καὶ τάδε πρὸς ἐκείνοισιν, ὅτι ὁκόσα πλησμονὴ <lb/>τίκτει
                        νουσήματα, κένωσις ἰῆται, ὁκόσα δὲ ἀπὸ κενώσιος γίνεται <lb/>νουσήματα,
                        πλησμονὴ ἰῆται, ὁκόσα δὲ ἀπὸ ταλαιπωρίης γίνεται, <lb/>ἀνάπαυσις ἰῆται,
                        ὁκόσα δ’ ὑπ’ ἀργίης τίκτεται, ταλαιπωρίη ἰῆται. <lb/>Τὸ δὲ ξύμπαν γνῶναι,
                        δεῖ τὸν ἰητρὸν ἐναντίον ἵστασθαι τοῖσι καθεστεῶσι <lb/>καὶ νουσήμασι καὶ
                        εἴδεσι καὶ ὥρῃσι καὶ ἡλικίῃσι, καὶ τὰ <lb/>ξυντείνοντα λύειν, καὶ τὰ
                        λελυμένα ξυντείνειν· οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα <lb/>τὸ κάμνον ἀναπαύοιτο, ἥ τε
                        ἴησις τοῦτό μοι δοκέει εἶναι. Αἱ δὲ <lb/>νοῦσοι γίνονται, αἱ μὲν ἀπὸ τῶν
                        διαιτημάτων, αἱ δὲ ἀπὸ τοῦ πνεύματος, <lb/>ὃ ἐσαγόμενοι ζῶμεν. Τὴν δὲ
                        διάγνωσιν χρὴ ἑκατέρου ὧδε ποιέεσθαι· <lb/>ὁκόταν μὲν ὑπὸ νουσήματος ἑνὸς
                        πολλοὶ ἄνθρωποι ἁλίσκωνται <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, τὴν αἰτίην χρὴ
                        ἀνατιθέναι τουτέῳ ὅ τι κοινότατόν <lb/>ἐστι καὶ μάλιστα αὐτέῳ πάντες
                        χρεώμεθα· ἔστι δὲ τοῦτο ὃ <lb/>ἀναπνέομεν. Φανερὸν γὰρ δὴ ὅτι τά γε
                        διαιτήματα ἑκάστου ἡμέων <lb/>οὐκ αἴτιά ἐστιν, ὅτε ἅπτεται πάντων ἡ νοῦσος
                        ἑξῆς καὶ τῶν νεωτέρων <pb n="54"/> καὶ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ γυναικῶν καὶ
                        ἀνδρῶν ὁμοίως, καὶ τῶν <lb/>θωρησσομένων καὶ τῶν ὑδροποτεόντων, καὶ τῶν
                        μάζαν ἐσθιόντων καὶ <lb/>τῶν ἄρτον σιτευμένων, καὶ τῶν πολλὰ ταλαιπωρεόντων
                        καὶ τῶν <lb/>ὀλίγα· οὐκ ἂν οὖν τά γε διαιτήματα αἴτια εἴη, ὁκόταν
                        διαιτεύμενοι <lb/>πάντας τρόπους οἱ ἄνθρωποι ἁλίσκωνται ὑπὸ τῆς αὐτέης
                        νούσου. <lb/>Ὁκόταν δὲ αἱ νοῦσοι γίνωνται παντοδαπαὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον,
                        <lb/>δῆλον ὅτι τὰ διαιτήματά ἐστιν αἴτια ἕκαστα ἑκάστοισι, καὶ τὴν
                        <lb/>θεραπείην χρὴ ποιέεσθαι ἐναντιούμενον τῇ προφάσει τῆς νούσου, ὥσπερ
