<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1:21-40</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1:21-40</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τοῦ δὲ ἔξω τἀναντία καὶ τὰ σημεῖα καὶ αἱ στάσιες· καὶ τὸ <lb/>γόνυ καὶ ὁ
                        ποὺς ἔσω ῥέπει βραχύ. Τοῖσι δὲ ἐν αὐξήσει ἢ ἐκ <lb/>γενεῆς παθοῦσιν οὐχ
                        ὁμοίως ξυναύξεται κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον· <pb n="364"/> ἰσχίον ἀνωτέρω τινὶ,
                        οὐχ ὁμοίως. Οἷσι δὲ πυκνὰ ἐκπίπτει ἐς τὸ ἔξω <lb/>ἄνευ φλεγμονῆς, ὑγροτέρῳ
                        τῷ σκέλει χρῶνται· ὥσπερ ὁ μέγας τῆς <lb/>χειρὸς δάκτυλος· μάλιστα γὰρ οὗτος
                        ἐκπίπτει φύσει· οἷς μὲν ἐκπίπτει <lb/>μᾶλλον ἢ ἧσσον, καὶ οἷς μὲν ἐκπίπτει
                        χαλεπώτερον ἢ ῥᾷον, καὶ <lb/>οἷσιν ἐλπὶς θᾶσσον ἐμπεσεῖν, καὶ οἷσιν οὐκ, ἄκη
                        τούτου, καὶ <lb/>οἷσι πολλάκις ἐκπίπτει, ἴησις τούτου. Ἐκ γενεῆς δὲ, ἠ ἐπ᾿
                        αὐξήσει, <lb/>ἢ ἐν νούσῳ, μάλιστα γὰρ ἐκ νούσου, ἔστι μὲν οὖν οἷσιν
                        ἐπισφακελίζει <lb/>τὸ ὀστέον, ἀτὰρ καὶ οἷσι μὴ, πάσχει μὲν πάντα, ἧσσον δὲ ἢ
                        <lb/>τὸ ἔσω, ἢν χρηστῶς ἐπιμεληθῶσιν, ὥστε, καὶ ὅλῳ βαίνοντας τῷ <lb/>ποδὶ,
                        διαῤῥίπτειν· διὰ μελέτης πλείστης, τοῖσι νηπιωτάτοισιν· <lb/>ἐαθέντα
                        κακοῦται, ἐπιμεληθέντα δὲ ὠφελέεται· τοῖσιν ὅλοισιν, ἧσσον <lb/>δέ τι,
                        μινύθουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Οἷσι δ᾿ ἂν ἀμφότερα οὕτως ἐκπέσῃ, τῶν ὀστέων ταὐτὰ <lb/>παθήματα·
                        εὔσαρκοι μὲν, πλὴν ἔσωθεν, ἐξεχέγλουτοι, ῥοικοὶ <lb/>μηροὶ, ἢν μὴ
                        ἐπισφακελίσῃ. Εἰ κυφοὶ τὰ ἄνωθεν ἰσχίων γένοιντο, <lb/>ὑγιηροὶ μὲν, ἀναυξέες
                        δὲ τὸ σῶμα, πλὴν κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Οἷσι δὲ ὄπισθεν, σημεῖα, ἔμπροσθεν λαπαρώτερον, ὄπισθεν <lb/>ἐξέχον, ποὺς
                        ὀρθὸς, ξυγκάμπτειν οὐ δύνανται, εἰ μὴ μετ᾿ ὀδύνης, <lb/>ἐκτείνειν ἥκιστα·
                        τούτοισι σκέλος βραχύτερον. Ἀτὰρ οὐδ᾿ ἐκτανύειν <lb/>δύνανται κατ᾿ ἰγνύην ἢ
                        κατὰ βουβῶνα, ἢν μὴ πάνυ αἴρωσιν, <lb/>οὐδὲ ξυγκάμπτειν. Ἡγεῖται ἐν τοῖσι
                        πλείστοισι τὸ ἄνω ἄρθρον τὸ <pb n="366"/> πρῶτον· κοινὸν τοῦτο ἄρθροισι,
                        νεύροισι, μυσὶν, ἐντέροισιν, ὑστέρησιν, <lb/>ἄλλοισιν, Ταύτῃ τοῦ ἰσχίου τὸ
                        ὀστέον καταφερὲς ἐς τὸν <lb/>γλουτὸν, διὰ τοῦτο βραχὺ, καὶ ὅτι ἐκτείνειν οὐ
                        δύνανται. Σάρκες <lb/>παντὸς τοῦ σκέλεος ἐν πᾶσι μινύθουσιν· ἐφ᾿ οἷσι δὲ
                        μάλιστα, καὶ <lb/>οἷ, εἴρηται. Τὰ ἔργα τὰ ἑωυτοῦ ἕκαστον τοῦ σώματος
                        ἐργαζόμενον <lb/>μὲν ἰσχύει, ἀργέον δὲ κακοῦται, πλὴν κόπου, πυρετοῦ,
                        φλεγμονῆς. <lb/>Καὶ τὸ ἔξω, ὅτι ἐς σάρκα ὑπείκουσαν, βραχύτερον, τὸ δὲ ἔσω,
                        <lb/>ὅτι ἐπ᾿ ὀστέον προέχον, μακρότερον. Ἢν μὲν οὖν ηὐξημένοισι μὴ
                        <lb/>ἐμπέσῃ, ἐπὶ βουβῶσι καμπύλοι ὁδοιπορέουσι, καὶ ἡ ἑτέρη ἰγνύη κάμπτεται·
                        <lb/>στήθεσι μόλις ἱκνεῖται· χειρὶ τὸ σκέλος καταλαμβάνει, ἄνευ <lb/>ξύλου,
                        ἢν ἐθέλωσιν· ἢν μὲν γὰρ μακρότερον ᾖ, οὐ βήσεται· ἢν δὲ <lb/>βαίνῃ, βραχύ.
