<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1:1-20</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1:1-20</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΜΟΧΛΙΚΟΣ.</head><p>1. Ὀστέων φύσις· δακτύλων μὲν ἁπλᾶ καὶ ὀστέα καὶ ἄρθρα· χειρὸς <lb/>δὲ καὶ
                        ποδὸς πουλλὰ, ἄλλα ἀλλοίως συνηρθρωμένα· μέγιστα δὲ <lb/>τὰ ἀνωτάτω· πτέρνης
                        δὲ ἓν οἷον ἔξω φαίνεται, πρὸς δὲ αὐτὴν <lb/>οἱ ὀπίσθιοι τένοντες τείνουσιν.
                        Κνήμης δὲ δύο, ἄνωθεν καὶ κάτωθεν <lb/>ξυνεχόμενα, κατὰ μέσον δὲ διέχοντα
                        σμικρόν· τὸ ἔξωθεν, κατὰ τὸν <lb/>σμικρὸν δάκτυλον λεπτότερον βραχεῖ,
                        πλεῖστον δὲ ταύτῃ διεχούσῃ <lb/>καὶ σμικροτέρῃ ῥοπῇ κατὰ γόνυ, καὶ ὁ τένων
                        ἐξ αὐτοῦ πέφυκεν, ὁ <lb/>παρὰ τὴν ἰγγύην ἔξω· ἔχουσι δὲ κάτωθεν κοινὴν
                        ἐπίφυσιν, πρὸς <lb/>ἣν ὁ ποὺς κινέεται· ἄλλην δὲ ἄνωθεν ἔχουσιν ἐπίφυσιν, ἐν
                        ᾗ τὸ τοῦ <lb/>μηροῦ ἄρθρον κινέεται, ἁπλόον καὶ εὐσταλὲς ὡς ἐπὶ μήκει· εἶδος
                        <lb/>κονδυλῶδες, ἔχον ἐπιμυλίδα· αὐτὸς δ᾿ ἔγκυρτος ἔξω καὶ ἔμπροσθεν· <lb/>ἡ
                        δὲ κεφαλὴ ἐπίφυσίς ἐστι στρογγύλη, ἐξ ἧς τὸ νεῦρον τὸ ἐν τῇ κοτύλῃ <lb/>τοῦ
                        ἰσχίου πέφυκεν· ὑποπλάγιον δὲ καὶ τοῦτο προσήρτηται, <lb/>ἧσσον δὲ
                        βραχίονος. Τὸ δ᾿ ἰσχίον προσίσχεται πρὸς τῷ μεγάλῳ <lb/>σπονδύλῳ τῷ παρὰ τὸ
                        ἱερὸν ὀστέον, χονδρονευρώδει δεσμῷ. Ῥάχις <lb/>δὲ ἀπὸ μὲν τοῦ ἱεροῦ ὀστέου
                        μέχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου κυφή· <pb n="342"/> κύστις τε καὶ γονὴ καὶ ἀρχοῦ
                        τὸ ἐγκεκλιμένον, ἐν τούτῳ· ἀπὸ δὲ <lb/>τούτου ἄχρι φρενῶν ἦλθεν ἡ ἰθύλορδος,
                        καὶ αἱ ψόαι κατὰ τοῦτο, <lb/>ἐντεῦθεν δὲ ἄχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου, τοῦ
                        ὑπὲρ τῶν ἐπωμίδων, <lb/>ἰθυκυφής· ἔτι δὲ μᾶλλον δοκέει, ἢ ἐστίν· αἱ γὰρ
                        ὄπισθεν τῶν <lb/>σπονδύλων ἀποφύσιες ταύτῃ ὑψηλόταται· τὸ δὲ τοῦ αὐχένος
                        ἄρθρον, <lb/>λορδόν. Σπόνδυλοι δὲ ἔσωθεν ἄρτιοι πρὸς ἀλλήλους, ἀπὸ δὲ τῶν
                        <lb/>ἔξωθεν χόνδρων νεύρῳ συνεχόμενοι· ἡ δὲ ξυνάρθρωσις αὐτῶν, ἐν <lb/>τῷ
                        ὄπισθεν τοῦ νωτιαίου· ὄπισθεν δὲ ἔχουσιν ἔκφυσιν ὀξείην, ἔχουσαν
                        <lb/>ἐπίφυσιν χονδρώδεα, ἔνθεν νεύρων ἀπόφυσις καταφερὴς, ὥσπερ καὶ <lb/>οἱ