                        <lb/>μοι πέφρασται καὶ ἑτέρωθι, καὶ τῇ τῶν διαιτημάτων μεταβολῇ. <lb/>Δῆλον
                        γὰρ ὅτι οἷσί γε χρέεσθαι εἴωθεν ὥνθρωπος διαιτήμασιν, οὐκ <lb/>ἐπιτήδειά οἵ
                        ἐστιν ἢ πάντα, ἢ τὰ πλείω, ἢ ἕν γέ τι αὐτέων· ἃ δεῖ <lb/>καταμαθόντα
                        μεταβάλλειν, καὶ σκεψάμενον τοῦ ἀνθρώπου τὴν φύσιν <lb/>τήν τε ἡλικίην καὶ
                        τὸ εἶδος καὶ τὴν ὥρην τοῦ ἔτεος καὶ τῆς νούσου <lb/>τὸν τρόπον, τὴν
                        θεραπείην ποιέεσθαι, ποτὲ μὲν ἀφαιρέοντα, ποτὲ <lb/>δὲ προστιθέντα, ὥσπερ
                        μοι καὶ πάλαι εἴρηται, πρὸς ἕκαστα τῶν ἡλικιέων <lb/>καὶ τῶν ὡρέων καὶ τῶν
                        εἰδέων καὶ τῶν νούσων ἔν τε τῇσι φαρμακείῃσι <lb/>προτρέπεσθαι καὶ ἐν τοῖσι
                        διαιτήμασιν. Ὁκόταν δὲ νουσήματος <lb/>ἑνὸς ἐπιδημίη καθεστήκῃ, δῆλον ὅτι οὐ
                        τὰ διαιτήματα αἴτιά <lb/>ἐστιν, ἀλλ’ ὃ ἀναπνέομεν, τοῦτο αἴτιόν ἐστι, καὶ
                        δῆλον ὅτι τοῦτο <lb/>νοσηρήν τινα ἀπόκρισιν ἔχον ἀνίει. Τοῦτον οὖν χρὴ τὸν
                        χρόνον τὰς <pb n="56"/> παραινέσιας ποιέεσθαι τοῖσιν ἀνθρώποισι τοιάσδε· τὰ
                        μὲν διαιτήματα <lb/>μὴ μεταβάλλειν, ὅτι γε οὐκ αἴτιά ἐστι τῆς νούσου, τὸ δὲ
                        σῶμα <lb/>ὁρῆν, ὅκως ἔσται ὡς ἀογκότατον καὶ ἀσθενέστατον, τῶν τε σιτίων
                        <lb/>ἀφαιρέοντα καὶ τῶν ποτῶν, οἷσιν εἰώθει χρέεσθαι, κατ’ ὀλίγον (ἢν γὰρ
                        <lb/>μεταβάλλῃ ταχέως τὴν δίαιταν, κίνδυνος καὶ ἀπὸ τῆς μεταβολῆς νεώτερόν
                        <lb/>τι γενέσθαι ἐν τῷ σώματι, ἀλλὰ χρὴ τοῖσι μὲν διαιτήμασιν <lb/>οὕτω
                        χρέεσθαι, ὅτε γε φαίνεται μηδὲν ἀδικέοντα τὸν ἄνθρωπον)· <lb/>τοῦ δὲ
                        πνεύματος ὅκως ἡ ῥύσις ὡς ἐλαχίστη ἐς τὸ στόμα ἐσίῃ καὶ <lb/>ὡς ξενωτάτη
                        ἔσται, προμηθέεσθαι, τῶν τε χωρίων τοὺς τόπους μεταβάλλοντα <lb/>ἐς δύναμιν,
                        ἐν οἷσιν ἂν ἡ νοῦσος καθεστήκῃ, καὶ τὰ σώματα <lb/>λεπτύνοντα· οὕτω γὰρ ἂν
