<GetPassage xmlns:tei="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns="http://chs.harvard.edu/xmlns/cts">
            <request>
                <requestName>GetPassage</requestName>
                <requestUrn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:73-75</requestUrn>
            </request>
            <reply>
                <urn>urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1:73-75</urn>
                <passage>
                    <TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="73"><p>73. Εὕροι δ᾿ ἄν τις καὶ ἄλλους τρόπους τούτου τοῦ ἄρθρου ἐμβολῆς· <lb/>εἰ γὰρ
                        τὸ ξύλον τὸ μέγα τοῦτο ἔχοι κατὰ μέσον καὶ ἐκ <lb/>πλαγίων φλιὰς δύο, ὡς
                        ποδιαίας, ὕψος δὲ ὅκως ἂν δοκέοι <lb/>ξυμφέρειν, τὴν μὲν ἔνθεν, τὴν δὲ
                        ἔνθεν, ἔπειτα ξύλον πλάγιον <lb/>ἐνείη ἐν τῇσι φλιῇσιν ὡς κλιμακτὴρ ἔπειτα
                        διέρσαι τὸ ὑγιὲς <lb/>σκέλος μεσηγὺ τῶν φλιέων, τὸ δὲ σιναρὸν ἄνωθεν τοῦ
                        κλιμακτῆρος <lb/>ἔχειν ἁρμόζον ἀπαρτὶ πρὸς τὸ ὕψος καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον, ᾗ
                        ἐκπέπτωκεν· <lb/>ῥηΐδιον δὲ ἁρμόζειν· τὸν γὰρ κλιμακτῆρα ὑψηλότερόν
                        <lb/>τινι χρὴ ποιέειν τοῦ μετρίου, καὶ ἱμάτιον πολύπτυχον, ὡς ἂν
                        <lb/>ἁρμόσῃ, ὑποτείνειν ὑπὸ τὸ σῶμα. Ἔπειτα χρὴ ξύλον, ἔχον <pb n="302"/>
                        πλάτος μέτριον καὶ μῆκος, ἄχρι τοῦ σφυροῦ ὑποτεταμένον ὑπὸ τὸ <lb/>σκέλος
                        εἶναι, ἱκνεόμενον ἐπέκεινα τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ὡς <lb/>οἷόν τε·
                        προσκαταδεδέσθαι δὲ χρὴ πρὸς τὸ σκέλος, ὅκως ἂν <lb/>μετρίως ἔχῃ. Κἄπειτα
                        κατατεινομένου τοῦ σκέλεος, εἴτε ξύλῳ <lb/>ὑπεροειδέϊ, εἴτε τουτέων τινὶ τῶν
                        κατατασίων, ὁμοῦ χρὴ <lb/>καταναγκάζεσθαι τὸ σκέλος περὶ τὸν κλιμακτῆρα ἐς
                        τὸ κάτω μέρος <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ προσδεδεμένῳ· τὸν δέ τινα κατέχειν τὸν
                        ἄνθρωπον <lb/>ἀνωτέρω τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ ἰσχίον. Καὶ γὰρ οὕτως ἅμα <lb/>μὲν
                        ἡ κατάτασις ὑπεραιωρέοι ἂν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ὑπὲρ <lb/>τῆς κοτύλης, ἅμα
                        δὲ ἡ μόχλευσις ἀπωθέοι τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν.