                        μύες παραπεφύκασιν ἀπὸ αὐχένος ἐς ὀσφὺν, πληρεῦντες δὲ <lb/>πλευρέων καὶ
                        ἀκάνθης τὸ μέσον. Πλευραὶ δὲ κατὰ τὰς διαφύσιας <lb/>τῶν σπονδύλων νευρίῳ
                        προσπεφύκασιν ἀπ᾿ αὐχένος ἐς ὀσφὺν <lb/>ἔσωθεν, ἐπίπροσθεν δὲ κατὰ τὸ
                        στῆθος, χαῦνον καὶ μαλθακὸν τὸ <lb/>ἄκρον ἔχουσαι· εἶδος ῥαιβοειδέστατον τῶν
                        ζώων· στενότατος γὰρ <lb/>ταύτῃ ὁ ἄνθρωπος ἐπ᾿ ὄγκον· ᾗ δὲ δὴ πλευρῇσιν
                        ἔκφυσις <lb/>πλαγίη βραχείη καὶ πλατείη, ἐφ᾿ ἑκάστῳ σπονδύλῳ νευρίῳ
                        προσπεφύκασιν. <lb/>Στῆθος δὲ ξυνεχὲς αὐτὸ ἑωυτῷ, διαφύσιας ἔχον πλαγίας,
                        <lb/>ᾗ πλευραὶ προσήρτηνται, χαῦνον δὲ καὶ χονδρῶδες. Κληῗδες <pb n="344"/>
                        δὲ περιφερέες ἐς τοὔμπροσθεν, ἔχουσαι πρὸς μὲν τὸ στῆθος βραχείας
                        <lb/>κινήσιας, πρὸς δὲ τὸ ἀκρώμιον συχνοτέρας. Ἀκρώμιον δὲ ἐξ
                        <lb/>ὠμοπλατέων πέφυκεν, ἀνομοίως τοῖσι πλείστοισιν. Ὠμοπλάτη δὲ
                        <lb/>χονδρώδης τὸ πρὸς ῥάχιν, τὸ δ᾿ ἄλλο χαύνη, τὸ ἀνώμαλον ἔξω <lb/>ἔχουσα,
                        αὐχένα δὲ καὶ κοτύλην ἔχουσα χονδρώδεα, ἐξ ἧς αἱ πλευραὶ <lb/>κίνησιν
                        ἔχουσιν, εὐαπόλυτος ἐοῦσα ὀστέων, πλὴν βραχίονος. <lb/>Τούτου δὲ ἐκ τῆς
                        κοτύλης νευρίῳ ἡ κεφαλὴ ἐξήρτηται, χόνδρου <lb/>χαύνου περιφερῆ ἐπίφυσιν
                        ἔχουσα· αὐτὸς δ᾿ ἔγκυρτος ἔξω καὶ <lb/>ἔμπροσθεν, πλάγιος, οὐκ ὀρθὸς πρὸς
                        κοτύλην. Τὸ δὲ πρὸς ἀγκῶνα <lb/>αὐτοῦ, πλατὺ καὶ κονδυλῶδες καὶ βαλβιδῶδες
                        καὶ στερεὸν, <lb/>ἔγκοιλον ὄπισθεν, ἐν ᾧ ἡ κορώνη ἡ ἐκ τοῦ πήχεος, ὅταν
                        ἐκταθῇ <lb/>ἡ χεὶρ, ἔνεστιν· ἐς τοῦτο καὶ τὸ ναρκῶδες νεῦρον, ὃ ἐκ τῆς
                        διαφύσιος <lb/>τῶν τοῦ πήχεος ὀστέων, ἐκ μέσων, ἐκπέφυκε καὶ περαίνεται.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ῥὶς δὲ κατεαγεῖσα ἀναπλάσσεται, εἰ οἷόν τε, αὐθωρόν. Κἢν <pb n="346"/> μὲν
                        οὖν ὁ χόνδρος, ἐντιθέναι ἄχνην ὀθονίου ἐναποδέοντα λοπῷ καρχηδονίῳ, <lb/>ἢ
                        ἐν ἄλλῳ, ὃ μὴ ἐρεθιεῖ· τῷ λοπῷ δὲ τὰς παραλλάξιας <lb/>παρακολλᾷν, καὶ
                        ἀναλαμβάνειν. Ταῦτα δὲ ἐπίδεσις κατὰ ποιέει. <lb/>Ἴησις, ἀλήτῳ ξὺν μάννῃ, ἢ
                        θείῳ ξὺν κηρωτῇ. Αὐτίκα ἀναπλάσεις, <lb/>ἔπειτα ἀνακωχήσεις τοῖσι
                        δακτύλοισιν, ἐσματτευόμενος καὶ παραστρέφων· <lb/>καὶ τὸ καρχηδόνιον.