                        Μινύθησις δὲ σαρκῶν· οἷσι πόνοι, καὶ ἡ ἴξις ἔμπροσθεν, <lb/>καὶ τῷ ὑγιεῖ
                        κατὰ λόγον. Οἷσι δὲ ἐκ γενεῆς, ἢ αὐξομένοισιν, <lb/>ἢ ὑπὸ νούσου ἐνόσησε καὶ
                        ἔξαρθρα ἐγένετο (ἐν αἷς, εἰρήσεται), οὗτοι <lb/>μάλιστα κακοῦνται διὰ τὴν
                        τῶν νεύρων καὶ ἄρθρων ἀργίην· καὶ τὸ <lb/>γόνυ διὰ τὰ εἰρημένα ξυγκακοῦνται.
                        Ξυγκεκαμμένον οὗτοι ἔχοντες <lb/>ὁδοιπορέουσιν ἐπὶ ξύλου ἑνὸς ἢ δύο· τὸ δὲ
                        ὑγιὲς, εὔσαρκον διὰ χρῆσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Οἷσι δὲ ἐς τοὔμπροσθεν, σημεῖα τἀναντία, ὄπισθεν λαπαρὸν, <lb/>ἔμπροσθεν
                        ἐξέχον, ἥκιστα ξυγκάμπτουσιν οὗτοι τὸ σκέλος, μάλιστα δὲ <lb/>ἐκτείνουσιν·
                        ὀρθὸς ποὺς, σκέλος ἴσον, πτέρνα· βραχεῖ ἄκρως ἀνέσταλται. <lb/>Ἢ πονέουσι
                        μάλιστα οὗτοι αὐτίκα, καὶ οὖρον ἴσχεται μάλιστα <pb n="368"/> ἐν τούτοισι
                        τοῖσιν ἐξαρθρήμασιν· ἐν γὰρ τόνοισιν ἔγκειται τοῖσιν <lb/>ἐπικαίροισιν. Τὰ
                        ἔμπροσθεν κατατέταται, ἀναυξέα, νοσώδεα, ταχύγηρα· <lb/>τὰ ὄπισθεν
                        στολιδώδεις. Οἷσιν ηὐξημένοισιν, ὁδοιπορέουσιν <lb/>ὀρθοὶ, πτέρνῃ μᾶλλον
                        βαίνοντες· εἰ δὲ ἠδύναντο μέγα προβαίνειν, <lb/>κἂν πάνυ· σύρουσι δέ·
                        μινύθει δὲ ἥκιστα, τούτοισι δὲ ἡ χρῆσις <lb/>αἰτία, μάλιστα δὲ ὄπισθεν· διὰ
                        παντὸς τοῦ σκέλεος ὀρθότεροι τοῦ <lb/>μετρίου, ξύλου δέονται κατὰ τὸ
                        σιναρόν. Οἷσι δὲ ἐκ γενεῆς ἢ αὐξανομένοισι, <lb/>χρηστῶς μὲν ἐπιμεληθεῖσιν ἡ
                        χρῆσις, ὥσπερ τοῖσιν <lb/>ηὐξημένοισιν· ἀμεληθεῖσι δὲ, βραχὺ, ἐκτεταμένον·
                        πωροῦται γὰρ <lb/>τούτοισι μάλιστα ἐς ἰθὺ τὰ ἄρθρα. Αἱ δὲ τῶν ὀστέων
                        μειώσιες καὶ <lb/>αἱ τῶν σαρκῶν μινυθήσιες, κατὰ λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Μηροῦ δὲ κατάτασις μὲν ἰσχυρή· καὶ ἡ διόρθωσις κοινὴ, ἢ <lb/>χερσὶν, ἢ
                        σανίδι, ἢ μοχλῷ, τὰ μὲν ἔσω στρογγύλῳ, τὰ δὲ ἔξω <lb/>πλατεῖ, μάλιστα δὲ τὰ
                        ἔξω. Καὶ τὰ μὲν ἔσω, ἀσκοῖσιν ἀκεσάμενον, <lb/>ἐς τὸ ὑπόξηρον τοῦ μηροῦ,
                        κατατάσιος δὲ καὶ ξυνδέσιος σκελέων· <lb/>κρεμάσαι διαλείποντα σμικρὸν τοὺς
                        πόδας, ἔπειτα πλέξαντα ἐκκρεμασθῆναί <lb/>τινα, ἐν τῆ διορθώσει ἀμφότερα ἅμα
                        ποιεῦντα. Καὶ τῷ <lb/>ἔμπροσθεν τοῦτο ἱκανὸν καὶ τοῖσιν ἑτέροισιν, ἥκιστα δὲ
                        τῷ ἔξω. Ἡ <lb/>τοῦ ξύλου ὑπόστασις, ὥσπερ ὤμῳ ὑπὸ τὴν χεῖρα, οἷς ἔσω· τοῖσι
                        <lb/>γὰρ ἄλλοισιν ἧσσον. Καταναγκάσεις δὲ μετὰ διατάσιος, μάλιστα <lb/>τῶν
                        ἔμπροσθεν ἢ ὄπισθεν, ἢ ποδὶ ἢ χειρὶ ἐφίζεσθαι ἢ σανίδι. </p></div><pb n="370"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Γόνυ δὲ εὐηθέστερον ἀγκῶνος, διὰ τὴν εὐσταλίην καὶ <lb/>εὀφυΐην· διὸ καὶ
                        ἐκπίπτει καὶ ἐμπίπτει ῥᾷον. Ἐκπίπτει δὲ πλειστάκις <lb/>ἔσω, ἀτὰρ καὶ ἔξω,
                        καὶ ὄπισθεν. ἐμβολαὶ δὲ, ἢ ἐκ τοῦ ξυγκεκάμφθαι, <lb/>ἢ ἐκλακτίσαι ὀξέως, ἢ
                        ξυνελίξας ταινίης ὄγκον, ἐν ἰγνύῃ <lb/>θεὶς, ἀμφὶ τοῦτον ἐξαίφνης ἐς ὄκλασιν
                        ἀφεῖναι τὸ σῶμα, μάλιστα <lb/>ἐν τῇ τῶν ὄπισθεν· δύναται δὲ καὶ
                        κατατεινόμενα μετρίως, ὥσπερ <lb/>ἀγκὼν, ἐμπίπτειν τὰ ὄπισθεν. Τὰ δὲ ἔνθα, ἢ
                        ἔνθα, ἐκ τοῦ ξυγκεκάμφθαι, <lb/>ἢ ἐκλακτίσαι, [ἢ] ἐν καταστάσει, μάλιστα δὲ
