<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:74-80</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:74-80</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="74"><p>74. Ἢν δὲ ἐς τὸ ἔξω κεφαλὴ μηροῦ ὀλίσθῃ, τὰς μὲν κατατάσιας <pb n="304"/>
                        ἔνθα καὶ ἔνθα χρὴ ποιέεσθαι, ὥσπερ εἴρηται, ἢ τοιουτοτρόπως· <lb/>τὴν δὲ
                        μόχλευσιν πλάτος ἔχοντι μοχλῷ μοχλεύειν χρὴ ἅμα <lb/>τῇ κατατάσει, ἐκ τοῦ
                        ἔξω μέρεος ἐς τὸ ἔσω ἀναγκάζοντα, κατά <lb/>γε αὐτὸν τὸν γλουτὸν τιθέμενον
                        τὸν μοχλὸν καὶ ὀλίγῳ ἀνωτέρω· <lb/>ἐπὶ δὲ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον κατὰ τὸν γλουτὸν
                        ἀντιστηριζέτω τις τῇσι <lb/>χερσὶν, ὡς μὴ ὑπείκῃ τὸ σῶμα, ἢ ἑτέρῳ τινὶ
                        τοιούτῳ μοχλῷ, <lb/>ὑποβάλλων καὶ ἐρείσας, ἐκ τῶν καπέτων τὴν ἁρμόζουσαν
                        ἀντικατεχέτω· <lb/>τοῦ δὲ μηροῦ τοῦ ἐξηρθρηκότος τὸ παρὰ τὸ γόνυ ἔσωθεν
                        <lb/>ἔξω παραγέτω ἡσύχως. Ἡ δὲ κρέμασις οὐχ ἁρμόσει τούτῳ τῷ <lb/>τρόπῳ τῆς
                        ὀλισθήσιος τοῦ ἄρθρου· ὁ γὰρ πῆχυς τοῦ ἐκκρεμαμένου <lb/>ἀπωθέοι ἂν τὴν
                        κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ἀπὸ τῆς κοτύλης. Τὴν μέντοι <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ
                        ὑποτεινομένῳ μόχλευσιν μηχανήσαιτ᾿ ἄν τις, <lb/>ὥστε ἁρμόζειν καὶ τούτῳ τῷ
                        τρόπῳ τοῦ ὀλισθήματος, ἔξωθεν προσαρτέων. <lb/>Ἀλλὰ τί καὶ δεῖ πλείω λέγειν;
                        ἢν γὰρ ὀρθῶς μὲν καὶ εὖ <lb/>κατατείνηται, ὀρθῶς δὲ μοχλεύηται, τί οὐκ ἂν
                        ἐμπέσοι ἄρθρον, <lb/>οὕτως ἐκπεπτωκός; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="75"><p>75. Ἢν δὲ ἐς τοὔπισθεν μέρος ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρὸς, τὰς <pb n="306"/> μὲν
                        κατατάσιας καὶ ἀντιτάσιας οὕτω δεῖ ποιέεσθαι, καθάπερ <lb/>εἴρηται·
                        ἐπιστορέσαντα δὲ ἐπὶ τὸ ξύλον ἱμάτιον πολύπτυχον, <lb/>ὡς μαλακώτατον ἔῃ,
                        πρηνέα κατακλίναντα τὸν ἄνθρωπον, οὕτω <lb/>κατανείνειν· ἅμα δὲ τῇ κατατάσει
                        χρὴ τῇ σανίδι καταναγκάζειν <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ὡς τὰ ὑβώματα, κατ᾿ ἴξιν
                        τοῦ πυγαίου ποιησάμενον <lb/>τὴν σανίδα, καὶ μᾶλλον ἐς τὸ κάτω μέρος, ἢ ἐς
                        τὸ ἄνω τῶν <lb/>ἰσχίων· καὶ ἡ ἐντομὴ, ἡ ἐν τῷ τοίχῳ τῇ σανίδι, μὴ εὐθεῖα