                        ἥκιστα πολλοῦ τε καὶ πυκνοῦ πνεύματος <lb/>χρῄζοιεν οἱ ἄνθρωποι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὁκόσα δὲ τῶν νουσημάτων γίνεται ἀπὸ τοῦ σώματος τῶν μελέων <lb/>τοῦ
                        ἰσχυροτάτου, ταῦτα δεινότατά ἐστιν· καὶ γὰρ ἢν αὐτοῦ <lb/>μένῃ ἔνθα ἂν
                        ἄρξηται, ἀνάγκη, τοῦ ἰσχυροτάτου τῶν μελέων πονεομένου, <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα
                        πονέεσθαι· καὶ ἢν ἐπί τι τῶν ἀσθενεστέρων <lb/>ἀφίκηται ἀπὸ τοῦ ἰσχυροτέρου,
                        χαλεπαὶ αἱ ἀπολύσιες γίνονται. <lb/>Ὁκόσα δ’ ἂν ἀπὸ τῶν ἀσθενεστέρων ἐπὶ τὰ
                        ἰσχυρότερα ἔλθῃ, εὐλυτώτερά <lb/>ἐστιν, ὑπὸ γὰρ τῆς ἰσχύος ἀναλώσεται
                        ῥηϊδίως τὰ ἐπιῤῥέοντα. </p></div><pb n="58"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Αἱ παχύταται δὲ τῶν φλεβῶν ὧδε πεφύκασιν· τέσσαρα ζεύγεά <lb/>ἐστιν ἐν τῷ
                        σώματι, καὶ ἓν μὲν αὐτέων ἀπὸ τῆς κεφαλῆς <lb/>ὄπισθεν διὰ τοῦ αὐχένος,
                        ἔξωθεν ἐπὶ τὴν ῥάχιν ἔνθεν τε καὶ ἔνθεν <lb/>παρὰ τὰ ἰσχία ἀφικνέεται καὶ ἐς
                        τὰ σκέλεα, ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων <lb/>ἐπὶ τῶν σφυρῶν τὰ ἔξω καὶ ἐς τοὺς
                        πόδας διήκει. Δεῖ οὖν τὰς <lb/>φλεβοτομίας τὰς ἐπὶ τῶν ἀλγημάτων τῶν ἐν τῷ
                        νώτῳ καὶ τοῖσιν <lb/>ἰσχίοισιν ἀπὸ τῶν ἰγνύων ποιέεσθαι καὶ ἀπὸ τῶν σφυρῶν
                        ἔξωθεν. Αἱ <lb/>δ’ ἕτεραι φλέβες ἐκ τῆς κεφαλῆς παρὰ τὰ οὔατα διὰ τοῦ
                        αὐχένος, αἱ <lb/>σφαγίτιδες καλεόμεναι, ἔσωθεν παρὰ τὴν ῥάχιν ἑκατέρωθεν
                        φέρουσι <lb/>παρὰ τὰς ψόας ἐς τοὺς ὄρχιας καὶ ἐς τοὺς μηροὺς, καὶ διὰ τῶν
                        <lb/>ἰγνύων ἐκ τοῦ ἔσωθεν μέρεος, ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων παρὰ τὰ <lb/>σφυρὰ
                        τὰ ἔσωθεν καὶ ἐς τοὺς πόδας. Δεῖ οὖν τὰς φλεβοτομίας πρὸς τὰς <lb/>ὀδύνας
                        ποιέεσθαι τὰς ἀπὸ τῶν ψοῶν καὶ τῶν ὀρχίων, ἀπὸ τῶν ἰγνύων <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν
                        σφυρῶν ἔσωθεν. Αἱ δὲ τρίται φλέβες ἐκ τῶν κροτάφων <lb/>διὰ τοῦ αὐχένος ὑπὸ