                        αὐτὴ τὸ <lb/>ὄπισθεν· ἀτὰρ καὶ ἐκ κατατάσιος μετρίης. Ἡ διόρθωσις ἅπασι
                        <lb/>κοινή. Ἢν δὲ μὴ ἐμπέσῃ, τοῖσι μὲν ὄπισθεν ξυγκάμπτειν οὐ δύνανται,
                        <lb/>ἀτὰρ οὐδὲ τοῖσιν ἄλλοισι πάνυ τι· μινύθει δὲ μηροῦ καὶ κνήμης <lb/>τὸ
                        ἔμπροσθεν. Ἢν δὲ ἐς τὸ ἔσω, βλαισότεροι, μινύθει δὲ τὰ <lb/>ἔξω. Ἢν δὲ ἐς τὰ
                        ἔξω, γαυσότεροι, χωλοὶ δὲ ἧσσον, κατὰ γὰρ τὸ <lb/>παχύτερον ὀστέον ὀχέει,
                        μινύθει δὲ τὰ ἔσω. Ἐκ γενεῆς δὲ ἢ ἐν αὐξήσει, <lb/>κατὰ λόγον τὸν πρόσθεν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Τὰ δὲ κατὰ τὰ σφυρὰ κατατάσιος ἰσχυρῆς δεῖται, ἢ τῇσι χερσὶν <lb/>ἢ
                        ἄλλοισι τοιούτοισι, κατορθώσιος δὲ ἅμα ἀμφότερα ποιεύσης· <lb/>κοινὸν δὲ
                        πᾶσιν. </p></div><pb n="372"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Τὰ δὲ ἐν ποδὶ, ὡς τὰ ἐν χειρὶ, ὑγιῆ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Τὰ δὲ ἐν τῇ κνήμῃ συγκοινωνέοντα καὶ μὴ ἐμπεσόντα, ἐκ <lb/>γενεῆς καὶ ἐν
                        αὐξήσει ἐξαρθρήσαντα, ταῦτα ἃ καὶ ἐν χειρί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὅσοι δὲ πηδήσαντες ἄνωθεν ἐστηρίξαντο τῇ πτέρνῃ, ὥστε <lb/>διαστῆναι τὰ
                        ὀστέα, καὶ φλέβασ ἐκχυμωθῆναι, καὶ νεῦρα ἀμφιθλασθῆναι, <lb/>ὅταν γένηται
                        οἷα τὰ δεινότατα, κίνδυνος μὲν σφακελίσαντα <lb/>τὸν αἰῶνα πρήγματα
                        παρασχεῖν. Καὶ ῥοικώδη μὲν τὰ ὀστέα, τὰ δὲ <lb/>νεῦρα ἀλλήλοισι κοινωνέοντα.
                        Ἐπεὶ καὶ οἷσιν ἂν καταγεῖσιν, ἢ <lb/>ὑπὸ τρώματος οἷα ἐν κνήμῃ, ἢ μηρῷ,
                        νεύρων ἀπολυθέντων, ἃ <lb/>κοινωνέει τουτέοισιν, ἢ ἐξ ἄλλης κατακλίσιος
                        ἀμελέος ἐμελάνθη ἡ <lb/>πτέρνη, καὶ τουτέοισι παλίγκοτα ἐκ τοιουτέων. Ἔστιν
                        ὅτε πρὸς <lb/>σφακελισμῷ γίνονται πυρετοὶ ὑπεροξέες, λυγγώδεες, τρομώδεες,
                        <lb/>γνώμης ἁπτόμενοι, ταχυθάνατοι, καὶ ἔτι φλεβῶν αἱμοῤῥόων πελιώσιες,
                        <lb/>καὶ γαγγραινώσιες. Σημεῖα τῶν παλιγκοτησάντων· ἢν τὰ <lb/>ἐκχυμώματα,
                        καὶ τὰ μελάσματα, καὶ τὰ περὶ ταῦτα ὑπόσκληρα <lb/>καὶ ὑπέρυθρα ᾖ· ἢν γὰρ
                        ξὺν σκληρύσματι πελιωθῇ, κίνδυνος <lb/>μελανθῆναι· ἢν δ᾿ ὑποπέλια ἢ καὶ
                        πέλια μάλα, καὶ κεχυμένα, <lb/>ἢ ὑπόχλωρα καὶ μαλθακὰ, ταῦτα ἐν πᾶσι τοῖσι
                        τοιούτοισιν <lb/>ἀγαθά. Ἴησις δὲ, ἢν μὲν ἀπύρετοι ἔωσιν, ἐλλεβορίζειν· ἢν δὲ
                        μὴ, <lb/>μή· ἀλλὰ ποτὸν διδόναι ὀξύγλυκυ, εἰ δέοι. Ἐπίδεσις δὲ, ἡ
                        <lb/>ἄρθρων σύνδεσις· ἔτι δὲ ταῦτα· μᾶλλον τοῖσι φλάσμασι, καὶ <pb n="374"/>
                        ὀθονίοισι πλέοσι καὶ μαλθακωτέροισι χρῆσθαι· πίεξις ἧσσον· ὕδωρ <lb/>πλέον·
                        προσπεριβάλλειν τὰ πλεῖστα τῇ πτέρνῃ. Τὸ σχῆμα, ὅπερ ἡ <lb/>ἐπίδεσις, ὡς μὴ
                        ἐς την πτέρνην ἀποπιέζηται· ἀνωτέρω γούνατος· <lb/>ἔστω εὔθετος· νάρθηξι μὴ
                        χρήσασθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ὅταν δὲ ἐκστῇ ὁ ποὺς, ἢ μοῦνος, ἢ ξὺν τῇ ἐπιφύσει, ἐκπίπτει <lb/>μᾶλλον
                        ἐς τὸ ἔσω. Εἰ δὲ μὴ ἐμπέσοι, λεπτύνεται ἀνὰ χρόνον <lb/>ἰσχίου καὶ μηροῦ καὶ
                        κνήμης τὸ ἀντίον τοῦ ὀλισθήματος. ἐμβολὴ, <lb/>ὡς ἡ καρποῦ, κατάτασις δὲ
                        ἰσχυροτέρη. Ἴησις, νόμος ἄρθρων. Παλιγκοτέει <lb/>ἧσσον καρποῦ, ἢν ἡσυχάσῃ.
