<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:81-87</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:81-87</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="81"><p>81. Παρὰ πάσας δὲ τὰς τῶν ἄρθρων ἐμβολὰς δεῖ ἰσχναίνειν καὶ <lb/>λιμαγχονέειν
                        ἄχρι ἑβδόμης· καὶ εἰ μὲν φλεγμαίνοι, πυκνότερον <lb/>λύειν, εἰ δὲ μὴ,
                        ἀραιότερον· ἡσυχίην δὲ δεῖ ἔχειν ἀεὶ τὸ <lb/>πονέον ἄρθρον, καὶ ὡς κάλλιστα
                        ἐσχηματισμένον κέεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="82"><p>82. Γόνυ δὲ εὐηθέστερον ἀγκῶνος διὰ τὴν εὐσταλίην καὶ <lb/>τὴν εὐφυΐην, διὸ
                        καὶ ἐκπίπτει καὶ ἐμπίπτει ῥᾷον· ἐκπίπτει δὲ <lb/>πλειστάκις ἔσω, ἀτὰρ καὶ
                        ἔξω καὶ ὄπισθεν. ἐμβολαὶ δὲ, ἐκ <pb n="322"/> τοῦ ξυγκεκάμφθαι· ἢ ἐκλακτίσαι
                        ὀξέως, ἢ ξυνελίξας ταινίης <lb/>ὄγκον, ἐν τῇ ἰγνύϊ θεὶς, ἀμφὶ τοῦτον
                        ἐξαίφνης ἐς ὄκλασιν <lb/>ἀφιέναι τὸ σῶμα. Δύναται δὲ καὶ κατατεινόμενον
                        μετρίως, ὥσπερ <lb/>ἀγκὼν, ἐμπίπτειν, τὰ ὄπισθεν· τὰ δὲ ἔνθα ἢ ἔνθα, ἐκ τοῦ
                        ξυγκεκάμφθαι, <lb/>ἢ ἐκλακτίσαι, ἀτὰρ καὶ ἐκ κατατάσιος μετρίης. Ἡ
                        <lb/>διόρθωσις ἅπασι κοινή. Ἢν δὲ μὴ ἐμπέσῃ, τοῖσι μὲν ὄπισθεν,
                        <lb/>ξυγκάμπτειν οὐ δύνανται, ἀτὰρ οὐδὲ τοῖσιν ἄλλοισι πάνυ· μινύθει <lb/>δὲ
                        μηροῦ καὶ κνήμης τοὔμπροσθεν· ἢν δὲ ἐς τὸ ἔσω, βλαισότεροι, <lb/>μινύθει δὲ
                        τὰ ἔξω· ἢν δὲ ἐς τὸ ἔξω, γαυσότεροι, χωλοὶ <lb/>δὲ ἧσσον, κατὰ γὰρ τὸ
                        παχύτερον ὀστέον ὀχέει, μινύθει δὲ τὰ <lb/>ἔσω. Ἐκ γενεῆς δὲ καὶ ἐν αὐξήσει
                        κατὰ λόγον τὸν πρόσθεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="83"><p>83. Τὰ δὲ κατὰ τὰ σφυρὰ, κατατάσιος ἰσχυρὴς δέεται, ἢ τῇσι <lb/>χερσὶν, ἢ
                        ἄλλοισι τοιούτοισι, κατρορθώσιος δὲ ἅμα ἀμφότερα <lb/>ποιεούσης· κοινὸν δὲ
                        τοῦτο ἅπασιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="84"><p>84. Τὰ δὲ ἐν ποδὶ, ὡς καὶ τὰ ἐν χειρὶ, ὑγιέες. </p></div><pb n="324"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="85"><p>85. Τὰ δὲ τῆς κνήμης ξυγκοινωνέοντα, καὶ ἐκπεσόντα ἐκ γενεῆς, <lb/>ἢ καὶ ἐν
                        αὐξήσει ἐξαρθρήσαντα, ταὐτὰ ἃ καὶ ἐν χειρί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="86"><p>86. Ὁκόσοι δὲ πηδήσαντες ἄνωθεν ἐστηρίξαντο τῇ πτέρνῃ, ὥστε <lb/>διαστῆναι τὰ
                        ὀστέα, καὶ φλέβασ ἐκχυμωθῆναι, καὶ νεῦρα ἀμφιφλασθῆναι, <lb/>ὁκόταν γένηται
                        οἷα τὰ δεινὰ, κίνδυνος μὲν σφακελίσαντα <lb/>τὸν αἰῶνα πρήγματα παρασχεῖν·
                        ῥοιώδη μὲν γὰρ τὰ ὀστέα, τὰ δὲ <lb/>νεῦρα ἀλλήλοισι κοινωνέοντα. Ἐπεὶ καὶ
                        οἷσιν ἂν μάλιστα <lb/>κατεηγεῖσιν, ἢ ὑπὸ τρώματος ἢ ἐν κνήμῃ, ἢ ἐν μηρῷ, ἢ
                        νεύρων <lb/>ἀπολυθέντων, ἃ κοινωνέει τούτων, ἢ ἐκ κατακλίσιος ἀμελέος
                        ἐμελάνθη <lb/>πτέρνη, καὶ τούτοισι τὰ παλιγκοτέοντα ἐκ τῶν τοιούτων.