                        τὰς ὠμοπλάτας, ἔπειτα ξυμφέρονται ἐς τὸν <lb/>πλεύμονα καὶ ἀφικνέονται ἡ μὲν
                        ἀπὸ τῶν δεξιῶν ἐς τὰ ἀριστερὰ, ἡ <lb/>δὲ ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν ἐς τὰ δεξιὰ, καὶ
                        ἡ μὲν δεξιὴ ἀφικνέεται ἐκ <lb/>τοῦ πλεύμονος ὑπὸ τὸν μαζὸν καὶ ἐς τὸν σπλῆνα
                        καὶ ἐς τὸν νεφρὸν, ἡ <lb/>δὲ ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν ἐς τὰ δεξιὰ ἐκ τοῦ πλεύμονος
                        ὑπὸ τὸν <lb/>μαζὸν καὶ ἐς τὸ ἧπαρ καὶ ἐς τὸν νεφρὸν, τελευτῶσι δὲ ἐς τὸν
                        ἀρχὸν <pb n="60"/> αὗται ἑκάτεραι. Αἱ δὲ τέταρται ἀπὸ τοῦ ἔμπροσθεν τῆς
                        κεφαλῆς <lb/>καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὸν αὐχένα καὶ τὰς κληῗδας, ἔπειτα δὲ
                        <lb/>ὑπὲρ τῶν βραχιόνων ἄνωθεν ἐς τὰς ξυγκαμπὰς, ἔπειτα δὲ διὰ τῶν
                        <lb/>πήχεων ἐπὶ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς δακτύλους, ἔπειτα ἀπὸ τῶν δακτύλων
                        <lb/>πάλιν διὰ τῶν στηθέων τῶν χειρῶν καὶ τῶν πήχεων ἄνω ἐς <lb/>τὰς
                        ξυγκαμπὰς, καὶ διὰ τῶν βραχιόνων τοῦ κάτωθεν μέρεος ἐς τὰς <lb/>μασχάλας,
                        καὶ ἀπὸ τῶν πλευρέων ἄνωθεν ἡ μὲν ἐς τὸν σπλῆνα <lb/>ἀφικνέεται, ἡ δὲ ἐς τὸ
                        ἧπαρ, ἔπειτα ὑπὲρ τῆς γαστρὸς ἐς τὸ αἰδοῖον <lb/>τελευτῶσιν ἀμφότεραι. Καὶ
                        αἱ μὲν παχέαι τῶν φλεβῶν ὧδε <lb/>ἔχουσιν. Εἰσὶ δὲ καὶ ἀπὸ τῆς κοιλίης
                        φλέβες ἀνὰ τὸ σῶμα πάμπολλαί <lb/>τε καὶ παντοῖαι, καὶ δι’ ὧν ἡ τροφὴ τῷ
                        σώματι ἔρχεται. Φέρουσι <lb/>δὲ καὶ ἀπὸ τῶν παχεῶν φλεβῶν ἐς τὴν κοιλίην καὶ
                        ἐς τὸ ἄλλο σῶμα <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν ἔξω καὶ ἀπὸ τῶν εἴσω, καὶ ἐς ἀλλήλας
                        διαδιδόασιν αἵ <lb/>τε εἴσωθεν ἔξω καὶ αἱ ἔξωθεν εἴσω. Τὰς οὖν φλεβοτομίας
                        δεῖ ποιέεσθαι <lb/>κατὰ τουτέους τοὺς λόγους· ἐπιτηδεύειν δὲ χρὴ τὰς τομὰς
                        ὡς <lb/>προσωτάτω τάμνειν ἀπὸ τῶν χωρίων, ἔνθα ἂν αἱ ὀδύναι μεμαθήκωσι
                        <lb/>γίνεσθαι καὶ τὸ αἷμα ξυλλέγεσθαι· οὕτω γὰρ ἂν ἥ τε μεταβολὴ <lb/>ἥκιστα