                        Πωροῖτο ἂν, καὶ ἢν ἕλκος ἐνῇ, καὶ <lb/>ἢν ὀστέα ἀπιέναι μέλλῃ (οὐ γὰρ
                        παλιγκοτώτατα), οὕτω ποιητέα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Οὖς κατεαγὲν, μὴ ἐπιδεῖν, μηδὲ καταπλάσσειν· ἢν δέ τι δέῃ, <lb/>ὡς
                        κουφότατον, ἡ κηρωτή· καὶ θείῳ κατακολλᾷν. Ὧν δὲ <lb/>ἔμπυα τὰ ὦτα, διὰ
                        παχέος εὑρίσκεται· πάντα δὲ τὰ ὑπόμυξα καὶ <lb/>τῇ ὑγρῇ σαρκὶ πλήρεα
                        ἐξαπατᾷ· οὐ μὴ βλάβη γένηται στομωθὲν <lb/>τὸ τοιοῦτον· ἐστὶ γὰρ ἄσαρκα καὶ
                        ὑδατώδεα, μύξης πλέα, ὅπου δὲ <lb/>καὶ οἷα ἐόντα θανατώδεά ἐστι, παρεθέντα.
                        Ὤτων καῦσις πέρην, <lb/>τάχιστα ὑγιάζει· κυλλὸν δὲ καὶ μεῖον γίνεται τὸ οὖς,
                        ἢν πέρην καυθῇ. <lb/>Ἢν δὲ στομωθῇ, κούφῳ ἐναίμῳ δεήσει χρῆσθαι. </p></div><pb n="348"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Γνάθοι δὲ κατασπῶνται μὲν πολλάκις καὶ καθίστανται· ἐκπίπτουσι <lb/>δὲ
                        ὀλιγάκις, μάλιστα μὲν χασμωμένοισιν· οὐ γὰρ ἐκπίπτει, <lb/>ἢν μή τις χανὼν
                        μέγα παρανάγῃ· ἐκπίπτει δὲ μᾶλλον, ὅτι τὰ νεῦρα <lb/>ἐν πλαγίῳ καὶ
                        λελυγισμένα συνδιδοῖ. Σημεῖα· προέχει ἡ κάτω <lb/>γνάθος, καὶ παρέστραπται
                        τἀναντία τοῦ ἐκπτώματος, ξυμβάλλειν <lb/>οὐ δύνανται· ἢν δ᾿ ἀμφότεραι,
                        προΐσχουσι μᾶλλον, συμβάλλουσιν <lb/>ἧσσον, ἀστραβέες· δηλοῖ δὲ τὰ ὅρια τῶν
                        ὀδόντων τὰ ἄνω τοῖσι κάτω <lb/>κατ᾿ ἴξιν. Ἢν οὖν ἀμφότεραι ἐκπεσοῦσαι μὴ
                        αὐτίκα ἐμπέσωσι, <lb/>θνήσκουσι δεκαταῖοι οὗτοι μάλιστα πυρετῷ ξυνεχέϊ,
                        νωθρῇ τε καρώσει· <lb/>οἱ γὰρ μύες οὗτοι, τοιοῦτοι· γαστὴρ ἐπιταράσσεται
                        ὀλίγα <lb/>ἄκρητα· καὶ ἢν ἐμέωσι, τοιαῦτα ἐμέουσιν. Ἡ δ᾿ ἑτέρη ἀσινεστέρη.