                        Δίαιτα μείων, ἐλινύουσι γάρ. <lb/>Τὰ δὲ ἐκ γενεῆς μὲν ἢ ἐν αὐξήσει, κατὰ
                        λόγον τὸν πρότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἐπεὶ τὰ σμικρὸν ὠλισθηκότα ἐκ γενεῆς, ἔνια οἷά τε διορθοῦσθαι·
                        <lb/>μάλιστα δὲ ποδὸς κύλλωσις· κυλλώσιος γὰρ οὐχ εἷς ἐστι <lb/>τρόπος. Ἡ δὲ
                        ἴησις τουτέου· κηροπλαστεῖν· κηρωτὴ ῥητινώδης, <lb/>ὀθόνια συχνὰ, ἢ πέλμα, ἢ
                        μολύβδιον προσεπιδεῖν, μὴ χρωτί· ἀνάληψις, <lb/>τά τε σχήματα ὁμολογείτω.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ἢν δὲ ἐξαρθρήσαντα ἕλκος ποιησάμενα ἐξίσχῃ, ἐώμενα <lb/>ἀμείνω, ὥστε δὴ
                        μὴ ἀπαιωρέεσθαι, μηδ᾿ ἀπαναγκάζεσθαι. Ἴησις <lb/>δὲ, πισσηρῇ, ἢ σπλήνεσιν
                        οἰνηροῖσι θερμοῖσιν (ἅπασι γὰρ τουτέοισι <lb/>τὸ ψυχρὸν κακὸν), καὶ
                        φύλλοισιν· χειμῶνος δὲ, εἰρίοισι ῥευπωμένοισι <lb/>τῆς σκέπης εἵνεκα· μὴ
                        καταπλάσσειν, μηδὲ ἐπιδεῖν· δίαιτα <lb/>λεπτή. Ψῦχος, ἄχθος πουλὺ, πίεξις,
                        ἀνάγκη, σχήματος τάξις· εἰδέναι <lb/>μὲν οὖν ταῦτα πάντα ὀλέθρια. Μετρίως δὲ
                        θεραπευθέντες, χωλοὶ <lb/>αἰσχρῶς· ἢν γὰρ παρὰ πόδας γένηται, ποὺς ἀνασπᾶται
                        καὶ ἤν πτ, <lb/>ἄλλῃ, κατὰ λόγον. Ὀστέα οὐ μάλα ἀφίστανται· μικρὰ γὰρ
                        ψιλοῦται, <pb n="376"/> περιωτειλοῦται λεπτῶς. Τουτέων τὰ μέγιστα
                        κινδυνωδέστατα, καὶ τὰ, <lb/>ἀνωτάτω. Ἐλπὶς δὲ μούνη σωτηρίης, ἐὰν μὴ
                        ἐμβάλλῃ, πλὴν τὰ <lb/>κατὰ δακτύλους, καὶ χεῖρα, ἄκρην· ταῦτα δὲ, προειπέτω
                        τοὺς κινδύνους· <lb/>ἐγχειρέειν ἐμβάλλειν ἢ τῇ πρώτῃ, ἢ τῇ δευτέρῃ· ἢν δὲ
                        μὴ, <lb/>πρὸς τὰς δέκα· ἥκιστα τεταρταῖα· ἐμβολὴ δὲ, οἱ μοχλίσκοι· ἴησις
                        <lb/>δὲ, ὡς κεφαλῆς ὀστέων, καὶ θέρμη· ἐλλεβόρῳ δὲ καὶ αὐτίκα ἐπὶ
                        <lb/>τοῖσιν ἐμβαλλομένοισι βέλτιον χρῆσθαι. Τὰ δ᾿ ἄλλα, εὖ εἰδέναι δεῖ,
                        <lb/>ὅτι, ἐμβαλλομένων, θάνατοι· τὰ μέγιστα καὶ τὰ ἀνωτάτω μάλιστα <lb/>καὶ
                        τάχιστα. Ποὺς δὲ ἐκβὰς, σπασμὸς, γάγγραινα· καὶ <lb/>ἢν ἐμβληθέντι
                        ἐπιγένηταί τι τουτέων, ἐκβάλλοντι ἐλπὶς, εἴ τις ἄρα <lb/>ἐλπίς· οὐ γὰρ ἀπὸ
                        τῶν χαλώντων οἱ σπασμοὶ, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῶν ἐντεινόντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Αἱ δὲ ἀποκοπαὶ ἢ ἐν ἄρθρῳ, ἢ κατὰ τὰ ὀστέα, μὴ ἄνω, <lb/>ἀλλ᾿ ἢ παρὰ τῷ