                        μεγάλη γίνοιτο ἐξαπίνης, καὶ τὸ ἔθος μεταστήσαις ἂν ὥστε <lb/>μηκέτι ἐς τὸ
                        αὐτὸ χωρίον ξυλλέγεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὁκόσοι πῦον πολλὸν πτύουσιν ἄτερ πυρετοῦ ἐόντες, καὶ <pb n="62"/>
                        ὁκόσοισιν ὑπὸ τὸ οὖρον πῦον ὑφίσταται πολλὸν ἄτερ ὀδύνης ἐούσης, καὶ
                        <lb/>ὁκόσοισι τὰ ὑποχωρήματα αἱματώδεα ὥσπερ ἐν τῇσι δυσεντερίῃσι <lb/>καὶ
                        χρόνιά ἐστιν ἐοῦσι πέντε καὶ τριήκοντα ἐτέων καὶ γεραιτέροισι,
                        <lb/>τουτέοισι πᾶσιν ἀπὸ τοῦ αὐτέου τὰ νουσήματα γίνεται· ἀνάγκη γὰρ
                        <lb/>τουτέους ταλαιπώρους τε γενέσθαι καὶ φιλοπόνους τῷ σώματι καὶ
                        <lb/>ἐργάτας νεηνίσκους ἐόντας, ἔπειτα δὲ ἐξανεθέντας τῶν πόνων σαρκωθῆναι
                        <lb/>μαλθακῇ σαρκὶ καὶ πουλὺ διαφερούσῃ τῆς προτέρης, καὶ πολλὸν
                        <lb/>διακεκριμένον ἔχειν τὸ σῶμα τό τε προϋπάρχον καὶ τὸ ἐπιτραφὲν,
                        <lb/>ὥστε μὴ ὁμονοεῖν. Ὁκόταν οὖν νόσημά τι καταλάβῃ τοὺς οὕτω
                        <lb/>διακειμένους, τὸ μὲν παραχρῆμα διαφεύγουσιν, ὕστερον δὲ μετὰ τὴν
                        <lb/>νοῦσον χρόνῳ τήκεται τὸ σῶμα, καὶ διαῤῥέει διὰ τῶν φλεβῶν, ᾗ ἂν
                        <lb/>εὐρυχωρίης μάλιστα τύχῃ, ἰχωροειδές· ἢν μὲν οὖν ὁρμήσῃ ἐς τὴν
                        <lb/>κοιλίην τὴν κάτω, σχεδόν τι οἷόν περ ἐν τῷ σώματι ἂν ἐνέῃ τοιοῦτον
                        <lb/>καὶ τὸ διαχώρημα γίνεται· ἅ τε γὰρ τῆς ὁδοῦ κατάντεος ἐούσης, <lb/>οὐχ
                        ἵσταται πολλὸν χρόνον ἐν τῷ ἐντέρῳ. Ὁκόσοισι δ’ ἂν ἐς τὸ στῆθος <lb/>ἐσρυῇ,
                        ὑπόπυοι γίνονται· ἅτε γὰρ τῆς καθάρσιος ἀνάντεος ἐούσης, <lb/>καὶ χρόνον
                        ἐναυλιζόμενον πουλὺν ἐν τῷ στήθει, κατασήπεται <lb/>καὶ γίνεται πυοειδές.
                        Ὁκόσοισι δ’ ἂν ἐς τὴν κύστιν ἐξερεύγηται, ὑπὸ <lb/>τῆς θερμότητος τοῦ χωρίου
                        τοῦτο καὶ θερμὸν καὶ λευκὸν γίνεται, καὶ <lb/>διακρίνεται· καὶ τὸ μὲν
                        ἀραιότατον ἐφίσταται ἄνω, τὸ δὲ παχύτατον <lb/>κάτω, ὃ δὴ πῦον καλέεται.