                        <lb/>ἐμβολὴ δὲ ἡ αὐτὴ ἀμφοτέρων· κατακειμένου ἢ καθημένου <lb/>τοῦ ἀνθρώπου,
                        τῆς κεφαλῆς ἐχόμενον, περιλαβόντα τὰς γνάθους <lb/>ἀμφοτέρας ἀμφοτέρῃσι
                        χερσὶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν, τρία ἅμα ποιῆσαι· <lb/>ὦσαι ἐς ὀρθὸν, καὶ ἐς
                        τοὐπίσω, καὶ συσχεῖν τὸ στόμα. Ἴησις, <lb/>μαλάγμασι, καὶ σχήμασι, καὶ
                        ἀναλήψει γενείου, ποιοῦσι ταὐτὰ τῇ <lb/>ἐμβολῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὦμος δὲ ἐκπίπτει κάτω. Ἄλλῃ δὲ οὔπω ἤκουσα. Δοκέει μὲν <lb/>γὰρ ἐς
                        τοὔμπροσθεν ἐκπίπτειν, ὧν αἱ σάρκες αἱ περὶ τὸ ἄρθρον μεμινυθήκασι <lb/>διὰ
                        τὴν φθίσιν, οἷον καὶ τοῖσι βουσὶ χειμῶνος φαίνεται διὰ <pb n="350"/>
                        λεπτότητα. Καὶ ἐκπίπτει μᾶλλον, τοῖσι δὲ λεπτοῖσιν, ἢ ἰσχνοῖσι, <lb/>[ἢ
                        ξηροῖσι] καὶ τοῖσιν ὑγράσματα περὶ τὰ ἄρθρα ἔχουσιν ἄνευ <lb/>φλεγμονῆς·
                        αὐτὴ γὰρ συνδεῖ. Οἱ δὲ καὶ βουσὶν ἐμβάλλοντες καὶ <lb/>ἀποπερονῶντες
                        ἐξαμαρτάνουσι, καὶ ὅτι διὰ τὴν χρῆσιν, ὡς χρῆται <lb/>βοῦς σκέλεϊ, λήθει,
                        καὶ ὅτι κοινὸν καὶ ἀνθρώπῳ οὕτως ἔχοντι τὸ <lb/>σχῆμα τοῦτο· τό τε Ὁμήρειον·
                        καὶ διότι λεπτότατοι βόες τηνικαῦτα. <lb/>Ὅσα τε τὸν πῆχυν πλάγιον ἀπὸ
                        πλευρέων ἄραντες δρῶσιν, <lb/>οὐ πάνυ δύνανται δρᾷν, οἷσιν ἂν μὴ ἐμπέσῃ.
                        Οἷσι μὲν οὖν ἐκπίπτει <lb/>μάλιστα, καὶ ὡς ἔχουσιν, εἴρηται. Οἷσι δὲ ἐκ
                        γενεῆς, τὰ ἐγγύτατα <lb/>μᾶλλον βραχύνεται ὀστέα, οἷον ἐν τούτῳ οἱ
                        γαλιάγκωνες· πῆχυς δὲ <lb/>ἧσσον, χεὶρ δὲ ἔτι ἧσσον, τὰ δ᾿ ἄνωθεν οὐδέν. Καὶ
                        ἀσαρκότατα <lb/>ἐγγύς· μινύθει δὲ μάλιστα τὰ ἐναντία τῶν ὀλιθημάτων, καὶ τὰ
                        ἐν <lb/>αὐξήσει, ἧσσον δέ τινι τῶν ἐκ γενεῆς. Καὶ τὰ παραπυήματα, τὰ
                        <lb/>κατ᾿ ἄρθρον βαθέα, νεογενέσι μάλιστα παρ᾿ ὦμον γίνεται, καὶ τουτέοισιν
                        <lb/>ὥσπερ τὰ ἐξαρθρήσαντα ποιέει. Ἢν δὲ ηὐξημένοισι, τὰ μὲν <lb/>ὀστέα οὐ
                        μειοῦται, οὐδὲ γὰρ ἔχει, ᾗ ἄλλα οὐ ξυναύξεται ὁμοίως· αἱ <lb/>δὲ μινυθήσιες