                        Αὗται πᾶσαι αἱ εἰρημέναι ἀνάγκαι ἰσχυραὶ, <lb/>καὶ πᾶσαι κρέσσους τῆς
                        ξυμφορῆς, ἤν τις ὀρθῶς καὶ καλῶς <lb/>σκευάζῃ. Ὥσπερ δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη
                        εἴρηται, πουλύ τι ἀπὸ <lb/>ἀσθενεστέρων κατατασίων καὶ φαυλοτέρης κατασκευῆς
                        τοῖσι <lb/>πλείοσιν ἐμπίπτει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="74"><p>74. Ἢν δὲ ἐς τὸ ἔξω κεφαλὴ μηροῦ ὀλίσθῃ, τὰς μὲν κατατάσιας <pb n="304"/>
                        ἔνθα καὶ ἔνθα χρὴ ποιέεσθαι, ὥσπερ εἴρηται, ἢ τοιουτοτρόπως· <lb/>τὴν δὲ
                        μόχλευσιν πλάτος ἔχοντι μοχλῷ μοχλεύειν χρὴ ἅμα <lb/>τῇ κατατάσει, ἐκ τοῦ
                        ἔξω μέρεος ἐς τὸ ἔσω ἀναγκάζοντα, κατά <lb/>γε αὐτὸν τὸν γλουτὸν τιθέμενον
                        τὸν μοχλὸν καὶ ὀλίγῳ ἀνωτέρω· <lb/>ἐπὶ δὲ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον κατὰ τὸν γλουτὸν
                        ἀντιστηριζέτω τις τῇσι <lb/>χερσὶν, ὡς μὴ ὑπείκῃ τὸ σῶμα, ἢ ἑτέρῳ τινὶ
                        τοιούτῳ μοχλῷ, <lb/>ὑποβάλλων καὶ ἐρείσας, ἐκ τῶν καπέτων τὴν ἁρμόζουσαν
                        ἀντικατεχέτω· <lb/>τοῦ δὲ μηροῦ τοῦ ἐξηρθρηκότος τὸ παρὰ τὸ γόνυ ἔσωθεν
                        <lb/>ἔξω παραγέτω ἡσύχως. Ἡ δὲ κρέμασις οὐχ ἁρμόσει τούτῳ τῷ <lb/>τρόπῳ τῆς
                        ὀλισθήσιος τοῦ ἄρθρου· ὁ γὰρ πῆχυς τοῦ ἐκκρεμαμένου <lb/>ἀπωθέοι ἂν τὴν
                        κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ἀπὸ τῆς κοτύλης. Τὴν μέντοι <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ
                        ὑποτεινομένῳ μόχλευσιν μηχανήσαιτ᾿ ἄν τις, <lb/>ὥστε ἁρμόζειν καὶ τούτῳ τῷ
                        τρόπῳ τοῦ ὀλισθήματος, ἔξωθεν προσαρτέων. <lb/>Ἀλλὰ τί καὶ δεῖ πλείω λέγειν;
                        ἢν γὰρ ὀρθῶς μὲν καὶ εὖ <lb/>κατατείνηται, ὀρθῶς δὲ μοχλεύηται, τί οὐκ ἂν
                        ἐμπέσοι ἄρθρον, <lb/>οὕτως ἐκπεπτωκός; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="75"><p>75. Ἢν δὲ ἐς τοὔπισθεν μέρος ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρὸς, τὰς <pb n="306"/> μὲν
                        κατατάσιας καὶ ἀντιτάσιας οὕτω δεῖ ποιέεσθαι, καθάπερ <lb/>εἴρηται·
                        ἐπιστορέσαντα δὲ ἐπὶ τὸ ξύλον ἱμάτιον πολύπτυχον, <lb/>ὡς μαλακώτατον ἔῃ,
                        πρηνέα κατακλίναντα τὸν ἄνθρωπον, οὕτω <lb/>κατανείνειν· ἅμα δὲ τῇ κατατάσει
                        χρὴ τῇ σανίδι καταναγκάζειν <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ὡς τὰ ὑβώματα, κατ᾿ ἴξιν
                        τοῦ πυγαίου ποιησάμενον <lb/>τὴν σανίδα, καὶ μᾶλλον ἐς τὸ κάτω μέρος, ἢ ἐς
                        τὸ ἄνω τῶν <lb/>ἰσχίων· καὶ ἡ ἐντομὴ, ἡ ἐν τῷ τοίχῳ τῇ σανίδι, μὴ εὐθεῖα
                        <lb/>ἔστω, ἀλλ᾿ ὀλίγον καταφερὴς πρὸς τὸ τῶν ποδῶν μέρος. Αὕτη <lb/>ἡ ἐμβολὴ
                        κατὰ φύσιν τε μάλιστα τῷ τρόπῳ τούτῳ τοῦ ὀλισθήματός <lb/>ἐστι, καὶ ἅμα
                        ἰσχυροτάτη. Ἀρκέσειε δ᾿ ἂν ἴσως ἀντὶ τῆς σανίδος <lb/>καὶ ἐφεζόμενόν τινα, ἢ
                        τῇσι χερσὶν ἐρεισάμενον, ἢ ἐπιβάντα, <lb/>ἐξαπίνης ἐπαιωρηθῆναι ἅμα τῇ
                        κατατάσει. Ἄλλη δὲ οὐδεμίη ἐμβολὴ <lb/>τῶν προειρημένων κατὰ φύσιν ἐστὶ τῷ
                        τρόπῳ τούτῳ τοῦ <lb/>ὀλισθήματος. </p></div></div></body></text></TEI>
                </passage>
            </reply>
            </GetPassage>