                        ποδὶ, ἢ παρὰ τῇ χειρὶ, ἐγγὸς περιγίνονται, ἢν μὴ <lb/>αὐτίκα μάλα λειποθυμίῃ
                        ἀπόλωνται. Ἴησις, ὡς κεφαλῆς, θέρμη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ἀποσφακελίσιος μέντοι σαρκῶν, καὶ ἐν τρώμασιν αἱμοῤῥόοις
                        <lb/>ἀποσφιγχθὲν, καὶ ἐν ὀστέων κατήγμασι πιεχθὲν, καὶ ἐν δεσμοῖς
                        <lb/>ἀπομελανθέν. Καὶ οἷσι μηροῦ μέρος ἀποπίπτει καὶ βραχίονος, <lb/>ὀστέα
                        τε καὶ σάρκες [ἀποπίπτουσι], πολλοὶ περιγίνονται, ὡς τά γε <lb/>ἄλλα
                        εὐφορώτερα. Οἷσι μὲν οὖν καταγέντων ὀστέων, αἱ μὲν περιῤῥήξιες <lb/>ταχεῖαι,
                        αἱ δὲ τῶν ὀστέων ἀποπτώσιες, ᾗ ἂν τὰ ὅρια τῆς <lb/>ψιλώσιος ᾖ, ταύτῃ
                        ἀποπίπτουσι, βραδύτερον δέ. Δεῖ δὲ τὰ κατωτέρω <pb n="378"/> τοῦ τρώματος
                        προσαφαιρέειν καὶ τοῦ σώματος τοῦ ὑγιέος (προθνήσκει <lb/>γὰρ), φυλασσόμενον
                        ὀδύνην· ἅμα γὰρ λειποθυμίῃ θνήσκουσιν. <lb/>Μηροῦ ὀστέον ἀπελύθη ἐκ τοιούτου
                        ὀγδοηκοσταῖον, ἡ δὲ <lb/>κνήμη ἀφῃρέθη εἰκοσταίη· κνήμης δὲ ὀστέα κατὰ
                        μέσην, ἑξηκοσταῖα <lb/>ἀπελύθη. Ἐκ τοιουτέων ταχὺ καὶ βραδέως, αἱ πιέξιες αἱ
                        ἰητρικαί. <lb/>Τὰ δ᾿ ἄλλα ὅσα ἡσυχαίως, τὰ μὲν ὀστέα οὐκ ἀποπίπτει, οὐδὲ
                        σαρκῶν <lb/>ψιλοῦται, ἀλλ᾿ ἐπιπολαιότερον. Προσδέχεσθαι ταῦτα χρή· τὰ
                        <lb/>γὰρ πλεῖστα φοβερώτερα ἢ κακίω. Ἡ ἴησις πραεῖα· θέρμῃ, <lb/>διαίτῃ
                        ἀκριβεῖ· κίνδυνος αἱμοῤῥαγιῶν, ψύχεος· σχήματα δὲ, ὡς μὲν <lb/>ἀνάῤῥοπα,
                        ἔπειτα ὑποστάσιος πύου εἵνεκα ἐξ ἴσου ἢ ὅσα ξυμφέρει. <lb/>Ἐπὶ τοῖσι
                        τοιουτέοισι καὶ ἐπὶ τοῖσι μελασμοῖσιν, αἱμοῤῥαγίαι· δυσεντερίαι·, <lb/>περὶ
                        κρίσιν, λαῦροι μὲν, ὀλιγήμεροι δέ· οὐκ ἀπόσιτοι <lb/>δὲ πάνυ, οὐδὲ
                        πυρετώδεες, οὐδέ τι κενεαγγητέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ὕβωσις, ἡ μὲν εἴσω, ἐπιθάνατος, οὔρων σχέσιος, οὔρων σχέσιος,
                        ἀποναρκώσιος· <lb/>τὰ δὲ ἔξω, τουτέων ἀσινέα τὰ πλεῖστα, πουλὺ μᾶλλον, ἢ
                        <lb/>ὅσα σεισθέντα μὴ ἐξέστη· αὐτὰ μὲν ἑωυτοῖσι κρίσιν ποιησάμενα,
                        <lb/>κεῖνα δὲ ἐπὶ πλέον τῷ σώματι ἐπιδιδόντα, καὶ ἐν ἐπικαίροις ἔοντα.
