<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1:23-24</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1:23-24</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Οἷσι δὲ ὄπισθεν, σημεῖα, ἔμπροσθεν λαπαρώτερον, ὄπισθεν <lb/>ἐξέχον, ποὺς
                        ὀρθὸς, ξυγκάμπτειν οὐ δύνανται, εἰ μὴ μετ᾿ ὀδύνης, <lb/>ἐκτείνειν ἥκιστα·
                        τούτοισι σκέλος βραχύτερον. Ἀτὰρ οὐδ᾿ ἐκτανύειν <lb/>δύνανται κατ᾿ ἰγνύην ἢ
                        κατὰ βουβῶνα, ἢν μὴ πάνυ αἴρωσιν, <lb/>οὐδὲ ξυγκάμπτειν. Ἡγεῖται ἐν τοῖσι
                        πλείστοισι τὸ ἄνω ἄρθρον τὸ <pb n="366"/> πρῶτον· κοινὸν τοῦτο ἄρθροισι,
                        νεύροισι, μυσὶν, ἐντέροισιν, ὑστέρησιν, <lb/>ἄλλοισιν, Ταύτῃ τοῦ ἰσχίου τὸ
                        ὀστέον καταφερὲς ἐς τὸν <lb/>γλουτὸν, διὰ τοῦτο βραχὺ, καὶ ὅτι ἐκτείνειν οὐ
                        δύνανται. Σάρκες <lb/>παντὸς τοῦ σκέλεος ἐν πᾶσι μινύθουσιν· ἐφ᾿ οἷσι δὲ
                        μάλιστα, καὶ <lb/>οἷ, εἴρηται. Τὰ ἔργα τὰ ἑωυτοῦ ἕκαστον τοῦ σώματος
                        ἐργαζόμενον <lb/>μὲν ἰσχύει, ἀργέον δὲ κακοῦται, πλὴν κόπου, πυρετοῦ,
                        φλεγμονῆς. <lb/>Καὶ τὸ ἔξω, ὅτι ἐς σάρκα ὑπείκουσαν, βραχύτερον, τὸ δὲ ἔσω,
                        <lb/>ὅτι ἐπ᾿ ὀστέον προέχον, μακρότερον. Ἢν μὲν οὖν ηὐξημένοισι μὴ
                        <lb/>ἐμπέσῃ, ἐπὶ βουβῶσι καμπύλοι ὁδοιπορέουσι, καὶ ἡ ἑτέρη ἰγνύη κάμπτεται·
                        <lb/>στήθεσι μόλις ἱκνεῖται· χειρὶ τὸ σκέλος καταλαμβάνει, ἄνευ <lb/>ξύλου,
                        ἢν ἐθέλωσιν· ἢν μὲν γὰρ μακρότερον ᾖ, οὐ βήσεται· ἢν δὲ <lb/>βαίνῃ, βραχύ.
                        Μινύθησις δὲ σαρκῶν· οἷσι πόνοι, καὶ ἡ ἴξις ἔμπροσθεν, <lb/>καὶ τῷ ὑγιεῖ
                        κατὰ λόγον. Οἷσι δὲ ἐκ γενεῆς, ἢ αὐξομένοισιν, <lb/>ἢ ὑπὸ νούσου ἐνόσησε καὶ
                        ἔξαρθρα ἐγένετο (ἐν αἷς, εἰρήσεται), οὗτοι <lb/>μάλιστα κακοῦνται διὰ τὴν
                        τῶν νεύρων καὶ ἄρθρων ἀργίην· καὶ τὸ <lb/>γόνυ διὰ τὰ εἰρημένα ξυγκακοῦνται.
                        Ξυγκεκαμμένον οὗτοι ἔχοντες <lb/>ὁδοιπορέουσιν ἐπὶ ξύλου ἑνὸς ἢ δύο· τὸ δὲ
                        ὑγιὲς, εὔσαρκον διὰ χρῆσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Οἷσι δὲ ἐς τοὔμπροσθεν, σημεῖα τἀναντία, ὄπισθεν λαπαρὸν, <lb/>ἔμπροσθεν
                        ἐξέχον, ἥκιστα ξυγκάμπτουσιν οὗτοι τὸ σκέλος, μάλιστα δὲ <lb/>ἐκτείνουσιν·
                        ὀρθὸς ποὺς, σκέλος ἴσον, πτέρνα· βραχεῖ ἄκρως ἀνέσταλται. <lb/>Ἢ πονέουσι
                        μάλιστα οὗτοι αὐτίκα, καὶ οὖρον ἴσχεται μάλιστα <pb n="368"/> ἐν τούτοισι
                        τοῖσιν ἐξαρθρήμασιν· ἐν γὰρ τόνοισιν ἔγκειται τοῖσιν <lb/>ἐπικαίροισιν. Τὰ
                        ἔμπροσθεν κατατέταται, ἀναυξέα, νοσώδεα, ταχύγηρα· <lb/>τὰ ὄπισθεν
                        στολιδώδεις. Οἷσιν ηὐξημένοισιν, ὁδοιπορέουσιν <lb/>ὀρθοὶ, πτέρνῃ μᾶλλον
                        βαίνοντες· εἰ δὲ ἠδύναντο μέγα προβαίνειν, <lb/>κἂν πάνυ· σύρουσι δέ·
                        μινύθει δὲ ἥκιστα, τούτοισι δὲ ἡ χρῆσις <lb/>αἰτία, μάλιστα δὲ ὄπισθεν· διὰ
                        παντὸς τοῦ σκέλεος ὀρθότεροι τοῦ <lb/>μετρίου, ξύλου δέονται κατὰ τὸ
                        σιναρόν. Οἷσι δὲ ἐκ γενεῆς ἢ αὐξανομένοισι, <lb/>χρηστῶς μὲν ἐπιμεληθεῖσιν ἡ
                        χρῆσις, ὥσπερ τοῖσιν <lb/>ηὐξημένοισιν· ἀμεληθεῖσι δὲ, βραχὺ, ἐκτεταμένον·
                        πωροῦται γὰρ <lb/>τούτοισι μάλιστα ἐς ἰθὺ τὰ ἄρθρα. Αἱ δὲ τῶν ὀστέων
                        μειώσιες καὶ <lb/>αἱ τῶν σαρκῶν μινυθήσιες, κατὰ λόγον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>