                        Γίνονται δὲ καὶ οἱ λίθοι τοῖσι παιδίοισι <pb n="64"/> διὰ τὴν θερμότητα τοῦ
                        χωρίου τε τουτέου καὶ τοῦ ὅλου σώματος, <lb/>τοῖσι δὲ ἀνδράσιν οὐ γίνονται
                        λίθοι διὰ τὴν ψυχρότητα τοῦ <lb/>σώματος. Εὖ γὰρ χρὴ εἰδέναι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος
                        τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερέων <lb/>θερμότατός ἐστιν αὐτὸς ἑωυτοῦ, τῇ δὲ ὑστάτῃ
                        ψυχρότατος· <lb/>ἀνάγκη γὰρ αὐξανόμενον καὶ χωρέον τὸ σῶμα πρὸς βίην θερμὸν
                        <lb/>εἶναι· ὁκόταν δὲ ἄρχηται μαραίνεσθαι τὸ σῶμα, καταῤῥέον πρὸς
                        <lb/>εὐπέτειαν, ψυχρότερον γίνεται· καὶ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὁκόσον
                        <lb/>τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερέων πλεῖστον αὔξεται ὁ ἄνθρωπος, τοσοῦτον
                        <lb/>θερμότερος γίνεται, καὶ τῇ ὑστάτῃ τῶν ἡμερέων, ὁκόσον πλεῖστον
                        <lb/>καταμαραίνεται, τοσοῦτον ἀνάγκη ψυχρότερον εἶναι. Ὑγιέες δὲ
                        <lb/>γίγνονται αὐτόματοι οἱ οὕτω διακείμενοι, πλεῖστοι μὲν ἐν τῇ ὥρῃ, <lb/>ᾗ
                        ἂν ἄρξωνται τήκεσθαι, πεντεκαιτεσσαρακονθήμεροι· ὁκόσοι <lb/>δ’ ἂν τὴν ὥρην
                        ταύτην ὑπερβάλλωσιν, ἐνιαυτῷ αὐτόματοι ὑγιέες γίνονται, <lb/>ἢν μή τι ἄλλο
                        κακουργῆται ὥνθρωπος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὁκόσα τῶν νουσημάτων ἐξ ὀλίγου γίνεται, καὶ ὁκόσων αἱ προφάσιες
                        <lb/>εὔγνωστοι, ταῦτα δὲ ἀσφαλέστατά ἐστι προαγορεύεσθαι· τὴν <lb/>δὲ ἴησιν
                        χρὴ ποιέεσθαι αὐτὸν ἐναντιούμενον τῇ προφάσει τῆς νούσου· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν
                        λύοιτο τὸ τὴν νοῦσον παρασχὸν ἐν τῷ σώματι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὁκόσοισι ψαμμοειδέα ὑφίσταται ἢ πῶροι ἐν τοῖσιν οὔροισι, <pb n="66"/>
                        τουτέοισι τὴν ἀρχὴν φύματα ἐγένετο πρὸς τῇ φλεβὶ τῇ παχείῃ, καὶ
                        <lb/>διεπύησεν, ἔπειτα δὲ, ἅτε οὐ ταχέως ἐκραγέντων τῶν φυμάτων, πῶροι
                        <lb/>ξυνετράφησαν ἐκ τοῦ πύου, οἵτινες ἔξω θλίβονται διὰ τῆς φλεβὸς <lb/>σὺν
                        τῷ οὔρῳ ἐς τὴν κύστιν. Ὁκόσοισι δὲ μοῦνον αἱματώδεα τὰ οὐρήματα,
                        <lb/>τουτέοισι δὲ αἱ φλέβες πεπονήκασιν· ὁκόσοισι δὲ ἐν τῷ οὐρήματι
                        <lb/>παχεῖ ἐόντι σαρκία σμικρὰ τριχοειδέα συνεξέρχεται, ταῦτα <lb/>δὲ ἀπὸ
                        τῶν νεφρῶν εἰδέναι χρὴ ἐόντα καὶ ἀπὸ ἀρθριτικῶν· ὁκόσοισι <lb/>δὲ καθαρὸν τὸ
                        οὖρον ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε, ὁκοῖον δὲ πίτυρα ἐπιφέρεται <lb/>ἐν τῷ οὐρήματι,
                        τουτέων δὲ ἡ κύστις ψωριᾷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Οἱ πλεῖστοι τῶν πυρετῶν γίνονται ἀπὸ χολῆς· εἴδεα δὲ <lb/>σφέων ἐστὶ
                        τέσσαρα, χωρὶς τῶν ἐν τῇσιν ὀδύνῃσι γινομένων τῇσιν <lb/>ἀποκεκριμένῃσιν·
                        οὐνόματα δ’ αὐτέοισίν ἐστι ξύνοχος, ἀμφημερινὸς, <lb/>τριταῖος, τεταρταῖος.