                        τῶν σαρκῶν· τοῦτο γὰρ καθ᾿ ἡμέρην καὶ αὔξεται καὶ <pb n="352"/> μειοῦται,
                        καὶ καθ᾿ ἡλικίας. Καὶ ἃ δύναται σχήματα, καὶ αὖ σημεῖον <lb/>τὸ παρὰ τὸ
                        ἀκρώμιον κατεσπασμένον καὶ κοῖλον, διότι, ὅταν τὸ ἀκρώμιον <lb/>ἀποσπασθῇ,
                        καὶ κοῖλον ᾖ, οἴονται τὸν βραχίονα ἐκπεπτωκέναι. <lb/>Κεφαλὴ δὲ τοῦ
                        βραχίονος ἐν τῇ μασχάλῃ φαίνεται· αἴρειν γὰρ οὐ δύνανται, <lb/>οὐδὲ παράγειν
                        ἔνθα καὶ ἔνθα ὁμοίως· ὁ ἕτερος ὦμος μηνύει. <lb/>ἐμβολαὶ δέ· αὐτὸς μὲν τὴν
                        πυγμὴν ὑπὸ μασχάλην ὑποθεὶς, τὴν <lb/>κεφαλὴν ἀνωθέειν, τὴν δὲ χεῖρα
                        ἐπιπαράγειν ἐπὶ τὸ στῆθος. Ἄλλη· <lb/>ἐς τοὐπίσω περιαναγκάσαι, ὡς
                        ἀμφισφαλῇ. Ἄλλη· κεφαλῇ μὲν <lb/>πρὸς τὸ ἀκρώμιον, χερσὶ δὲ ὑπὸ μασχάλην,
                        κεφαλὴν ἀπάγειν βραχίονος, <lb/>γούνασι δὲ ἀγκῶνα ἀπωθέειν, ἢ ἀντὶ τῶν
                        γουνάτων τὸν <lb/>ἀγκῶνα τὸν ἕτερον παράγειν, ὡς τὸ πρότερον. Ἢ κατ᾿ ὤμου
                        ἵζεσθαι, <lb/>ὑποθεὶς τῇ μασχάλῃ τὸν ὦμον· ἢ τῇ πτέρνῃ, ἐνθέντα ἐκπλήρωμα
                        <lb/>τῇ μασχάλῃ, δεξιῇ δεξιόν· ἢ περὶ ὕπερον· ἢ περὶ κλιμακτῆρα· <lb/>ἢ
                        περίοδος ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ ὑπὸ χεῖρα τεινομένῳ. Ἴησις· <lb/>τὸ σχῆμα, πρὸς
                        πλευρῇσι βραχίων, χεὶρ ἄκρη ἄνω, ὦμος ἄνω· οὕτως <lb/>ἐπίδεσις, ἀνάληψις. Ἢν
                        δὲ μὴ ἐμπέσῃ, ἀκρώμιον προσλεπτύνεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἀκρώμιον ἀποσπασθὲν, τὸ μὲν εἶδος φαίνεται, οἷόνπερ ὤμου <lb/>ἐκπεσόντος,
                        στερίσκεται δ᾿ οὐδενὸς, ἐς δὲ τὸ αὐτὸ οὐ καθίσταται. <lb/>Σχῆμα τὸ αὐτὸ, ᾧ
                        καὶ ἐκπεσόντι, ἐν ἐπιδέσει καὶ ἀνάληψει· ἐπιδέσιος <lb/>καὶ ὡς νόμος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἀγκῶνος ἄρθρον παραλλάξαν μὲν ἢ πρὸς πλευρὴν, ἢ ἔξω, <lb/>μένοντος τοῦ
                        ὀξέος τοῦ ἐν τῷ κοίλῳ τοῦ βραχίονος, ἐς ἰθὺ κατατείνοντα, <lb/>τὰ ἐξέχοντα
                        ἀνωθέειν ὀπίσω καὶ ἐς τὸ πλάγιον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Τὰ δὲ τελέως ἐκβάντα ἢ ἔνθα ἢ ἔνθα· κατάτασις μὲν, ἐν ᾗ <pb n="354"/> ὁ
                        βραχίων ἐπιδεῖται· οὕτω γὰρ τὸ καμπύλον τοῦ ἀγκῶνος οὐ κωλύσει.