                        <lb/>Οἷον πλευραὶ κατεαγεῖσαι μὲν, ὀλίγαι πυρετώδεες, καὶ αἵματος
                        <lb/>πτύσιος, καὶ σφακελισμοῦ, ἤν τε μία, ἤν τε πλείους, μὴ κατασχισθεῖσαι
                        <lb/>δέ· καὶ ἴησις φαύλη, μὴ κενεαγγοῦντα, ἢν ἀπύρετος <lb/>ἔῃ· ἐπίδεσις, ὡς
                        νόμος· ἡ δὲ πώρωσις, ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι, χαῦνον <lb/>γάρ. Ἢν δ᾿ ἀμφιφλασθῇ,
                        φυματίαι, καὶ βηχώδεες, καὶ ἔμμοτοι, <pb n="380"/> καὶ πλευρὰς ἐσφακέλισαν·
                        παρὰ γὰρ πλευρὴν ἑκάστην, ἀπὸ πάντων <lb/>τόνοι εἰσίν. Πολλοὶ δὲ καὶ αἷμα
                        ἔπτυσαν, καὶ ἔμπυοι ἐγένοντο. Ἡ <lb/>δὲ μελέτη, ἴησις, ἐπίδεσις, ὡς νόμος·
                        διαίτης τὰ πρῶτα ἀτρεκέως, <lb/>ἔπειτα ἁπαλύνειν· ἡσυχίῃ, σιγῇ· σχήματα,
                        κοιλίη, ἀφροδίσια. <lb/>Ἀτὰρ οἷς ἄναιμα, ἐπωδυνώτερα τῶν καταγνυμένων, καὶ
                        φιλυποστροφώτερα <lb/>χρόνοισιν· οἷσι δὲ καταλείπεται μυξῶδες, ὑπομιμνήσκει
                        <lb/>ἐν πόνοισιν. Ἴησις, καῦσις, τοῖσι μὲν ἀπ᾿ ὀστέου, μέχρις ὀστέου, μὴ
                        <lb/>αὐτὸ δέ· ἢν δὲ μεταξὺ, μὴ πέρην, μηδὲ ἐπιπολῆς. Σφακελισμός· <lb/>καὶ
                        τὰ ἔμμοτα πειρᾶσθαι· εἰρήσεται ἅπαντα τὰ ἐπεσιόντα. <lb/>Ὁρατὰ, λόγοις δ᾿ οὐ
                        μὴ, βρώματα, πόματα, θάλπος, ψῦχος, <lb/>σχῆμα, ὅτι καὶ φάρμακα, τὰ μὲν
                        ξηρὰ, τὰ δὲ ὑγρὰ, τὰ δὲ πυῤῥὰ, τὰ <lb/>δὲ μέλανα, τὰ δὲ λευκὰ, τὰ δὲ
                        στρυφνὰ, ἐπὶ ἕλκη, οὕτω καὶ <lb/>δίαιται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Τὰ δ᾿ ἀπὸ καταπτώσιος ἧσσον δύναται ἐξιθύνεσθαι· <lb/>χαλεπώτερα δὲ τὰ
                        ἄνω φρενῶν ἐξιθύνεσθαι. Οἷσι δὲ παισὶν, οὐ συναύξεται, <lb/>ἀλλ᾿ ἢ σκέλη καὶ
                        χεῖρες καὶ κεφαλή. Ηὐξημένοισιν ὕβωσις, <lb/>παραχρῆμα μὲν τῆς νούσου
                        ῥύεται, ἀνὰ χρόνον δ᾿ ἐπισημαίνεται, <lb/>δι᾿ ὧνπερ καὶ τοῖσι νεωτέροισιν,
                        ἧσσον δὲ κακοήθως. Εἰσὶ δὲ οἳ <lb/>εὐφόρως ἤνεγκαν, οἷσιν ἂν ἐς εὔσαρκον καὶ
                        πιμελῶδες τράπηται. <lb/>Ὀλίγοι δὲ τουτέων περὶ ἑξήκοντα ἔτεα ἐβίωσαν. Ἀτὰρ
                        καὶ ἐς <pb n="382"/> τὰ πλάγια διαστρέμματα γίνεται· συναίτια δὲ καὶ τὰ
                        σχήματα, ἐν <lb/>οἷσιν ἂν κατακέωνται· καὶ ἔχει προγνώσιας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Νόμος ἐμβολῆς καὶ διορθώσιος, ὄνος, μοχλὸς, σφηνίσκος, <lb/>ἴπος, ὄνος
                        μὲν ἀπάγειν, μοχλὸς δὲ παράγειν. Τὰ δὲ ἐμβλητέα <lb/>ἢ διορθωτέα διαναγκάσαι
                        δεῖ ἐκτείνοντα, ἐν ᾧ ἂν ἕκαστα <lb/>σχήματι μέλλῃ ὑπεραιωρηθήσεσθαι· τὸ δ᾿
                        ἐκβὰν, ὑπὲρ τούτου ὅθεν <lb/>ἐξέβη· τοῦτο δὲ, ἢ χερσὶν, ἢ κρεμασμῷ, ἢ
                        ὄνοισιν, ἢ περί τι. <lb/>Χερσὶ μὲν οὖν ὀρθῶς κατὰ μέρεα· καρπὸν δὲ καὶ
                        ἀγκῶνα ἀπόχρη <lb/>διαναγκάζειν, καρπὸν μὲν ἐς ἰθὺ ἀγκῶνος, ἀγκῶνα δὲ
                        ἐγγώνιον <lb/>πρὸς βραχίονα ἔχοντα, οἷον παρὰ τῷ βραχίονι τὸ ὑπὸ τὴν χεῖρα
                        <lb/>ὑποτεινόμενον. Ἐν οἷσι δὲ δακτύλου ποδὸς, χειρὸς, καρποῦ, ὑβώματος
                        <lb/>τὸ ἔξω διαναγκάσαι δεῖ καὶ καταναγκάσαι, τὰ μὲν ἄλλα <lb/>ὑπὸ χειρῶν αἱ
                        διαναγκάσεις ἱκαναὶ, καταναγκάσαι δὲ τὰ ὑπερέχοντα <lb/>ἐς ἕδρην πτέρνῃ ἢ