                        Ὁ μὲν οὖν ξύνοχος καλεόμενος γίνεται ἀπὸ <lb/>πλείστης χολῆς καὶ
                        ἀκρητεστάτης, καὶ τὰς κρίσιας ἐν ἐλαχίστῳ <lb/>χρόνῳ ποιέεται· τὸ γὰρ σῶμα
                        οὐ διαψυχόμενον οὐδένα χρόνον συντήκεται <lb/>ταχέως, ἅτε ὑπὸ πολλοῦ τοῦ
                        θερμοῦ θερμαινόμενον. Ὁ δὲ <lb/>ἀμφημερινὸς μετὰ τὸν ξύνοχον ἀπὸ πλείστης
                        χολῆς γίνεται, καὶ <lb/>ἀπαλλάσσεται τάχιστα τῶν ἄλλων, μακρότερος δέ ἐστι
                        τοῦ ξυνόχου, <lb/>ὁκόσῳ ἀπὸ ἐλάσσονος γίνεται χολῆς, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάπαυσιν
                        τὸ <lb/>σῶμα, ἐν δὲ τῷ ξυνόχῳ οὐκ ἀναπαύεται οὐδένα χρόνον. Ὁ δὲ τριταῖος
                        <lb/>μακρότερός ἐστι τοῦ ἀμφημερινοῦ, καὶ ἀπὸ χολῆς ἐλάσσονος γίνεται·
                        <lb/>ὁκόσῳ δὲ πλείονα χρόνον ἐν τῷ τριταίῳ ἢ ἐν τῷ ἀμφημερινῷ τὸ <pb n="68"/> σῶμα διαναπαύεται, τοσούτῳ χρονιώτερος οὗτος ὁ πυρετὸς τοῦ ἀμφημερινοῦ
                        <lb/>ἐστιν. Οἱ δὲ τεταρταῖοι τὰ μὲν ἄλλα κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον,
                        <lb/>χρονιώτεροι δὲ μάλα τῶν τριταίων εἰσὶν, ὁκόσῳ ἔλασσόν τι <lb/>μέρος
                        μετέχουσι χολῆς τῆς τὴν θερμασίην παρεχούσης, τοῦ τε διαψύχεσθαι <lb/>τὸ
                        σῶμα πλέον μετέχουσιν· προσγίνεται δὲ αὐτέοισιν ἀπὸ <lb/>μελαίνης χολῆς τὸ
                        περισσὸν τοῦτο καὶ δυσαπάλλακτον· μέλαινα <lb/>γὰρ χολὴ τῶν ἐν τῷ σώματι
                        ἐνεόντων χυμῶν γλισχρότατον, καὶ τὰς <lb/>ἕδρας χρονιωτάτας ποιέεται. Γνώσῃ
                        δὲ ἐν τῷδε, ὅτι οἱ τεταρταῖοι <lb/>πυρετοὶ μετέχουσι τοῦ μελαγχολικοῦ·
                        φθινοπώρου γὰρ μάλιστα οἱ <lb/>ἄνθρωποι ἁλίσκονται ὑπὸ τῶν τεταρταίων καὶ ἐν
                        τῇ ἡλικίῃ τῇ ἀπὸ <lb/>πέντε καὶ εἴκοσιν ἐτέων ἕως τῶν πέντε καὶ
                        τεσσαράκοντα, ὅτι καὶ ἡ <lb/>ἡλικίη αὕτη ὑπὸ μελαίνης χολῆς κατέχεται
                        μάλιστα πασέων τῶν <lb/>ἡλικιῶν, ἥ τε φθινοπωρινὴ ὥρη μάλιστα πασέων τῶν
                        ὡρέων ἐπιτηδειοτάτη. <lb/>Ὁκόσοι δ’ ἂν ἁλῶσιν ἔξω τῆς ὥρης ταύτης καὶ τῆς
                        ἡλικίης <lb/>ὑπὸ τεταρταίου, εὖ χρὴ εἰδέναι μὴ χρόνιον ἐσόμενον τὸν πυρετὸν,
                        ἢν <lb/>μὴ ἄλλο τι κακουργῆται ὥνθρωπος. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>