                        <lb/>ἔστω, ἀλλ᾿ ὀλίγον καταφερὴς πρὸς τὸ τῶν ποδῶν μέρος. Αὕτη <lb/>ἡ ἐμβολὴ
                        κατὰ φύσιν τε μάλιστα τῷ τρόπῳ τούτῳ τοῦ ὀλισθήματός <lb/>ἐστι, καὶ ἅμα
                        ἰσχυροτάτη. Ἀρκέσειε δ᾿ ἂν ἴσως ἀντὶ τῆς σανίδος <lb/>καὶ ἐφεζόμενόν τινα, ἢ
                        τῇσι χερσὶν ἐρεισάμενον, ἢ ἐπιβάντα, <lb/>ἐξαπίνης ἐπαιωρηθῆναι ἅμα τῇ
                        κατατάσει. Ἄλλη δὲ οὐδεμίη ἐμβολὴ <lb/>τῶν προειρημένων κατὰ φύσιν ἐστὶ τῷ
                        τρόπῳ τούτῳ τοῦ <lb/>ὀλισθήματος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="76"><p>76. Ἢν δὲ ἐς τὸ ἔμπροσθεν ὀλίσθῃ, τῶν μὲν κατατασίων <lb/>ὁ αὐτὸς τρόπος
                        ποιητέος, ἄνδρα δὲ χρὴ ὡς ἰσχυρότατον ἀπὸ <lb/>χειρῶν καὶ ὡς
                        εὐπαιδευτότατον, ἐνερείσαντα τὸ θέναρ τῆς <lb/>χειρὸς τῆς ἑτέρης παρὰ τὸν
                        βουβῶνα, καὶ τῇ ἑτέρῃ χειρὶ τὴν ἑωυτοῦ <lb/>χεῖρα προσκαταλαβόντα, ἅμα μὲν
                        ἐς τὸ κάτω ὠθέειν τὸ <pb n="308"/> ὀλίσθημα, ἅμα δὲ ἐς τὸ ἔμπροσθεν τοῦ
                        γούνατος μέρος. Οὗτος γὰρ <lb/>ὁ τρόπος τῆς ἐμβολῆς μάλιστα κατὰ φύσιν τούτῳ
                        τῷ ὀλισθήματί <lb/>ἐστιν. Ἀτὰρ καὶ ὁ κρεμασμὸς ἐγγύς τι τοῦ κατὰ φύσιν· δεῖ
                        <lb/>μέντοι τὸν ἐκκρεμάμενον ἔμπειρον εἶναι, ὡς μὴ ἐκμοχλεύῃ τῷ <lb/>πήχεϊ
                        τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ περὶ μέσον τὸν περίνεον καὶ κατὰ τὸ <lb/>ἱερὸν ὀστέον τὴν
                        ἐκκρέμασιν ποιέηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="77"><p>77. Εὐδοκιμέει δὲ δὴ καὶ ἀσκῷ τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐμβάλλεσθαι· <lb/>καὶ ἤδη μέν
                        τινας εἶδον, οἵτινες ὑπὸ φαυλότητος καὶ τὰ ἔξω <lb/>ἐκκεκλιμένα καὶ τὰ
                        ὄπισθεν ἀσκῷ ἐπειρῶντο ἐμβάλλειν, οὐ <lb/>γινώσκοντες, ὅτι ἐξέβαλλον αὐτὸ
                        μᾶλλον, ἢ ἐνέλλειν, οὐ <lb/>γινώσκοντες, ὅτι ἐξέβαλλον αὐτὸ μᾶλλον, ἢ
                        ἐνέβαλλον· ὁ <lb/>μέντοι πρῶτος ἐπινοήσας δῆλον ὅτι πρὸς τὰ ἔσω ὠλισθηκότα,
                        <lb/>ἀσκῷ ἐμβάλλειν ἐπειρήσατο. Ἐπίστασθαι μὲν οὖν χρὴ, <lb/>ὡς χρηστέον
                        ἀσκῷ, εἰ δέοι χρέεσθαι, διαγινώσκειν δὲ χρὴ, ὅτι <lb/>ἕτερα πολλὰ ἀσκοῦ
                        κρέσσω ἐστίν· χρὴ δὲ τὸν μὲν ἀσκὸν κατατιθέναι <lb/>ἐς τοὺς μηροὺς ἀφύσητον