                        θέναρι ἐπί τινος· ὥστε κατὰ μὲν τὸ <lb/>ἐξέχον ὑποκέεσθαι ὄγκον σύμμετρον
                        μαλθακόν· κατὰ δὲ τὸ ἕτερον <lb/>μὴ στορέσαντα χρὴ ὠθέειν ὀπίσω καὶ κάτω, ἤν
                        τε ἔσω, ἤν τε <lb/>ἔξω ἐκπεπτώκῃ· τὰ δ᾿ ἐκ πλαγίων, τὰ μὲν ἀπωθέειν, τὰ δὲ
                        ἀντωθέειν <lb/>ὀπίσω ἀμφότερα κατὰ τὸ ἕτερον. Τὰ δὲ ὑβώματα, τὰ μὲν <pb n="384"/> ἔσω οὔτε πταρμῷ, οὕτε βηχὶ, οὔτε φύσης ἐνέσει, οὔτε σικύῃ· εἰ
                        <lb/>δέ τι, ἡ κατάτασις. Ἡ δὲ ἀπάτη, ὅτι οἴονταί ποτε καταγέντων
                        <lb/>σπονδύλων, καὶ τὰ λορδώματα διὰ τὴν ὀδύνην δοκέει ἔσω ὠλισθηκέναι·
                        <lb/>ταῦτα δὲ ταχύφυα καὶ ῥᾴδια. Τὰ δὲ ἔξω, κατάσεισις, τὰ <lb/>μὲν ἄνω ἐπὶ
                        πόδας, τὰ δὲ κάτω τἀναντία· κατανάγκασις δὲ σὺν <lb/>κατατάσει, ἢ ἕδρῃ, ἢ
                        ποδὶ, ἢ σανίδι. Τὰ δ᾿ ἔνθα ἢ ἔνθα, εἴ τι, ἡ κατάτασις, <lb/>καὶ ἔτι τὰ
                        σχήματα ἐν τῇ διαίτῃ. Τὰ ἄρμενα πάντα εἶναι <lb/>πλατέα, προσηνέα, ἰσχυρά·
                        εἰ δὲ μὴ, δεῖ ῥάκεσι προκατειλίχθαι· <lb/>ἐσκευάσθαι πρὶν ἢ ἐν τῇσιν
                        ἀνάγκῃσι, πάντα συμμεμετρημένως <lb/>τὰ μήκεα, καὶ ὕψεα, καὶ εὔρεα. Διάτασις
                        οἷον μηροῦ, τὸ παρὰ <lb/>σφυρὸν δεδέσθαι, καὶ ἄνω τοῦ γούνατος, ταῦτα μὲν ἐς
                        τὸ αὐτὸ τείνοντα· <lb/>παρὰ δ᾿ ἰξύϊ, καὶ περὶ μασχάλας, καὶ κατὰ περίνεον,
                        καὶ <lb/>μηρὸν, τὰ μεταξὺ, τῆς ἀρχῆς τὸ μὲν ἐπὶ τὸ στῆθος, τὸ δ᾿ ἐπὶ νῶτον
                        <lb/>τείνοντα, ταῦτα δ᾿ ἐς τὸ αὐτὸ ἅπαντα τείνοντα, προσδεθέντα ἢ πρὸς
                        <lb/>ὑπεροειδέα, ἢ πρὸς ὄνον. Ἐπὶ μὲν οὖν κλίνης ποιέοντι, τοῦτο μὲν
                        <lb/>τῶν ποδῶν πρὸς οὐδὸν χρὴ ἐρεῖσαι, πρὸς δὲ τὸ ἕτερον, ξύλον <pb n="386"/> ἰσχυρὸν πλάγιον παραβεβλῆσθαι, τὰ δὲ ὔπερθεν ὑπεροειδέα πρὸς ταῦτα
                        <lb/>ἀντιστηρίζοντα διατείνειν, ἢ πλήμνας κατορύξαντα, ἢ κλίμακα διαθέντα,
                        <lb/>ἀμφωτέρωθεν ὠθέειν. Τὸ δὲ κοινὸν, σανὶς ἑξάπηχυς, εὖρος <lb/>δίπηχυς,
                        πάχος σπιθαμῆς, ἔχουσα ὄνους δύο ταπεινοὺς ἔνθεν καὶ ἔνθεν, <lb/>ἔχουσα δὲ
                        καὶ κατὰ μέσον στυλίσκους ξυμμέτρους, ἐξ ὧν ὡς κλιμακτὴρ <lb/>ἥρμοσται ἐς
                        τὴν ὑπόστασιν τῷ ξύλῳ, ὥσπερ τῷ κατ᾿ ὦμον· <lb/>καταγλύφους δὲ, ὥσπερ
                        ληνοὺς, λείας ἔχειν, τετραδακτύλους εὖρος <lb/>καὶ βάθος, καὶ διαλιπεῖν
                        τοσοῦτον, ὅσον αὐτῇ τῇ μοχλεύσει ἐς διόρθωσιν· <lb/>ἐν μέσῳ δὲ τετράγωνον
                        καταγλυφὴν, ὥστε στυλίσκον ἐνεῖναι, <lb/>ὃς παρὰ περίνεον ἐὼν περιῤῥέπειν τε
                        κωλύσει, ἐών τε ὑποχάλαρος <lb/>ὑπομοχλεύσει. Χρὴ δὲ, τῆς σανίδος [ἢ] ἐν τῷ
                        τοίχῳ [τὸ <lb/>ἄκρον] καταγεγλυμμένον τι ἐχούσης, τοῦ ξύλου ὦσαι τὸ ἄκρον,
                        ἐπὶ <lb/>δὲ θάτερα καταναγκάζειν, ὑποτιθέντα μαλθακά τινα σύμμετρα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Οἷσιν ὀστέον ἀπὸ ὑπερῴης ἀπῆλθε, μέση ἵζει ἡ ῥὶς τουτέοισιν. <lb/>Οἱ δὲ
                        φλώμενοι κεφαλὰς ἄνευ ἕλκεος, ἢ πεσόντος, ἢ κατάξαντος, <lb/>ἢ πιέσαντος,
                        τουτέων ἐνίοισι τὰ δριμέα ἔρχεται ἀπὸ κεφαλῆς <lb/>κατὰ τὰς φάρυγγας, καὶ
                        ἀπὸ τρώματος ἐν τῇ κεφαλῇ, καὶ ἐς <lb/>τὸ ἧπαρ, καὶ ἐς τὸν μηρόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Σημεῖα παραλλαγμάτων καὶ ἐκπτωμάτων, καὶ ᾗ, καὶ ὅκως, <pb n="388"/> καὶ