                        <lb/>Ἔστιν ὅτε καὶ πρὸς τῷ σφακελισμῷ γίνονται πυρετοὶ ὀξέες, λυγμώδεες,
                        <lb/>γνώμης ἁπτόμενοι, ταχυθάνατοι, καὶ ἔτι φλεβῶν αἱμοῤῥοιέων
                        <lb/>πελιώσιες. Σημήϊα δὲ τῶν παλιγκοτησάντων, ἢν τὰ ἐκχυμώματα <lb/>καὶ τὰ
                        μελάσματα καὶ τὰ περὶ ταῦτα ὑπόσκληρα καὶ ὑπέρυθρα· <lb/>ἤν τε ξὺν
                        σκληρύσματι πελιδνωθῇ, κίνδυνος μελανθῆναι· <pb n="326"/> ἢν δὲ ὑποπέλια ᾖ,
                        ἢ καὶ πέλια μάλα καὶ ἐκκεχυμωμένα, <lb/>ἢ ὑπόχλωρα καὶ μαλακὰ, ταῦτα ἐπὶ
                        πᾶσι τοῖσι τοιούτοισιν <lb/>ἀγαθά. Ἴησις, ἢν μὲν ἀπύρετος ἔῃ, ἐλλέβορον· ἢν
                        δὲ μὴ. <lb/>μή· ἀλλὰ ποτὸν ὀξύγλυκυ, εἰ δέοι. Ἐπίδεσις δὲ, ἄρθρων· ἐπὶ δὲ
                        <lb/>πάντα, μᾶλλον τοῖσι φλάσμασιν, ὀθονίοισι πλείοσι καὶ μαλθακωτέροισιν·
                        <lb/>πίεξις ἧσσον· προσπεριβάλλειν δὲ τὰ πλεῖστα τῇ πτέρνῃ. <lb/>Τὸ σχῆμα,
                        ὅπερ ἡ ἐπίδεσις, ὡς μὴ ἐς τὴν πτέρνην ἀποπιέζηται. <lb/>Νάρθηξι δὲ μὴ
                        χρέεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="87"><p>87. Οἷσι δ᾿ ἂν ἐκβῇ ὁ ποὺς ἢ αὐτὸς, ἢ ξὺν τῇ ἐπιφύσει, <lb/>ἐκπίπτει μὲν
                        μᾶλλον ἐς τὸ ἔσω. Ἢν δὲ μὴ ἐμπέσῃ, λεπτύνεται <lb/>ἀνὰ χρόνον τό τε ἰσχίον
                        καὶ ὁ μηρὸς καὶ κνήμης τὸ <lb/>ἀντίον τοῦ ὀλισθήματος. ἐμβολὴ δὲ ἄλλη, ὥσπερ
                        καρποῦ, <lb/>κατάτασις δὲ ἰσχυρή. Ἴησις δὲ, νόμος ἄρθρων. Παλιγκοτέει, ἧσσον
                        <lb/>δὲ καρποῦ, ἢν ἡσυχάσωσιν. Δίαιτα μείων, ἐλινύουσιν. Τὰ δὲ ἐκ
                        <lb/>γενεῆς ἢ ἐν αὐξήσει, κατὰ λόγον τὸν πρότερον. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>