                        ἐόντα, ὡς ἂν δύναιτο, ἀνωτάτω <lb/>πρὸς τὸν περίνεον ἀνάγοντα· ἀπὸ δὲ τῶν
                        ἐπιγουνίδων ἀρξάμενον, <lb/>ταινίῃ πρὸς ἀλλήλους τοὺς μηροὺς καταδῆσαι ἄχρι
                        τοῦ ἡμίσεος τῶν <lb/>μηρῶν· ἔπειτα ἐς ἕνα τῶν ποδῶν, τὸν λελυμένον, ἐνθέντα
                        αὐλὸν <lb/>ἐκ χαλκείου, φῦσαν ἐσαναγκάζειν ἐς τὸν ἀσκόν· τὸν δὲ ἄνθρωπον <pb n="310"/> πλάγιον κατακέεσθαι, τὸ σιναρὸν σκέλος ἐπιπολῆς ἔχοντα. Ἡ μὲν
                        <lb/>οὖν παρασκευὴ αὕτη ἐστίν· σκευάζονται δὲ κάκιον οἱ πλεῖστοι, ἢ <lb/>ὡς
                        ἐγὼ εἴρηκα· οὐ γὰρ κἀταδέουσι τοὺς μηροὺς ἐπὶ συχνὸν, ἀλλὰ <lb/>μοῦνον τὰ
                        γούνατα, οὐδὲ κατατείνουσι, χρὴ δὲ καὶ προσκατατείνειν· <lb/>ὅμως δὲ ἤδη
                        τινὲς ἐνέβαλον, ῥηϊδίου πρήγματος ἐπιτυχόντες. <lb/>Εὐφόρως δὲ οὐ πάνυ ἔχει
                        διαναγκάζεσθαι οὕτως· ὅ τε γὰρ ἀσκὸς, <lb/>ἐμφυσώμενος, οὐ τὰ ὀγκηρότατα
                        αὐτοῦ ἔχει πρὸς τῷ ἄρθρῳ τῆς κεφαλῆς, <lb/>ἣν δεῖ μάλιστα ἐκμοχλεύσασθαι,
                        ἀλλὰ κατὰ ἑωυτὸν αὐτὸς <lb/>μέσος, καὶ τῶν μηρῶν ἴσως ἢ κατὰ τὸ μέσον ἢ ἔτι
                        κατωτέρω· <lb/>οἵ τε αὖ μηροὶ φύσει γαυσοὶ πεφύκασιν, ἄνωθεν γὰρ σαρκώδεές
                        <lb/>τε καὶ ξύμμηροι, ἐς δὲ τὸ κάτω ὑπόξηροι, ὥστε καὶ ἡ τῶν μηρῶν
                        <lb/>φύσις ἀπαναγκάζει τὸν ἀσκὸν ἀπὸ τοῦ ἐπικαιροτάτου χωρίου. <lb/>Εἴ τε
                        οὖν τις μικρὸν ἐνθήσει τὸν ἀσκὸν, μικρὴ ἡ ἰσχὺς ἐοῦσα <lb/>ἀδύνατος ἔσται
                        ἀναγκάζειν τὸ ἄρθρον. Εἰ δὲ δεῖ ἀσκῷ χρέεσθαι, <lb/>ἐπὶ πουλὺ οἱ μηροὶ
                        ξυνδετέοι πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἅμα τῇ κατατάσει <lb/>τοῦ σώματος ὁ ἀσκὸς
                        φυσητέος· τὰ δὲ σκέλεα ἀμφότερα ὁμοῦ <lb/>καὶ καταδέειν ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ
                        τῆς ἐμβολῆς ἐπὶ τὴν τελευτήν. </p></div><pb n="312"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="78"><p>78. Χρὴ δὲ περὶ πλείστου μὲν ποιέεσθαι ἐν πάσῃ τῇ τέχνῃ, <lb/>ὅκως ὑγιὲς μὲν
                        ποιήσεις τὸ νοσέον· εἰ δὲ πολλοῖσι τρόποισιν οἷόν τε <lb/>εἴη ὑγιέας
                        ποιέειν, τὸν ἀοχλότατον χρὴ αἱρέεσθαι· καὶ γὰρ <lb/>ἀνδραγαθικώτερον τοῦτο
                        καὶ τεχνικώτερον, ὅστις μὴ ἐπιθυμέει <lb/>δημοειδέος κιβδηλίης. Περὶ οὗ οὖν