                        <lb/>Ἐκπίπτει δὲ μάλιστα ἐς τὸ πρὸς πλευρία μέρος. Τὰς δὲ κατορθώσιας,
                        <lb/>ἀπάγοντα ὅτι πλεῖστον, ὡς μὴ ψαύσῃ τῆς κορώνης ἡ κεφαλὴ, <lb/>μετέωρον
                        δὲ περιάγειν καὶ περικάμψαι, καὶ μὴ ἐς ἰθὺ βιάζεσθαι, <lb/>ἅμα δὲ ὠθέειν
                        τἀναντία ἐφ᾿ ἑκάτερα, καὶ παρωθέειν ἐς χώρην. <lb/>Συνωφελοίη δ᾿ ἂν καὶ
                        ἐπίστρεψις ἀγκῶνος ἐν τούτοισιν, ἐν τῷ μὲν <lb/>ἐς τὸ ὕπτιον, ἐν τῷ δὲ ἐς τὸ
                        πρηνές· ἐμβολὴ δέ· σχήματος μὲν, <lb/>ὀλίγον ἀνωτέρω ἄκρην χεῖρα ἀγκῶνος
                        ἔχειν, βραχίονα δὲ κατὰ <lb/>τὰς πλευράς· οὕτω δὲ καὶ ἀνάληψις, καὶ εὔφορον,
                        καὶ φύσις, καὶ <lb/>χρῆσις ἐν τῷ κοινῷ, ἢν ἄρα μὴ κακῶς πωρωθῇ· πωροῦται δὲ
                        ταχέως. <lb/>Ἴησις, ὀθονίοισι κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀρθριτικὸν, καὶ τὸ ὀξὺ
                        <lb/>προσεπιδεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Παλιγκοτώτατον δὲ ἀγκὼν πυρετοῖσι, ὀδύνῃ ἀσώδει, ἀκρατοχόλῳ, <lb/>ἀγκῶνος
                        δὲ μάλιστα ὀπίσω διὰ τὸ ναρκῶδες, δεύτερον τὸ <lb/>ἔμπροσθεν. Ἴησις ἡ αὐτή.
                        ἐμβολαὶ δὲ τοῦ μὲν ὀπίσω, ἐκτείνοντα <lb/>κατατεῖναι· σημεῖον δὲ, οὐ γὰρ
                        δύνανται ἐκτείνειν· τοῦ δὲ ἔμπροσθεν, <lb/>οὐ δύνανται ξυγκάμπτειν. Τούτῳ δὲ
                        ἐνθέντα τι σκληρὸν συνειλεγμένον, <lb/>περὶ τοῦτο ξυγκάμψαι ἐξ ἐκτάσιος
                        ἐξαίφνης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Διαστάσιος δὲ ὀστέων σημεῖον, κατὰ τὴν φλέβα τὴν κατὰ <lb/>τὸν βραχίονα
                        σχιζομένην διαψαύοντι. </p></div><pb n="356"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ταῦτα δὲ ταχέως διαπωροῦται. Ἐκ γενεῆς δὲ, βραχύτερα τὰ <lb/>κάτω ὀστέα
                        τοῦ σίνεος, πλεῖστον τὰ ἐγγύτατα πήχεος, δεύτερον <lb/>χειρὸς, τρίτον
                        δακτύλων. Βραχίων δὲ καὶ ὦμος ἐγκρατέστερα διὰ <lb/>τὴν τροφήν. Ἡ δ᾿ ἑτέρη
                        χεὶρ διὰ τὰ ἔργα πλείω ἔτι ἐγκρατεστέρη. <lb/>Μινύθησις δὲ σαρκῶν, εἰ μὲν
                        ἔξω ἐξέπεσεν, εἴσω, εἰ δὲ μὴ, ἐς τοὐναντίον <lb/>ᾗ ἐξέπεσεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἀγκὼν δὲ ἢν μὲν ἔξω ἢ ἔσω ἐκβῇ, κατάτασις μὲν ἐν σχήματι <lb/>ἐγγωνίῳ,
                        κοινῷ τῷ πήχει πρὸς βραχίονα· τὴν γὰρ μασχάλην <lb/>ἀναλαβὼν ταινίῃ
                        ἀνακρεμάσαι, ἀγκῶνι δὲ ἄκρῳ ὑποθείς τι παρὰ <lb/>τὸ ἄρθρον βάρος ἐκκρεμάσαι,