                        ὅσον διαφέρει ταῦτα πρὸς ἄλληλα. Καὶ οἷσιν ἡ κοτύλη παρέαγε, <lb/>καὶ οἷσι
                        νευρίον ἀπεσπάσθη, καὶ οἷσιν ἐπίφυσις ἀπέαγε, καὶ οἷσι, καὶ <lb/>ὡς, καὶ ἓν
                        ἢ δύο, ὧν δύο ἐστίν· ἐπὶ τουτέοισι κίνδυνοι, ἐλπίδες, <lb/>οἷσι κακαὶ, καὶ
                        ὅτε κακώσιες θανάτου, ὑγιείης ἀσφαλείης. Καὶ ἂ <lb/>ἐυβλητέα, ἢ χειριστέα,
                        καὶ ὅτε, καὶ οὒ, ἢ ὅτε οὔ· ἐπὶ <lb/>τουτέοισιν ἐλπίδες, κίνδυνοι. Οἷα καὶ
                        ὅτε χειριστέα καὶ τὰ ἐκ γενεῆς <lb/>ἔξα ρθρα, τὰ αὐξανόμενα, τὰ ηὐξημένα,
                        καὶ ὅ τι θᾶσσον, καὶ ὅ τι <lb/>βραδύτερον, καὶ ὅ τι χωλὸν, καὶ ὡς, καὶ οὔ·
                        καὶ διότι καὶ ὅ τι <lb/>μινυθήσει, καὶ ᾗ, καὶ ὡς, καὶ οἷσιν ἧσσον. Καὶ ὅτι
                        τὰ καταγέντα <lb/>θᾶσσον καὶ βραδύτερον φυόμενα, ᾗ αἱ διαστροφαὶ καὶ
                        ἐπιπωρώσιες <lb/>γίνονται, καὶ ἄκη τουτέων. Οἷσιν ἕλκεα αὐτίκα ἢ ὕστερον
                        γίνονται· <lb/>οἷσι καὶ ὀστέα καταγεῖσι, μείω, οἷσιν οὔ· οἷσι καταγέντα
                        ἐξέσχεν, <lb/>καὶ ᾗ ἐξίσχει μᾶλλον· οἷσιν ἐκβάντα [ἢ] ἄρθρα ἐξίσχει.
                        Ἀπατῶνται, <pb n="390"/> καὶ δι᾿ ἃ, ἐν οἷσιν ὁρῶσιν, ἐν οἷσι διανοεῦνται
                        ἀμφὶ τὰ <lb/>παθήματα, ἀμφὶ τὰ θεραπεύματα. Νόμοισι τοῖσ νομίμοισι, περὶ
                        <lb/>ἐπιδέσιος· παρασκευὴ, πάρεξις, κατάτασις, διόρθωσις, ἀνάτριψις,
                        <lb/>ἐπίδεσις, ἀνάληψις, θέσις, σχῆμα, χρόνοι, δίαιται. Τὰ χαυνότατα
                        <lb/>τάχιστα φύεται, τά δ᾿ ἐναντία ἐναντίως. Διαστροφαὶ, ᾗ κυρτοί·
                        <lb/>ἄσαρκοι, ἄνευροι, ᾗ τὸ ἐκπεσόν. Τὸ ἐμπεσὸν ὡς προσωτάτω ἔσται <lb/>τοῦ
                        χωρίου, οὗ ἐξέπεσεν. Νεύρων, τὰ μὲν ἐν κινήσει καὶ ἐν πλάδῳ, <lb/>ἐπιδοτικά·
                        τὰ δὲ μὴ, ἧσσον. Ἄριστον, ᾗ ἂν ἐκπέσῃ, εἰ ἐμπέσοι <lb/>τάχιστα. Πυρεταίνοντι
                        μὴ ἐμβάλλειν, μηδὲ τεταρταῖα, πεμπταῖα, <lb/>ἥκιστα ἀγκῶνα, καὶ τὰ ναρκώδεα
                        πάντα· ὡς τάχιστα ἄριστα, τὴν <lb/>φλεγμονὴν παρέντα. Τὰ ἀποσπώμενα, ἢ
                        νεῦρα, ἢ χόνδρια, ἢ ἐπιφύσιες, <lb/>ἢ διιστάμενα κατὰ συμφύσεις, ἀδύνατα
                        ὁμοιωθῆναι· διαπωροῦται <lb/>ταχέως τοῖσι πλείστοισιν· ἡ δὲ χρῆσις σώζεται.
                        Ἐκβάντων, τὰ <lb/>ἔσχατα, ῥᾷον. Τὰ ῥᾷστα ἐκπεσόντα ἥκιστα φλεγμαίνει· τὰ δὲ
                        <lb/>ἥκιστα θερμαίνοντα, καὶ μὴ ἐπιθεραπευθέντα, μάλιστα αὖθις ἐκπίπτει.
                        <lb/>Κατατείνειν ἐν σχήματι τοιουτέῳ, ἐν ᾧ μάλιστα ὑπεραιωρηθήσεται,
                        <lb/>σκεπτόμενον ἐς τὴν φύσιν καὶ τὸν τόπον. ᾟ ἐξέβη, <lb/>διόρθωσις· ὀπίσω
                        ἐς ὀρθὸν καὶ ἐς πλάγιον παρωθεῖν· τὰ δὲ ταχέως <pb n="392"/> ἀντισπάσαντα
                        ἀντισπάσαι ταχέως ἤδη ἐκ περιαγωγῆς. Τὰ πλειστάκις <lb/>ἐκπίπτοντα ῥᾷον
                        ἐμπίπτει· αἴτιον φύσις, ἢ νεύρων, ἢ ὀστέων, <lb/>νεύρων μὲν, μῆκος ἢ
                        ἐπίδοσις, ὀστέων δὲ, κοτύλης ὁμαλότης, <lb/>κεφαλῆς φαλακρότης· τὸ ἔθος
                        τρίβον ποιέει· αἰτίη, καὶ σχέσις, <lb/>καὶ ἕξις, καὶ ἡλικίη. Τὸ ὑπόμυξον,
                        ἀφλέγμαντον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>