                        ὁ λόγος ἐστὶ, τοιαίδε ἄν <lb/>τινες κατοικίδιοι κατατάσιες εἶεν τοῦ σώματος,
                        ὥστε ἐκ τῶν παρεόντων <lb/>τὸ εὔπορον εὑρίσκειν· τοῦτο μὲν, εἰ τὰ δεσμὰ τὰ
                        ἱμάντινα <lb/>μὴ παρείη τὰ μαλθακὰ καὶ προσηνέα, ἀλλ᾿ ἢ σιδήρεα, ἢ
                        <lb/>ὅπλα, ἢ σχοινία, ταινίῃσι χρὴ ἢ ἐκρήγμασι τρυχίων ἐρινεῶν
                        <lb/>περιελίσσειν ταύτῃ μάλιστα, ᾗ μέλλει τὰ δεσμὰ καθέξειν, <lb/>καὶ ἔτι
                        ἐπὶ πλέον· ἔπειτα οὕτω δεῖν τοῖσι δεσμοῖσιν· τοῦτο δὲ, <lb/>ἐπὶ κλίνης χρὴ,
                        ἥτις ἰσχυροτάτη καὶ μεγίστη τῶν παρεουσέων, <lb/>κατατετάσθαι καλῶς τὸν
                        ἄνθρωπον· τῆς δὲ κλίνης τοὺς πόδας, ἢ <lb/>τοὺς πρὸς κεφαλῆς, ἢ τοὺς πρὸς
                        ποδῶν, ἐρηρεῖσθαι πρὸς τὸν οὐδὸν, <lb/>εἴ τε ἔξωθεν ξυμφέρει, εἴτε ἔσωθεν·
                        παρὰ δὲ τοὺς ἑτέρους πόδας <lb/>παρεμβεβλῆσθαι ξύλον τετράγωνον, πλάγιον,
                        διῆκον ἀπὸ τοῦ <lb/>ποδὸς πρὸς τὸν πόδα, καὶ, ἢν μὲν λεπτὸν ἔῃ τὸ ξύλον,
                        προσδεδέσθω <lb/>πρὸς τοὺς πόδας τῆς κλίνης, ἢν δὲ παχὺ ἔῃ, μηδέν· ἔπειτα
                        τὰς <lb/>ἀρχὰς χρὴ τῶν δεσμῶν, καὶ τῶν πρὸς τῆς κεφαλῆς, καὶ τῶν πρὸς <pb n="314"/> τῶν ποδῶν, προσδῆσαι ἑκατέρας πρὸς ὕπερον, ἢ πρὸς ἄλλο τι
                        <lb/>τοιοῦτον ξύλον· ὁ δὲ δεσμὸς ἐχέτω ἰθυωρίην κατὰ τὸ σῶμα, <lb/>ἢ καὶ
                        ὀλίγον ἀνωτέρω, ξυμμέτρως δὲ ἐκτετάσθω πρὸς τὰ <lb/>ὕπερα, ὡς, ὀρθὰ ἑστεῶτα,
                        τὸ μὲν παρὰ τὸν οὐδὸν ἐρείδηται, τὸ δὲ <lb/>παρὰ τὸ ξύλον τὸ παραβεβλημένον·
                        κἄπειτα οὕτω τὰ ὕπερα ἀνακλῶντα <lb/>χρὴ τὴν κατάτασιν ποιέειν. Ἀρκέει δὲ
                        καὶ κλίμαξ <lb/>ἰσχυροὺς ἔχουσα τοὺς κλιμακτῆρας, ὑποτεταμένη ὑπὸ τὴν
                        κλίνην, <lb/>ἀντὶ τοῦ οὐδοῦ τε καὶ τοῦ ξύλου τοῦ παρατεταμένου, ὡς τὰ ὕπερα,
                        <lb/>πρὸς τῶν κλιμακτήρων τοὺς ἁρμόζοντας ἔνθεν καὶ ἔνθεν προσερηρεισμένα,
                        <lb/>ἀνακλώμενα, οὕτω τὴν κατάτασιν ποιέηται τῶν δεσμῶν. <lb/>Ἐμβάλλεται δὲ
                        μηροῦ ἄρθρον καὶ τόνδε τὸν τρόπον, ἢν ἐς <lb/>τὸ ἔσω ὠλισθήκῃ καὶ ἐς τὸ
                        ἔμπροσθεν· κλίμακα χρὴ κατορύξαντα, <lb/>ἐπικαθίσαι τὸν ἄνθρωπον, ἔπειτα τὸ
                        μὲν ὑγιὲς σκέλος <lb/>ἡσύχως κατατείναντα προσδῆσαι, ὅκου ἂν ἁρμόσῃ, ἐκ δὲ
                        τοῦ σιναροῦ <lb/>ἐς κεράμιον ὕδωρ ἐγχέαντα ἐκκρεμάσαι ἢ ἐς σφυρίδα