                        ἢ χερσὶ καταναγκάσαι. Ὑπεραιωρηθέντος <lb/>δὲ τοῦ ἄρθρου, αἱ παραγωγαὶ τοῖσι
                        θέναρσιν, ὡς τὰ ἐν χερσίν. <lb/>Ἐπίδεσις ἐν τούτῳ τῷ σχήματι, καὶ ἀνάληψις,
                        καὶ θέσις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Τὰ δ᾿ ὄπισθεν ἐξαίφνης ἐκτείνοντα διορθοῦν τοῖσι θέναρσιν· <lb/>ἅμα δὲ
                        δεῖ ἐν τῇ διορθώσει, καὶ τοῖσιν ἑτέροισιν. Ἢν δὲ πρόσθεν, <lb/>ἀμφὶ ὀθόνιον
                        ξυνειλεγμένον, εὔογκον, ξυγκάμπτοντα ἅμα δἶορθοῦσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἢν δ᾿ ἑτεροκλινὲς ᾖ, ἐν τῇ διορθώσει ἀμφότερα ἅμα χρὴ <lb/>ποιέειν. Τῆς
                        δὲ μελέτης, κοινὸν τὸ σχῆμα καὶ ἡ ἐπίδεσις. Δύναται <lb/>γὰρ ἐκ τῆς
                        διατάσιος κοινῇ ξυμπίπτειν πάντα. </p></div><pb n="358"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Τῶν δὲ ἐμβολέων αἱ μὲν ἐξ ὑπεραιωρήσιος ἐμβαλλονται, αἱ <lb/>δὲ ἐκ
                        κατατάσιος, αἱ δὲ ἐκ περισφάλσιος· αὗται δὲ ἐκ τῶν ὑπερβολέων <lb/>τῶν
                        σχημάτων, ἢ τῇ ἢ τῇ, ξὺν τῷ τάχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Χειρὸς δὲ ἄρθρον ὀλισθάνει ἢ ἔσω, ἢ ἔξω, ἔσω δὲ τὰ <lb/>πλεῖστα. Σημεῖα
                        δ᾿ εὔσημα· ἢν μὲν ἔσω, ξυγκάμπτειν ὅλως σφῶν <lb/>τοὺς δακτύλους οὐ
                        δύνανται· ἢν δ᾿ ἔξω, ἐκτείνειν. ἐμβολὴ δὲ, <lb/>ὑπὲρ τραπέζης τοὺς δακτύλους
                        ἔχων, τοὺς μὲν τείνειν, τοὺς δ᾿ ἀντιτείνειν, <lb/>τὸ δὲ ἐξέχον ἢ θέναρι ἢ
                        πτέρνῃ ἅμα ἀπωθέειν πρόσω καὶ <lb/>κάτωθεν κατὰ τὸ ἕτερον ὀστέον, ὄγκον τε
                        μαλθακὸν ὑποθεὶς, κἢν μὲν <lb/>ἄνω, καταστρέψας τὴν χεῖρα, ἢν δὲ κάτω,
                        ὑπτίην. Ἴησις, ὀθονίοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ὅλη δὲ ἡ χεὶρ ὀλισθάνει ἢ ἔσω ἢ ἔξω, μάλιστα δὲ ἔσω, <lb/>ἢ ἔνθα ἢ ἔνθα·
                        ἔστι δ᾿ ὅτε ἡ ἐπίφυσις ἐκινήθη· ἔστι δ᾿ ὅτε τὸ ἕτερον <lb/>τῶν ὀστέων
                        διέστη. Τουτέοισι κατάτασις ἰσχυρὴ ποιητέη, καὶ τὸ <lb/>μὲν ἐξέχον ἀπωθέειν,
                        τὸ δ᾿ ἕτερον ἀντωθέειν, δύο εἴδεα ἅμα, καὶ ἐς <lb/>τοὐπίσω καὶ ἐς τὸ
                        πλάγιον, ἢ χερσὶν ἐπὶ τραπέζης, ἢ πτέρνῃ. Παλίγκοτα <lb/>δὲ καὶ ἀσχήμονα, τῷ
                        χρόνῳ δὲ κρατύνεται ἐς χρῆσιν. <lb/>Ἴησις, ὀθονίοισι ξὺν τῇ χειρὶ καὶ τῷ
                        πήχεϊ, καὶ νάρθηκας μέχρι δακτύλων <lb/>τιθέναι· ἐν νάρθηξι δὲ τεθέντα ταῦτα