                        <lb/>λίθους ἐμβαλόντα. Ἕτερος τρόπος ἐμβολῆς· ἢν ἐς τὸ ἔσω <pb n="316"/>
                        ὠλισθήκῃ, στρωτῆρα χρὴ διαδῆσαι μεταξὺ δύο στύλων, ὕψος <lb/>ἔχοντα
                        σύμμετρον· προεχέτω δὲ τοῦ στρωτῆρος κατὰ τὸ ἓν <lb/>μέρος ὁκόσον τὸ
                        πυγαῖον· περιδήσας δὲ περὶ τὸ στῆθος τοῦ ἀνθρώπου <lb/>ἱμάτιον, ἐπικαθίσαι
                        τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τὸ προέχον <lb/>τοῦ στρωτῆρος· εἶτα προσλαβεῖν τὸ στῆθος
                        πρὸς τὸν στύλον <lb/>πλατέϊ τινί· ἔπειτα τὸ μὲν ὑγιὲς σκέλος κατεχέτω τις,
                        ὡς μὴ <lb/>περισφάλληται· ἐκ δὲ τοῦ σιναροῦ ἐκκρεμάσαι βάρος, ὅσον ἂν
                        <lb/>ἁρμόζῃ, ὡς καὶ πρόσθεν ἤδη εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="79"><p>79. Πρῶτον μὲν οὖν δεῖ εἰδέναι, ὅτι πάντων τῶν ὀστέων αἱ <lb/>ξυμβολαί εἰσιν
                        ὡς ἐπὶ πουλὺ ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ κοτύλη· ἐφ᾿ ὧν δὲ καὶ <lb/>ἡ χώρα κοτυλοειδὴς
                        καὶ ἐπίμακρος· ἔνιαι δὲ τῶν χωρέων γληνοειδέες <lb/>εἰσίν. Ἀεὶ δὲ ἐμβάλλειν
                        δεῖ πάντα τὰ ἐκπίπτοντα <lb/>ἄρθρα, μάλιστα μὲν εὐθὺς παραχρῆμα ἔτι θερμῶν
                        ἐόντων· εἰ δὲ μὴ, <lb/>ὡς τάχιστα· καὶ γὰρ τῷ ἐμβάλλοντι ῥηΐτερον καὶ θᾶσσόν
                        ἐστιν <lb/>ἐμβαλεῖν, καὶ τῷ ἀσθενέοντι πουλὺ ἀπονωτέρη ἡ ἐμβολὴ, ἡ <lb/>πρὶν
                        διοιδεῖν, ἐστιν. Δεῖ δὲ ἀεὶ πάντα τὰ ἄρθρα, ὁκόταν μέλλῃς <lb/>ἐμβάλλειν,
                        προαναμαλάξαι καὶ διακιγκλίσαι· ῥᾷον γὰρ ἐθέλει <pb n="318"/> ἐμβάλλεσθαι.
                        Παρὰ πάσας δὲ τὰς τῶν ἄρθρων ἐμβολὰς ἰσχναίνειν <lb/>δεῖ τὸν ἄνθρωπον,
                        μάλιστα μὲν περὶ τὰ μέγιστα ἄρθρα καὶ χαλεπώτατα <lb/>ἐμβάλλεσθαι, ἥκιστα δὲ
                        περὶ τὰ ἐλάχιστα καὶ ῥηΐδια. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="80"><p>80. Δακτύλων δὲ ἢν ἐκπέσῃ ἄρθρον τι τῶν τῆς χειρὸς, ἤν τε τὸ <lb/>πρῶτον, ἤν
                        τε τὸ δεύτερον, ἤν τε τὸ τρίτον, ωὑτὸς καὶ ἴσος τρόπος <lb/>τῆς ἐμβολῆς·
                        χαλεπώτερα μέντοι ἀεὶ τὰ μέγιστα τῶν ἄρθρων <lb/>ἐμβάλλειν. Ἐκπίπτει δὲ κατὰ
                        τέσσαρας τρόπους, ἢ ἄνω, ἢ κάτω, <lb/>ἢ ἐς τὸ πλάγιον ἑκατέρωθεν, μάλιστα
                        μὲν ἐς τὸ ἄνω, ἥκιστα δὲ ἐς <lb/>τὰ πλάγια, ἐν τῷ σφόδρα κινέεσθαι.