                        πυκνότερον λύειν, ἢ <lb/>τὰ κατήγματα, καὶ καταχύσει πλέονι χρῆσθαι. </p></div><pb n="360"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἐκ γενεῆς δὲ, βραχυτέρη ἡ χεὶρ γίνεται, καὶ ἡ μινύθησις <lb/>σαρκῶν
                        μάλιστα τἀναντία, ἢ ὡς τὸ ἔκπτωμα· ηὐξημένῳ δὲ τὰ <lb/>ὀστέα μένει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Δακτύλου δὲ ἄρθρον ὀλισθὸν μὲν, εὔσημον, οὐ δεῖ γράφειν. <lb/>ἐμβολὴ δὲ
                        αὐτοῦ ἥδε· κατατείναντα ἐς ἰθὺ, τὸ μὲν ἐξέχον ἀπωθέειν, <lb/>τὸ δὲ ἐναντίον
                        ἀντωθέειν. Ἴησις δὲ ἡ προσήκουσα, τοῖσιν ὀθονίοισιν <lb/>ἐπίδεσις. Μὴ
                        ἐμπεσὸν γὰρ ἐπιπωροῦται ἔξωθεν. Ἐκ γενεῆς δὲ ἢ <lb/>ἐν αὐξήσει ἐξαρθρήσαντα
                        τὰ ὀστέα βραχύνεται κάτω τοῦ ὀλισθήματος· <lb/>καὶ σάρκες μινύθουσι τἀναντία
                        μάλιστα, ἢ ὡς τὸ ἔκπτωμα· ηὐξημένῳ <lb/>δὲ τὰ ὀστέα μένει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Μηροῦ ἄρθρον ἐκπίπτει κατὰ τρόπους τέσσαρας· ἔσω <lb/>πλεῖστα, ἔξω
                        δεύτερον, τὰ δ᾿ ἄλλα ὁμοίως. Σημεῖα· κοινὸν μὲν τὸ <lb/>ἕτερον σκέλος· ἴδιον
                        δὲ τοῦ μὲν εἴσω· παρὰ τὸν περίνεον ψαύεται <lb/>ἡ κεφαλὴ, ξυγκάμπτουσιν οὐχ
                        ὁμοίως, δοκέει δὲ μακρότερον τὸ <lb/>σκέλος, καὶ πουλὺ, ἢν μὴ ἐς μέσον
                        ἀμφότερα ἄγων παρατείνῃς· <lb/>καὶ γὰρ οὖν ἔξω ὁ ποὺς καὶ τὸ γόνυ ῥέπει. Ἢν
                        μὲν οὖν ἐκ γενεῆς ἢ <lb/>ἐν αὐξήσει ἐκπέσῃ, βραχύτερος ὁ μηρὸς, ἧσσον δὲ
                        κνήμη, κατὰ λόγον <lb/>δὲ τἄλλα· μινύθουσι δὲ σάρκες, μάλιστα δὲ ἔξω. Οὗτοι
                        κατοκνέουτιν <lb/>ὀρθοῦσθαι, καὶ εἰλέονται ἐπὶ τὸ ὑγιές· ἢν δὲ ἀναγκάζωνται,
                        σκίμπονι <lb/>ἑνὶ ἢ δυσὶν ὁδοιπορέουσι, τὸ δὲ σκέλος αἴρουσιν· ὅσῳ γὰρ
                        <lb/>μεῖον, τόσῳ ῥᾷον. Ἢν δ᾿ ηὐξημένοισι, τὰ μὲν ὀστέα μένει, αἱ δὲ
                        <lb/>σάρκες μινύθουσιν, ὡς προείρηται· ὁδοιπορέουσι δὲ περιστροφάδην <lb/>ὡς
                        βόες, ἐν δὲ τῷ κενεῶνι καμπύλοι, ἐπὶ τὸ ὑγιὲς ἐξίσχιοι ἐόντες· <pb n="362"/>
                        τῷ μὲν γὰρ ἀνάγκη ὑποβαίνειν, ὡς ὀχέῃ, τῷ δ᾿ ἀποβαίνειν (οὐ γὰρ <lb/>δύναται
                        ὀχέειν), ὥσπερ οἱ ἐν ποδὶ ἕλκος ἔχοντες. Κατὰ δὲ τὸ ὑγιὲς, <lb/>πλάγιον ξύλῳ
                        τῷ σώματι ἀντικοντέουσι, τὸ δὲ σιναρὸν τῇ χειρὶ <lb/>ὑπὲρ τοῦ γούνατος
                        καταναγκάζουσιν, ὡς ὀχέειν ἐν τῇ μεταβάσει τὸ <lb/>σῶμα. Ἰσχίων κάτωθεν, εἰ
                        χρῆται, κάτωθεν ἧσσον μινύθει καὶ <lb/>ὀστέα, μᾶλλον δὲ σάρκες. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>