                        Ἑκατέρωθεν δὲ τῆς χώρης, <lb/>οὗ ἐκβέβηκεν, ὥσπερ ἄμβη ἐστίν. Ἢν μὲν οὖν ἐς
                        τὸ ἄνω ἐκπέσῃ <lb/>ἢ ἐς τὸ κάτω διὰ τὸ λειοτέρην εἶναι ταύτην τὴν χώρην, ἢ
                        ἐκ <lb/>τῶν πλαγίων, καὶ ἅμα μικρῆς ἐούσης τῆς ὑπερβάσιος, ἢν μεταστῇ
                        <lb/>τὸ ἄρθρον, ῥηΐδιόν ἐστιν ἐμβάλλειν. Τρόπος δὲ τῆς ἐμβολῆς ὅδε·
                        <lb/>περιελίξαι τὸν δάκτυλον ἄκρον ἢ ἐπιδέσματί τινι ἢ ἄλλῳ τρόπῳ
                        <lb/>τοιούτῳ τινὶ, ὅκως, ὁκόταν κατατείνῃς ἄκρου λαβόμενος, μὴ ἀπολισθάνῃ·
                        <lb/>ὅταν δὲ περιελίξῃς, τὸν μέν τινα διαλαβέσθαι ἄνωθεν <lb/>τοῦ καρποῦ τῆς
                        χειρὸς, τὸν δὲ τοῦ κατειλημμένου· ἔπειτα κατατείνειν <lb/>πρὸς ἑωυτὸν
                        ἀμφοτέρους εὖ μάλα, καὶ ἅμα ἀπῶσαι τὸ ἐξεστηκὸς <lb/>ἄρθρον ἐς τὴν χώρην. Ἢν
                        δὲ ἐς τὰ πλάγια ἐκπέσῃ, τῆς μὲν <lb/>κατατάσιος ωὑτὸς τρόπος· ὅταν δὲ δὴ
                        δοκέῃ σοι ὑπερβεβηκέναι τὴν <lb/>γραμμὴν, ἅμα χρὴ κατατείναντας ἀπῶσαι ἐς
                        τὴν χώρην εὐθὺς, ἕτερον <lb/>δέ τινα ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρεος τοῦ δακτύλου
                        φυλάσσειν καὶ ἀνωθέειν, <lb/>ὅκως μὴ πάλιν ἐκεῖθεν ἀπολίσθῃ. Ἐμβάλλουσι δὲ
                        ἐπιεικέως <pb n="320"/> καὶ αἱ σαῦραι αἱ ἐκ τῶν φοινίκων πλεκόμεναι, ἢν
                        κατατείνῃς ἔνθεν <lb/>καὶ ἔνθεν τὸν δάκτυλον, λαβόμενος τῇ μὲν ἑτέρῃ τῆς
                        σαύρης. τῇ <lb/>δὲ ἑτέρῃ τοῦ καρποῦ τῆς χειρός. Ὁκόταν δὲ ἐμβάλῃς, ἐπιδεῖν
                        δεῖ <lb/>ὀθονίοισιν ὡς τάχιστα, λεπτοτάτοισι, κεκηρωμένοισι κηρωτῇ μήτε
                        <lb/>λίην μαλακῇ μήτε λίην σκληρῇ, ἀλλὰ μετρίως ἐχούσῃ· ἡ μὲν <lb/>γὰρ
                        σκληρὴ ἀφέστηκεν ἀπὸ τοῦ δακτύλου, ἡ δὲ ἁπαλὴ καὶ ὑγρὴ <lb/>διατήκεται καὶ
                        ἀπόλλυται, θερμαινομένου τοῦ δακτύλου· λύειν <lb/>δὲ ἄρθρον δακτύλου
                        τριταῖον ἢ τεταρταῖον· τὸ δὲ ὅλον, ἢν μὲν <lb/>φλεγμήνῃ, πυκνότερον λύειν,
                        ἢν δὲ μὴ, ἀραιότερον· κατὰ πάντων <lb/>δὲ τῶν ἄρθρων ταῦτα λέγω. Καθίσταται
                        δὲ τοῦ δακτύλου τὸ <lb/>ἄρθρον τεσσαρεσκαιδεκαταῖον. Ὁ αὐτὸς δέ ἐστι
                        θεραπείης τρόπος <lb/>δακτύλων χειρός τε καὶ ποδός. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>